Δευτέρα, 04 Μαρτίου 2024
Ανατ: 06:53
Δύση: 18:22
Σελ. 24 ημ.
64-302
16ος χρόνος, 5861η ημέρα
Έκδοση: 4η

ΙΟΥΔΙΘ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7 (Ζ)


 
 

ΚΕΦΑΛΑΙΑ


 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Τῌ δ᾿ ἐπαύριον παρήγγειλεν ᾿Ολοφέρνης πάσῃ τῇ στρατιᾷ αὐτοῦ καὶ παντὶ τῷ λαῷ αὐτοῦ, οἳ παρεγένοντο ἐπὶ τὴν συμμαχίαν αὐτοῦ, ἀναζευγνύειν ἐπὶ Βαιτυλούα καὶ τὰς ἀναβάσεις τῆς ὀρεινῆς προκαταλαμβάνεσθαι καὶ ποιεῖν πόλεμον πρὸς τοὺς υἱοὺς ᾿Ισραήλ. 1 Κατά την επομένην ο Ολοφέρνης διέταξε όλον τον στρατόν του και όλον τον λαόν, ο οποίος είχε προσέλθει και προστεθή εις την συμμαχίαν του, να αναλάβουν επίθεσιν εναντίον της Βαιτυλούα και αφού καταλάβουν τας ορεινάς διαβάσεις, να αρχίσουν πόλεμον εναντίον των Ισραηλιτών. 1 Ο δὲ Ὀλοφέρνης διέταξε τὴν ἑπομένην ἡμέραν ὅλην τὴν στρατιάν του καὶ ὅλον τὸν λαόν του, ὁ ὁποῖος εἶχε προστεθῇ εἰς τὴν δύναμίν του ὡς σύμμαχός του, νὰ ξεκινήσουν καὶ νὰ ἐπιτεθοῦν ἐναντίον τῆς Βαιτυλούας. Ἡ διαταγὴ ὥριζε νὰ καταλάβουν κατ’ ἀρχὰς τὰς ὀρεινὰς προσβάσεις τῆς περιοχῆς καὶ ἐν συνεχείᾳ νὰ συμπλακοῦν μὲ τοὺς Ἰσραηλίτας.
2 καὶ ἀνέζευξεν ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ πᾶς ἀνὴρ δυνατὸς αὐτῶν· καὶ ἡ δύναμις αὐτῶν ἀνδρῶν πολεμιστῶν χιλιάδες ἀνδρῶν πεζῶν ἑκατὸν ἑβδομήκοντα καὶ ἱππέων χιλιάδες δεκαδύο, χωρὶς τῆς ἀποσκευῆς καὶ τῶν ἀνδρῶν, οἳ ἦσαν πεζοὶ ἐν αὐτοῖς, πλῆθος πολὺ σφόδρα. 2 Κατά την ημέραν εκείνην εξεκίνησαν δια τον πόλεμον όλοι οι ισχυροί άνδρες. Η δύναμις των πολεμιστών ανδρών ήτο εκατόν εβδομήκοντα χιλιάδες πεζοί και δώδεκα χιλιάδες ιππείς, εκτός από τα μεταγωγικά και από τους άλλους πεζοπόρους, που τους ακολουθούσαν και οι οποίοι ήσαν πάρα πολλοί. 2 Καὶ πράγματι κατὰ τὴν ἰδίαν ἐκείνην ἡμέραν ἐξεκίνησαν ἐναντίον τῆς Βαιτυλούας ὅλοι οἱ ἰσχυροὶ ἄνδρες τῆς στρατιᾶς τῶν Ἀσσυρίων. Ἡ δύναμις τῶν πολεμιστῶν αὐτῶν ἀνδρῶν τοῦ ἐχθροῦ ἀνήρχετο εἰς ἑκατὸν ἑβδομῆντα χιλιάδες πεζοὺς καὶ δώδεκα χιλιάδες ἱππεῖς, χωρὶς νὰ ὑπολογίζωνται εἰς τοὺς ἀριθμοὺς αὐτοὺς ὅσοι μετέφεραν τὰς ἀποσκευὰς καὶ οἱ ἄλλοι πεζοπόροι ἄνδρες, τὰ μεταγωγικὰ τμήματα, ποὺ τοὺς συνώδευαν καὶ οἱ ὁποῖοι ἦσαν πολυάριθμοι.
3 καὶ παρενέβαλον ἐν τῷ αὐλῶνι πλησίον Βαιτυλούα ἐπὶ τῆς πηγῆς καὶ παρέτειναν εἰς εὖρος ἐπὶ Δωθαΐμ καὶ ἕως Βελβαὶμ καὶ εἰς μῆκος ἀπὸ Βαιτυλούα ἕως Κυαμῶνος, ἥ ἐστιν ἀπέναντι ᾿Εσδρηλών. 3 Ολοι αυτοί εστρατοπέδευσαν εις την κοιλάδα πλησίον της Βαιτυούλα η οποία ευρίσκετο κοντά εις μίαν πηγήν. Εξετείνοντο δε κατά πλάτος μέχρι της Δωθαΐμ και Βελβαίμ, κατά μήκος δε από την Βαιτυλούα μέχρι της Κυαμώνος, η οποία ευρίσκεται απέναντι της Εσδρηλών. 3 Ἐστρατοπέδευσαν δὲ ὅλοι αὐτοὶ εἰς τὴν κοιλάδα, ποὺ εὑρίσκετο κοντὰ εἰς τὴν Βαιτυλούαν, παραπλεύρως τῆς πηγῆς. Καὶ ἀνέπτυξαν τὰς δυνάμεις των εἰς πλάτος πρὸς τὴν Δωθαΐμ καὶ ἕως τὴν Βελβαὶμ καὶ εἰς μῆκος ἀπὸ τὴν Βαιτυλούαν ἕως τὴν Κυαμώνα, ποὺ εὑρίσκετο ἀπέναντι ἀπὸ τὴν Ἐσδρηλών.
