Δευτέρα, 20 Μαΐου 2024
Ανατ: 06:12
Δύση: 20:33
Σελ. 12 ημ.
141-225
16ος χρόνος, 5938η ημέρα
Έκδοση: 4η
Χριστὸς Ἀνέστη!

ΩΣΗΕ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5 (Ε)


 
 

ΚΕΦΑΛΑΙΑ


 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 ΑΚΟΥΣΑΤΕ ταῦτα, οἱ ἱερεῖς, καὶ προσέχετε, οἶκος ᾿Ισραήλ, καὶ ὁ οἶκος τοῦ βασιλέως, ἐνωτίζεσθε, διότι πρὸς ὑμᾶς ἐστι τὸ κρίμα· ὅτι παγὶς ἐγενήθητε τῇ σκοπιᾷ καὶ ὡς δίκτυον ἐκτεταμένον ἐπὶ τὸ ᾿Ιταβύριον, 1 Ιερείς, ακούσατε αυτά, λαέ του Ισραήλ, δώσε προσοχήν. Αυλή του βασιλέως ακροάσου καλά αυτά που θα είπω, διότι η μέλλουσα καταδίκη αφορά σας, επειδή σεις οι φρουροί από το φυλάκιον, όπου έπρεπε να επιβλέπετε και να περιφρουρήτε τον λαόν, εγίνατε παγίς του κακού δια τον λαόν, δίκτυον απλωμένον στο όρος Ιταβύριον, δια να συλλαμβάνη και δεσμεύη εις την πονηρίαν τους ανθρώπους. 1 Σεῖς, οἱ ἱερεῖς, ἀκοῦστε αὐτά, καὶ σεῖς, λαὲ τοῦ Ἰσραήλ, δῶστε προσοχήν, καὶ σεῖς, ποὺ ἀποτελεῖτε τὸν βασιλικὸν οἶκον, ἀκροασθῆτε, ἐπειδὴ εἰς ὅλους σας ἀφορᾷ ἡ καταδίκη, τὴν ὁποίαν θὰ ἐκφέρω· διότι σεῖς ἐγίνατε διὰ τοὺς ἀνθρώπους τοῦ λαοῦ σας παγίδα εἰς τὴν Σκοπιάν «τὴν πόλιν Μασσηφὰ τῆς Γαλαάδ;» καὶ δίκτυ ἀπλωμένο εἰς τὸ ὄρος Ἰταβύριον «Θαβώρ;».
2 ὃ οἱ ἀγρεύοντες τὴν θήραν κατέπηξαν. ἐγὼ δὲ παιδευτὴς ὑμῶν· 2 Εκάματε σεις δια τους ανθρώπους ο,τι δια τα θηράματα κάμνουν οι κυνηγοί, οι οποίοι απλώνουν πυκνάς παγίδας. Δια τούτο εγώ θα σας παιδεύσω και θα σας τιμωρήσω. 2 Ἐγίνατε δίκτυ καὶ παγίδα, δηλαδὴ παγιδευτικὰ μέσα, τὰ ὁποῖα οἱ κυνηγοί, ποὺ συλλαμβάνουν τὰ διάφορα ζῶα, ἔχουν κρύψει καὶ σκάψει διὰ νὰ ἀγρεύσουν τὰ θηράματά των κατὰ παρόμοιον τρόπον ἐνεργεῖτε καὶ σεῖς μὲ τὴν εἰδωλολατρίαν. Διὰ τοῦτο θὰ σᾶς παιδαγωγήσω διὰ τῆς τιμωρίας τῆς αἰχμαλωσίας.
3 ἐγὼ ἔγνων τὸν ᾿Εφραίμ, καὶ ᾿Ισραὴλ οὐκ ἀπέστη ἀπ᾿ ἐμοῦ· διότι νῦν ἐξεπόρνευσεν ᾿Εφραίμ, ἐμιάνθη ᾿Ισραήλ. 3 Εγνώρισα εγώ καλά τον Εφραίμ και το μάτι μου δεν απεμακρύνθη από τον ισραηλιτικόν λαόν. Δια τούτο και γνωρίζω τώρα καλά, ότι η φυλή Εφραίμ εξετράπη προς την πορνείαν, όπως επίσης και οι άλλοι Ισραηλίται εμολύνθησαν βαθύτατα. 3 Ἐγὼ ἐγνώρισα καλὰ τὸν Ἐφραίμ, καὶ ὁ Ἰσραὴλ δὲν διέφυγε τὴν προσοχήν μου διὰ τοῦτο τώρα γνωρίζω πολὺ καλά, ὅτι ὁ Ἐφραὶμ ἔχει ἐπιδοθῇ κατὰ τρόπον ἀναίσχυντον εἰς τὴν πνευματικὴν πορνείαν καὶ ὁ Ἰσραηλιτικὸς λαὸς ἔχει μολυνθῆ καὶ βεβηλωθῆ.
