Κυριακή, 23 Ιουνίου 2024
Ανατ: 06:04
Δύση: 20:52
Σελ. 17 ημ.
175-191
16ος χρόνος, 5972η ημέρα
Έκδοση: 4η

ΤΩΒΙΤ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6 (Ϛ)


 
 

ΚΕΦΑΛΑΙΑ


 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 ΟΙ δὲ πορευόμενοι τὴν ὁδὸν ἦλθον ἑσπέρας ἐπὶ τὸν Τίγριν ποταμόν, καὶ ηὐλίζοντο ἐκεῖ. 1 Οι δύο ταξιδιώται εβάδιζαν στον δρόμον των και έφθασαν την εσπέραν στον Τιγρητα ποταμόν και διενυκτέρευσαν εκεί. 1 Καὶ ἀφοῦ ἐπροχώρησαν εἰς τὸν δρόμον των ὁ Ῥαφαὴλ καὶ ὁ Τωβίας, ἔφθασαν τὸ βράδυ εἰς τὸν ποταμὸν Τίγριν καὶ ἔμειναν ἐκεῖ διὰ νὰ κοιμηθοῦν τὴν νύκτα.
2 τὸ δὲ παιδάριον κατέβη περικλύσασθαι, καὶ ἀνεπήδησεν ἰχθὺς ἀπὸ τοῦ ποταμοῦ καὶ ἐβουλήθη καταπιεῖν τὸ παιδάριον. 2 Ο νεαρός Τωβίας κατέβηκεν στον ποταμόν, δια να λουσθή. Εκεί όμως ένα μεγάλο ψάρι ανεπήδησεν από το ποτάμι και ηθέλησε να καταπίη τον Τωβίαν. 2 Ὁ δὲ νεαρὸς Τωβίας κατέβη εἰς τὸν ποταμὸν διὰ νὰ λουσθῇ. Ξαφνικὰ ὅμως ἀνεπήδησεν ἀπὸ τὰ νερὰ τοῦ ποταμοῦ ἕνα μεγάλο ψάρι, ποὺ ἠθέλησε νὰ καταπιῇ τὸν νεαρόν.
3 ὁ δὲ ἄγγελος εἶπεν αὐτῷ· ἐπιλαβοῦ τοῦ ἰχθύος. καὶ ἐκράτησε τὸν ἰχθὺν τὸ παιδάριον καὶ ἀνέβαλεν αὐτὸν ἐπὶ τὴν γῆν. 3 Αλλά ο άγγελος του είπε· “πιάσε αυτό το ψάρι”. Ο Τωβίας έπιασε το ψάρι και το ανέβασεν εις την όχθην του ποταμού. 3 Τότε ὁ ἄγγελος τοῦ εἶπε: Πιάσε τὸ ψάρι! Καὶ ἔπιασε πράγματι τὸ παιδὶ τὸ ψάρι καὶ τὸ ἀνέβασεν εἰς τὴν ὄχθην τοῦ ποταμοῦ.
4 καὶ εἶπεν αὐτῷ ὁ ἄγγελος· ἀνάτεμε τὸν ἰχθὺν καὶ λαβὼν τὴν καρδίαν καὶ τὸ ἧπαρ καὶ τὴν χολὴν θὲς ἀσφαλῶς. 4 Ο άγγελος του είπε· “σχίσε τον ιχθύν αυτόν, πάρε την καρδίαν, το συκώτι και την χολήν και φύλαξέ τα ασφαλώς”. 4 Εἶπε δὲ πάλιν ὁ ἄγγελος εἰς τὸν Τωβίαν: Κόψε καὶ κομμάτιασε τὸ ψάρι καὶ πάρε καὶ φύλαξε προσεκτικὰ τὴν καρδίαν, τὸ συκώτι καὶ τὴν χολήν του.