4 οἱ δὲ υἱοὶ ᾿Ισραήλ, ὡς εἶδον αὐτῶν τὸ πλῆθος, ἐταράχθησαν σφόδρα καὶ εἶπεν ἕκαστος πρὸς τὸν πλησίον αὐτοῦ· νῦν ἐκλείξουσιν οὖτοι τὸ πρόσωπον τῆς γῆς πάσης, καὶ οὔτε τὰ ὄρη τὰ ὑψηλὰ οὔτε αἱ φάραγγες οὔτε οἱ βουνοὶ ὑποστήσονται τὸ βάρος αὐτῶν. 4 Οι Ισραηλίται, όταν είδαν το μεγάλο πλήθος των εχθρών, εταράχθησαν πάρα πολύ και είπεν ο ένας προς τον άλλον· “αυτοί με το πλήθος του στρατού των θα γλύψουν και την επιφάνειαν της χώρας. Ούτε τα υψηλά όρη, ούτε οι φάραγγες, ούτε τα βουνά θα ημπορέσουν να άνθεξουν στο βάρος των”. 4 Μόλις εἶδαν οἱ Ἰσραηλῖται τὸ πλῆθος αὐτὸ τῶν Ἀσσυρίων, ἐτρόμαξαν πολὺ καὶ εἶπε καθένας πρὸς τὸν πλησίον του: Ὅπως φαίνεται, αὐτοὶ εἶναι ἕτοιμοι νὰ γλείψουν καὶ νὰ καταφάγουν τώρα τὴν ἐπιφάνειαν ὅλης τῆς γῆς μας. Οὔτε δὲ τὰ ὑψηλὰ βουνά μας, οὔτε τὰ φαράγγια, οὔτε οἱ λόφοι μας δὲν θὰ ἠμπορέσουν νὰ ἀντέξουν τὸ βάρος τῆς δυνάμεως των. Θὰ μᾶς ἐξοντώσουν ὅλους!
5 καὶ ἀναλαβόντες ἕκαστος τὰ σκεύη τὰ πολεμικὰ αὐτῶν καὶ ἀνακαύσαντες πυρὰς ἐπὶ τοὺς πύργους αὐτῶν, ἔμενον φυλάσσοντες ὅλην τὴν νύκτα ἐκείνην. 5 Εν τούτοις επήρεν ο καθένας από αυτούς τα πολεμικά του όπλα, ήναψαν πυράς επάνω στους πύργους των τειχών και παρέμειναν όλην εκείνην την νύκτα φρουρούντες και έτοιμοι εις πόλεμον. 5 Καὶ ἀφοῦ ἐπῆραν καθένας τὰς πολεμικάς του ἀποσκευάς, ἄναψαν φωτιὲς εἰς τοὺς πύργους των καὶ ἔμειναν ἐκεῖ καὶ ἐφύλασσαν τὴν πόλιν των καθ’ ὅλην ἐκείνην τὴν νύκτα.
6 τῇ δὲ ἡμέρᾳ τῇ δευτέρᾳ ἐξήγαγεν ᾿Ολοφέρνης πᾶσαν τὴν ἵππον αὐτοῦ κατὰ πρόσωπον τῶν υἱῶν ᾿Ισραήλ, οἳ ἦσαν ἐν Βαιτυλούᾳ, 6 Κατά την δευτέραν ημέραν ο Ολοφέρνης έβγαλε και ωδήγησεν όλον το ιππικόν του εναντίον των Ισραηλιτών, οι οποίοι ευρίσκοντο εις την Βαιτυλούα. 6 Κατὰ δὲ τὴν ἑπομένην ἡμέραν ὁ Ὀλοφέρνης ἔβγαλαν ὅλον τὸ ἱππικόν του καὶ τὸ παρέταξεν ἐναντίον τῶν Ἰσραηλιτῶν, οἱ ὁποῖοι διέμεναν εἰς τὴν Βαιτυλούαν.
7 καὶ ἐπεσκέψατο τὰς ἀναβάσεις τῆς πόλεως αὐτῶν καὶ τὰς πηγὰς τῶν ὑδάτων αὐτῶν ἐφώδευσε καὶ προκατελάβετο αὐτὰς καὶ ἐπέστησεν αὐταῖς παρεμβολὰς ἀνδρῶν πολεμιστῶν, καὶ αὐτὸς ἀνέζευξεν εἰς τὸν λαὸν αὐτοῦ. 7 Ηρεύνησε και έμαθε, ποίαι είναι αι διαβάσεις προς την πόλιν, όπως επίσης ανεζήτησε και εύρε τας πηγάς των υδάτων αυτής και τας κατέλαβεν. Ετοποθέτησε κατόπιν φρουράς ανδρών πολεμιστών και αυτός επέστρεψεν στο στρατόπεδόν του. 7 Ἦλθε δὲ ὁ ἴδιος ἐπὶ τόπου καὶ εἶδε τὰ σημεῖα ἀναβάσεως πρὸς τὴν πόλιν τῶν Ἰσραηλιτῶν. Εὐρῆκεν ἐπίσης καὶ τὰς πηγάς, ἀπὸ ὅπου ὑδρεύετο ἡ πόλις, καὶ τὰς κατέλαβε. Καὶ ἀφοῦ ἐτοποθέτησεν εἰς αὐτὰς στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα ἀνδρῶν του, ἐπέστρεψεν εἰς τὸ στρατόπεδον, ὅπου εὑρίσκετο τὸ κύριον σῶμα τῆς στρατιᾶς του.
