Σάββατο, 22 Ιουνίου 2024
Ανατ: 06:04
Δύση: 20:52
Σελ. 16 ημ.
174-192
16ος χρόνος, 5971η ημέρα
Έκδοση: 4η

ΤΩΒΙΤ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11 (ΙΑ)


 
 

ΚΕΦΑΛΑΙΑ


 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 ΚΑΙ ἐπορεύετο μέχρις οὗ ἐγγίσαι αὐτοὺς εἰς Νινευῆ. καὶ εἶπε Ραφαὴλ πρὸς Τωβίαν· οὐ γινώσκεις, ἀδελφέ, πῶς ἀφῆκας τὸν πατέρα σου; 1 Ο Τωβίας μαζή με τον συνοδόν του επέστρεφαν και εβάδιζαν, μέχρις ότου έφθασαν εις την Νινευή. Ο Ραφαήλ είπε τότε προς τον Τωβίαν· “δεν γνωρίζεις, αδελφέ, πως αφήκες τον πατέρα σου; 1 Καὶ ἐπροχωροῦσε ὃ Τωβίας μὲ τὸν συνοδόν του, ἕως ὅτου ἐπλησίασαν εἰς τὴν Νινευῆ. Εἶπε δὲ ὁ Ραφαὴλ εἰς τὸν Τωβίαν: Δὲν θυμᾶσαι, ἀδελφέ μου, εἰς ποίαν κατάστασιν ὑγείας ἄφησες τὸν πατέρα σου, ὅταν ἐφύγαμεν;
2 προδράμωμεν ἔμπροσθεν τῆς γυναικός σου καὶ ἑτοιμάσωμεν τὴν οἰκίαν· 2 Λοιπόν, ας τρέξωμεν ημείς προ της γυναικός σου, δια να ετοιμάσωμεν την οικίαν. 2 Ἂς τρέξωμεν λοιπὸν πρὶν ἀπὸ τὴν γυναῖκα σου, διὰ νὰ ἐτοιμάσωμεν τὸ σπίτι.
3 λαβὲ δὲ παρὰ χεῖρα τὴν χολὴν τοῦ ἰχθῦος. καὶ ἐπορεύθησαν, καὶ συνῆλθεν ὁ κύων ὄπισθεν αὐτῶν. 3 Παρε δε στο χέρι σου την χολήν του ψαριού”. Πράγματι επροπορεύθησαν και οι δύο, ο δε σκύλος τους ακολουθούσε όπισθέν των. 3 Πάρε δὲ εἰς τὸ χέρι σου καὶ τὴν χολὴν ἀπὸ τὸ ψάρι ἐκεῖνο, ποὺ ἐσκότωσες εἰς τὸ ποτάμι. Καὶ ἐβάδισαν πράγματι γρηγορώτερα, τὸ δὲ σκυλί των τοὺς ἀκολουθοῦσε ἀπὸ κοντά.
4 καὶ ῎Αννα ἐκάθητο περιβλεπομένη εἰς τὴν ὁδὸν τὸν παῖδα αὐτῆς· 4 Η Αννα εκάθητο και παρατηρούσε στον δρόμον, από τον οποίον θα ήρχετο το παιδί της. 4 Ἡ δὲ μητέρα τοῦ Τωβίου, ἡ Ἄννα, ἐκάθητο εἰς τὴν ἄκρην τοῦ δρόμου καὶ ἔβλεπε δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ καὶ ἐπερίμενε τὸ παιδί της.
5 καὶ προσενόησεν αὐτὸν ἐρχόμενον καὶ εἶπε τῷ πατρὶ αὐτοῦ· ἰδοὺ ὁ υἱός μου ἔρχεται καὶ ὁ ἄνθρωπος ὁ πορευθεὶς μετ᾿ αὐτοῦ. 5 Αυτή τον είδε να έρχεται, έσπευσε και είπεν στον πατέρα του· “ιδού, το παιδί μου έρχεται, μαζή δε με αυτό και ο άνθρωπος, ο οποίος είχε συνταξιδεύσει μαζή του”. 5 Μόλις λοιπὸν τὸν ἀντελήφθη νὰ ἔρχεται ἀπὸ μακριά, εἶπεν εἰς τὸν πατέρα του: Νά, τὸ παιδί μου! Ἔρχεται! Μαζί του ἔρχεται καὶ ὁ ἄνθρωπος, ποὺ τὸν εἶχε συνοδεύσει εἰς τὸ ταξίδι του!