4 οὐκ ἔδωκαν τὰ διαβούλια αὐτῶν τοῦ ἐπιστρέψαι πρὸς τὸν Θεὸν αὐτῶν, ὅτι πνεῦμα πορνείας ἐν αὐτοῖς ἐστι, τὸν δὲ Κύριον οὐκ ἐπέγνωσαν. 4 Τοσον διεφθάρησαν, ώστε ούτε εσκέφθησαν ούτε σκέπτονται με τον νουν και την καρδίαν των να επιστρέψουν προς τον Θεόν των, διότι πνεύμα αποστασίας υπάρχει μέσα των και κυριαρχεί εις τας καρδίας των και έτσι ηγνόησαν και αγνοούν εξ ολοκλήρου τον Κυριον και Θεόν. 4 Ἐπωρώθησαν τόσον πολύ, ὥστε οὔτε κἂν σκέπτονται νὰ μετανοήσουν καὶ νὰ ἐπιστρέψουν εἰς τὸν Θεόν των διότι τοὺς ἐκυρίευσεν ἰσχυρὰ ἐπιθυμία καὶ μεγάλη ὁρμὴ σωματικῆς καὶ εἰδωλολατρικῆς πορνείας, καὶ δὲν ἐγνώρισαν οὔτε γνωρίζουν πλέον τὸν Κύριον.
5 καὶ ταπεινωθήσεται ἡ ὕβρις τοῦ ᾿Ισραὴλ εἰς πρόσωπον αὐτοῦ, καὶ ᾿Ισραὴλ καὶ ᾿Εφραὶμ ἀσθενήσουσιν ἐν ταῖς ἀδικίαις αὐτῶν, καὶ ἀσθενήσει καὶ ᾿Ιούδας μετ᾿ αὐτῶν. 5 Δια τούτο θα ταπεινωθή η υπερηφάνεια του ισραηλιτικού λαού· ανάγλυφος θα φανή η καταισχύνη του στο πρόσωπόν του. Αι φυλαί του Ισραήλ, και περισσότερον η φυλή του Εφραίμ, θα χάσουν την πνευματικήν και εθνικήν δύναμίν των μέσα εις τας αδικίας των. Μαζή δέ με αυτούς και η φυλή Ιούδα θα χάση την δύναμίν της. 5 Θὰ ταπεινωθῇ ἡ ἔπαρσις, ἡ αὐθάδεια, ἡ ἀναισχυντία, ἡ καταφρόνησις καὶ ἡ ἀποστασία ἀπὸ τὸν Θεὸν τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ καὶ ἔτσι θὰ γίνῃ καταφανὴς εἰς τὰ πρόσωπά των ὁ καρπὸς τῆς ἀσεβείας καὶ εἰδωλολατρίας. Καὶ ὁ Ἰσραηλιτικὸς λαὸς μὲ ἐπὶ κεφαλῆς τὴν φυλὴν τοῦ Ἐφραὶμ θὰ ἀδυνατίσουν καὶ θὰ ἡττηθοῦν κατὰ τὸν καιρὸν τῆς αἰχμαλωσίας ἕνεκα τῶν ἀδικιῶν των μαζί των ὅμως θὰ ἀδυνατίσῃ καὶ θὰ ἡττηθῇ καὶ τὸ βασίλειον τοῦ Ἰούδα, διότι θὰ πέσῃ καὶ αὐτὸ εἰς τὴν εἰδωλολατρίαν.
