Δευτέρα, 20 Μαΐου 2024
Ανατ: 06:12
Δύση: 20:33
Σελ. 12 ημ.
141-225
16ος χρόνος, 5938η ημέρα
Έκδοση: 4η
Χριστὸς Ἀνέστη!

ΩΣΗΕ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7 (Ζ)


 
 

ΚΕΦΑΛΑΙΑ


 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 ΚΑΙ ἀποκαλυφθήσεται ἡ ἀδικία ᾿Εφραὶμ καὶ ἡ κακία Σαμαρείας, ὅτι εἰργάσαντο ψευδῆ· καὶ κλέπτης πρὸς αὐτὸν εἰσελεύσεται, ἐκδιδύσκων λῃστὴς ἐν τῇ ὁδῷ αὐτοῦ, 1 Τοτε θα φανερωθούν αι παρανομίαι της φαύλης Εφραίμ και η κακία των Σαμαριτών, διότι ειργάσθησαν το ψεύδος και την δολιότητα. Κλέπται θα εισχωρήσουν εις την κοινωνίαν των, λησταί οι οποίοι θα απογυμνώνουν τους διαβάτας στους δρόμους της χώρας. 1 Καὶ τότε θὰ ἀποκαλυφθῇ ἡ διαφθορὰ καὶ ἡ ἐνοχὴ τοῦ Ἐφραίμ - τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ - καὶ ἡ παρανομία τῆς Σαμαρείας, διότι ἡ ὅλη συμπεριφορά των εἶναι ψευδής, ἀπατηλὴ καὶ δολία. Παντοῦ μαίνεται ἡ κλοπὴ καὶ ἡ λῃστεία. Κλέπται παραβιάζουν κρυφὰ καὶ ἀπογυμνώνουν ὅλους ἀπὸ τὰ ἀγαθά· λῃσταὶ ληστεύουν, λαφυραγωγοῦν καὶ ἀπογυμνώνουν ἀνοικτὰ εἰς τοὺς δρόμους τοὺς διαβάτες·
2 ὅπως συνᾴδωσιν ὡς ᾄδοντες τῇ καρδίᾳ αὐτῶν. πάσας τὰς κακίας αὐτῶν ἐμνήσθην· νῦν ἐκύκλωσαν αὐτοὺς τὰ διαβούλια αὐτῶν, ἀπέναντι τοῦ προσώπου μου ἐγένοντο. 2 Αναίσθητοι δε και αμετανόητοι μέσα εις την αμαρτωλότητά των, θα τραγουδούν μαζή με όλην των την καρδίαν, όπως οι τραγουδισταί. Εγώ όμως ενθυμούμαι όλας αυτών τας παρανομίας. Αι αμαρτωλαί επιθυμίαι των και τα πονηρά σχέδιά των, από τα οποία προήρχοντο αι κακαί πράξεις των, τους περιεκύκλωσαν πλέον από όλα τα σημεία. Ολαι αι πράξεις των και όλοι αυτοί είναι εμπρός εις τα μάτια μου. 2 οἱ ἐχθροὶ θὰ ἐπιπέσουν ὡς κλέπται καὶ λῃσταί, αὐτοὶ ὅμως ἔχουν διαστραφῇ τόσον πολύ, ὥστε ἀντὶ νὰ θρηνοῦν καὶ νὰ ὀλοφύρωνται, θὰ τραγουδοῦν, ὅπως οἱ συνηθισμένοι τραγουδισταί, μὲ ὅλην των τὴν καρδία! Ἐγὼ ὅμως δὲν ἔχω λησμονήσει ὅλα τὰ ἁμαρτωλὰ ἔργα των, τὰ ὁποῖα καὶ θὰ τιμωρήσω. Τώρα δὲ οἱ πονηρές των σκέψεις «ἢ κατ’ ἄλλην ἑρμηνείαν: Τὰ πονηρά των ἔργα» τοὺς περιεκύκλωσαν, ὡσὰν μάρτυρες κατηγορίας. Ὅλες οἱ ἐνέργειές των ἔγιναν ἐνώπιον τῶν ὀφθαλμῶν μου καὶ οἱ ἀνομίες τῶν εἶναι γυμνὲς ἐνώπιόν μου.
