Κυριακή, 23 Ιουνίου 2024
Ανατ: 06:04
Δύση: 20:52
Σελ. 17 ημ.
175-191
16ος χρόνος, 5972η ημέρα
Έκδοση: 4η

ΤΩΒΙΤ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 (Α)


 
 

ΚΕΦΑΛΑΙΑ


 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 ΒΙΒΛΟΣ λόγων Τωβίτ, τοῦ Τωβιήλ, τοῦ ᾿Ανανιήλ, τοῦ ᾿Αδουήλ, τοῦ Γαβαήλ, ἐκ τοῦ σπέρματος ᾿Ασιήλ, ἐκ τῆς φυλῆς Νεφθαλίμ, 1 Βιβλίον περιέχον την ιστορίαν του Τωβίτ, υιού του Τωβιήλ, υιοί του Ανανιήλ, υιού του Αδουήλ, υιού του Γαβαήλ, από την γενεάν του Ασιήλ και από την φυλήν του Νεφθαλίμ. 1 Τὸ βιβλίον αὐτὸ περιέχει τὴν ἱστορίαν τοῦ Τωβίτ, υἱοῦ τοῦ Τωβιήλ, ὁ ὁποῖος ἦτο ἀπόγονος τοῦ Ἀνανιήλ, τοῦ υἱοῦ τοῦ Ἀδουήλ, ποὺ ἦτο ἀπόγονος τοῦ Γαβαὴλ καὶ ἀνῆκεν εἰς τὴν οἰκογένειαν Ἀσιὴλ τῆς φυλῆς Νεφθαλίμ.
2 ὃς ᾐχμαλωτεύθη ἐν ἡμέραις ᾿Ενεμεσσάρου τοῦ βασιλέως ᾿Ασσυρίων ἐκ Θίσβης, ἥ ἐστιν ἐκ δεξιῶν Κυδίως τῆς Νεφθαλὶ ἐν τῇ Γαλιλαίᾳ ὑπεράνω ᾿Ασήρ. - ἐγὼ Τωβὶτ ὁδοῖς ἀληθείας ἐπορευόμην καὶ δικαιοσύνης πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς μου 2 Αυτός ηχμαλωτίσθη κατά τας ημέρας του Ενεμεσσάρου, βασιλέως των Ασσυρίων. Κατήγετο από την πόλιν Θισβην, η οποία ευρίσκεται δεξιά της Καδης, της φυλής του Νεφθαλίμ εις την Γαλιλαίαν επάνω από την Ασήρ.- Εγώ ο ΤΩΒΙΤ όλας τας ημέρας της ζωής μου επορευόμην του Κυρίου τας οδούς της αληθείας και της δικαιοσύνης. 2 Ὁ Τωβὶτ συνελήφθη αἰχμάλωτος κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ βασιλέως τῶν Ἀσσυρίων Ἐνεμεσσάρου καὶ ὠδηγήθη μακριὰ ἀπὸ τὴν πατρίδα του Θίσβην, ἡ ὁποία εὑρίσκεται εἰς τὴν Γαλιλαίαν, δεξιὰ τῆς Κυδίως (ἢ Κάδης) τῆς φυλῆς Νεφθαλὶμ καὶ ἐπάνω ἀπὸ τὴν Ἀσήρ. Ἐγὼ ὁ Τωβίτ, ποὺ διηγοῦμαι τὴν ἱστορίαν αὐτήν, ἐζοῦσα συμφώνως πρὸς τοὺς θείους νόμους τῆς ἀληθείας καὶ δικαιοσύνης ὅλας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς μου.