5 καὶ ἐποίησε τὸ παιδάριον ὡς εἶπεν αὐτῷ ὁ ἄγγελος, τὸν δὲ ἰχθὺν ὀπτήσαντες ἔφαγον. 5 Ο νεαρός Τωβίας έκαμεν, όπως του είπεν ο άγγελος. Το υπόλοιπον μέρος του ψαριού το έψησαν και το έφαγαν. 5 Καὶ ὁ νεαρὸς ἔκαμεν ὅ,τι ἀκριβῶς τοῦ εἶπεν ὁ ἄγγελος. Τὸ δὲ ὑπόλοιπον τμῆμα τοῦ ψαριοῦ τὸ ἔψησαν καὶ τὸ ἔφαγαν.
6 καὶ ὥδευον ἀμφότεροι, ἕως οὗ ἤγγισαν ἐν ᾿Εκβατάνοις. 6 Συνεπορεύοντο κατόπιν και οι δύο, ο Τωβίας και ο άγγελος, μέχρις ότου επλησίασαν εις τα Εκβάτανα. 6 Μετὰ ταῦτα συνέχισαν νὰ βαδίζουν καὶ οἱ δύο, ἕως ὅτου ἐπλησίασαν εἰς τὰ Ἐκβάτανα.
7 καὶ εἶπε τὸ παιδάριον τῷ ἀγγέλῳ· ᾿Αζαρία ἀδελφέ, τί ἐστιν ἡ καρδία καὶ τὸ ἧπαρ καὶ ἡ χολὴ τοῦ ἰχθύος; 7 Ο Τωβίας ηρώτησε τον άγγελον· “αδελφέ Αζαρία, εις τι μας είναι χρήσιμα η καρδία, το συκώτι και η χολή του ιχθύος;” 7 Εἶπε δὲ ὁ Τωβίας εἰς τὸν ἄγγελον: Ἀδελφὲ Ἀζαρία, τί μᾶς χρειάζονται ἡ καρδία, τὸ συκώτι καὶ ἡ χολὴ τοῦ ψαριοῦ;
8 καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἡ καρδία καὶ τὸ ἧπαρ, ἐάν τινα ὀχλῇ δαιμόνιον ἢ πνεῦμα πονηρόν, ταῦτα δεῖ καπνίσαι ἐνώπιον ἀνθρώπου ἢ γυναικός, καὶ οὐκέτι οὐ μὴ ὀχληθῇ· 8 Ο συνοδεύων αυτόν άγγελος του απήντησεν· “η καρδιά και το συκώτι χρησιμεύουν δια την εκδίωξιν πονηρών πνευμάτων. Εάν δηλαδή ένας άνθρωπος ενοχλήται από δαιμόνιον η άλλο πονηρόν πνεύμα και καπνίσουν αυτά ενώπιον του ανδρός η της γυναικός, που ενοχλείται από το πονηρόν πνεύμα, δεν θα ενοχληθή ποτέ πλέον. 8 Καὶ ὁ ἄγγελος τοῦ ἀπεκρίθη: Ἐὰν κάποιος ἐνοχλῆται ἀπὸ δαιμόνων ἢ πονηρὸν πνεῦμα, ἡ καρδιὰ αὐτὴ καὶ τὸ συκώτι ἠμποροῦν νὰ τὸν θεραπεύσουν. Πρέπει ὅμως νὰ τὰ καύσουν αὐτὰ καὶ νὰ τὰ καπνίσουν ἐμπρὸς εἰς τὸν ἄνδρα ἢ τὴν γυναῖκα, ποὺ ἐνοχλεῖται ἀπὸ δαιμόνιον, καὶ τότε δὲν πρόκειται νὰ ἐνοχληθῇ ἄλλην φοράν.
9 ἡ δὲ χολή, ἐγχρῖσαι ἄνθρωπον, ὃς ἔχει λευκώματα ἐν τοῖς ὀφθαλμοῖς, καὶ ἰαθήσεται. 9 Η δε χολή χρησιμεύει δια να χρισθή άνθρωπος, ο οποίος έχει λευκώματα εις τα μάτια του, και αυτός θα θεραπευθή αμέσως”. 9 Αὐτὴ δὲ ἡ χολὴ πρέπει νὰ ἀλειφθῇ εἰς τὰ μάτια ἀνθρώπου, ποὺ ὑποφέρει ἀπὸ λευκώματα, καὶ θὰ χαρισθῇ ἀμέσως εἰς τὸν ἄρρωστον ἡ θεραπεία.