3 ἐν ταῖς κακίαις αὐτῶν εὔφραναν βασιλεῖς καὶ ἐν τοῖς ψεύδεσιν αὐτῶν ἄρχοντας· 3 Με τας ποικίλας και πολυαρίθμους κακίας των ευφραίνουν τους πονηρούς βασιλείς των και με τας ψευδολογίας των κολακεύουν τους αμαρτωλούς άρχοντάς των. 3 Οἱ πολῖται μὲ τὶς κακοήθειές των διασκεδάζουν καὶ εὐχαριστοῦν τοὺς διεφθαρμένους βασιλεῖς των καὶ μὲ τὶς ψεύτικες κολακεῖες των «ἢ κατ’ ἄλλην ἑρμηνείαν: Τὰ εἴδωλά των» εὐφραίνουν τοὺς ἄρχοντάς των.
4 πάντες μοιχεύοντες, ὡς κλίβανος καιόμενος εἰς πέψιν κατακαύματος ἀπὸ τῆς φλογός, ἀπὸ φυράσεως στέατος ἕως τοῦ ζυμωθῆναι αὐτό. 4 Ολοι είναι μοιχοί, καιόμενοι από το αμαρτωλόν σαρκικόν πάθος, ωσάν κλίβανος, ο οποίος καταβροχθίζει μέσα εις τας φλόγας του τα ριπτόμενα ξύλα και περιμένει ολόθερμος το ζυμωθέν άλευρον, έως ότου ολοκληρωθή η ζύμωσίς του. 4 Ὅλοι των εἶναι μοιχοί, δοῦλοι τοῦ σαρκικοῦ πάθους· πυρούμενοι ἀπὸ τὴν φωτιὰ τοῦ πάθους τῆς ἀσελγείας, ὁμοιάζουν πρὸς ἀναμμένον φοῦρνον, ὁ ὁποῖος ἀνάπτεται καὶ πυρώνεται ἀπὸ δυνατὴν φωτιὰ διὰ τὸ ψήσιμον ἄρτων, ἐν ἀναμονὴ τοῦ ἀλεύρου ποὺ ἐζυμώθη, μέχρις ὅτου τελειώσῃ ἡ ζύμωσίς του.
5 αἱ ἡμέραι τῶν βασιλέων ὑμῶν, ἤρξαντο οἱ ἄρχοντες θυμοῦσθαι ἐξ οἴνου, ἐξέτεινε τὴν χεῖρα αὐτοῦ μετὰ λοιμῶν· 5 Κατά τας ημέρας των βασιλικών εορτών πρώτοι οι άρχοντες αρχίζουν να πίνουν οίνον, να έρχωνται εις ευθυμίαν, να μεθούν, ο δε βασιλεύς απλώνει το χέρι του και συντρώγει εις συμπόσια με διεφθαρμένους ανθρώπους. 5 Κατὰ τὶς ἐτήσιες ἑορτὲς τῶν γενεθλίων τῶν βασιλέων σας, οἱ ἄρχοντες ἀρχίζουν νὰ μεθοῦν μὲ κρασί, ἐνῷ ὁ βασιλιᾶς δέχεται τὴν ὑποταγὴν καὶ τὰ σεβάσματα διεφθαρμένων ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι τὸν εἰρωνεύονται καὶ τὸν περιγελοῦν «ἢ κατ’ ἄλλην ἑρμηνείαν: Ἐνῷ ὁ βασιλιᾶς τρώγει εἰς συμπόσια μαζὶ μὲ ἀνθρώπους διεφθαρμένους.