8 καὶ προσελθόντες αὐτῷ οἱ ἄρχοντες τῶν υἱῶν ῾Ησαῦ καὶ πάντες οἱ ἡγούμενοι τοῦ λαοῦ Μωὰβ καὶ οἱ στρατηγοὶ τῆς παραλίας εἶπαν· 8 Προσήλθον τότε εις αυτόν οι αρχηγοί των υιών Ησαύ, των Ιδουμαίων, και όλοι οι αρχηγοί του λαού των Μωαβιτών και οι στρατηγοί των παραλίων χωρών και του είπαν· 8 Μόλις δὲ ἔφθασεν εἰς τὴν σκηνήν του, τὸν ἐπλησίασαν οἱ ἄρχοντες τῶν ἀπογόνων τοῦ Ἡσαῦ, δηλαδὴ τῶν Ἰδουμαίων, καὶ ὅλοι οἰ ἀρχηγοὶ τοῦ στρατοῦ τῶν Μωαβιτῶν, καθὼς καὶ οἱ στρατηγοὶ τῶν παραλιακῶν περιοχῶν, Φοίνικες δηλαδὴ καὶ Φιλισταίοι, καὶ τοῦ εἶπαν:
9 ἀκουσάτω δὴ λόγον ὁ δεσπότης ἡμῶν, ἵνα μὴ γένηται θραῦσμα ἐν τῇ δυνάμει σου· 9 “ας ακούση ο δεσπότης μας ένα λόγον από ημάς, δια να μη συμβή θραύσις εις την στρατιωτικήν του δύναμιν. 9 Ἄκουσε, κύριέ μας, αὐτά, ποὺ ἔχομεν σκεφθῆ, διὰ νὰ μὴ γίνῃ καμμία θραῦσις καὶ φθορὰ εἰς τὴν στρατιάν σου.
10 ὁ γὰρ λαὸς οὗτος τῶν υἱῶν ᾿Ισραὴλ οὐ πέποιθαν ἐπὶ τοῖς δόρασιν αὐτῶν, ἀλλ᾿ ἐπὶ τοῖς ὕψεσι τῶν ὀρέων αὐτῶν, ἐν οἷς αὐτοὶ ἐνοικοῦσιν ἐν αὐτοῖς· οὐ γάρ ἐστιν εὐχερὲς προσβῆναι ταῖς κορυφαῖς τῶν ὀρέων αὐτῶν. 10 Ο λαός αυτών των Ισραηλιτών δεν έχει πεποίθησιν εις τα δόρατά του, εις την στρατιωτικήν του δύναμιν, αλλά στο ύψος των ορέων, όπου αυτοί κατοικούν, διότι δεν είναι εύκολον να αναβή κανείς εις τας κορυφάς των ορέων αυτών. 10 Τὰ λέγομεν αὐτά, διότι ὁ λαὸς αὐτὸς τῶν Ἰσραηλιτῶν δὲν ἐμπιστεύεται εἰς τὰ δόρατα τῶν πολεμιστῶν του, ἀλλ’ εἰς τὰς ὑψηλὰς κορυφὰς τῶν βουνῶν των, εἰς τὰ ὁποῖα κατοικοῦν οἱ ἄνθρωποι αὐτοί. Καὶ εἶδες ἀσφαλῶς ὅτι δὲν εἶναι εὔκολον νὰ ἀνεβῇ κανεὶς εἰς τὰς κορυφὰς αὐτὰς τῶν βουνῶν των.
11 καὶ νῦν, δέσποτα, μὴ πολέμει πρὸς αὐτούς, καθὼς γίνεται πόλεμος παρατάξεως, καὶ οὐ πεσεῖται ἐκ τοῦ λαοῦ σου ἀνὴρ εἷς. 11 Λοιπόν, δέσποτα, να μη πολεμήσης εναντίον αυτών, όπως συνήθως γίνεται ο πόλεμος κατά παράταξιν, δια να μη φονευθή κανένας στρατιώτης από την δύναμίν σου. 11 Δι’ αὐτὸ λοιπόν, κύριέ μας, μὴ ἀνοίγῃς πόλεμον μὲ αὐτούς, μὲ τὸν ἴδιον τρόπον ποὺ πολεμοῦν δύο ἐχθροί, ποὺ παρατάσσονται ἀντιμέτωποι ὁ ἕνας πρὸς τὸν ἄλλον. Ἐὰν προσέξῃς αὐτὸ ποὺ σοῦ λέγομεν, δὲν θὰ πέσῃ νεκρὸς κανεὶς ἄνδρας ἀπὸ τὸν στρατόν σου,
12 ἀνάμεινον ἐπὶ τῆς παρεμβολῆς σου διαφυλάσσων πάντα ἄνδρα ἐκ τῆς δυνάμεώς σου, καὶ ἐπικρατησάτωσαν οἱ παῖδές σου τῆς πηγῆς τοῦ ὕδατος, ἣ ἐκπορεύεται ἐκ τῆς ρίζης τοῦ ὄρους, 12 Μείνε στο στρατόπεδόν σου, προφύλαξε από κάθε φθοράν τους άνδρας της στρατιωτικής σου δυνάμεως και ας βαδίσουν μερικοί από τους άνδρας σου, δια να καταλάβουν την πηγήν του ύδατος, η οποία αναβλύζει από τους πρόποδας του όρους. 12 Μεῖνε εἰς τὸ στρατόπεδόν σου καὶ πρόσεχε ὅλους τοὺς ἄνδρας τῆς στρατιᾶς σου. Εἰς τὸ διάστημα αὐτὸ οἱ δοῦλοι σου ἂς καταλάβουν καὶ ἂς δεσμεύσουν τὴν πηγὴν τοῦ ὕδατος, ποὺ πηγάζει ἀπὸ τοὺς πρόποδας τοῦ βουνοῦ.