10 ὡς δὲ προσήγγισαν τῇ Ράγῃ, 10 Οταν επλησίασαν στο σπίτι του Ραγουήλ εις Εκβάτανα, 10 Καὶ μόλις ἐπλησίασαν εἰς τὴν πόλιν Ράγην (ἢ Ἐκβάτανα),
11 εἶπεν ὁ ἄγγελος τῷ παιδαρίῳ· ἀδελφέ, σήμερον αὐλισθησόμεθα παρὰ Ραγουήλ, καὶ αὐτὸς συγγενής σού ἐστι, καὶ ἔστιν αὐτῷ θυγάτηρ ὀνόματι Σάρρα· 11 είπεν ο άγγελος στον νεαρόν Τωβίαν· “αδελφέ, σήμερον θα διανυκτερεύσωμεν στο σπίτι του Ραγουήλ. Αυτός είναι συγγενής σου, έχει δε και θυγατέρα που λέγεται Σαρρα. 11 εἶπεν ὁ ἄγγελος εἰς τὸν νεαρὸν Τωβίαν: Σήμερα, ἀδελφέ μου, θὰ διανυκτερεύσωμεν εἰς τὸ σπίτι τοῦ Ραγουήλ. Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶναι συγγενής σου καὶ ἔχει μίαν κόρην, ἡ ὁποία ὀνομάζεται Σάρρα.
12 λαλήσω περὶ αὐτῆς τοῦ δοθῆναί σοι αὐτὴν εἰς γυναῖκα, ὅτι σοι ἐπιβάλλει ἡ κληρονομία αὐτῆς, καὶ σὺ μόνος εἶ ἐκ τοῦ γένους αὐτῆς, καὶ τὸ κοράσιον καλὸν καὶ φρόνιμόν ἐστι. 12 Θα ομιλήσω εγώ περί αυτής να σου δοθή ως σύζυγος, διότι ο νόμος του Μωυσέως υποχρεώνει σε να παρής αυτήν ως σύζυγον και την κληρονομίαν της, επειδή συ είσαι ο μόνος συγγενής της από το γένος της. Σου λέγω δε ακόμη ότι η νέα αυτή είναι ωραία και φρόνιμος. 12 Θὰ τοῦ μιλήσω λοιπὸν δὶ αὐτήν, διὰ νὰ σοῦ δοθῇ ὡς σύζυγος. Πρέπει νὰ τὴν πάρης, διότι, συμφώνως πρὸς τὸν Νόμον τοῦ Θεοῦ, αὐτὸ ἀπαιτεῖ ἡ τακτοποίησις τῆς κληρονομίας της, ποὺ δὲν πρέπει νὰ περιέλθῃ εἰς τὰ χέρια ἀλλογενοῦς. Σὺ εἶσαι ὁ μόνος, ποὺ κατάγεται ἀπὸ τὸ γένος της. Ἐκτὸς αὐτοῦ ὅμως καὶ ἡ κόρη εἶναι καλὴ καὶ συνετή.