6 διότι ἀνεκαύθησαν ὡς κλίβανος αἱ καρδίαι αὐτῶν, ἐν τῷ καταράσσειν αὐτούς, ὅλην τὴν νύκτα ὅπου ᾿Εφραὶμ ἐνεπλήσθη, πρωΐ ἐγενήθη, ἀνεκαύθη ὡς πυρὸς φέγγος. 6 Αι καρδίαι των ανθρώπων αυτών εξεκαύθησαν, όπως ο κλίβανος, και από την φλόγα των παθών των ήρχισαν να κτυπούν και να φονεύουν ο ενας τον άλλον. Μεθυσμένοι δε έπειτα οι Ισραηλίται εχόρτασαν τον ύπνον κοιμώμενοι καθ' όλην την νύκτα. Εξύπνησαν την πρωΐαν και πάλιν ήναψαν μέσα των ωσάν πυρκαϊά τα πάθη. 6 Ἐνῶ ὅμως οἱ διεφθαρμένοι αὐτοὶ ἄνθρωποι συντρώγουν μὲ τὸν βασιλιᾶ, οἱ καρδιές των ἄναψαν ὡς φοῦρνος, καθὼς ὁ ἕνας ἐπιτίθεται καὶ κτυπᾷ ἢ φονεύει τὸν ἄλλον. Ὅλην τὴν νύκτα ὁ Ἐφραίμ - οἱ Ἰσραηλῖται - ἐχόρτασαν τὸν ὕπνον καὶ τὰ πάθη των ἠρέμησαν. Τὸ πρωῒ ὅμως, ὅταν ἐξύπνησαν καὶ ἐσηκώθησαν, τὰ πάθη των πάλιν ἄναψαν καὶ ἐξήφθησαν ὡσὰν πυρκαϊά, ποὺ ἀνεζωπυρώθη.
7 πάντες ἐθερμάνθησαν ὡς κλίβανος καὶ κατέφαγον τοὺς κριτὰς αὐτῶν· πάντες οἱ βασιλεῖς αὐτῶν ἔπεσαν, οὐκ ἦν ἐν αὐτοῖς ὁ ἐπικαλούμενος πρός με. - 7 Ολοι εφλογίσθησαν από τα πάθη ωσάν κλίβανος, εφόνευσαν τους άρχοντάς των και πολλοί βασιλείς έπεσαν δολοφονημένοι. Και όμως μέσα εις αυτήν την φλόγα των παθών, την αναταραχήν και το αίμα, κανείς δεν ευρέθη μεταξύ αυτών να με επικαλεσθή. 7 Καὶ ὄχι μόνον οἱ ἄρχοντες, ἀλλ’ ὅλοι ἐφλογίσθησαν ἀπὸ τὰ πάθη ὡς φοῦρνος· καὶ πυρωμένοι ἀπὸ τὴν φωτιὰ τῆς κακίας καὶ τῶν παθῶν των, ἐφόνευσαν τοὺς βασιλεῖς καὶ τοὺς ἄρχοντές των. Ὅλοι οἱ βασιλεῖς των ἔπεσαν εἰς τὴν εἰδωλολατρίαν καὶ τὴν διαφθοράν (ἢ κατ’ ἄλλην ἑρμηνείαν: Ἐδολοφονήθησαν ὁ ἕνας κατόπιν τοῦ ἄλλου). Παρ’ ὅλην δὲ τὴν μεγάλην αὐτὴν διαφθορὰν καὶ αἱματοχυσίαν, δὲν εὑρέθη μεταξύ των κανείς, ποὺ νὰ στραφῇ πρὸς Ἐμὲ καὶ νὰ μὲ προσκαλέσῃ εἰς βοήθειαν.
8 ᾿Εφραὶμ ἐν τοῖς λαοῖς αὐτοῦ συνεμίγνυτο, ᾿Εφραὶμ ἐγένετο ἐγκρυφίας οὐ μεταστρεφόμενος. 8 Οι Ισραηλίται ήρχοντο εις επιμιξίαν με τους ειδωλολατρικούς λαούς, έγιναν πίττα εις την φωτιάν, η οποία ψήνεται από την μίαν μόνον όψιν. 8 Ὁ Ἐφραιμ - ὁ Ἰσραηλιτικὸς λαός - κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ ἤρχετο εἰς ἐπιμειξίαν με τοὺς εἰδωλολατρικοὺς λαούς, μὲ τοὺς ὁποίους συνανεστρέφετο. Κατήντησαν πίττα (λαγάνα), ψημένη εἰς τὴν φωτιὰ ἀπὸ τὴν μίαν μόνον πλευρὰν καὶ ἄψητη ἀπὸ τὴν ἄλλην· ἄρα ἀκατάλληλη διὰ νὰ φαγωθῇ.