13 διότι ἐκεῖθεν ὑδρεύονται πάντες οἱ κατοικοῦντες Βαιτυλούα, καὶ ἀνελεῖ αὐτοὺς ἡ δίψα, καὶ ἐκδώσουσι τὴν πόλιν ἑαυτῶν· καὶ ἡμεῖς καὶ ὁ λαὸς ἡμῶν ἀναβησόμεθα ἐπὶ τὰς πλησίον κορυφὰς τῶν ὀρέων καὶ παρεμβαλοῦμεν ἐπ᾿ αὐταῖς εἰς προφυλακὴν τοῦ μὴ ἐξελθεῖν ἐκ τῆς πόλεως ἄνδρα ἕνα. 13 Διότι από εκεί υδρεύονται όλοι οι κάτοικοι της Βαιτυλούα. Εάν τους κόψωμεν το ύδωρ, η δίψα θα καταστρέψη τους Ισραηλίτας της Βαιτυλούα, και αυτοί θα παραδώσουν την πόλιν των. Ημείς δε και ο στρατός μας θα ανέλθωμεν εις τας πλησίον κορυφάς των ορέων, θα κατασκηνώσωμεν επάνω εις αυτάς ως προφυλακή, δια να μη εξέλθη από την πόλιν ούτε ένας ανήρ. 13 Ἐπειδὴ δὲ παίρνουν καὶ πίνουν νερὸ ἀπὸ τὴν πηγὴν αὐτὴν ὅλοι οἰ κάτοικοι τῆς Βαιτυλούας, θὰ ταλαιπωρηθοῦν πολὺ ἀπὸ τὴν δίψαν καὶ θὰ ἀναγκασθοῦν νὰ παραδώσουν τὴν πόλιν των. Συγχρόνως δὲ ἐμεῖς καὶ ὁ στρατός μας θὰ ἀνεβῶμεν εἰς τὰς γειτονικὰς κορυφὰς τῶν βουνῶν καὶ θὰ στρατοπεδεύσωμεν εἰς αὐτὰς ὡς προφυλακή, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ ἠμπορῇ νὰ βγῇ ἀπὸ τὴν πόλιν κανεὶς Ἰσραηλίτης.
14 καὶ τακήσονται ἐν τῷ λιμῷ αὐτοὶ καὶ αἱ γυναῖκες αὐτῶν καὶ τὰ τέκνα αὐτῶν, καὶ πρὶν ἐλθεῖν τὴν ρομφαίαν ἐπ᾿ αὐτούς, καταστρωθήσονται ἐν ταῖς πλατείαις τῆς οἰκήσεως αὐτῶν. 14 Οι κάτοικοι της πόλεως και αι γυναίκες αυτών και τα παιδιά αυτών θα λυώνουν από τον λιμόν και την δίψαν, και πριν επέλθη εναντίον των η ρομφαία, θα έχουν στρωθή νεκροί στους δρόμους της πόλεως των. 14 Ἔτσι θὰ λειώσουν ἀπὸ τὴν πεῖναν καὶ δίψαν οἱ ἴδιοι καὶ οἱ γυναῖκες των καὶ τὰ παιδιά των. Καὶ πρὶν ἐπιτεθοῦν ἐναντίον των οἱ στρατιῶται μας μὲ τὰς ρομφαίας των, αὐτοὶ θὰ πέσουν κατὰ γῆς νεκροὶ εἰς τὰς πλατείας τῆς πόλεως των.
15 καὶ ἀνταποδώσεις αὐτοῖς ἀνταπόδομα πονηρόν, ἀνθ᾿ ὧν ἐστασίασαν, καὶ οὐκ ἀπήντησαν τῷ προσώπῳ σου ἐν εἰρήνῃ. 15 Ετσι δε θα τους εκδικηθής κατά τον πλέον σκληρόν τρόπον, διότι εστασίασαν εναντίον σου και δεν εξήλθον ειρηνικώς να σε υποδεχθούν”. 15 Μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν θὰ τοὺς ἐκδικηθῇς καὶ θὰ πληρώσουν σκληρὰ τὴν ἀνταρσίαν των ἐναντίον σου καὶ τὴν ἀπόφασίν των νὰ μὴ σὲ ὑποδεχθοῦν εἰρηνικῶς.
16 καὶ ἤρεσαν οἱ λόγοι αὐτῶν ἐνώπιον ᾿Ολοφέρνου καὶ ἐνώπιον πάντων τῶν θεραπόντων αὐτοῦ, καὶ συνέταξαν ποιεῖν καθὼς ἐλάλησαν. 16 Οι λόγοι αυτοί ήρεσαν στον Ολοφέρνην και εις όλους τους αυλικούς του και απεφάσισαν να πράξουν, όπως εκείνοι τους είχον είπει. 16 Τὰ λόγια των αὐτὰ ἔγιναν δεκτὰ μὲ ἰδιαιτέραν εὐχαρίστησιν ἀπὸ τὸν Ὀλοφέρνην καὶ ὅλους τοὺς ἐπιτελεῖς του καὶ ἀπεφάσισαν νὰ ἐνεργήσουν, ὅπως τοὺς συνεβούλευσαν ἐκεῖνοι.
