Δευτέρα, 20 Μαΐου 2024
Ανατ: 06:12
Δύση: 20:33
Σελ. 12 ημ.
141-225
16ος χρόνος, 5938η ημέρα
Έκδοση: 4η
Χριστὸς Ἀνέστη!

ΩΣΗΕ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9 (Θ)


 
 

ΚΕΦΑΛΑΙΑ


 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 ΜΗ χαῖρε ᾿Ισραήλ, μηδὲ εὐφραίνου καθὼς οἱ λαοί, διότι ἐπόρνευσας ἀπὸ τοῦ Θεοῦ σου· ἠγάπησας δόματα ἐπὶ πάντα ἅλωνα σίτου. 1 Ισραηλίται, μη χαίρετε και μη ευφραίνεσθε, όπως οι άλλοι ειδωλολατρικοί λαοί, επειδή εξετράπητε εις ειδωλολατρικάς πορνείας και έχετε απομακρυνθή από τον Θεόν σας. Ηγάπησες αμαρτωλά δόματα δι' ειδωλολατρικούς θεούς, από όλα τα αλώνια του σίτου σου. 1 Μὴ χαίρῃς, λαὲ τοῦ Ἰσραήλ, διὰ τὶς εἰδωλολατρικὲς ἐορτές σου, καὶ μὴ εὐφραίνεσαι, ὅπως ἀγάλλονται οἱ ἄλλοι εἰδωλολατρικοὶ λαοί, διότι σὺ ἀπεμακρύνθης ἀπὸ τὸν Θεόν σου καὶ μὲ τὴν λατρείαν τῶν εἰδώλων ὠμοίασες πρὸς πόρνην· ἀγάπησες τὴν ἐπαίσχυντον ἀμοιβὴν τῶν πορνῶν, ἀφοῦ ἀπὸ τὰ χορηγούμενα ἀπὸ Ἐμὲ ἀγαθὰ προσέφερες τὶς ἀπαρχὲς τοῦ σιταριοῦ τῶν ἁλωνιῶν εἰς τὰ εἴδωλα.
2 ἅλων καὶ ληνὸς οὐκ ἔγνω αὐτούς, καὶ ὁ οἶνος ἐψεύσατο αὐτούς. 2 Αλλά πλούσιον εις σίτον αλώνι σου και γεμάτος από κρασί ληνός σου δεν σας εγνώρισε πλέον. Σας διέψευσεν η παραγωγή του οίνου και του σίτου, διότι δεν ανταπεκρίθη εις τας προσδοκίας σας. 2 Ἐπειδὴ προσεφέρατε εἰς τὰ εἴδωλα τοὺς καρπούς, τὸ σιτάρι τοῦ ἁλωνιοῦ καὶ τὸ κρασὶ τοῦ ληνοῦ σας, δὲν σᾶς ἐγνώρισαν καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ τρύγου ἡ παραγωγὴ τοῦ οἴνου διέψευσε τὶς ἐλπίδες σας.
3 οὐ κατῴκησαν ἐν τῇ γῇ τοῦ Κυρίου· κατῴκησεν ᾿Εφραὶμ Αἴγυπτον, καὶ ἐν ᾿Ασσυρίοις ἀκάθαρτα φάγονται. 3 Οι Ισραηλίται δια τας αμαρτίας των δεν θα παραμείνουν πλέον εις την Παλαιστίνην, εις την γην που τους είχε δώσει ο Κυριος. Αλλά θα μεταφερθούν ως εξόριστοι και δούλοι στους Ασσυρίους, όπως άλλοτε εις την Αίγυπτον, όπου και θα τρώγουν φαγητά, τα οποία ο Νομος χαρακτηρίζει ακάθαρτα. 3 Δὲν θὰ κατοικήσουν πλέον οἱ Ἰσραηλῖται, ὅπως κατοικοῦσαν εἰς τὴν Παλαιστίνην, τὴν χώραν τὴν ἀφιερωμένην εἰς τὸν Θεόν· ἐπειδὴ ἐζήλευσαν τὴν Αἰγυπτιακὴν ἀσέβειαν, θὰ ἐπιστρέφουν ἐκεῖ ὡς δοῦλοι καὶ θὰ κατοικήσουν πάλιν ἐκεῖ· καὶ ἀκόμη θὰ μεταφερθοῦν αἰχμάλωτοι εἰς τὴν Ἀσσυρίαν, ὅπου θὰ τρώγουν τροφές, ποὺ σύμφωνα μὲ τὸν Μωσαϊκὸν νόμον εἶναι ἀκάθαρτες.