9 κατέφαγον ἀλλότριοι τὴν ἰσχὺν αὐτοῦ, αὐτὸς δὲ οὐκ ἔγνω· καὶ πολιαὶ ἐξήνθησαν αὐτῷ, καὶ αὐτὸς οὐκ ἔγνω. 9 Ξένοι λαοί και άνθρωποι κατέφαγον την δύναμιν του ισραηλιτικού λαού. Ο λαός όμως αυτός δεν συνησθάνθη την κατάστασίν του και την αιτίαν αυτής. Εβγαλαν άσπρα μαλλιά οι Ισραηλίται, εγεύθησαν επί πολλά έτη τας οδυνηράς συνεπείας της αμαρτωλότητός των, και όμως κανείς δεν κατενόησε την αιτίαν της δυστυχίας και δεν επεστράφη εν μετανοία προς εμέ. 9 Ξένα ἔθνη, ἀλλόφυλοι, οἱ Σύροι καὶ οἱ Ἀσσύριοι, ἀπεμύζησαν τὴν δύναμιν τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ καὶ κυριολεκτικὰ κατεβρόχθισαν τὰ ἀγαθά του, ὁ ἴδιος ὅμως δὲν συνησθάνθη τίποτε ἀπὸ ὅλα αὐτὰ «ἢ κατ’ ἄλλην ἑρμηνείαν: Δὲν ἐγνώρισε τὸν Θεόν, ποὺ τὸν ἐπαιδαγωγοῦσε». Τὰ μαλλιά του ἄσπρισαν ἀπὸ τὶς πολυετεῖς δοκιμασίες, ἀλλ’ οὔτε αὐτὲς οὔτε ὁ χρόνος ἐδίδαξαν τοὺς Ἰσραηλίτες αὐτό, ποὺ πρέπει νὰ γίνῃ.
10 καὶ ταπεινωθήσεται ἡ ὕβρις ᾿Ισραὴλ εἰς πρόσωπον αὐτοῦ, καὶ οὐκ ἐπέστρεψαν πρὸς Κύριον τὸν Θεὸν αὐτῶν καὶ οὐκ ἐξεζήτησαν αὐτὸν ἐν πᾶσι τούτοις. 10 Θα συντριβή η υπερηφάνειά των, θα εξευτελισθούν αναμεταξύ των οι Ισραηλίται· και όμως δεν θα επιστρέψουν εν μετανοία προς τον Κυριον και Θεόν των, δεν θα τον αναζητήσουν ως λυτρωτήν των, παρ' όλας τας συμφοράς και τας οδύνας των. 10 Ἡ ὑπερηφάνεια, ἡ ἀσέβεια καὶ τὸ σκληροτράχηλον τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ θὰ ταπεινωθοῦν καὶ θὰ συντριβοῦν, μὲ καταφανῆ τὰ σημάδια εἰς τὸ πρόσωπόν του· ἐν τούτοις οἰ Ἰσραηλῖται δὲν θέλουν νὰ ἐπιστρέψουν εἰς τὸν Κύριον, τὸν Θεόν των, παρ' ὅλα δὲ τὰ παθήματα καὶ τὴν δυστυχίαν των, ἀρνοῦνται νὰ ζητήσουν μὲ τὴν καρδία των τὸν Κύριον καὶ ἀδιαφόρησαν πρὸς Αὐτόν.
11 καὶ ἦν ᾿Εφραὶμ ὡς περιστερὰ ἄνους οὐχ ἔχουσα καρδίαν· Αἴγυπτον ἐπεκαλεῖτο καὶ εἰς ᾿Ασσυρίους ἐπορεύθησαν. 11 Ο Ισραηλιτικός λαός είναι ωσάν μία ανόητος και απερίσκεπτος περιπλανωμένη έδω και εκεί περιστερά, που δεν έχει συναίσθησιν. Ετσι και αυτοί, άλλοτε επεκαλούντο εις βοήθειάν των την Αίγυπτον, και άλλοτε επήγαιναν ικέται προς τους Ασσυρίους. 11 Ἐπίσης ὁ Ἐφραίμ - οἱ Ἰσραηλῖται - ὑπῆρξε μωρὸς καὶ ἀνόητος, ὅπως τὸ περιστέρι, ποὺ περιφέρεται ἀνόητα καὶ δὲν διαθέτει νοημοσύνην. Καὶ ὅπως ἐκεῖνο, ἐνῷ βλέπει τοὺς ἐχθροὺς νὰ τοῦ ἀφαιροῦν τοὺς νεοσσούς, δὲν φεύγει, ἀλλὰ συνεχίζει νὰ μένῃ εἰς τὴν φωλιὰ του, ἔτσι καὶ αὐτοὶ ἔτρεχαν πρὸς τοὺς ἐχθρούς των καὶ ἄλλοτε μὲν ἐπροσκαλοῦσαν εἰς βοήθειαν τοὺς Αἰγυπτίους, ἄλλοτε δὲ μετέβαιναν καὶ ἐζητοῦσαν βοήθειαν ἀπὸ τοὺς Ἀσσυρίους.