17 καὶ ἀπῇρε παρεμβολὴ υἱῶν ᾿Αμμὼν καὶ μετ᾿ αὐτῶν χιλιάδες πέντε υἱῶν ᾿Ασσοὺρ καὶ παρενέβαλον ἐν τῷ αὐλῶνι καὶ προκατελάβοντο τὰ ὕδατα καὶ τὰς πηγὰς τῶν ὑδάτων τῶν υἱῶν ᾿Ισραήλ. 17 Ανεχώρησε, λοιπόν, στρατός των Αμμωνιτών, μαζή με αυτούς και πέντε χιλιάδες εκ των Ασσυρίων, εστρατοπέδευσαν εις την κοιλάδα και κατέλαβον τα ύδατα και τας πηγάς των υδάτων των Ισραηλιτών. 17 Ἐσηκώθη λοιπὸν ἀμέσως ἕνα ἀπόσπασμα τοῦ στρατοῦ τῶν Ἀμμωνιτῶν καὶ μαζί των πέντε χιλιάδες Ἀσσύριοι καὶ ἐστρατοπέδευσαν εἰς τὴν κοιλάδα. Καὶ ἐντὸς ὀλίγου κατέλαβαν τοὺς χώρους, ἀπὸ ὅπου ὑδρεύοντο οἱ Ἰσραηλῖται, καθὼς καὶ τὰς ἄλλας πηγὰς τῶν ὑδάτων.
18 καὶ ἀνέβησαν υἱοὶ ῾Ησαῦ καὶ οἱ υἱοὶ ᾿Αμμὼν καὶ παρενέβαλον ἐν τῇ ὀρεινῇ ἀπέναντι Δωθαΐμ. καὶ ἀπέστειλαν ἐξ αὐτῶν πρὸς νότον καὶ ἀπηλιώτην ἀπέναντι ᾿Εγρεβήλ, ἥ ἐστι πλησίον Χούς, ἥ ἐστιν ἐπὶ τοῦ χειμάρρου Μοχμούρ. καὶ ἡ λοιπὴ στρατιὰ τῶν ᾿Ασσυρίων παρενέβαλον ἐν τῷ πεδίῳ καὶ ἐκάλυψαν πᾶν τὸ πρόσωπον τῆς γῆς· καὶ αἱ σκηναὶ καὶ αἱ ἀπαρτίαι αὐτῶν κατεστρατοπέδευσαν ἐν ὄχλῳ πολλῷ καὶ ἦσαν εἰς πλῆθος πολὺ σφόδρα. 18 Επίσης μαζή με αυτούς συνεξεστράτευσαν οι Ιδουμαίοι και οι Αμμωνίται και εστρατοπέδευσαν εις την ορεινήν θέσιν απέναντι της Δωθαΐμ. Ενα άλλο τμήμα από αυτούς το απέστειλαν προς νότον και προς ανατολάς, απέναντι της Εγρεβήλ, η οποία ευρίσκεται πλησίον της Χούς, η οποία πάλιν είναι κοντά στον χείμαρρον τον Μοχμούρ. Η υπόλοιπος στρατιά των Ασσυρίων εστρατοπέδευσαν εις την πεδιάδα και εσκέπασαν όλην την επιφάνειαν της χώρας. Αι σκηναί και αι αποσκευαί αυτών είχαν εγκατασταθή πολυάριθμοι, και το πολύ μεγάλο το πλήθος. 18 Ἐν συνεχείᾳ οἱ Ἰδουμαῖοι καὶ οἱ Ἀμμωνῖται ἀνέβηκαν εἰς τὰ ὑψώματα καὶ ἐστρατοπέδευσαν εἰς τὴν ὀρεινὴν περιοχήν, ἀπέναντι ἀπὸ τὴν Δωθαΐμ. Ἔστειλαν δὲ ἕνα τμῆμα των νὰ καταλάβῃ θέσεις πρὸς νότον καὶ πρὸς ἀνατολάς, ἀπέναντι ἀπὸ τὴν Ἐγρεβήλ, ποὺ εὑρίσκετο κοντὰ εἰς τὴν Χοῦς, ἡ ὁποία ἔκειτο παραπλεύρως τοῦ χειμάρρου Μοχμούρ. Ὁ δὲ ὑπόλοιπος στρατὸς τῶν Ἀσσυρίων ἐστρατοπέδευσεν εἰς τὴν πεδιάδα καὶ ἐκάλυψαν ὅλην τὴν ἐπιφάνειαν τῆς περιοχῆς ἐκείνης. Μαζί των ἐστρατοπέδευσαν καὶ ὄχλοι πολλοί, ποὺ ἐφρόντιζαν διὰ τὰς σκηνὰς καὶ τὰς ἀποσκευάς των. Ὅλοι αὐτοὶ ἀποτελοῦσαν ἕνα πολυάριθμον πλῆθος.
19 Καὶ οἱ υἱοὶ ᾿Ισραὴλ ἀνεβόησαν πρὸς Κύριον Θεὸν αὐτῶν, ὅτι ὠλιγοψύχησε τὸ πνεῦμα αὐτῶν, ὅτι ἐκύκλωσαν πάντες οἱ ἐχθροὶ αὐτῶν καὶ οὐκ ἦν διαφυγεῖν ἐκ μέσου αὐτῶν. 19 Οι Ισραηλίται, όταν είδαν ότι είναι περικυκλωμένοι ολόγυρα από όλους τους εχθρούς των, και δεν είναι δυνατόν να διαφύγουν από τα χέρια αυτών, έκραξαν προς τον Κυριον των, διότι ωλιγόψυχησαν. 19 Ὅταν εἶδαν οἱ Ἰσραηλῖται τὰς κυκλωτικὰς αὐτὰς κινήσεις ὅλων τῶν ἐχθρῶν των καὶ ἀντελήφθησαν ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ξεφύγουν μέσα ἀπὸ τὰ χέρια των, ἔχασαν τὸ θάρρος των καὶ ἄρχισαν νὰ κραυγάζουν πρὸς τὸν Κύριον καὶ Θεόν των.
20 καὶ ἔμεινε κύκλῳ αὐτῶν πᾶσα παρεμβολὴ ᾿Ασσούρ, οἱ πεζοὶ καὶ τὰ ἅρματα καὶ οἱ ἱππεῖς αὐτῶν, ἡμέρας τριακοντατέσσαρας. καὶ ἐξέλιπε πάντας τοὺς κατοικοῦντας Βαιτυλούα πάντα τὰ ἀγγεῖα αὐτῶν τῶν ὑδάτων, 20 Ολη η στρατιωτική δύναμις των εχθρών των, των Ασσυρίων, η οποία τους είχε περικυκλώσει, οι πεζοί, τα πολεμικά άρματα και οι ιππείς των, έμειναν γύρω από αυτούς τριάκοντα τέσσαρας ημέρας. Οπότε έλειψαν όλαι αι προμήθειαι του ύδατος, όσαι υπήρχον εις τα διάφορα δοχεία, από όλους τους κατοίκους της Βαιτυλούα. 20 Ἡ πολιορκία τῆς πόλεως των ἀπὸ ὅλην τὴν στρατιὰν τῶν Ἀσσυρίων, τοὺς πεζούς, τὰ ἅρματα καὶ τοὺς ἱππεῖς των, διαρκοῦσε ἤδη ἐπὶ τριάντα τέσσερις ἡμέρας. Ἔτσι εἶχαν ἀδειάσει πλέον ὅλα τὰ δοχεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα εἶχαν μαζεύσει νερὸ ὅλοι οἱ κάτοικοι τῆς Βαιτυλούας.
21 καὶ οἱ λάκκοι ἐξεκενοῦντο, καὶ οὐκ εἶχον πιεῖν εἰς πλησμονὴν ὕδωρ ἡμέραν μίαν, ὅτι ἐν μέτρῳ ἐδίδοσαν αὐτοῖς πιεῖν. 21 Αι δεξαμεναί άδειασαν από το ύδωρ και δεν είχαν πλέον να πίνουν νερό, μέχρι να χορτάσουν ούτε δια μίαν ημέραν, διότι με το μέτρον έδιδον εις αυτούς να πίνουν. 21 Ἄδειασαν ἐπίσης καὶ αἱ δεξαμεναὶ τῆς πόλεως καὶ δὲν εἶχαν νερὸ διὰ νὰ ἰκανοποιήσουν τὴν δίψαν των οὔτε διὰ μίαν ἀκόμη ἡμέραν. Καὶ αὐτὸ ποὺ ἔπιναν, ἦτο ὀλιγοστόν, διότι τοὺς ἐδίδετο μὲ μέτρον.
22 καὶ ἠθύμησαν τὰ νήπια αὐτῶν, καὶ αἱ γυναῖκες αὐτῶν καὶ οἱ νεανίσκοι ἐξέλιπον ἀπὸ τῆς δίψης καὶ ἔπιπτον ἐν ταῖς πλατείαις τῆς πόλεως καὶ ἐν ταῖς διόδοις τῶν πυλῶν, καὶ οὐκ ἦν κραταίωσις ἔτι ἐν αὐτοῖς. 22 Τα νήπιά των παρέλυσαν από την δίψαν, όπως επίσης αι γυναίκες, οι δε νέοι εκ των Ισραηλιτών κατεξηντλημένοι από την δίψαν έπιπτον εις τας πλατείας της πόλεως και εις τας διόδους των πυλών. Δεν είχεν απολειφθή πλέον εις αυτούς καμμία δύναμις. 22 Λόγῳ αὐτῆς τῆς λειψυδρίας ἐταλαιπωρήθηκαν πολὺ τὰ νήπιά των, οἱ δὲ γυναῖκες των καὶ οἱ νέοι των ἑξαντλήθηκαν ἀπὸ τὴν δίψαν καὶ ἔπεφταν κατὰ γῆς εἰς τὰς πλατείας τῆς πόλεως καὶ εἰς τὰς διόδους τῶν πυλῶν. Δὲν εἶχαν πλέον μέσα των καμμίαν δύναμιν.