13 καὶ νῦν ἄκουσόν μου καὶ λαλήσω τῷ πατρὶ αὐτῆς, καὶ ὅταν ὑποστρέψωμεν ἐκ Ραγῶν, ποιήσομεν τὸν γάμον· διότι ἐπίσταμαι Ραγουὴλ ὅτι οὐ μὴ δῷ αὐτὴν ἀνδρὶ ἑτέρῳ κατὰ τὸν νόμον Μωυσῆ ἢ ὀφειλήσει θάνατον, ὅτι τὴν κληρονομίαν σοὶ καθήκει λαβεῖν ἢ πάντα ἄνθρωπον. 13 Και τώρα άκουσέ με· εγώ θα κάμω λόγον στον πατέρα της και όταν επιστρέψωμεν από Ραγους θα τελέσωμεν τον γάμον. Διότι εγώ γνωρίζω καλά ότι ο Ραγουήλ δεν θα δώση ποτέ αυτήν ως σύζυγον εις άλλον άνδρα, έστω και αν απειληθή με θάνατον. Διότι εις σε ανήκει να λάβης την κληρονομίαν της και εις κανένα άλλον”. 13 Ἄκουσέ με λοιπὸν τώρα καὶ θὰ μιλήσω ἐγὼ διὰ τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν εἰς τὸν πατέρα της. Καὶ ὅταν ἐπιστρέψωμεν ἀπὸ τοὺς Ράγους, θὰ κάμωμεν ὁπωσδήποτε τὸν γάμον. Διότι γνωρίζω καλὰ ὅτι ὁ Ραγουὴλ δὲν πρόκειται νὰ δώσῃ τὴν κόρην του εἰς ξένον ἄνδρα, ἀλλὰ θὰ κάμῃ ὅ,τι διατάζει ὁ Νόμος τοῦ Μωϋσέως, ἔστω καὶ ἂν κινδυνεύσῃ νὰ θανατωθῇ. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ ὁ γάμος αὐτός, διότι κανεὶς ἄλλος ἄνθρωπος δὲν δικαιοῦται νὰ κληρονομήσῃ τὴν περιουσίαν της. Ἀνήκει εἰς σὲ καὶ μόνον.
14 τότε εἶπε τὸ παιδάριον τῷ ἀγγέλῳ· ᾿Αζαρία ἀδελφέ, ἀκήκοα ἐγὼ τὸ κοράσιον δεδόσθαι ἑπτὰ ἀνδράσι καὶ πάντας ἐν τῷ νυμφῶνι ἀπολωλότας. 14 Τοτε ο Τωβίας είπε προς τον άγγελον· “αδελφέ Αζαρία, έχω πληροφρρηθή ότι, η κόρη αυτή έχει ήδη δοθή ως σύζυγος εις επτά άνδρας και όλοι απέθανον στο νυμφικόν δωμάτιον. 14 Εἶπε δὲ τότε ὁ νεαρὸς εἰς τὸν ἄγγελον: Ἔχω ἀκούσει, ἀδελφὲ Ἀζαρία, ὅτι ἡ κόρη αὐτὴ ἐδόθη ὡς σύζυγος εἰς ἑπτὰ ἄνδρας καὶ ὅλοι αὐτοὶ ἀπέθαναν μέσα εἰς τὸ νυμφικὸν δωμάτιον.
15 καὶ νῦν ἐγὼ μόνος εἰμὶ τῷ πατρὶ καὶ φοβοῦμαι μὴ εἰσελθὼν ἀποθάνω καθὼς καὶ οἱ πρότεροι, ὅτι δαιμόνιον φιλεῖ αὐτήν, ὃ οὐκ ἀδικεῖ οὐδένα πλὴν τῶν προσαγόντων αὐτῇ. καὶ νῦν ἐγὼ φοβοῦμαι μὴ ἀποθάνω καὶ κατάξω τὴν ζωὴν τοῦ πατρός μου καὶ τῆς μητρός μου μετ᾿ ὀδύνης ἐπ᾿ ἐμοὶ εἰς τὸν τάφον αὐτῶν· καὶ υἱὸς ἕτερος οὐχ ὑπάρχει αὐτοῖς, ὃς θάψει αὐτούς. 15 Εγώ τώρα, όπως γνωρίζεις, είμαι μονογενής στον πατέρα μου. Φοβούμαι, λοιπόν, μήπως, όταν εισέλθω στο νυμφικόν δωμάτιον, αποθάνω, όπως απέθανον και οι προηγούμενοι από εμέ. Ενα πονηρόν δαιμόνιον την ζηλοτυπεί. Αυτό δε το δαιμόνιον δεν βλάπτει κανένα άλλον πλην από εκείνους, που την πλησιάζουν ως σύζυγοι. Φοβούμαι, λοιπόν, τώρα μήπως αποθάνω και με τον θάνατόν μου κρημνίσω την ζωήν του πατρός μου και της μητρός μου με οδύνην πολλήν στον τάφον. Δεν έχουν δε αυτοί άλλο παιδί, δια να τους θάψη”. 