12 καθὼς ἂν πορεύωνται, ἐπιβαλῶ ἐπ᾿ αὐτοὺς τὸ δίκτυόν μου· καθὼς τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατάξω αὐτούς, παιδεύσω αὐτοὺς ἐν τῇ ἀκοῇ τῆς θλίψεως αὐτῶν. 12 Τωρα όμως, καθώς θα περιπλανώνται από 'δώ και από 'κει, θα ρίψω επάνω τους το δίκτυόν μου. Θα τους συλλάβω, όπως το δίκτυον συλλαμβάνει τα πετεινά του ουρανού. Θα τους τιμωρήσω σύμφωνα με όσα έχουν ακούσει περί τιμωριών, που επιβάλλει η δικαιοσύνη στους παραβάτας. 12 Ἐνῷ ὅμως αὐτοὶ θὰ πορεύωνται διὰ νὰ συνάψουν συμμαχίαν καὶ νὰ ζητήσουν βοήθειαν ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς των, Ἐγὼ θὰ ρίψω καὶ θὰ ἀπλώσω τὸ δίκτυ μου καὶ θὰ τοὺς συλλάβω, ὅπως συλλαμβάνονται εἰς τὰ δίκτυα τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ· θὰ συντρίψω τὴν ὑπερηφάνειάν των καὶ θὰ τοὺς ταπεινώσω· θὰ τοὺς τιμωρήσω διὰ τὴν δυστροπίαν των, σύμφωνα μὲ ὅσα τοὺς ἔχω προαναγγείλει διὰ τὶς θλίψεις, οἱ ὁποῖες τοὺς περιμένουν ἀπὸ τὴν θείαν δικαιοσύνην.
13 οὐαὶ αὐτοῖς, ὅτι ἀπεπήδησαν ἀπ᾿ ἐμοῦ· δείλαιοί εἰσιν, ὅτι ἠσέβησαν εἰς ἐμέ· ἐγὼ δὲ ἐλυτρωσάμην αὐτούς, αὐτοὶ δὲ κατελάλησαν κατ᾿ ἐμοῦ ψευδῆ. 13 Αλλοίμονον εις αυτούς! Διότι βιαστικά και με άλματα απεμακρύνθησαν από εμέ. Είναι άθλιοι και δυστυχείς, διότι έδειξαν προς εμέ ασέβειαν. Εγώ όμως πολλές φορές τους εγλύτωσα από τας θλίψεις των, αυτοί όμως εξήμεσαν ψευδολογίας εναντίον μου. Εφάνησαν αχάριστοι. 13 Ἀλλοίμονον εἰς αὐτούς, διότι ἔφυγαν καὶ ἀπεμακρύνθησαν ἀπὸ Ἐμὲ μὲ μεγάλα βήματα! Εἶναι ἄθλιοι καὶ ταλαίπωροι, διότι ἐδείχθησαν ἀσεβεῖς εἰς Ἐμέ. Ἐγὼ μὲν τοὺς διέσωσα ἐπανειλημμένως, αὐτοὶ ὅμως ἔδειξαν ἀγνωμοσύνην καὶ κατεφέρθησαν ἐναντίον μου μὲ ψεύδη.