3 καὶ ἐλεημοσύνας πολλὰς ἐποίησα τοῖς ἀδελφοῖς μου καὶ τῷ ἔθνει, τοῖς προπορευθεῖσι μετ᾿ ἐμοῦ εἰς χώραν ᾿Ασσυρίων εἰς Νινευῆ. 3 Εκανα πολλάς ελεημοσύνας στους ομογενείς μου και εις όλον το έθνος μου, που είχαν οδηγηθή μαζή μου αιχμάλωτοι εις την χώραν των Ασσυρίων εις την πρωτεύουσάν των, την Μινευή. 3 Εἶχα δὲ κάμει πολλὰς ἐλεημοσύνας πρὸς τοὺς ἀδελφούς μου καὶ τοὺς συμπατριώτας μου, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ὁδηγηθῆ καὶ πρὶν ἀπὸ ἐμὲ καὶ μαζί μου αἰχμάλωτοι εἰς τὴν Νινευῆ, τὴν πρωτεύουσαν τῆς χώρας τῶν Ἀσσυρίων.
4 καὶ ὅτε ἤμην ἐν τῇ χώρᾳ μου ἐν τῇ γῇ ᾿Ισραὴλ νεωτέρου μου ὄντος, πᾶσα φυλὴ τοῦ Νεφθαλὶμ τοῦ πατρός μου ἀπέστη ἀπὸ τοῦ οἴκου ῾Ιερουσολύμων, τῆς ἐκλεγείσης ἀπὸ πασῶν τῶν φυλῶν ᾿Ισραὴλ εἰς τὸ θυσιάζειν πάσας τὰς φυλάς· καὶ ἡγιάσθη ὁ ναὸς τῆς κατασκηνώσεως τοῦ ῾Υψίστου καὶ ᾠκοδομήθη εἰς πάσας τὰς γενεὰς τοῦ αἰῶνος. 4 Οταν νεώτερος ακόμη ευρισκόμην εις την χώραν μου, εις την γην του Ισραήλ, όλη η φυλή του Νεφθαλίμ, φυλή του πατρός μου, είχεν απομακρυνθή από τον ναόν και από την πόλιν των Ιεροσολύμων, η οποία αυτή μόνη είχεν εκλεγή από όλας τας φυλάς του Ισραήλ, δια να προσφέρουν εκεί θυσίας όλαι αι φυλαί. Εκεί είχεν αγιασθή και καθιερωθή ο ναός, όπου κατεσκήνωσεν ο Υψιστος· και είχεν οικοδομηθή, δια να χρησιμεύση ως ναός του εις όλους τους αιώνας. 4 Ὅταν ἤμουν νεώτερος καὶ εὐρισκόμουν εἰς τὴν Πατρίδα μου, εἰς τὴν χώραν τοῦ Ἰσραήλ, ὅλη ἡ φυλὴ τοῦ προγόνου μου Νεφθαλὶμ ἀπεσπάσθη ἀπὸ τὸν οἶκον Δαβὶδ καὶ τὸν Ναὸν τῆς Ἱερουσαλήμ, ἡ ὁποία εἶχεν ἐκλεγῆ ἀπὸ ὅλας τὰς φυλὰς τοῦ Ἰσραὴλ διὰ να προσφέρουν ἐκεῖ τὰς θυσίας των πρὸς τὸν Θεὸν ὅλαι αἱ φυλαὶ τῶν Ἰσραηλιτῶν. Εἰς τὴν πόλιν αὐτὴν ἐξεχωρίσθη εἰδικὸς ἱερὸς τόπος ὡς κατοικία τοῦ Ὑψίστου Θεοῦ καὶ ἐκτίσθη Ναὸς διὰ τὴν λατρείαν Του εἰς ὅλας τὰς γενεᾶς αἰωνίως.