6 μετὰ προβάτων καὶ μόσχων πορεύσονται τοῦ ἐκζητῆσαι τὸν Κύριον καὶ οὐ μὴ εὕρωσιν αὐτόν, ὅτι ἐκκέκλικεν ἀπ᾿ αὐτῶν, 6 Φέροντες πρόβατα και μόσχους προς θυσίαν θα πορευθούν να αναζητήσουν τον Κυριον, δια να εύρουν συγχώρησιν και εξιλέωσιν. Δεν θα την εύρουν όμως, διότι ο Θεός θα έχει πλέον απομακρυνθή από αυτούς. 6 Μέσα δὲ εἰς τὰ δεινά, ποὺ θὰ τοὺς εὕρουν, θὰ ἐπιχειρήσουν νὰ ζητήσουν τὸν Κύριον καὶ νὰ τὸν ἐξιλεώσουν μὲ θυσίες προβάτων καὶ μόσχων δὲν θὰ τὸν εὔρουν ὅμως, διότι ὁ Κύριος ἀπεμακρύνθη πλέον ἀπὸ αὐτούς,
7 ὅτι τὸν Κύριον ἐγκατέλιπον, ὅτι τέκνα ἀλλότρια ἐγεννήθησαν αὐτοῖς· νῦν καταφάγεται αὐτοὺς ἡ ἐρυσίβη, καὶ τοὺς κλήρους αὐτῶν. - 7 Τούτο δέ, επειδή αυτοί πρώτοι εγκατέλειψαν τον Κυριον, εγέννησαν και ανέθρεψαν μέσα εις την αμαρτίαν τέκνα ξένα προς τον Θεόν. Και τώρα ο εχθρός ως άλλη ερυσίβη θα καταφάγη αυτούς και τα εκ κληρονομίας κτήματά των. 7 ἐπειδὴ αὐτοὶ πρῶτοι τὸν ἐγκατέλειψαν διότι, ἕνεκα τῆς ἐπιμειξίας των μὲ ἀλλοφύλους, ἐγεννήθησαν εἰς αὐτοὺς τέκνα νόθα, δηλαδὴ ἀποστάται ἀπὸ τὸν Κύριον (ἢ κατ’ ἄλλην ἑρμηνείαν: Διότι τὰ τέκνα, ποὺ ἐγεννήθησαν ἀπὸ Ἰσραηλίτιδες, ἀνετέθησαν ὄχι εἰς τὸν Θεόν, ἀλλ’ εἰς τὰ εἴδωλα». Τώρα πρόκειται πολὺ σύντομα τὸ πλῆθος τῶν ἐχθρῶν, ὡσὰν ἄλλη ἐρυσίβη, νὰ καταστρέψῃ καὶ αὐτοὺς καὶ τὰ κτήματά των, ποὺ ἀπέκτησαν ἐκ κληρονομίας.
8 Σαλπίσατε σάλπιγγι ἐπὶ τοὺς βουνούς, ἠχήσατε ἐπὶ τῶν ὑψηλῶν, κηρύξατε ἐν τῷ οἴκῳ ῏Ων· ἐξέστη Βενιαμίν, 8 Σαλπίσατε, λοιπόν, οι σαλπιγκταί με σάλπιγγας εις τα βουνά, κάμετε να αντηχήση το σάλπισμα επάνω στους υψηλούς τόπους, διαλαλήσατε με μεγάλην φωνήν μέσα στον ειδωλολατρικόν οίκον Ων· η φυλή του Βενιαμίν έμεινε κατάπληκτος. 8 Σαλπίστε πολεμικὸν συναγερμὸν μὲ σάλπιγγα εἰς τὰ βουνά, κάμετε νὰ ἀκουσθῇ ὁ ἦχος τῆς πολεμικῆς σάλπιγγος ἐπάνω εἰς τοὺς ὑψηλοὺς τόπους, φωνάξτε τὴν πολεμικὴν κραυγὴν μέσα εἰς τὸν εἰδωλολατρικὸν οἶκον Ὦν «=τὴν Βαιθήλ». Οἱ ἄνδρες τῆς φυλῆς Βενιαμίν - τὸ νότιον βασίλειον - ἐξεπλάγησαν.
9 ᾿Εφραὶμ εἰς ἀφανισμὸν ἐγένετο ἐν ἡμέραις ἐλέγχου· ἐν ταῖς φυλαῖς τοῦ ᾿Ισραὴλ ἔδειξα πιστά. 9 Η βασιλεύουσα φυλή Εφραίμ ηρημώθη και ηφανίσθη κατά την εποχήν της κρίσεώς της υπό του Κυρίου. Εις τας φυλάς του Ισραήλ έδειξα τας πιστάς, τας αληθινάς και ανεκκλήτους αποφάσεις μου. 9 Ἡ φυλὴ τοῦ Ἐφραίμ - τὸ βόρειον βασίλειον - θὰ καταστροφῇ, ὅταν ἔλθουν οἱ ἡμέρες τῆς τιμωρίας τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία θὰ πραγματοποιηθῇ δι' ἐπιθέσεως τῶν Ἀσσυρίων. Εἰς τὶς δέκα φυλὲς τοῦ Ἰσραὴλ ἔχω προαναγγείλει ἀληθινές, συγκεκριμένες, ἀνέκκλητες ἀποφάσεις.