14 καὶ οὐκ ἐβόησαν πρός με αἱ καρδίαι αὐτῶν, ἀλλ᾿ ἢ ὠλόλυζον ἐν ταῖς κοίταις αὐτῶν· ἐπὶ σίτῳ καὶ οἴνῳ κατετέμνοντο. 14 Δεν έκραξαν προς εμέ εκ βάθους των καρδιών των, αλλά ωλόλυζαν κατά το διάστημα της νυκτός εις την κλίνην των. Πεινασμένοι και ταλαιπωρημένοι εχάρασσον και κατέκοπτον το σώμα των δια την έλλειψιν σίτου και οίνου. 14 Δὲν ἐφώναξαν δυνατὰ εἰς Ἐμὲ ἀπὸ τὰ βάθη τῶν καρδιῶν των, παρὰ μόνον ὠλοφύροντο κατὰ τὴν νύκτα εἰς τὴν κλίνην των. Καὶ ἐνῷ εἶχαν τὸ σιτάρι καὶ τὸ κρασί, τὰ ἰδικά μου δῶρα, καὶ τὰ ἀπελάμβαναν, ἔκαμναν ἐντομὲς εἰς τὰ σώματά των πρὸς τιμὴν τῶν εἰδώλων, καταστίζοντες τὰ στήθη καὶ τοὺς βραχίονές των «ἢ κατ’ ἄλλην ἑρμηνείαν: Πεινασμένοι κατέκοπταν τὸ σῶμα των διὰ τὴν ἔλλειψιν σιταριοῦ καὶ κρασιοῦ».
15 ἐπαιδεύθησαν ἐν ἐμοί, κἀγὼ κατίσχυσα τοὺς βραχίονας αὐτῶν, καὶ εἰς ἐμὲ ἐλογίσαντο πονηρά. 15 Με πολλούς τρόπους εγώ τους επαιδαγώγησα. Ενίσχυσα τας χείρας των εις περίοδον πολέμων, και όμως αυτοί εσκέφθησαν πονηρά εναντίον μου. 15 Ἐνῷ ἐπαιδαγωγήθησαν ἀπὸ Ἐμὲ καὶ ἐνῷ πολλὲς φορὲς ἐνίσχυσα τοὺς βραχίονές των εἰς τοὺς πολέμους, ἐν τούτοις αὐτοὶ ἐφέρθησαν μὲ ἀχαριστίαν, ἐσκέφθησαν ἐναντίον μου πονηρὰ καὶ ἐσχεδίασαν πῶς νὰ μὲ βλάψουν.
16 ἀπεστράφησαν εἰς οὐδέν, ἐγένοντο ὡς τόξον ἐντεταμένον· πεσοῦνται ἐν ρομφαίᾳ οἱ ἄρχοντες αὐτῶν δι᾿ ἀπαιδευσίαν γλώσσης αὐτῶν· οὗτος ὁ φαυλισμὸς αὐτῶν ἐν γῇ Αἰγύπτῳ. 16 Κατήντησαν ωσάν ένα τίποτε. Το ψυχικόν των άγχος τους έκαμε να αμοιάζουν με τεντωμένον τόξον. Οι άρχοντές των θα πέσουν εν στόματι ρομφαίας, διότι εφάνησαν αγροίκοι και βάρβαροι. Ετσι θα γελάση εις βάρος των και θα τους εξευτελίση η Αίγυπτος. 16 Ἐπειδὴ ὅμως μὲ ἐγκατέλειψαν, ἐξευτελίσθησαν ἐντελῶς· δὲν εὑρῆκαν καμμίαν ὠφέλειαν ἀπὸ τὰ εἴδωλα καὶ κατήντησαν ἐλαττωματικὸν τόξον, τὸ ὁποῖον εἶναι πάντοτε τεντωμένον καὶ ἄρα ἀκατάλληλον νὰ ρίψῃ βέλη. Οἱ ἄρχοντες καὶ οἱ ἡγέται των θὰ περάσουν ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ ξίφους, διότι ἐφάνησαν ἀμόρφωτοι, ἀπρόσεκτοι καὶ ἐγωϊσταὶ εἰς τὰ λόγια των· ἔτσι θὰ γίνουν ὁ περίγελος καὶ ἡ περιφρόνησις τῶν Αἰγυπτίων, πρὸς τοὺς ὁποίους εἶχαν καταφύγει ζητοῦντες βοήθειαν.