5 καὶ πᾶσαι αἱ φυλαὶ αἱ συναποστᾶσαι ἔθυον τῇ Βάαλ τῇ δαμάλει καὶ ὁ οἶκος Νεφθαλὶμ τοῦ πατρός μου. 5 Ολαι όμως αι φυλαί, που είχαν αποστατήσει πλέον από τον Θεόν, προσέφεραν θυσίας στον Βααλ στο άγαλμα της δαμάλεως. Μεταξύ δε αυτών των φυλών, που απεστάτησαν, ήτο και η φυλή Νεφθαλίμ, του πατρός μου. 5 Ὅλαι δὲ αἱ φυλαί, ποὺ ἀπεσπάσθησαν καὶ ἀπεμακρύνθησαν ἀπὸ τὴν λατρείαν τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ εἰς τὸν Ναόν Του εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα, μαζὶ μὲ τὴν φυλὴν τοῦ προγόνου μου Νεφθαλίμ, ἐπρόσφεραν πλέον τὰς θυσίας των εἰς ἕνα μοσχάρι, ποὺ ἦτο σύμβολον τοῦ θεοῦ Βάαλ.
6 κἀγὼ μόνος ἐπορευόμην πλεονάκις εἰς ῾Ιεροσόλυμα ἐν ταῖς ἑορταῖς, καθὼς γέγραπται παντὶ τῷ ᾿Ισραὴλ ἐν προστάγματι αἰωνίῳ, τὰς ἀπαρχὰς καὶ τὰς δεκάτας τῶν γεννημάτων καὶ τὰς πρωτοκουρίας ἔχων· 6 Εγώ μόνος επήγαινα εις τα Ιεροσόλυμα πολλές φορές κατά τας εορτάς, όπως είναι γραμμένον στον νόμον του Μωϋσέως, αιώνιον πρόσταγμα δι' όλους τους Ισραηλίτας. Επήγαινα εκεί και έφερα μαζή μου τα πρωτογεννήματα, τα δέκατα από τα προϊόντα μου και τα πρώτα ποκάρια από το κούρευμα των προβάτων μου. 6 Ἐγὼ ὅμως διεχώρισα τὴν θέσιν μου ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Ἐπήγαινα μόνος πολλὰς φορὰς εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα κατὰ τὰς τρεῖς ἑορτάς, τοῦ Πάσχα, τῆς ΙΙεντηκοστῆς καὶ τῆς Σκηνοπηγίας, ὅπως εἶναι γραμμένον εἰς τὸν Νόμον τοῦ Κυρίου ὡς αἰωνία ἐντολὴ διὰ κάθε Ἰσραηλίτην. Ἔφερα μάλιστα μαζί μου κάθε φορὰν καὶ τὰς προσφοράς μου, τὰ πρῶτα δηλαδὴ γενήματά μου, τὰς δεκάτας ἀπὸ τὰ προϊόντα τῶν ἀγρῶν μου καὶ τὸ πρῶτο μαλλὶ ἀπὸ τὸ κούρεμα τῶν προβάτων μου.
7 καὶ ἐδίδουν αὐτὰς τοῖς ἱερεῦσι τοῖς υἱοῖς ᾿Ααρὼν πρὸς τὸ θυσιαστήριον πάντων τῶν γεννημάτων. τὴν δεκάτην ἐδίδουν τοῖς υἱοῖς Λευὶ τοῖς θεραπεύουσιν εἰς ῾Ιερουσαλήμ, καὶ τὴν δευτέραν δεκάτην ἀπεπρατιζόμην καὶ ἐπορευόμην καὶ ἐδαπάνων αὐτὰ ἐν ῾Ιεροσολύμοις καθ᾿ ἕκαστον ἐνιαυτόν. 7 Τα έδιδα στους ιερείς, τους απογόνους του Ααρών, δια να προσφερθούν ως θυσία στο θυσιαστήριον, όπου προσεφέροντο αι θυσίαι όλων των προϊόντων. Και την μεν πρώτην δεκάτην από τα προϊόντα μου παρέδιδα στους Λευίτας, οι οποίοι υπηρετούσαν στον ναόν της Ιερουσαλήμ. Την δευτέραν δεκάτην επωλούσα και επορευόμουν ανά την Ιερουσαλήμ και διέθετα το αντίτιμον αυτής δια τους πτωχούς, σύμφωνα με τον νόμον του Θεού. 7 Καὶ τὰ ἐπρόσφερα ὅλα αὐτὰ εἰς τοὺς ἱερεῖς, τοὺς ἀπογόνους τοῦ Ἀαρών, διὰ τὸ θυσιαστήριον, ὅπου προσεφέροντο ὅλα τὰ προϊόντα. Τὴν πρώτην δεκάτην ἀπὸ τὰ ἀγαθά μου τὴν ἐπρόσφερα εἰς τοὺς Λευΐτας, ποὺ διακονοῦσαν εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα. Τὴν δευτέραν δεκάτην τῶν ἀγαθῶν μου τὴν ἐπωλοῦσα, τὰ δὲ χρήματα ποὺ ἔπαιρνα, ἐπήγαινα καὶ τὰ διέθετα εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα κάθε χρόνον διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Ναοῦ.
8 καὶ τὴν τρίτην ἐδίδουν οἷς καθήκει, καθὼς ἐνετείλατο Δεββώρα ἡ μήτηρ τοῦ πατρός μου, διότι ὀρφανὸς κατελείφθην ὑπὸ τοῦ πατρός μου. 8 Αλλά και τρίτην δεκάτην έδιδα εις εκείνους που έπρεπε, σύμφωνα με την εντολήν της Δεββώρας, της μητρός του πατρός μου. Ευρισκόμην δε εγώ υπό την καθοδήγησίν της, διότι έμεινα ορφανός από πατέρα. 8 Μίαν ἄλλην, τρίτην δεκάτην τῶν ἀγαθῶν μου, τὴν ἐπρόσφερα εἰς αὐτοὺς ποὺ ἔπρεπεν, εἰς ὅσους δηλαδὴ εἶχαν ἀνάγκην, τοὺς ὀρφανοὺς καὶ τοὺς πτωχούς, ὅπως μοῦ παρήγγειλεν ἡ γιαγιά μου Δεββώρα, ποὺ ἦτο μητέρα τοῦ πατέρα μου. Μοῦ ἔδωσε δὲ αὐτὴ τὴν παραγγελίαν αὐτήν, διότι καὶ ἐγὼ ἤμουν ὀρφανὸς ἀπὸ πατέρα καὶ ἤξευρα ἀπὸ πόνον καὶ μὲ ἐπροστάτευσε τότε ἡ γιαγιά μου.
9 καὶ ὅτε ἐγενόμην ἀνήρ, ἔλαβον ῎Ανναν γυναῖκα ἐκ τοῦ σπέρματος τῆς πατριᾶς ἡμῶν καὶ ἐγέννησα ἐξ αὐτῆς Τωβίαν. 9 Οταν έγινα ανήρ, επήρα ως σύζυγον την Αννα, η οποία κατήγετο από την φυλήν μας. Εγέννησα δε εξ αυτής τον Τωβίαν. 9 Ὅταν δὲ ἔφθασα εἰς τὴν ἀνδρικὴν ἡλικίαν, ἐπῆρα ὡς σύζυγόν μου τὴν Ἄνναν, μίαν γυναῖκα ποὺ κατήγετο ἀπὸ τὴν πατριαρχικήν μας οἰκογένειαν, καὶ ἀπέκτησα μὲ αὐτὴν τὸν Τωβίαν.
10 καὶ ὅτε ᾐχμαλωτίσθημεν εἰς Νινευῆ, πάντες οἱ ἀδελφοί μου καὶ οἱ ἐκ τοῦ γένους μου ἤσθιον ἐκ τῶν ἄρτων τῶν ἐθνῶν· 10 Οταν ηχμαλωτίσθημεν και ωδηγήθημεν δούλοι εις την Νινευή, όλοι οι συγγενείς μου και οι άλλοι της αυτής φυλής έτρωγαν από τας τροφάς των ειδωλολατρικών εθνών. 10 Ὅταν δὲ μᾶς ἔσυραν αἰχμαλώτους εἰς τὴν Νινευῆ, ὅλοι οἱ ἀδελφοί μου καὶ οἱ ἄλλοι συγγενεῖς μου, ποὺ ἦσαν αἰχμάλωτοι μαζί μου, ἔτρωγαν ἀπὸ τὰς τροφὰς τῶν εἰδωλολατρῶν.
11 ἐγὼ δὲ συνετήρησα τὴν ψυχήν μου μὴ φαγεῖν, 11 Εγώ όμως συνεκράτησα τον εαυτόν μου, ώστε να μη φάγω από αυτάς, 11 Ἐγὼ ὅμως ἐπρόσεχα, συνεκράτησα τὸν ἑαυτόν μου καὶ δὲν ἔτρωγα ἀπὸ αὐτὰς τὰς τροφάς.
12 καθότι ἐμεμνήμην τοῦ Θεοῦ ἐν ὅλῃ τῇ ψυχῇ μου. 12 διότι είχα πάντοτε εις την μνήμην μου, με όλην μου την ψυχήν, τον Θεόν μου. 12 Δὲν ἔτρωγα, διότι εἶχα διαρκῶς εἰς τὴν μνήμην μου τὸν Θεὸν καὶ τὰς ἐντολάς Του, ποὺ ἀπηγόρευαν αὐτὰς τὰς τροφάς. Ἐφήρμοζα τὸν Νόμον τοῦ Θεοῦ μὲ ὅλην τὴν δύναμιν τῆς ψυχῆς μου.
13 καὶ ἔδωκεν ὁ ῞Υψιστος χάριν καὶ μορφὴν ἐνώπιον ᾿Ενεμεσσάρου, καὶ ἤμην αὐτοῦ ἀγοραστής· 13 Δια τούτο ο Υψιστος ηυδόκησεν, ώστε να εύρω και να έχω χάριν και ευμένειαν ενώπιον του Ενεμεσσάρου. Εγινα προμηθευτής της βασιλικής αυλής. 13 Καὶ ὁ Ὕψιστος Κύριος ἐπηρέασεν ὑπὲρ ἐμοῦ τὸν ἄρχοντα τῆς Νινευῆ Ἐνεμέσσαρον, ὥστε νὰ μὲ ἐκτιμήσῃ, νὰ μὲ θεωρῇ ἰδικόν του ἄνθρωπον καὶ νὰ μοῦ ἀναθέσῃ νὰ ἀγοράζω ἐγὼ ὅ,τι ἐχρειάζετο αὐτὸς καὶ τὸ ἀνάκτορόν του.
14 καὶ ἐπορευόμην εἰς τὴν Μηδίαν καὶ παρεθέμην Γαβαήλῳ τῷ ἀδελφῷ Γαβρία ἐν Ράγοις τῆς Μηδίας ἀργυρίου τάλαντα δέκα. 14 Μετέβην δε κάποτε εις την Μηδίαν και κατέθεσα στον Γαβαήλον, τον συγγενή του Γαβρία, ο οποίος έμενεν εις Ραγους της Μηδίας, δέκα αργυρά τάλαντα. 14 Ἐπήγαινα λοιπὸν δι’ ἀγορὰς καὶ εἰς τὴν Μηδίαν. Κάποτε δέ, ποὺ ἤμουν εἰς τοὺς Ράγους τῆς Μηδίας, ἄφησα πρὸς φύλαξιν εἰς τὸν Γαβαῆλον, τὸν ἀδελφὸν τοῦ Γαβρία ποὺ ἔμενεν ἐκεῖ, δέκα ἀσημένια τάλαντα.
15 Καὶ ὅτε ἀπέθανεν Ἐνεμεσσάρ, ἐβασίλευσε Σενναχηρὶμ ὁ υἱὸς αὐτοῦ ἀντ᾿ αὐτοῦ, καὶ αἱ ὁδοὶ αὐτοῦ ἠκαταστάθησαν, καὶ οὐκ ἔτι ἠδυνάσθην πορευθῆναι εἰς τὴν Μηδίαν. 15 Οταν απέθανεν ο Ενεμεσσάρ, έγινεν αντ' αυτού βασιλεύς ο υιός του ο Σενναχηρίμ. Η στάσις του όμως απέναντι των Ισραηλιτών δεν ήτο πλέον αγαθή, δια τούτο και εγώ δεν ημπόρεσα πλέον να μεταβώ εις την Μηδίαν. 15 Ὅταν ὅμως ἀπέθανεν ὁ Ἐνεμεσσὰρ καὶ τὸν διεδέχθη εἰς τὸν βασιλικὸν θρόνον ὁ υἱὸς τοῦ Σενναχηρίμ, ἐπεκράτησεν ἄλλη κατάστασις λόγῳ τῆς διαφορετικῆς συμπεριφορᾶς τοῦ νέου βασιλέως ἔναντι τῶν Ἰουδαίων. Ἔκλεισε πλέον δι’ ἐμὲ ὁ δρόμος πρὸς τὴν Μηδίαν καὶ δὲν ἠμπόρεσα νὰ ὑπάγω ἄλλην φορὰν εἰς τὴν χώραν αὐτήν.
16 καὶ ἐν ταῖς ἡμέραις Ἐνεμεσσάρου ἐλεημοσύνας πολλὰς ἐποίουν τοῖς ἀδελφοῖς μου· 16 Κατά την εποχήν του Ενεμεσσάρου έκαμνα πολλάς ελεημοσύνας στους αδελφούς μου, τους συμπατριώτας μου. 16 Καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν δέ, ποὺ ἐβασίλευεν ὁ Ἐνεμέσσαρος, ἔκαμνα πολλὰς ἐλεημοσύνας πρὸς τοὺς συμπατριώτας μου.
17 τοὺς ἄρτους μου ἐδίδουν τοῖς πεινῶσι καὶ ἱμάτια τοῖς γυμνοῖς, καὶ εἴ τινα ἐκ τοῦ γένους μου ἐθεώρουν τεθνηκότα καὶ ἐῤῥιμμένον ὀπίσω τοῦ τείχους Νινευῆ, ἔθαπτον αὐτόν. 17 Εδιδα τρόφιμα στους πεινώντας και ενδύματα στους γυμνούς. Εάν εύρισκα κανένα από το ισραηλιτικόν γένος νεκρόν, ριγμένον πίσω από το τείχος της Νινευή, τον έθαπτον. 17 Ἔδινα τὸ ψωμί μου εἰς ὅσους ἐπεινοῦσαν καὶ ἐνδύματα εἰς τοὺς γυμνούς. Καὶ ἐὰν εὔρισκα κάποιον ἀπὸ τοὺς συμπατριώτας μου νεκρὸν καὶ πεταμένον πίσω ἀπὸ τὸ τεῖχος τῆς Νινευῆ, τὸν ἔθαβα, διὰ νὰ μὴ τὸν φάγουν τὰ ὄρνεα καὶ τὰ σκυλιά.