10 ἐγένοντο οἱ ἄρχοντες ᾿Ιούδα ὡς μετατιθέντες ὅρια, ἐπ᾿ αὐτοὺς ἐκχεῶ ὡς ὕδωρ τὸ ὅρμημά μου. 10 Οι άρχοντες της φυλής Ιούδα έγιναν ωσάν τους πονηρούς και απλήστους εκείνους, που μεταθέτουν τα όριά των μέσα εις τα γειτονικά κτήματα. Εναντίον αυτών θα αφήσω να εκχυθή ωσάν ορμητικός χείμαρρος η οργή μου. 10 Οἱ ἄρχοντες τοῦ βασιλείου τοῦ Ἰούδα ἐνεργοῦν ὡς ἄνθρωποι, ποὺ μεταθέτουν τὰ σύνορα τῶν ἀγρῶν ἔτσι ἀκριβῶς μεταθέτουν καὶ αὐτοὶ τοὺς νόμους μου. Ἐναντίον τῶν θὰ χύσω ὡσὰν ὁρμητικὸν χείμαρρον τὴν ὀργήν μου.
11 κατεδυνάστευσεν ᾿Εφραὶμ τὸν ἀντίδικον αὐτοῦ, κατεπάτησε κρίμα, ὅτι ἤρξατο πορεύεσθαι ὀπίσω τῶν ματαίων. 11 Η φυλή του Εφραίμ κατεδυνάστευσε την αντίδικόν της φυλήν του Ιούδα, κατεπάτησε κάθε δικαιοσύνην, διότι είχεν ήδη αρχίσει να ακολουθή τα μάταια είδωλα. 11 Ἡ φυλὴ τοῦ Ἐφραίμ - τὸ βόρειον βασίλειον - ἐτυράννησε καὶ κατέθλιψε τὴν ἀντίδικον τῆς φυλὴν τοῦ Ἰούδα «ἢ κατ’ ἄλλην ἑρμηνείαν: Κατεδυνάστευσε ὡς ἐχθρὸν τὸν ἰδικόν μου νόμον, τὸν ὁποῖον ἐμίσησε», κατεπάτησε τὸ ἔννομον δίκαιον, διότι ἀγάπησε τὰ εἴδωλα καὶ τὰ ἀκολούθησε.
12 καὶ ἐγὼ ὡς ταραχὴ τῷ ᾿Εφραὶμ καὶ ὡς κέντρον τῷ οἴκῳ ᾿Ιούδα. 12 Δια τούτο και εγώ θα επιφέρω αναταραχήν εις την φυλήν του Εφραίμ, θα γίνω κεντρί, δια να ξυπνήση προς μετάνοιαν το βασίλειον του Ιούδα. 12 Ἕνεκα ὅλων αὐτῶν ἐγὼ ὁ Κύριος θὰ προκαλέσω κοινωνικὴν ἀναταραχὴν καὶ πολεμικὴν ἀπειλὴν εἰς τὸν Ἐφραίμ - τὸν Ἰσραηλιτικὸν λαόν - καὶ εἰς τὸν Ἰούδαν - τὸ νότιον βασίλειον - θὰ γίνω βουκέντρα ξυπνήματος διὰ μετάνοιαν· διότι ἐνῷ θὰ βλέπῃ τὸν Ἰσραὴλ νὰ καταστρέφεται, αὐτὸς θὰ ἀγρυπνῇ καὶ θὰ ἀγωνιᾷ διὰ τὸ ἰδικόν του μέλλον.