23 καὶ ἐπισυνήχθησαν πᾶς ὁ λαὸς ἐπὶ ᾿Οζίαν καὶ τοὺς ἄρχοντας τῆς πόλεως, οἱ νεανίσκοι καὶ αἱ γυναῖκες καὶ τὰ παιδία, καὶ ἀνεβόησαν φωνῇ μεγάλῃ καὶ εἶπαν ἐναντίον πάντων τῶν πρεσβυτέρων· 23 Τοτε συνεκεντρώθησαν εμπρός στον Οζίαν και στους άρχοντας της πόλεως όλοι οι Ισραηλίται, οι νέοι και αι γυναίκες και τα παιδιά, και με φωνήν μεγάλην ανέκραξαν και είπαν ενώπιον όλων των πρεσβυτέρων· 23 Ἐξ αἰτίας δὲ αὐτῆς τῆς μεγάλης δοκιμασίας ἐμαζεύθηκαν ὅλοι οἰ Ἰσραηλῖται καὶ ἐπῆγαν εἰς τὸν Ὀζίαν καὶ τοὺς ἄλλους ἄρχοντας τῆς πόλεως καὶ ὅλοι μαζί, νέοι, γυναῖκες καὶ παιδιά, ἐφώναξαν μὲ μεγάλην φωνὴν καὶ εἶπαν πρὸς ὅλους τοὺς προεστούς:
24 κρίναι ὁ Θεὸς ἀνὰ μέσον ἡμῶν καὶ ὑμῶν, ὅτι ἐποιήσατε ἐν ἡμῖν ἀδικίαν μεγάλην οὐ λαλήσαντες εἰρηνικὰ μετὰ τῶν υἱῶν ᾿Ασσούρ. 24 “ας κρίνη και ας δικάση ο Θευς μεταξύ ημών και υμών, διότι σεις διεπράξατε εναντίον μας αυτό το μεγάλο αδίκημα και δεν ηθελήσατε να στείλετε ειρηνικάς προτάσεις στους Ασσυρίους. 24 Εἴθε νὰ κρίνῃ ὁ Θεὸς μεταξὺ ἠμῶν καὶ ὑμῶν! Διεπράξατε μεγάλην ἀδικίαν εἰς βάρος μας, μὲ τὸ ὅτι ἐπήρατε τὴν ἀπόφασιν νὰ μὴ ὑποδεχθῆτε εἰρηνικῶς τοὺς Ἀσσυρίους!
25 καὶ νῦν οὐκ ἔστι βοηθὸς ἡμῶν, ἀλλὰ πέπρακεν ἡμᾶς ὁ Θεὸς εἰς τὰς χεῖρας αὐτῶν τοῦ καταστρωθῆναι ἐναντίον αὐτῶν ἐν δίψῃ καὶ ἀπωλείᾳ μεγάλῃ. 25 Και τώρα δεν υπάρχει κανένας, που να ημπορή να μας βοηθήση. Αλλά και ο Θεός φαίνεται ότι μας έχει πωλήσει εις τα χέρια αυτών, δια να στρωθώμεν νεκροί ενώπιόν των από την δίψαν. Και έτσι η καταστροφή μας θα έλθη τρομακτική. 25 Καὶ τώρα πλέον δὲν ὑπάρχει κανεὶς νὰ μᾶς βοηθήσῃ! Ἀκόμη καὶ ὁ Θεὸς μᾶς ἐπώλησε καὶ μᾶς ἄφησεν εἰς τὰ χέρια των, διὰ νὰ πέσωμεν κατὰ γῆς ἐμπρός των ἑξαντλημένοι ἀπὸ τὴν δίψαν καὶ νὰ πάθωμεν μεγάλην καταστροφήν!
26 καὶ νῦν ἐπικαλέσασθε αὐτοὺς καὶ ἔκδοσθε τὴν πόλιν πᾶσαν εἰς προνομὴν τῷ λαῷ ᾿Ολοφέρνου καὶ πάσῃ τῇ δυνάμει αὐτοῦ· 26 Τωρα, λοιπόν, προσκαλέσατε αυτούς και παραδώσατε την πόλιν προς λεηλασίαν στον λαόν του Ολοφέρνου και εις όλην την στρατιωτικήν του δύναμιν. 26 Τώρα λοιπὸν καλέσατέ τους καὶ παραδώσατε ὅλην τὴν πόλιν ὡς λάφυρον εἰς τὸν στρατὸν τοῦ Ὀλοφέρνους καὶ εἰς ὅλην τὴν πολεμικὴν δύναμίν του.
27 κρεῖσσον γὰρ ἡμῖν γενηθῆναι αὐτοῖς εἰς διαρπαγήν, ἐσόμεθα γὰρ εἰς δούλους, καὶ ζήσεται ἡ ψυχὴ ἡμῶν, καὶ οὐκ ὀψόμεθα τὸν θάνατον τῶν νηπίων ἡμῶν ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν καὶ τὰς γυναῖκας καὶ τὰ τέκνα ἡμῶν ἐκλειπούσας τὰς ψυχὰς αὐτῶν. 27 Διότι είναι προτιμότερον να παραδοθώμεν εις την λεηλασίαν εκείνων και να γίνωμεν δολοι των και να ζήσωμεν, παρά να ίδωμεν να πεθαίνουν εμπρός εις τα μάτια μας τα νήπιά μας και να σβήνουν αι γυναίκες και τα τέκνα μας. 27 Διότι μᾶς εἶναι προτιμότερον νὰ μᾶς ἀρπάξουν αὐτοὶ σὰν λάφυρα. Ἔτσι θὰ γίνωμεν βεβαίως δοῦλοι των, ἀλλ' ὅμως θὰ ζήσωμεν, ἔστω σὰν σκλάβοι, καὶ δὲν θὰ βλέπωμεν νὰ πεθαίνουν ἐμπρὸς εἰς τὰ μάτια μας ἑξαντλημένα τὰ νήπιά μας, οἱ γυναῖκες καὶ τὰ παιδιά μας.