15 Ὅπως ξέρεις, ὁ πατέρας μου δὲν ἔχει ἄλλο παιδὶ ἐκτὸς ἀπὸ ἐμέ, καὶ φοβοῦμαι μήπως, ὅταν εἰσέλθω καὶ ἐγὼ εἰς τὸν νυμφικὸν θάλαμόν της, πεθάνω ὅπως καὶ οἱ προηγούμενοι σύζυγοί της. Φαίνεται ὅτι κάποιο δαιμόνιον ἔχει πάθος πρὸς αὐτὴν καὶ τὴν ζηλεύει ἰδιαιτέρως καὶ δὲν βλάπτει κανένα ἄλλον, παρὰ μόνον αὐτοὺς ποὺ τὴν πλησιάζουν ὡς σύζυγοι. Φοβοῦμαι λοιπὸν μήπως πεθάνω καὶ ρίξω τὸν πατέρα μου καὶ τὴν μητέρα μου εἰς τὸν τάφον των μὲ ὀδύνην λόγῳ τοῦ θανάτου μου. Δὲν ὑπάρχει δὲ καὶ κάποιος ἄλλος υἱός, ποὺ νὰ ἐνδιαφερθῇ διὰ τὴν ταφήν των.
16 εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ ἄγγελος· οὐ μέμνησαι τῶν λόγων, ὧν ἐνετείλατό σοι ὁ πατήρ σου, ὑπὲρ τοῦ λαβεῖν σε γυναῖκα ἐκ τοῦ γένους σου; καὶ νῦν ἄκουσόν μου, ἀδελφέ, διότι σοὶ ἔσται εἰς γυναῖκα, καὶ τοῦ δαιμονίου μηδένα λόγον ἔχε, ὅτι τὴν νύκτα ταύτην δοθήσεταί σοι αὕτη εἰς γυναῖκα. 16 Απήντησε προς αυτόν ο άγγελος· “δεν ενθυμείσαι την εντολήν, την οποίαν σου έδωσεν ο πατήρ, να πάρης σύζυγον γυναίκα από το γένος σου; Και τώρα άκουσε με, αδελφέ. Αυτή η κόρη θα γίνη ιδική σου σύζυγος. Ως προς δε το δαιμόνιον, μη έχης κανένα λόγον ανησυχίας. Η κόρη αυτή θα δοθή εις σε ως σύζυγος κατά την νύκτα αυτήν. 16 Ὁ δὲ ἄγγελος τοῦ εἶπε: Δὲν θυμᾶσαι τὰ λόγια, ποὺ σοῦ παρήγγειλεν ὁ πατέρας σου ὡς πρὸς τὸ ὅτι πρέπει νὰ πάρῃς ὡς σύζυγόν σου μίαν γυναῖκα ἀπὸ τὴν συγγένειάν σου; Τώρα λοιπὸν ἄκουσέ με, ἀδελφέ, διότι αὐτὴ ἡ γυναῖκα θὰ γίνῃ ἰδική σου. Μὴ ἀπασχολῆσαι καθόλου μὲ τὴν σκέψιν τοῦ δαιμονίου. Αὐτὴν τὴν νύκτα ἡ κόρη αὐτὴ θὰ σοῦ δοθῇ ὡς σύζυγος.
17 καὶ ἐὰν εἰσέλθῃς εἰς τὸν νυμφῶνα, λήψῃ τέφραν θυμιαμάτων καὶ ἐπιθήσεις ἀπὸ τῆς καρδίας καὶ τοῦ ἥπατος τοῦ ἰχθύος καὶ καπνίσεις, 17 Οταν δε εισέλθης στον νυμφικόν θάλαμον, θα πάρης φωτιά με το θυμιατήριον, θα θέσης επάνω εις αυτήν την καρδιά και το συκώτι του ιχθύος, τα οποία και θα αρχίσουν να καπνίζουν. 17 Ὅταν ὅμως ἔμβῃς εἰς τὸν νυμφικὸν θάλαμον, νὰ κάμῃς τὸ ἑξῆς: Πάρε στάχτην ἀπὸ τὸ ἀναμμένον θυμιατήριον καὶ βάλε ἐπάνω της τμήματα ἀπὸ τὴν καρδιὰν καὶ τὸ συκῶτι, ποὺ ἔχεις φυλαγμένα, καὶ κάπνισε μὲ αὐτὰ τὸ δωμάτιον.