4 οὐκ ἔσπεισαν τῷ Κυρίῳ οἶνον καὶ οὐχ ἥδυναν αὐτῷ· αἱ θυσίαι αὐτῶν ὡς ἄρτος πένθους αὐτοῖς, πάντες οἱ ἐσθίοντες αὐτὰ μιανθήσονται, διότι οἱ ἄρτοι αὐτῶν ταῖς ψυχαῖς αὐτῶν οὐκ εἰσελεύσονται εἰς τὸν οἶκον Κυρίου. 4 Δεν προσέφεραν στον αληθινόν Θεόν θυσίαν οίνου, ούτε τας άλλας ευαρέστους θυσίας. Προσέφεραν όμως εις ξένους ειδωλολατρικούς θεούς. Αι θυσίαι των όμως αύται είναι ως άρτος πένθους και όλοι εκείνοι, οι οποίοι τας τρώγουν, θα μολυνθούν, διότι αι θυσίαι των είναι εις βάρος αυτών των ιδίων· δεν θα γίνουν δεκταί στον ναόν του Κυρίου. 4 Οἱ Ἰσραηλῖται δὲν θὰ χύσουν πλέον παλαιὸ δυνατὸ κρασί ὡς θυσίαν σπονδῆς εἰς τὸν Κύριον, καὶ οἱ θυσίες των, ὡς θυσίες εἰδώλων, δὲν θὰ Τὸν εὐχαριστοῦν. Οἱ θυσίες των θὰ εἶναι ἀκάθαρτες διὰ τὸν Κύριον, δυσάρεστες καὶ βδελυκτές, ὅπως ὁ ἄρτος, ποὺ προσφέρεται εἰς τοὺς πενθούντας διὰ τὸν θάνατον κάποιου προσώπου. Ὅλοι, ὅσοι τρώγουν ἀπὸ τὶς τροφὲς τῶν θυσιῶν αὐτῶν, θὰ μολυνθοῦν,διότι οἱ τροφές των θὰ εἶναι μόνον δι’ αὐτούς, ἐφ’ ὅσον δὲν προσεφέροντο ὅπως ἔπρεπε καὶ μὲ εἰλικρίνειαν εἰς τὸν Ναὸν τοῦ Κυρίου.
5 τί ποιήσετε ἐν ἡμέραις πανηγύρεως καὶ ἐν ἡμέρᾳ ἑορτῆς τοῦ Κυρίου; 5 Εκεί, εις την χώραν της εξορίας που θα ζήτε, τι θα κάμετε κατά τας μεγάλας θρησκευτικάς σας πανηγύρεις, κατά τας επισήμους ημέρας της εορτής του Κυρίου; 5 Τί θὰ κάμετε ἐκεῖ εἰς τὴν ἐξορίαν κατὰ τὶς ἡμέρες τῶν μεγάλων θρησκευτικῶν πανηγύρεων, ποὺ ἑορτάζετε σύμφωνα μὲ τὴν Μωσαϊκὴν νομοθεσίαν, καὶ κατὰ τὴν πανηγυρικὴν ἡμέραν τῆς ἑορτῆς τοῦ Κυρίου;
6 διὰ τοῦτο ἰδοὺ πορεύσονται ἐκ ταλαιπωρίας Αἰγύπτου, καὶ ἐκδέξεται αὐτοὺς Μέμφις, καὶ θάψει αὐτοὺς Μαχμάς· τὸ ἀργύριον αὐτῶν ὄλεθρος κληρονομήσει αὐτό, ἄκανθαι ἐν τοῖς σκηνώμασιν αὐτῶν. 6 Δια τας παρανομίας των ιδού, θα οδηγηθούν εξόριστοι και δούλοι εις την Αίγυπτον, θα δοκιμάσουν ταλαιπωρίας επάνω εις τας ταλαιπωρίας, θα φθάσουν εις την πρωτεύουσαν της Αιγύπτου την Μέμφιδα. Θα ταλαιπωρηθούν και θα αποθάνουν εκεί και θα ενταφιασθούν εις Μαχμάς. Η περιουσία των και όλα τα αλλά αγαθά των θα παραδοθούν στον όλεθρον. Αλλοι θα τους κληρονομήσουν και εις την χώραν των θα φυτρώνουν αγκάθια. 