28 μαρτυρόμεθα ὑμῖν τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν καὶ τὸν Θεὸν ἡμῶν καὶ Κύριον τῶν πατέρων ἡμῶν, ὃς ἐκδικεῖ ἡμᾶς κατὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν καὶ κατὰ τὰ ἁμαρτήματα τῶν πατέρων ἡμῶν, ἵνα μὴ ποιήσῃ κατὰ τὰ ρήματα ταῦτα ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῇ σήμερον. 28 Σας εξορκίζομεν ενώπιον του ουρανού και της γης, ενώπιον του Θεού ημών και Κυρίου των πατέρων μας, ο οποίος μας τιμωρεί εξ αιτίας των αμαρτιών μας και εξ αιτίας των αμαρτιών των πατέρων μας, να ενεργήσετε, όπως σας είπομεν, δια να μη επιτρέψη ο Θεός και επιπέσουν επάνω μας αυταί αι συμφοραί κατά την σημερινήν ημέραν”. 28 Σᾶς ἐξορκίζομεν ἐνώπιον τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς καὶ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ μας καὶ Κυρίου τῶν πατέρων μας, ὁ Ὁποῖος μᾶς τιμωρεῖ ἀσφαλῶς διὰ τὰς ἁμαρτίας μας καὶ διὰ τὰς παρανομίας τῶν πατέρων μας. Ζητοῦμεν νὰ κάμετε αὐτό, ποὺ σᾶς λέγομεν, διὰ νὰ μὴ μᾶς ἀφήσῃ ὁ Θεὸς τελικῶς εἰς τὴν κατάστασιν ποὺ εὑρισκόμεθα καὶ χαθῶμεν κατὰ τὴν σημερινὴν ἡμέραν.
29 καὶ ἐγένετο κλαυθμὸς μέγας ἐν μέσῳ τῆς ἐκκλησίας πάντων ὁμοθυμαδὸν καὶ ἐβόησαν πρὸς Κύριον τὸν Θεὸν φωνῇ μεγάλῃ. 29 Εγινε δε μεγάλος θρήνος και κλαυθμός όλων, ως εάν όλοι είχαν μίαν ψυχήν, και ανεβόησαν με φωνήν μεγάλην προς τον Κυριον τον Θεόν. 29 Καὶ ἔγινε μέγας θρῆνος καὶ κοπετὸς ἀπὸ ὅλους μαζὶ τοὺς Ἰσραηλίτας, ποὺ εἶχαν συναχθῆ ἐκεῖ· καὶ ἐκραύγασαν μὲ μεγάλην φωνὴν καὶ μίαν ψυχὴν πρὸς τὸν Κύριον καὶ Θεόν των.
30 καὶ εἶπε πρὸς αὐτοὺς ᾿Οζίας· θαρσεῖτε, ἀδελφοί, διακαρτερήσωμεν ἔτι πέντε ἡμέρας, ἐν αἷς ἐπιστρέψει Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν τὸ ἔλεος αὐτοῦ ἐφ᾿ ἡμᾶς, οὐ γὰρ ἐγκαταλείψει ἡμᾶς εἰς τέλος· 30 Ο Οζίας είπε τότε προς αυτούς· “Αδελφοί, πάρετε θάρρος, ας καρτερήσωμεν πέντε ακόμη ημέρας, κατά τας οποίας θα επιστρέψη προς ημάς ο Κυριος και Θεός μας με το μέγα του έλεος. Ο Θεός δεν θα μας εγκαταλείψη τελικώς. 30 Εἶπε δὲ πρὸς αὐτοὺς ὁ ἄρχων Ὀζίας: Θάρρος, ἀδελφοί! Ἂς ὑπομείνωμεν ἀκόμη πέντε ἡμέρας καὶ ὁπωσδήποτε ὁ Κύριος καὶ Θεός μας θὰ στρέψῃ τὸ ἔλεος Του ἐπάνω μας, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ μᾶς ἀφήσῃ τελικῶς ἀβοηθήτους.
31 ἐὰν δὲ διέλθωσιν αὗται καὶ μὴ ἔλθῃ ἐφ᾿ ἡμᾶς βοήθεια, ποιήσω κατὰ τὰ ρήματα ὑμῶν. καὶ ἐσκόρπισε τὸν λαὸν εἰς τὴν ἑαυτοῦ παρεμβολήν, καὶ ἐπὶ τὰ τείχη καὶ τοὺς πύργους τῆς πόλεως αὐτῶν ἀπῆλθον, καὶ τὰς γυναῖκας καὶ τὰ τέκνα εἰς τοὺς οἴκους αὐτῶν ἐξαπέστειλε· καὶ ἦσαν ἐν ταπεινώσει πολλῇ ἐν τῇ πόλει. 31 Εάν δε παρέλθουν αι πέντε αυταί ημέραι και δεν έλθη καμμία βοήθεια προς ημάς, εγώ θα πράξω σύμφωνα με την επιθυμίαν σας. Ετσι διέλυσε τον λαόν, ο οποίος επανήλθεν στο στρατόπεδόν του, δηλαδή εις τα τείχη και στους πύργους της πόλεως, τας δε γυναίκας και τα τέκνα των τα έστειλαν εις τα σπίτια των. Ηπλώθη δε εις όλην την πόλιν μεγάλη θλίψις και εξουθένωσις. 31 Ἐὰν ὅμως περάσῃ τὸ διάστημα τῶν πέντε ἡμερῶν, ποὺ σᾶς εἶπα, καὶ δὲν ἔλθῃ καμμία βοήθεια πρὸς ἐμᾶς, θὰ κάμω αὐτὸ ποὺ εἴπατε. Μὲ τὰ λόγια αὐτὰ ἔπεισε τὸν λαὸν καὶ τοὺς διεσκόρπισε, καθένα εἰς τὴν θέσιν του καὶ τὴν σκοπιάν του. Καὶ ἐπέστρεψαν ἔτσι εἰς τὰ τείχη καὶ τοὺς πύργους τῆς πόλεως. Ἔστειλεν ἐπίσης ὁ Ὀζίας εἰς τὰ σπίτια των καὶ τὰς γυναῖκας μὲ τὰ παιδιά των. Ὅλη δὲ ἡ πόλις εἶχε βυθισθῇ εἰς θλῖψιν μεγάλην καὶ συντριβήν.