6 καὶ Ραφαὴλ εἶπεν· ἐπίσταμαι ἐγὼ ὅτι ἀνοίξει τοὺς ὀφθαλμοὺς ὁ πατήρ σου. 6 Ο Ραφαήλ είπεν στον Τωβίαν· “γνωρίζω καλά ότι θα θεραπευθούν και θα ανοίγουν τα μάτια του πατρός σου. 6 Ὁ δὲ Ραφαὴλ εἶπεν εἰς τὸν Τωβίαν: Ξέρω πῶς θὰ ἀνοίξουν τὰ μάτια τοῦ πατέρα σου. Ἄκου τί θὰ κάμῃς:
7 σὺ ἔγχρισον τὴν χολὴν εἰς τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ, καὶ δηχθεὶς διατρίψει καὶ ἀποβαλεῖται τὰ λευκώματα καὶ ὄψεταί σε. 7 Προς τούτο, συ χρίσε με την χολήν τα μάτια του. Οταν δε αυτός αισθανθή σαν ένα δάγκωμα από την οξύτητα της χολής, θα τρίψη τα μάτια του και θα πέσουν τα λευκώματα από τους οφθαλμούς του και ο πατήρ σου θα σε ιδή”. 7 Νὰ ἀλείψῃς μὲ τὴν χολὴν τὰ μάτια του καί, μόλις ἐκεῖνος αἰσθανθῇ πόνον (σὰν τσούξιμο ἢ φαγούρα), θὰ τρίψῃ τὰ μάτια του καὶ ἀμέσως θὰ πέσουν καὶ θὰ ἐξαφανισθοῦν τὰ λευκώματα, ποὺ τὸν ἐμποδίζουν νὰ βλέπῃ, καὶ θὰ σὲ ἰδῇ.
8 καὶ προσδραμοῦσα ῎Αννα ἐπέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον τοῦ υἱοῦ αὐτῆς καὶ εἶπεν αὐτῷ· εἶδόν σε, παιδίον, ἀπὸ τοῦ νῦν ἀποθανοῦμαι καὶ ἔκλαυσαν ἀμφότεροι. 8 Η Αννα έτρεξε, έπεσεν στον τράχηλον του παιδιού της και είπεν εις αυτό· “παιδί μου, σε είδα· τώρα ας πεθάνω”. Εκλαυσαν και οι δύο. 8 Καὶ ἐνῷ ἔλεγεν αὐτὰ ὁ Ραφαήλ, ἡ Ἄννα ἔτρεξεν ἐμπρός, ἔπεσεν εἰς τὸν τράχηλον τοῦ υἱοῦ της καὶ τὸν ἐνηγκαλίσθη καὶ τοῦ εἶπε: Σὲ εἶδα, παιδί μου, καὶ πάλι! Τώρα λοιπὸν ἂς πεθάνω! Καὶ ἔκλαυσαν ἀπὸ συγκίνησιν καὶ οἱ δύο.
9 καὶ Τωβὶτ ἐξήρχετο πρὸς τὴν θύραν καὶ προσέκοπτεν, ὁ δὲ υἱὸς αὐτοῦ προσέδραμεν αὐτῷ 9 Ο Τωβίτ εξήρχετο προς την θύραν εις συνάντησιν του υιού του και εσκόνταφτε. Το δε παιδί του έτρεξε προς αυτόν, δια να τον στηρίξη. 9 Ὁ δὲ Τωβὶτ ἔβγαινε πρὸς τὴν θύραν τῆς οἰκίας του, ἀλλ’ ἐσκόνταφτε λόγῳ τῆς τυφλώσεώς του. Μόλις τὸν εἶδεν ὁ υἱός του, ἔτρεξεν ἀμέσως κοντά του.
10 καὶ ἐπελάβετο τοῦ πατρὸς αὐτοῦ καὶ προσέπασε τὴν χολὴν ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ πατρὸς αὐτοῦ λέγων· θάρσει, πάτερ. 10 Εκράτησεν εις τα χέρια του τον πατέρα του, ήλειψε με την χολήν τα μάτια του πατρός του και του είπε· “ποτέρα, έχε θάρρος”. 10 Καὶ ἔπιασε καὶ ἐστήριξε τὸν πατέρα του ὁ Τωβίας καὶ ἐπασπάλισε (ἔχρισε) μὲ τὴν χολὴν τὰ μάτια του καὶ τοῦ εἶπε: Θάρρος, πατέρα!