6 Διὰ τὶς παρανομίες των νά· θὰ πορευθοῦν μὲν εἰς τὴν Αἴγυπτον, ἀλλὰ θὰ ταλαιπωρηθοῦν μεταβαίνοντες ἀπὸ τὴν μίαν πόλιν εἰς τὴν ἄλλην· καταφεύγοντες εἰς τὴν Αἴγυπτον θὰ τοὺς δεχθῇ ἡ Μέμφις, ἡ ὠχυρωμένη πρωτεύουσα τῆς Κάτω Αἰγύπτου, καὶ κατόπιν ἡ γειτονικὴ πρὸς τὴν Μέμφιδα πόλις Μαχμὰς καὶ ἐκεῖ θὰ ἀποθάνουν καὶ θὰ ἐνταφιασθοῦν. Ὅ,τι καὶ ὅσα ἀπέκτησαν μὲ τὰ χρήματά των, θὰ καταστραφοῦν «κατ’ ἄλλην ἑρμηνείαν: Ὅσα ἔλαβαν ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ τὰ κατεξώδευαν διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν εἰδώλων, θὰ καταστραφοῦν - ἢ κατ’ ἄλλην: Ὅσα δῶρα προσέφεραν εἰς τοὺς Αἰγυπτίους, διὰ νὰ τοὺς ἔχουν συμμάχους, ματαίως τὰ προσέφεραν θὰ ἀποδειχθοῦν ἀνωφελῆ»· καὶ τὰ κτήματά των θὰ μείνουν ἀκαλλιέργητα, ὥστε θὰ φυτρώσουν εἰς αὐτὰ ἀγκάθια «ἢ κατ’ ἄλλην ἑρμηνείαν: Νομίζοντες ὅτι θὰ ἀπολαύσουν ἡσυχίαν μὲ τὴν ἐγκατάστασίν των εἰς τὴν Αἴγυπτον, οἱ συμφορὲς θὰ εἶναι συνεχεῖς καὶ θὰ τοὺς κεντοῦν ὅπως τὰ ἀγκάθια».
7 ἥκασιν αἱ ἡμέραι τῆς ἐκδικήσεως, ἥκασιν αἱ ἡμέραι τῆς ἀνταποδόσεώς σου, καὶ κακωθήσεται ᾿Ισραὴλ ὥσπερ ὁ προφήτης ὁ παρεξεστηκώς, ἄνθρωπος ὁ πνευματοφόρος· ὑπὸ τοῦ πλήθους τῶν ἀδικιῶν σου ἐπληθύνθη μανία σου. 7 Εφθασαν πλέον αι ημέραι της δικαίας τιμωρίας σας. Εφθασαν πλέον αι ημέραι, κατά τας οποίας η θεία δικαιοσύνη θα ανταποδώση εις σας κατά τα έργα σας. Θα τιμωρηθούν και θα κακοποιηθούν οι Ισραηλίται με αυστηρότητα και σκληρότητα, όπως αυστηρώς τιμωρείται ο προφήτης του Θεού, ο πνευματοφόρος αυτός άνθρωπος, όταν παραστρατήση από το θέλημα του Θεού. Εξ αιτίας των πολυαρίθμων παρανομιών των περιέπεσαν εις αλλόφρονας μανίας. 7 Ἔφθασν οἱ ἡμέρες τῆς τιμωρίας σου, Ἰσραηλιτικὲ λαέ, ἔφθασαν οἱ ἡμέρες τῆς ἀνταμοιβῆς τῆς ἀποστασίας σου. Οἱ Ἰσραηλῖται θὰ κακουχηθοῦν, θὰ ταλαιπωρηθοῦν καὶ θὰ τιμωρηθοῦν, ὅπως τιμωρεῖται ὁ προφήτης τοῦ Θεοῦ, ὁ πνευματικὸς ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἔχει παρεκκλίνει ἀπὸ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἕνεκα τοῦ πλήθους τῶν ἀδικιῶν καὶ τῶν παρανομιῶν σου, θὰ σὲ κυριεύσῃ μεγάλη ἔκστασις, παραφροσύνη καὶ ἀμηχανία.
8 σκοπὸς ᾿Εφραὶμ μετὰ Θεοῦ· προφήτης, παγὶς σκολιὰ ἐπὶ πάσας τὰς ὁδοὺς αὐτοῦ· μανίαν ἐν οἴκῳ Κυρίου κατέπηξαν. 8 Οι θεόσταλτοι προφήται του ισραηλιτικού λαού, φρουροί και καθοδηγηταί αυτού, ήσαν άλλοτε μετά του Θεού. Τωρα όμως έγιναν δολία και ολεθρία παγίς εις όλας τας πορείας του λαού. Διέδοσαν και εγκατέστησαν εις την χώραν του Κυρίου μεγάλην αφροσύνην. 8 Οἱ προφῆται τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ, οἱ σκοποὶ καὶ φρουροί του, σταλμένοι ἀπὸ τὸν Θεόν, ἦσαν μαζὶ μὲ τὸν Θεὸν καὶ τὸ θέλημα Ἐκείνου ἐξήγγελλαν. Τώρα ὅμως οἱ προφῆται αὐτοὶ ἐργάζονται τὰ ἀντίθετα· ἔγιναν παγίδες μὲ σχέδια δόλια εἰς ὅλες τὶς ἐκδηλώσεις τῆς ζωῆς τοῦ λαοῦ· καὶ κυριευμένοι ἀπὸ μανίαν καὶ παραφροσύνην δὲν ἔστησαν σιχαμερὰ εἴδωλα μόνον εἰς τὶς ἄλλες πόλεις, ἀλλὰ καὶ μέσα εἰς τὸν Ναὸν τοῦ Θεοῦ «ἢ κατ’ ἄλλην ἑρμηνείαν: Κυριευμένοι ἀπὸ μανίαν καὶ παραφροσύνην ἐκήρυξαν εἰς τὸν οἶκον τοῦ Κυρίου, δηλαδὴ τὸν λαόν, ψευδοπροφητεῖες καὶ τὶς κατέστησαν πιστευτές, βέβαιες καὶ μόνιμες».
9 ἐφθάρησαν κατὰ τὰς ἡμέρας τοῦ βουνοῦ· μνησθήσεται ἀδικίας αὐτῶν, ἐκδικήσει ἁμαρτίας αὐτῶν. - 9 Διεφθάρησαν κατά τας ημέρας αυτάς με την λατρείαν των ειδώλων επάνω στο βουνόν. Ο Κυριος θα έχη ενώπιόν του τας πολυαρίθμους αδικίας των και θα τους τιμωρήση δια τας αμαρτίας των. 9 Διεφθάρησαν ψυχικῶς μὲ τὴν διεφθαρμένην λατρείαν καὶ τὶς θυσίες εἰς τὰ εἴδωλα, ὅπως κατὰ τὶς ἡμέρες, ποὺ διεπράχθησαν οἱ φρικαλεότητες εἰς τὸν «βουνόν», δηλαδὴ τὴν Γαβαά. Διὰ τοῦτο ὁ Κύριος θὰ ἐνθυμηθῇ τὶς ἀνομίες καὶ τὴν ἐνοχήν των καὶ θὰ τιμωρήσῃ τἰς ἁμαρτίες των.
10 ῾Ως σταφυλὴν ἐν ἐρήμῳ εὗρον τὸν ᾿Ισραὴλ καὶ ὡς σκοπὸν ἐν συκῇ πρώϊμον πατέρας αὐτῶν εἶδον· αὐτοὶ εἰσῆλθον πρὸς τὸν Βεελφεγὼρ καὶ ἀπηλλοτριώθησαν εἰς αἰσχύνην, καὶ ἐγένοντο οἱ ἐβδελυγμένοι ὡς οἱ ἠγαπημένοι. 10 Ηγάπησα τον Ισραηλιτικόν λαόν, όπως ο άνθρωπος αγαπά εις περιοχήν έρημον δροσιστικήν σταφυλήν· και ωσάν ένα πρώϊμον καρπόν επάνω εις την συκήν, έτσι επρόσεξα τους προγόνους των. Εκείνοι όμως εισήλθαν στον ειδωλολατρικόν τόπον του Βεελφεγώρ και προς καταισχύνην των απεμακρύνθησαν από εμέ. Και ετσι, όσον προηγουμένως μου ήσαν αγαπητοί, τόσον τώρα έγιναν εις εμέ βδελυροί και άξιοι αποστροφής. 10 Ἀπὸ τὰ πολὺ παλαιὰ χρόνια μέσα εἰς τὴν ἔρημον τῶν ἀνθρώπων, ποὺ συζοῦσαν εἰς τὴν ἀσέβειαν καὶ τὴν παρανομίαν, εἶδα καὶ ἐπρόσεξα τὴν ἀρετὴν τοῦ Ἀβραὰμ καὶ τῶν διαδόχων του καὶ τὴν ἐτρύγησα· ἔκαμα μὲ αὐτοὺς συνθῆκες καὶ ἀγάπησα τὸν Ἰσραηλιτικὸν λαόν. Τὸν ἀγάπησα ὅπως ἐκεῖνος, ποὺ εὑρίσκει εἰς τὴν καυστικὴν καὶ κατάξερη ἔρημον δροσιστικὸν σταφύλι, καὶ ὅπως ἐκεῖνος, ποὺ προσέχει εἰς τὴν κορυφὴν τῆς συκιᾶς σῦκον πρώϊμον. Οἱ Ἰσραηλῖται ὅμως ἐλησμόνησαν τὶς εὐεργεσίες μου καὶ εἰσῆλθαν εἰς τὸν τόπον, ὅπου εὑρίσκετο τὸ ἄγαλμα τοῦ Χαναανιτικοῦ θεοῦ Βεελφεγώρ· ἐλάτρευσαν δὲ τὸν θεὸν αὐτὸν καὶ ἀπεξενώθησαν ἀπὸ Ἐμὲ ἀποκομίζοντες ἀπὸ τὴν λατρείαν αὐτὴν μόνον ἐντροπήν. Ἕνεκα τῆς ἀσεβείας των αὐτῆς, οἱ ἄλλοτε ἀγαπημένοι Ἰσραηλῖται ἔγιναν μισητοί, ὅπως οἱ σιχαμεροὶ Μωαβῖται, ἀφοῦ ἐλάτρευσαν τὸ εἴδωλον τῶν Μωαβιτῶν.
11 ᾿Εφραὶμ ὡς ὄρνεον ἐξεπετάσθη, αἱ δόξαι αὐτῶν ἐκ τόκων καὶ ὠδίνων καὶ συλλήψεων· 11 Οι Ισραηλίται επέταξαν ωσάν τα πουλιά μακράν από εμέ και εχάθησαν. Εχάθη η δόξα και η χαρά των από την γέννησιν των τέκνων, από τας ωδίνας του τοκετού, από την κυοφορίαν εμβρύων. 11 Ὁ Ἐφραίμ «οἱ Ἰσραηλῖται» πολὺ γρήγορα ἐπέταξαν σὰν τὰ πουλιὰ καὶ ἔφυγαν μακριὰ ἀπὸ Ἐμὲ μαζί των ἐπέταξαν καὶ ὅλες οἱ δόξες, ποὺ προήρχοντο ἀπὸ τὶς πολλὲς γεννήσεις καὶ ὠδῖνες καὶ συλλήψεις ἐμβρύων «ἢ κατ’ ἄλλην ἑρμηνείαν: Οἱ Ἰσραηλῖται πολὺ γρήγορα θὰ ὁδηγηθοῦν ὡς αἰχμάλωτοι εἰς ξένον τόπον, ὁπότε ματαίως καυχῶνται διὰ τὴν πολυτεκνίαν καὶ πολυγονίαν, τὶς ὁποῖες θεωροῦν ὡς δόξαν».
12 διότι καὶ ἐὰν ἐκθρέψωσι τὰ τέκνα αὐτῶν, ἀτεκνωθήσονται ἐξ ἀνθρώπων· διότι καὶ οὐαὶ αὐτοῖς ἐστι, σάρξ μου ἐξ αὐτῶν. 12 Διότι, εάν γεννήσουν και αναθρέψουν πολλά έστω τέκνα, θα μείνουν άτεκνοι εν μέσω των ανθρώπων, διότι κατάρα υπάρχει πάντοτε εις βάρος των, μολονότι κατάγονται από εμέ. 12 Διότι καὶ ἂν ἀκόμη ἀναθρέψουν τὰ πολλὰ παιδι των, θὰ τὰ χάσουν καὶ θὰ τὰ στερηθοῦν γρήγορα ἐκ μέσου τῶν ἀνθρώπων. Ἀλλοίμονον εἰς αὐτοὺς τοὺς ἰδίους, ἔστω καὶ ἂν ἔχωμεν κάποιαν συγγένειαν, διότι τοὺς ἐγκατέλειψα, καὶ ἐγκαταλειφθέντες ἔπραξαν ἔργα ἀξία κατάρας.
13 ᾿Εφραίμ, ὃν τρόπον εἶδον. εἰς θήραν παρέστησαν τὰ τέκνα αὐτῶν, καὶ ᾿Εφραὶμ τοῦ ἐξαγαγεῖν εἰς ἀποκέντησιν τὰ τέκνα αὐτοῦ. 13 Είδα τους Ισραηλίτας και τα τέκνα των, ως εάν είχαν γίνει αξιοθρήνητον θήραμα των εχθρών των. Τους είδα να οδηγούνται αυτοί και τα τέκνα των προς σφαγήν. 13 Εἶδα τὸν Ἐφραίμ «τοὺς Ἰσραηλῖτες» καὶ τὰ τέκνα των νὰ ἔχουν γίνει θήραμα, αἰχμάλωτοι τῶν ἐχθρῶν τω·ν εἶδα αὐτοὺς νὰ ὁδηγοῦν τὰ παιδιὰ εἰς σφαγὴν ἐπομένως κανένα ἄλλον δὲν πρέπει νὰ αἰτιῶνται διὰ τὴν ἀτεκνίαν των, παρὰ μόνον τοὺς ἑαυτούς των.
14 δὸς αὐτοῖς, Κύριε· τί δώσεις αὐτοῖς; δὸς αὐτοῖς μήτραν ἀτεκνοῦσαν καὶ μαστούς ξηρούς. 14 Δώσε, Κυριε, εις αυτούς· τι να τους δώσης; Εις την θλιβεράν κατάστασιν, που περιήλθον, δώσε τους γυναίκας στείρας και μαστούς ξηρούς, χωρίς γάλα. 14 «Ὁ προφήτης λέγει:» Δῶσε εἰς αὐτούς, Κύριε· τί θὰ δώσῃς εἰς αὐτούς: Ἐπειδὴ ἔχουν ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν πολυτεκνίαν των, νομίζοντες ὅτι ἔτσι θὰ κατισχύσουν τῶν ἐχθρῶν των, καὶ περιφρονοῦν τὴν βοήθειάν σου, δῶσε τους γυναῖκες στεῖρες καὶ ἄτεκνες καὶ μαστοὺς στεγνοὺς ἀπὸ γάλα, ἀνικάνους διὰ θηλασμόν.
15 πᾶσαι αἱ κακίαι αὐτῶν ἐν Γαλγάλ, ὅτι ἐκεῖ ἐμίσησα αὐτούς· διὰ τὰς κακίας τῶν ἐπιτηδευμάτων αὐτῶν ἐκ τοῦ οἴκου μου ἐκβαλῶ αὐτούς, οὐ μὴ προσθήσω τοῦ ἀγαπῆσαι αὐτούς· πάντες οἱ ἄρχοντες αὐτῶν ἀπειθοῦντες. 15 Ολαι αι κακίαι των επληθύνθησαν εις την χώραν των, εις τα Γαλγαλα. Εκεί μένοντας τους εμίσησα δια την ειδωλολατρείαν των. Εξ αιτίας των πονηρών έργων των θα τους εκδιώξω από την χώραν μου, από την Παλαιστίνην, και δεν θα έχω πλέον την διάθεσιν, να τους περιβάλω με αγάπην. Ολοι οι άρχοντές των ήσαν και είναι απειθείς και ανυπάκοοι απέναντί μου. 15 Ὅλη ἡ δυσσέβεια καὶ ἡ εἰδωλολατρία των ἔχουν συγκεντρωθῆ εἰς τὰ Γάλγαλα, τὸ κέντρον τῆς εἰδωλολατρίας· δι’ ὅσα ἄνομα καὶ βδελυκτὰ πράττουν ἐκεῖ, τοὺς ἐμίσησα. Ἕνεκα δὲ τῆς ὅλης εἰδωλολατρικῆς των συμπεριφορᾶς θὰ τοὺς ἐκδιώξω καὶ θὰ τοὺς ἐξορίσω ἀπὸ τὸν οἶκον μου, τὴν Παλαιστίνην, καὶ δὲν θὰ συνεχίσω νὰ τοὺς ἀγαπῶ πλέον. Ὅλοι οἱ ἄρχοντές των ἀπειθοῦν εἰς Ἐμέ, τὸν Θεόν.
16 ἐπόνεσεν ᾿Εφραίμ· τὰς ρίζας αὐτοῦ ἐξηράνθη, καρπὸν οὐκ ἔτι μὴ ἐνέγκῃ· διότι καὶ ἐὰν γεννήσωσιν, ἀποκτενῶ τὰ ἐπιθυμήματα κοιλίας αὐτῶν. 16 Ο ισραηλιτικός λαός επόνεσεν από τας θλίψεις αυτάς, ομοιάζει με δένδρον, του οποίου αι ρίζαι έχουν ξηρανθή και το οποίον δεν θα αποδώση πλέον καρπόν. Διότι αυτοί και αν γεννήσουν τέκνα, εγώ θα φονεύσω τους αγαπητούς εις αυτούς καρπούς της κοιλίας των. 16 Ὁ Ἐφραίμ «ὁ Ἰσραηλιτικὸς λαός» ἐθλίβη, ὑπέφερεν. Ὁμοιάζει μὲ δένδρον, τοῦ ὁποίου οἱ ρίζες ἐξηράνθησαν καὶ ἑπομένως δὲν ἠμπορεῖ πλέον νὰ καρποφορήσῃ «δὲν θὰ ἠμπορέσουν πλέον νὰ γεννήσουν ἀπογόνους». Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀκόμη τεκνογονήσουν, θὰ θανατώσω τοὺς ἐπιθυμητοὺς καὶ ἀγαπημένους καρποὺς τῆς κοιλίας των, παραδίδων αὐτοὺς εἰς τοὺς ἐχθρούς των.
17 ἀπώσεται αὐτοὺς ὁ Θεός, ὅτι οὐκ εἰσήκουσαν αὐτοῦ, καὶ ἔσονται πλανῆται ἐν τοῖς ἔθνεσιν. 17 Θα τους απομακρύνη ο Θεός από κοντά του, διότι δεν υπήκουσαν εις αυτόν. Θα περιπλανώνται απάτριδες μεταξύ των ειδωλολατρικών εθνών. 17 Ὁμιλεῖ ὁ προφήτης καὶ λέγει:» Ὁ Θεὸς θὰ τοὺς ἀποδιώξῃ καὶ θὰ τοὺς ἀπομακρύνη ἀπὸ τὴν Παλαιστίνην, διότι, ἐνῷ τοὺς προειδοποιοῦσε τί τοὺς ἀνέμενεν ἐὰν ἀποστατήσουν, δὲν τὸν ὑπήκουσαν. Ἔτσι τώρα θὰ αἰχμαλωτισθοῦν, θὰ διασκορπισθοῦν καὶ θὰ περιπλανῶνται ἀπάτριδες μεταξὺ τῶν εἰδωλολατρικῶν ἐθνῶν.