18 καὶ εἴ τινα ἀπέκτεινε Σενναχηρὶμ ὁ βασιλεύς, ὅτε ἦλθε φεύγων ἐκ τῆς Ἰουδαίας, ἔθαψα αὐτοὺς κλέπτων· πολλοὺς γὰρ ἀπέκτεινεν ἐν τῷ θυμῷ αὐτοῦ· καὶ ἐζητήθη ὑπὸ τοῦ βασιλέως τὰ σώματα, καὶ οὐχ εὑρέθη. 18 Και όσους ακόμη ο βασιλεύς Σενναχηρίμ εφόνευε, όταν έφυγε εντροπιασμένος χωρίς στρατόν, και επέστρεψεν ωργισμένος από την Ιουδαίαν, εγώ τους έθαπτον κρυφίως. Ο βασιλεύς αυτός είχεν επιστρέψει από την Ιουδαίαν με μεγάλον θυμόν και πολλούς Ιουδαίους εθανάτωσε. Ετσι δε τα σώματα των φονευομένων ανεζητήθησαν από τον βασιλέα, αλλά δεν ευρέθησαν. 18 Ὅσους δὲ συμπατριώτας μου ἐσκότωσεν ὁ βασιλεὺς Σενναχηρίμ, ὅταν ἐπέστρεψεν ὠργισμένος καὶ ἐντροπιασμένος λόγῳ τῆς συντριβῆς τῆς δυνάμεώς του κατὰ τὴν ἐκστρατείαν του ἐναντίον τῆς Ἰουδαίας, τοὺς ἔθαψα κρυφὰ καὶ μὲ προφυλάξεις σὰν κλέπτῃς διὰ νὰ μὴ γίνω ἀντιληπτός. Ἐσκότωσε δὲ ἐπάνω εἰς τὸν θυμόν του πολλοὺς Ἰουδαίους. Καὶ ἀνεζήτησαν κατόπιν τὰ πτώματά των κατ’ ἐντολὴν τοῦ βασιλέως, ἀλλὰ δὲν τὰ εὑρῆκαν.
19 πορευθεὶς δὲ εἷς τῶν ἐν Νινευῆ, ὑπέδειξε τῷ βασιλεῖ περὶ ἐμοῦ ὅτι θάπτω αὐτούς, καὶ ἐκρύβην· ἐπιγνοὺς δὲ ὅτι ζητοῦμαι ἀποθανεῖν, φοβηθεὶς ἀνεχώρησα. 19 Ενας όμως από τους κατοίκους της Νινευή με εφανέρωσε στον βασιλέα ότι εγώ έθαπτα τους νεκρούς. Δια τούτο εγώ εκρύβην. Οταν δε έμαθα ότι με ανεζήτουν, δια να με θανατώσουν, φοβηθείς ανεχώρησα από την Νινευή. 19 Τότε ἕνας ἀπὸ τοὺς κατοίκους τῆς Νινευῆ ἐπῆγε καὶ μὲ κατέδωσεν εἰς τὸν βασιλέα καὶ εἶπεν ὅτι τοὺς ἔθαβα ἐγώ. Κατόπιν τούτου ἐκρύφθηκα διὰ νὰ μὴ συλληφθῶ. Καὶ ὅταν ἔμαθα ὅτι μὲ καταζητοῦν διὰ νὰ μὲ θανατώσουν, ἐπειδὴ ἐφοβήθηκα, ἔφυγα ἀπὸ τὴν Νινευῆ.
20 καὶ διηρπάγη πάντα τὰ ὑπάρχοντά μου, καὶ οὐ κατελείφθη μοι οὐδὲν πλὴν Ἄννας τῆς γυναικός μου καὶ Τωβίου τοῦ υἱοῦ μου. 20 Τοτε ελεηλατήθησαν όλα τα υπάρχοντά μου και δεν μου έμεινε τίποτε άλλο πλην της Αννης της συζύγου μου και του Τωβίου του υιού μου. 20 Ἅρπαξαν δὲ τότε ὅλα τὰ ὑπάρχοντά μου καὶ δὲν μοῦ ἀπέμεινε πλέον τίποτε ἄλλο ἐκτὸς ἀπὸ τὴν γυναῖκα μου Ἄνναν καὶ τὸν υἱόν μου Τωβίαν.
21 καὶ οὐ διῆλθον ἡμέρας πεντήκοντα, ἕως οὗ ἀπέκτειναν αὐτὸν οἱ δύο υἱοὶ αὐτοῦ καὶ ἔφυγον εἰς τὰ ὄρη Ἀραράθ, καὶ ἐβασίλευσε Σαχερδονὸς υἱὸς αὐτοῦ ἀντ᾿ αὐτοῦ, καὶ ἔταξεν Ἀχιάχαρον τὸν Ἀναὴλ υἱὸν τοῦ ἀδελφοῦ μου ἐπὶ πᾶσαν τὴν ἐκλογιστίαν τῆς βασιλείας αὐτοῦ καὶ ἐπὶ πᾶσαν τήν διοίκησιν. 21 Δεν επέρασαν όμως παρά πεντήκοντα ημέραι και οι δύο υιοί του βασιλέως εφόνευσαν τον πατέρα των και έφυγαν εις τα όρη Αραράθ. Αντί δε αυτού εβασιλευσεν ο υιός του ο Σαχερδονός. Αυτός εγκατέστησε τον Αχιάχαρον, υιόν του αδελφού μου Αναήλ, εις όλην την διαχείρισιν των οικονομικών της βασιλείας του και εις γενικήν διοίκησιν. 21 Πρὶν συμπληρωθοῦν ὅμως πενῆντα ἡμέραι, ἀπὸ τότε ποὺ ἔφυγα ἀπὸ τὴν Νινευῆ, τὰ δύο παιδιὰ τοῦ Σενναχηρὶμ ἐσκότωσαν τὸν βασιλέα πατέρα των καὶ κατέφυγαν εἰς τὰ βουνὰ Ἀραράθ. Καὶ ἀντ’ αὐτοῦ κατέλαβε τὸν βασιλικὸν θρόνον ὁ υἱὸς τοῦ Σαχερδονός. Ὁ δὲ νέος βασιλεὺς ὥρισε τὸν Ἀχιάχαρον, τὸν υἱὸν τοῦ ἀδελφοῦ μου Ἀναήλ, ὡς γενικὸν διευθυντὴν ὅλων τῶν οἰκονομικῶν καὶ ὅλων τῶν διοικητικῶν ὑποθέσεων τῆς βασιλείας του.
22 καὶ ἠξίωσεν Ἀχιάχαρος περὶ ἐμοῦ, καὶ ἦλθον εἰς Νινευῆ. Ἀχιάχαρος δὲ ἦν ὁ οἰνοχόος καὶ ἐπὶ τοῦ δακτυλίου καὶ διοικητὴς καὶ ἐκλογιστής, καὶ κατέστησεν αὐτὸν ὁ Σαχερδονὸς ἐκ δευτέρας· ἦν δὲ ἐξάδελφός μου. 22 Αυτός, ο Αχιάχαρος, έκαμε διάβημα προς τον βασιλέα περί εμού και επέστρεψα εις την Νινευή. Ο Αχιάχαρος ήτο οινοχόος του βασιλέως, έφερεν στο χέρι του το επίσημον δακτυλίδι, ήτο γενικός διοικητής και γενικός διαχειριστής. Τον εγκατέστησε δε ο Σαχερδονός εις τας θέσεις αυτάς ως δεύτερον μετά τον εαυτόν του. Ο Αχιάχαρος λοιπόν αυτός ήτο ανεψιός μου. 22 Ἐμεσολάβησε λοιπὸν τότε ὑπὲρ ἑμοῦ ὁ Ἀχιάχαρος καὶ ἐπέστρεψα πάλιν εἰς τὴν Νινευῆ. Ὁ δὲ Ἀχιάχαρος ἦτο τόσον ἔμπιστος εἰς τὸν βασιλέα, ὥστε αὐτὸς τοῦ ἐπρόσφερε τὸ κρασί ποὺ ἔπινεν. Ἐφοροῦσε μάλιστα εἰς τὸν δάκτυλόν του καὶ τὸ βασιλικὸ δακτυλίδι μὲ τὸ ὁποῖον ἐσφραγίζοντο τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα, καὶ ἦτο γενικὸς ὑπεύθυνος τῶν διοικητικῶν καὶ οἰκονομικῶν ὑποθέσεων τοῦ κράτους. Ὁ βασιλεὺς Σαχερδονὸς τὸν ἀνέδειξε δεύτερον ἄρχοντα τῆς βασιλείας του μετὰ ἀπὸ τὸν ἑαυτόν του. Καὶ αὐτὸς ἦτο ἀνεψιός μου