11 ὡς δὲ συνεδήχθησαν, διέτριψε τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ, καὶ ἐλεπίσθη ἀπὸ τῶν κάνθων τῶν ὀφθαλμῶν αὐτοῦ τὰ λευκώματα. 11 Ο δε Τωβίτ, όταν ησθάνθη κάτι σαν δάγκωμα εις τα δυο του μάτια, τα έτριψε με τα χέρια του και έπεσαν από τα βλέφαρα των οφθαλμών του τα λευκώματα σαν λέπια. 11 Μόλις δὲ ἔνοιωσε πόνον καὶ κάτι σὰν δάγκωμα καὶ φαγούραν εἰς τὰ μάτια του ὁ Τωβίτ, ἔτριψε τὸ μάτια του καὶ ἔπεσαν σὰν λέπια ἀπὸ τὶς κῶχες τῶν ματιῶν του τὰ λευκώματα.
12 καὶ ἰδὼν τὸν υἱὸν αὐτοῦ ἐπέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ 12 Ο Τωβίτ άνοιξε τα μάτια του, είδε το παιδί του και έπεσεν στον τράχηλόν του. 12 Καὶ ὅταν ἄνοιξαν τὰ μάτια του καὶ εἶδε τὸν υἱόν του, ἔπεσεν εἰς τὸν τράχηλόν του καὶ τὸν ἐνηγκαλίσθη.
13 καὶ ἔκλαυσε καὶ εἶπεν· εὐλογητὸς εἶ, ὁ Θεός, καὶ εὐλογητὸν τὸ ὄνομά σου εἰς τοὺς αἰῶνας, καὶ εὐλογημένοι πάντες οἱ ἅγιοί σου ἄγγελοι· ὅτι ἐμαστίγωσας καὶ ἠλέησάς με, ἰδοὺ βλέπω Τωβίαν τὸν υἱόν μου. 13 Εκλαυσε και είπε· “δοξασμένος είσαι συ, ο Θεός, και ευλογημένον το όνομά σου στους αιώνας. Ευλογημένοι και δοξασμένοι ας είναι οι άγιοί σου άγγελοι, διότι με εμαστίγωσες, αλλά και με ηλέησες. Ιδού ότι τώρα βλέπω και πάλιν το παιδί μου, τον Τωβίαν”. 13 Ἔκλαυσε δὲ ὁ Τωβὶτ καὶ εἶπεν: Ἂς εἶσαι δοξασμένος, Κύριε ὁ Θεός· καὶ εἶναι ἄξιον νὰ εὐλογῆται καὶ νὰ δοξάζεται τὸ ὄνομά Σου εἰς τοὺς αἰῶνας! Εὐλογημένοι ἂς εἶναι καὶ ὅλοι οἰ ἅγιοι Σου ἄγγελοι· Εἶναι πρέπον νὰ δοξάζεσαι, διότι ἐπέτρεψες μὲν μὲ τὴν δικαιοσύνην Σου νὰ κτυπηθῶ καὶ νὰ ταλαιπωρηθῶ, ἀλλ’ ὅμως μὲ εὐσπλαγχνίσθης μὲ τοὺς οἰκτιρμούς Σου. Καὶ νά, τώρα βλέπω καὶ πάλι τὸν υἱόν μου, τὸν Τωβίαν!
14 καὶ εἰσῆλθεν ὁ υἱὸς αὐτοῦ χαίρων καὶ ἀπήγγειλε τῷ πατρὶ αὐτοῦ τὰ μεγαλεῖα τὰ γενόμενα αὐτῷ ἐν τῇ Μηδίᾳ. 14 Ο υιός εισήλθε με χαράν στο σπίτι και εγνωστοποίησεν στον πατέρα του τα μεγαλεία, τα οποία έγιναν εις αυτόν εις την Μηδίαν. 14 Μετὰ ταῦτα ἐμβῆκεν ὁ υἱὸς τοῦ Τωβὶτ Τωβίας, εἰς τὸ σπίτι μὲ χαρὰν καὶ ἀνέφερε τὰ θαυμαστὰ γεγονότα, ποὺ τοῦ συνέβησαν κατὰ τὸ ταξίδι του εἰς τὴν Μηδίαν.
15 καὶ ἐξῆλθε Τωβὶτ εἰς συνάντησιν τῇ νύμφῃ αὐτοῦ χαίρων καὶ εὐλογῶν τὸν Θεὸν πρὸς τῇ πύλῃ Νινευῆ· καὶ ἐθαύμαζον οἱ θεωροῦντες αὐτὸν πορευόμενον, ὅτι ἔβλεψε. 15 Ο Τωβίτ εξήλθεν από την οικίαν προς την πύλην της Νινευή εις συνάντησιν της νύμφης του με χαράν και δοξολογίας προς τον Θεόν. Ολοι δε που τον συναντούσαν εθαύμαζαν, διότι τον παρατηρούσαν να βαδίζη και να βλέπη με τα μάτια του. 15 Ἐβγῆκε δὲ κατόπιν ὁ Τωβὶτ εἰς τὴν πύλην τῆς Νινευῆ διὰ νὰ προϋπαντήσῃ τὴν νύμφην του γεμᾶτος χαρὰν καὶ ἐδοξολογοῦσε τὸν Κύριον. Ὅσοι δὲ τὸν ἔβλεπαν νὰ προχωρῇ, ἀποροῦσαν καὶ ἐθαύμαζαν, διότι εἶχεν ἀποκτήσει καὶ πάλι τὸ φῶς του.
16 καὶ Τωβὶτ ἐξωμολογεῖτο ἐνώπιον αὐτοῦ, ὅτι ἠλέησεν αὐτοὺς ὁ Θεός· καὶ ὡς ἤγγισε Τωβὶτ Σάρρᾳ τῇ νύμφῃ αὐτοῦ, κατευλόγησεν αὐτὴν λέγων· ἔλθοις ὑγιαίνουσα, θύγατερ· εὐλογητὸς ὁ Θεός, ὃς ἤγαγέ σε πρὸς ἡμᾶς, καὶ ὁ πατήρ σου καὶ ἡ μήτηρ σου. καὶ ἐγένετο χαρὰ πᾶσι τοῖς ἐν Νινευῆ ἀδελφοῖς αὐτοῦ. 16 Ο Τωβίτ εδοξολογούσε και ευχαριστούσε μεγαλοφώνως τον Θεόν, διότι τους ηλέησεν. Οταν δε ο Τωβίτ επλησίασε προς την νύμφην του την Σαρραν, της ηυχήθη με όλην του την καρδίαν λέγων· “Καλώς ήλθες, κόρη μου. Ευλογημένος ας είναι ο Θεός, ο οποίος σε έφερε προς ημάς, ευλογημένοι ας είναι ο πατέρας σου και η μητέρα σου”. Εγινε δε τότε χαρά εις όλους τους συγγενείς του Τωβίτ, οι οποίοι εζούσαν εις την Νινευή. 16 Ὁ δὲ Τωβὶτ ἐδόξαζε τὸν Κύριον ἐνώπιον τοῦ πλήθους, διότι τοὺς εὐσπλαγχνίσθη ὁ Θεός. Καὶ μόλις ἐπλησίασε τὴν νύμφην του Σάρραν ὁ Τωβίτ, τὴν εὐλόγησε καὶ τῆς εἶπε: Καλῶς ὤρισες, κόρη μου! Νὰ εἶσαι γερὴ πάντοτε! Ἂς εἶναι δοξασμένος ὁ Θεός, ποὺ σὲ ὠδήγησεν εἰς τὴν οἰκογένειάν μας! Ἂς εἶναι εὐλογημένοι καὶ ὁ πατέρας σου καὶ ἡ μητέρα σου! Ἐχάρηκαν δὲ μαζὶ μὲ τὴν οἰκογένειαν τοῦ Τωβὶτ καὶ ὅλοι οἱ συγγενεῖς του, ποὺ ἐζοῦσαν εἰς τὴν Νινευῆ.
17 καὶ παρεγένετο ᾿Αχιάχαρος καὶ Νασβὰς ὁ ἐξάδελφος αὐτοῦ, 17 Ηλθε δε τότε εις την οικίαν του Τωβίτ ο Αχιάχαρος και ο Νασβάς ο εξάδελφός του. 17 Ἦλθε δὲ εἰς τὸ σπίτι τοῦ Τωβὶτ καὶ ὁ Ἀχιάχαρος μαζὶ μὲ τὸν ἐξάδελφόν του, ποὺ ἐλέγετο Νασβάς, διὰ νὰ τὸν συγχαροῦν.
18 καὶ ἤχθη ὁ γάμος Τωβία μετ᾿ εὐφροσύνης ἡμέρας ἑπτά. 18 Επανηγυρίσθη δε ο γάμος του Τωβία με μεγάλην χαράν και ευφροσύνην επί επτά ημέρας. 18 Καὶ ἑώρτασαν ὅλοι μὲ χαρὰν καὶ εὐφροσύνην τὸν γάμον τοῦ Τωβίου ἐπὶ ἑπτὰ ἡμέρας.