18 καὶ ὀσφρανθήσεται τὸ δαιμόνιον καὶ φεύξεται καὶ οὐκ ἐπανελεύσεται εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος. ὅταν δὲ προσπορεύῃ αὐτῇ, ἐγέρθητε ἀμφότεροι καὶ βοήσατε πρὸς τὸν ἐλεήμονα Θεόν, καὶ σώσει ὑμᾶς καὶ ἐλεήσει. μὴ φοβοῦ, ὅτι σοὶ αὐτὴ ἡτοιμασμένη ἦν ἀπὸ τοῦ αἰῶνος, καὶ σὺ αὐτὴν σώσεις, καὶ πορεύσεται μετὰ σοῦ, καὶ ὑπολαμβάνω ὅτι σοι ἔσται ἐξ αὐτῆς παιδία. 18 Το δε δαιμόνιον θα οσφρανθή τον καπνόν αυτόν, θα φύγη και ποτέ πλέον δεν θα επιστρέψη. Οταν δε εισέλθης στον νυμφικόν κοιτώνα προς αυτήν, σηκωθήτε και οι δυο σας και εκ βάθους ψυχής προσευχηθήτε στον ελεήμονα Θεόν, αυτός δε θα σας σώση και θα σας ελεήση. Μη φοβήσαι, διότι αυτή έχει προορισθή ως σύζυγός σου από πολύν χρόνον και συ θα την σώσης από το πονηρόν δαιμόνιον. Αυτή θα έλθη μαζή σου και θεωρώ βέβαιον, ότι πολλά τέκνα θα αποκτήσης από αυτήν”. 18 Μόλις θὰ ὀσφρανθῇ τὴν ὀσμήν των τὸ δαιμόνιον, θὰ φύγῃ καὶ δὲν θὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὸν αἰῶνα τὸν ἅπαντα. Ὅταν δὲ θὰ πλησιάσῃς τὴν γυναῖκα σου, νὰ σηκωθῆτε καὶ οἱ δύο καὶ νὰ προσευχηθῆτε μὲ ὅλην σας τὴν δύναμιν πρὸς τὸν ἐλεήμονα Θεόν, καὶ Ἐκεῖνος θὰ σᾶς εὐσπλαγχνισθῇ καὶ θὰ σᾶς σώσῃ. Μὴ φοβᾶσαι, διότι ἡ γυναῖκα αὐτὴ ἔχει ἐτοιμασθῇ διὰ σὲ ἀπὸ τὸ προαιώνιον σχέδιον τοῦ Θεοῦ, καὶ σὺ εἶσαι ἐκεῖνος, ποὺ θὰ τὴν σώσῃς ἀπὸ τὴν θλῖψιν της. Θὰ ἔλθῃ δὲ αὐτὴ εὐχαρίστως μαζί σου, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ ἀποκτήσῃς μαζί της καὶ παιδιά.
19 καὶ ὡς ἤκουσε Τωβίας ταῦτα, ἐφίλησεν αὐτήν, καὶ ἡ ψυχὴ αὐτοῦ ἐκολλήθη σφόδρα αὐτῇ. 19 Οταν ο Τωβίας ήκουσε τα λόγια αυτά, ηγάπησε την κόρην αυτήν και η ψυχή του προσεκολλήθη πάρα πολύ εις αυτήν. 19 Ὅταν ἄκουσε ὁ Τωβίας τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ ἀγγέλου, ἀγάπησε τὴν Σάρραν καὶ ἡ ψυχή του ἐγέμισε ἀπὸ ἐπιθυμίαν δι' αὐτήν.