13 καὶ εἶδεν ᾿Εφραὶμ τὴν νόσον αὐτοῦ καὶ ᾿Ιούδας τὴν ὀδύνην αὐτοῦ, καὶ ἐπορεύθη ᾿Εφραὶμ πρὸς ᾿Ασσυρίους καὶ ἀπέστειλε πρέσβεις πρὸς βασιλέα ᾿Ιαρείμ· καὶ αὐτὸς οὐκ ἠδυνάσθη ἰάσασθαι ὑμᾶς, καὶ οὐ μὴ διαπαύσῃ ἐξ ὑμῶν ὀδύνη. 13 Η φυλή του Εφραίμ και αι άλλαι εννέα φυλίι του Ισραήλ είδαν την ηθικήν και πνευματικήν των ασθένειαν, το δε βασίλειον του Ιούδα ησθάνθη την ιδικήν του οδύνην. Οι Ισραηλίται τότε αντί να στραφούν προς τον Θεόν, έστειλαν πρέσβεις προς τους Ασσυρίους και παρεκάλεσαν τον βασιλέα των Ασσυρίων Ιαρείμ, να έλθη εις βοήθειάν των. Αυτός όμως δεν ημπόρεσε να σας θεραπεύση και δεν πρόκειται να καταπραΰνη ποτέ τον πόνον σας. 13 Ὅταν δὲ ὁ Ἐφραίμ - τὸ βασίλειον τοῦ Ἰσραήλ - διεπίστωσε τὴν μεγάλην ἀδυναμίαν του, καὶ τὸ βασίλειον τοῦ Ἰούδα τὸ πλῆθος τῶν ὀδυνῶν του, ὁ Ἐφραὶμ προσέφυγε πρὸς τοὺς Ἀσσυρίους καὶ ἔστειλε πρεσβευτὰς πρὸς τὸν Ἀσσύριον βασιλιᾶ Ἰαρείμ «ποὺ σημαίνει ἐκδικητής» νὰ ζητήσῃ βοήθειαν. Ἐνῷ ὅμως προσεκαλέσατε τὸν Ἰαρεὶμ ὡς ἐκδικητήν, αὐτὸς δὲν ἠμπόρεσε νὰ σᾶς θεραπεύσῃ· ἔτσι δὲν θὰ σταματήσουν ἀπὸ τοῦ νὰ ἐπέρχωνται εἰς σᾶς ἡ μία μετὰ τὴν ἄλλην οἱ ὀδύνες.
14 διότι ἐγώ εἰμι ὡς πανθὴρ τῷ ᾿Εφραὶμ καὶ ὡς λέων τῷ οἴκῳ ᾿Ιούδα· καὶ ἐγὼ ἁρπῶμαι καὶ πορεύσομαι καὶ λήψομαι, καὶ οὐκ ἔσται ὁ ἐξαιρούμενος. 14 Διότι εγώ θα είμαι ως πάνθηρ εναντίον του Εφραίμ και ως λέων εναντίον του οίκου Ιούδα. Εγώ θα αρπάξω και θα πάρω το θήραμα και θα αναχωρήσω και κανείς δεν θα ημπορέση να μου το αφαιρέση από τα χέρια μου. 14 Διότι ἐγὼ ὁ Κύριος θὰ ὁρμήσω ταχύτατα ὡς πάνθηρας κατὰ τοῦ Ἐφραίμ - του βασιλείου τῶν Ἰσραηλιτῶν - καὶ ὡς φοβερὸν λιοντάρι κατὰ τοῦ βασιλείου τοῦ Ἰούδα. Ἐγὼ ὁ ἴδιος ὡς ταχὺς καὶ φοβερὸς θὰ ἁρπάξω καὶ θὰ φύγω καὶ θὰ μεταφέρω τὴν λείαν μου - Ἰσραηλίτες καὶ Ἰουδαίους - ἕνεκα δὲ τῆς ἀκαταγωνίστου δυνάμεώς μου κανεὶς δὲν θὰ ἠμπορέσῃ νὰ ἀποσπάσῃ τὴν λείαν ἀπὸ τὰ χέρια μου.
15 πορεύσομαι καὶ ἐπιστρέψω εἰς τὸν τόπον μου, ἕως οὗ ἀφανισθῶσι· καὶ ζητήσουσι τὸ πρόσωπόν μου, ἐν θλίψει αὐτῶν ὀρθριοῦσι πρός με λέγοντες· 15 Θα φύγω και θα επανέλθω στον τόπον μου, μέχρις ότου εξολοθρευθούν. Υπό το βάρος δε της θλίψεώς των θα μετανοήσουν και θα με ζητήσουν. Πρωϊ-πρωϊ θα εξυπνούν, θα παρουσιάζωνται προς εμέ και θα λέγουν μεταξύ των· 15 Καὶ ὅπως τὰ θηρία μετὰ τὸ κυνήγι ἐπιστρέφουν εἰς τὶς φωλιές των, ἔτσι καὶ Ἐγώ· θὰ πορευθῶ καὶ θὰ ἐπιστρέφω εἰς τὸν τόπον μου, μέχρις ὅτου ἐξολοθρευθοῦν. Θὰ ἀποσυρθῶ, μέχρις ὅτου διὰ τῆς τιμωρίας παιδαγωγηθοῦν καὶ μετανοήσουν καὶ εἰς τὴν ἀνάγκην των μὲ ζητήσουν· θὰ μὲ ζητοῦν πρωΐ - πρωῒ μὲ ἀγωνίαν καὶ ἀνυπομονησίαν, λέγοντες ὁ ἕνας πρὸς τὸν ἄλλον: