Κυριακή, 26 Σεπτεμβρίου 2021
Ανατ: 07:17
Δύση: 19:17
Σελ. 20 ημ.
269-96
13ος χρόνος, 4971η ημέρα
Έκδοση: 4η

ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Δ' - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 16 (ΙϚ)


 
 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 ΕΝ ἔτει ἑπτακαιδεκάτῳ Φακεὲ υἱοῦ Ρομελίου ἐβασίλευσεν ῎Αχαζ υἱὸς ᾿Ιωάθαμ βασιλέως ᾿Ιούδα. 1 Κατά το δέκατον έβδομον έτος της βασιλείας του Φακεέ, υιού του Ρομελίου, έγινε βασιλεύς στο βασίλειον του Ιούδα ο Αχαζ, ο υιός του Ιωάθαμ. 1 Κατὰ τὸ δέκατον ἕβδομον ἔτος τῆς βασιλείας τοῦ Φακεέ, υἱοῦ τοῦ Ρομελία, βασιλιᾶ τοῦ Ἰσραήλ, ἀνέβη εἰς τὸν βασιλικὸν Θρόνον τοῦ βασιλείου τοῦ Ἰούδα ὁ Ἄχαζ, υἱὸς τοῦ Ἰωαθάμ, βασιλιᾶ τοῦ Ἰούδα.
2 υἱὸς εἴκοσιν ἐτῶν ἦν ῎Αχαζ ἐν τῷ βασιλεύειν αὐτὸν καὶ ἑκκαίδεκα ἔτη ἐβασίλευσεν ἐν ῾Ιερουσαλήμ. καὶ οὐκ ἐποίησε τὸ εὐθὲς ἐν ὀφθαλμοῖς Κυρίου Θεοῦ αὐτοῦ πιστῶς, ὡς Δαυὶδ ὁ πατὴρ αὐτοῦ 2 Ητο αυτός είκοσιν ετών, όταν ανήλθεν στον βασιλικόν θρόνον, και εβασίλευσεν επί δεκαέξ έτη εις την Ιερουσαλήμ. Αυτός όμως δεν έπραξε το ορθόν και το ευάρεστον ενώπιον Κυρίου του Θεού αυτού πιστώς, όπως είχε πράξει και ο προγονός του ο Δαυίδ. 2 Ὅταν ὁ Ἄχαζ ἀνέβη εἰς τὸν βασιλικὸν θρόνον, ἦταν εἴκοσι ἐτῶν, ἐβασίλευσε δὲ μὲ ἔδραν τὴν Ἱερουσαλὴμ ἐπὶ δεκαέξι χρόνια. Ὁ Ἄχαζ δὲν ἔζησε σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα καὶ τὶς ἐντολὲς τοῦ Κυρίου μὲ πιστότητα καὶ ἀφοσίωσιν, ὅπως ὁ Δαβίδ, ὁ προπάτοράς του.
3 καὶ ἐπορεύθη, ἐν ὁδῷ βασιλέων ᾿Ισραήλ, καί γε τὸν υἱὸν αὐτοῦ διῆγεν ἐν πυρὶ κατὰ τὰ βδελύγματα τῶν ἐθνῶν, ὧν ἐξῇρε Κύριος ἀπὸ προσώπου τῶν υἱῶν ᾿Ισραήλ, 3 Αλλά εβάδισε τον δρόμον της ασεβείας και αμαρτωλότητος των βασιλέων του Ισραήλ, αφού και αυτόν ακόμη τον υιόν του τον επέρασεν από την φωτιάν, σύμφωνα με τας αποκρουστικάς συνηθείας των ειδωλολατρικών εθνών, τα οποία είχε ξερριζώσει ο Κυριος εμπρός από τους Ισραηλίτας. 3 Ὁ Ἄχαζ ἔζησε κατὰ τὸ ἁμαρτωλὸν καὶ εἰδωλολατρικὸν παράδειγμα τῶν βασιλέων (τοῦ βασιλείου) τοῦ Ἰσραήλ. Ἔφθασε μάλιστα μέχρι τοῦ σημείου (κατ' ἄλλους νὰ περάσῃ ἀπὸ τὴν φωτιὰ τὸν υἱόν του διὰ νὰ τὸν ἑξαγνίσῃ· κατ' ἄλλους) νὰ θυσιάσῃ τὸν υἱόν του ὡς ὁλοκαύτωμα εἰς τὰ εἴδωλα, σύμφωνα μὲ τὴν σιχαμερὴ συνήθειαν τῶν εἰδωλολατρικῶν ἐθνῶν, τὰ ὁποῖα ἐξερρίζωσεν ὁ Κύριος, καθὼς οἱ Ἰσραηλῖται ἐπροχωροῦσαν καὶ ἐγκαθίσταντο εἰς τὴν Γῆν τῆς ἐπαγγελίας.
4 καὶ ἐθυσίαζε καὶ ἐθυμία ἐν τοῖς ὑψηλοῖς καὶ ἐπὶ τῶν βουνῶν καὶ ὑποκάτω παντὸς ξύλου ἀλσώδους. 4 Ετσι δε ο Ισραηλιτικός λαός προσέφερε θυσίας και θυμιάματα εις τους υψηλούς τόπους, στους λόφους και κάτω από κάθε δασικόν πυκνύφυλλον δένδρον. 4 Ἀκόμη ὁ Ἄχαζ συνέχιζε νὰ προσφέρῃ θυσίες καὶ θυμίαμα εἰς τὰ εἴδωλα, ποὺ εὑρίσκοντο εἰς τοὺς ὑψηλοὺς εἰδωλολατρικοὺς τόπους, εἰς λόφους καὶ κάτω ἀπὸ κάθε πυκνόφυλλον σκιερὸν δένδρον.
5 τότε ἀνέβη Ραασσὼν βασιλεὺς Συρίας καὶ Φακεὲ υἱὸς Ρομελίου βασιλεὺς ᾿Ισραὴλ εἰς ῾Ιερουσαλὴμ εἰς πόλεμον καὶ ἐπολιόρκουν ἐπὶ ῎Αχαζ καὶ οὐκ ἠδύναντο πολεμεῖν. 5 Τοτε ο Ραασσών, ο βασιλεύς της Συρίας, και ο Φακεέ, υιός του Ρομελίου, βασιλεύς του βασιλείου του Ισραήλ, εξεστράτευσαν εναντίον της Ιερουσαλήμ, δια να την πολεμήσουν και επολιόρκουν αυτήν και τον Αχαζ, που ευρίσκετο εντός αυτής. Αλλά δεν ηδυνήθησαν να επιτύχουν νίκην. 5 Τότε ὁ Ραασσών, βασιλιᾶς τῆς Συρίας, καὶ ὁ Φακεέ, υἱὸς τοῦ Ρομελία, βασιλιᾶς τοῦ βασιλείου τοῦ Ἰσραήλ, ἐπετέθησαν ἐναντίον τῆς Ἱερουσαλὴμ καὶ ἐπολιόρκησαν τὴν πόλιν, μέσα εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκετο ὁ Ἄχαζ, ἀλλὰ δὲν ἠμπόρεσαν νὰ νικήσουν τὸν Ἄχαζ.
6 ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἐπέστρεψε Ραασσὼν βασιλεὺς Συρίας τὴν Αἰλὰθ τῇ Συρίᾳ καὶ ἐξέβαλε τοὺς ᾿Ιουδαίους ἐξ Αἰλὰθ καὶ ᾿Ιδουμαῖοι ἦλθον εἰς Αἰλὰθ καὶ κατῴκησαν ἐκεῖ ἕως τῆς ἡμέρας ταύτης. 6 Κατά την εποχήν εκείνην ο Ραασσών, βασιλεύς της Συρίας, κατέκτησε και προσήρτησεν εις την Συρίαν την Αιλάθ και εξεδίωξε τους Ιουδαίους από την Αιλάθ. Κατόπιν δε οι Ιδουμαίοι, τη συγκαταθέσει του Ραασσών, ήλθον εις Αιλάθ και εγκατεστάθησαν εκεί μέχρις αυτής της ημέρας. 6 Τὴν ἰδίαν ἐκείνην ἐποχὴν ὁ Ραασσών, βασιλιᾶς τῆς Συρίας, κατέλαβε πάλιν τὴν Αἰλὰθ διὰ λογαριασμὸν τῆς Συρίας καὶ ἔδιωξε ἀπὸ αὐτὴν τοὺς Ἰουδαίους, ποὺ ἑκατοικοῦσαν ἐκεῖ. Παρέδωκε δὲ τὴν πόλιν εἰς τοὺς Ἰδουμαίους, οἱ ὁποῖοι ἦλθαν εἰς τὴν Αἰλὰθ καὶ ἐγκατεστάθησαν εἰς αὐτὴν μέχρι τῆς ἡμέρας, ποὺ γράφονται οἱ γραμμὲς αὐτές.
7 καὶ ἀπέστειλεν ῎Αχαζ ἀγγέλους πρὸς Θαγλαθφελλασὰρ βασιλέα ᾿Ασσυρίων λέγων· δοῦλός σου καὶ υἱός σου ἐγώ, ἀνάβηθι καὶ σῶσόν με ἐκ χειρὸς βασιλέως Συρίας καὶ ἐκ χειρὸς βασιλέως ᾿Ισραὴλ τῶν ἐπανισταμένων ἐπ᾿ ἐμέ. 7 Τοτε ο Αχαζ έστειλεν αγγελιαφόρους προς τον Θαγλαθφελλασάρ, βασιλέα των Ασσυρίων, και του είπεν· “εγώ είμαι δούλος σου και παιδί σου. Ελα και σώσε με από τα χέρια του βασιλέως της Συρίας και από τα χέρια του βασιλέως του βασιλείου των Ισραηλιτών, οι οποίοι έχουν επιτεθή εναντίον μου”. 7 Τότε ὁ Ἄχαζ, ποὺ ἐπολιορκεῖτο εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ, ἔστειλεν ἀγγελιαφόρους πρὸς τὸν Θαγλαθφελλασάρ, βασιλιᾶ τῶν Ἀσσυρίων, οἱ ὁποῖοι τοῦ μετέφεραν τὸ ἀκόλουθον μήνυμα: «Δοῦλος σου εἶμαι ἐγὼ καὶ υἱός σου. Ἔλα καὶ σῶσέ με ἀπὸ τὴν πολιορκίαν τοῦ βασιλιᾶ τῆς Συρίας καὶ τοῦ βασιλιᾶ του βασιλείου τοῦ Ἰσραήλ, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἐπιτεθῇ ἐναντίον μου».
8 καὶ ἔλαβεν ῎Αχαζ ἀργύριον καὶ χρυσίον τὸ εὑρεθὲν ἐν θησαυροῖς οἴκου Κυρίου καὶ οἴκου βασιλέως καὶ ἀπέστειλε τῷ βασιλεῖ δῶρα. 8 Επῇρεν ο Αχαζ όλον τον άργυρον και τον χρυσόν, που υπήρχεν εις τα θησαυροφυλάκια του ναού του Κυρίου και του βασιλικού ανακτόρου, και έστειλεν αυτά ως δώρα στον βασιλέα. 8 Καὶ ὁ Ἄχαζ ἐπῆρε ὅλο τὸ ἀσῆμι καὶ τὸ χρυσάφι, ποὺ εὑρίσκοντο εἰς τὸ θησαυροφυλάκιον τοῦ Ναοῦ τοῦ Κυρίου καὶ τοῦ βασιλικοῦ ἀνακτόρου, καὶ τὰ ἔστειλεν ὡς δῶρα εἰς τὸν βασιλιᾶ τῶν Ἀσσυρίων.
9 καὶ ἤκουσεν αὐτοῦ βασιλεὺς ᾿Ασσυρίων, καὶ ἀνέβη βασιλεὺς ᾿Ασσυρίων εἰς Δαμασκὸν καὶ συνέλαβεν αὐτὴν καὶ ἀπῴκισεν αὐτὴν καὶ τὸν Ραασσὼν βασιλέα ἐθανάτωσε. 9 Ο βασιλεύς των Ασσυρίων εδέχθη την πρόσκλησιν του Αχαζ και εξεστράτευσεν εις την Δαμασκόν, την οποίαν και κατέλαβε. Τους κατοίκους αυτής μετέφερεν εις άλλας περιοχάς, τον δε βασιλέα Ραασσών εφόνευσε. 9 Ὁ βασιλιᾶς τῶν Ἀσσυρίων ἐδέχθη τὴν παράκλησιν τοῦ Ἄχαζ. Ἔτσι ὁ Θαγλαθφελλασὰρ ἐπροχώρησε καὶ ἐπετέθη κατὰ τῆς Δαμασκοῦ, τὴν κατέλαβε, συνέλαβεν αἰχμαλώτους τοὺς κατοίκους της καὶ τοὺς μετέφερεν εἰς τὴν πόλιν Κὶρ τῆς Μηδείας, τὸν δὲ βασιλιᾶ τῆς Συρίας Ραασσὼν ἐθανάτωσε.
10 καὶ ἐπορεύθη βασιλεὺς ῎Αχαζ εἰς Δαμασκὸν εἰς ἀπαντὴν Θαγλαθφελλασὰρ βασιλεῖ ᾿Ασσυρίων εἰς Δαμασκόν. καὶ εἶδε τὸ θυσιαστήριον ἐν Δαμασκῶ, καὶ ἀπέστειλεν ὁ βασιλεὺς ῎Αχαζ πρὸς Οὐρίαν τὸν ἱερέα τὸ ὁμοίωμα τοῦ θυσιαστηρίου καὶ τὸν ρυθμὸν αὐτοῦ καὶ πᾶσαν ποίησιν αὐτοῦ· 10 Ο βασιλεύς Αχαζ μετέβη κατόπιν εις την Δαμασκόν, δια να συναντήση τον Θαγλαθφελλασάρ, βασιλέα των Ασσυρίων, ο οποίος έμεινεν εις την πόλιν αυτήν. Εκεί εις την Δαμασκόν είδε το θυσιαστήριον του ειδωλολατρικού θεού και ο Αχαζ ο βασιλεύς έστειλε προς τον αρχιερέα Ουρίαν εις την Ιερουσαλήμ σχέδιον του θυσιαστηρίου και κάθε άλλην λεπτομέρειαν, δια να ανοικοδομηθή όμοιον. 10 Ὁ βασιλιᾶς Ἄχαζ ἐπῆγε εἰς τὴν Δαμασκὸν διὰ νὰ συναντήση ἐκεῖ τὸν νικητὴν Θαγλαθφελλασάρ, τὸν βασιλιᾶ τῶν Ἀσσυρίων. Κατὰ τὴν ἐκεῖ ἐπίσκεψίν του εἶδε τὸ εἰδωλολατρικὸν θυσιαστήριον, ποὺ εὑρίσκετο εἰς τὴν Δαμασκόν, καὶ ἔστειλε πρὸς τὸν ἀρχιερέα Οὐρίαν εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα ἕνα ἀκριβὲς ἀντίγραφον τοῦ θυσιαστηρίου αὐτοῦ μὲ ὅλες τὶς λεπτομέρειες, τὸν τρόπον καὶ τὰ ὑλικὰ κατασκευῆς του, διὰ νὰ κατασκευάσῆ καὶ ὁ Οὐρίας ὅμοιον θυσιαστήριον εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ.
11 καὶ ᾠκοδόμησεν Οὐρίας ὁ ἱερεὺς τὸ θυσιαστήριον κατὰ πάντα, ὅσα ἀπέστειλεν ὁ βασιλεὺς ῎Αχαζ ἐκ Δαμασκοῦ. 11 Πράγματι ο Ουρίας, ο αρχιερεύς, οικοδόμησε θυσιαστήριον καθ' όλα όμοιον, όπως είχε διατάξει με τους απεσταλμένους του ο βασιλεύς Αχαζ από την Δαμασκόν. 11 Ἔτσι ὁ ἀρχιερεὺς Οὐρίας ἔκτισε θυσιαστήριον καθ’ ἅλα ὅμοιον μὲ ἐκεῖνο τῆς Δαμασκοῦ, σύμφωνα μὲ τὸ πρότυπον καὶ τὶς ὁδηγίες, ποὺ τοῦ ἀπέστειλεν ὁ βασιλιᾶς Ἄχαζ ἀπὸ τὴν Δαμασκόν.
12 καὶ εἶδεν ὁ βασιλεὺς τὸ θυσιαστήριον καὶ ἀνέβη ἐπ᾿ αὐτὸ 12 Ο βασιλεύς Αχαζ, όταν ήλθεν εις την Ιερουσαλήμ, είδε το θυσιαστήριον και ανέβη επάνω εις αυτό. 12 Ὅταν ὁ βασιλιᾶς Ἄχαζ ἐπέστρεψεν ἀπὸ τὴν Δαμασκόν, εἶδεν ἕτοιμον τὸ νέον θυσιαστήριον καὶ ἀνέβη εἰς αὐτὸ διὰ νὰ θυσιάσῃ.
13 καὶ ἐθυμίασε τὴν ὁλοκαύτωσιν αὐτοῦ καὶ τὴν θυσίαν αὐτοῦ καὶ τὴν σπονδὴν αὐτοῦ καὶ προσέχεε τὸ αἷμα τῶν εἰρηνικῶν τῶν αὐτοῦ ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον 13 Προσέφερε δε ο ίδιος θυσίαν του θυμιάματος, αιματηρά ολοκαυτώματα, αναίμακτον θυσίαν δημητριακών καρπών και σπονδήν του οίνου. Το δε αίμα των ειρηνικών θυσιών έχυσεν στο θυσιαστήριον. 13 Ὁ Ἄχαζ ἐπρόσφερε ἐπάνω εἰς τὸ θυσιαστήριον αὐτὸ τὸ θυμίαμά του, τὴν αἱματηρὰν θυσίαν τοῦ ὁλοκαυτώματος καὶ τὴν ἀναίμακτον θυσίαν του καὶ τὴν θυσίαν τοῦ κρασιοῦ (σπονδήν). Ἐπίσης ἔχυσεν εἰς τὸ θυσιαστήριον τὸ αἷμα τῶν εἰρηνικῶν θυσιῶν του.
14 τὸ χαλκοῦν τὸ ἀπέναντι Κυρίου. καὶ προσήγαγε ἀπὸ προσώπου τοῦ οἴκου Κυρίου ἀπὸ τοῦ ἀνὰ μέσον τοῦ θυσιαστηρίου καὶ ἀπὸ τοῦ ἀνὰ μέσον τοῦ οἴκου Κυρίου καὶ ἔδειξεν αὐτὸ ἐπὶ μηρὸν τοῦ θυσιαστηρίου κατὰ βορρᾶν. 14 Ο βασιλεύς Αχαζ διέταξεν επί πλέον, όπως το χαλκούν θυσιαστήριον των ολοκαυτωμάτων, το οποίον υπήρχεν έμπροσθεν του ναού του Κυρίου μετατοπισθή και τοποθετηθή πλησίον του νέου θυσιαστηρίου προς βορράν. 14 Τὸ δὲ χάλκινον θυσιαστήριον, τὸ ἀφιερωμένον εἰς τὸν Κύριον, τὸ ὁποῖον εὐρισκετο ἀπέναντι τοῦ Ναοῦ, διέταξε να μετατοπισθῇ ἀπὸ ἐκεῖ, ὅπου εὐρίσκετο -δηλαδὴ ἀπὸ τὴν θέσιν μεταξὺ τοῦ νέου θυσιαστηρίου καὶ τοῦ Ναοῦ - καὶ να τοποθετηθῇ κοντὰ εἰς τὴν βορείαν πλευρὰν τοῦ νέου, ἰδικοῦ του θυσιαστηρίου.
15 καὶ ἐνετείλατο ὁ βασιλεὺς ῎Αχαζ τῷ Οὐρίᾳ τῷ ἱερεῖ λέγων· ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον τὸ μέγα πρόσφερε τὴν ὁλοκαύτωσιν τὴν πρωϊνὴν καὶ τὴν θυσίαν τὴν ἑσπερινήν, καὶ τὴν ὁλοκαύτωσιν τοῦ βασιλέως καὶ τὴν θυσίαν αὐτοῦ καὶ τὴν ὁλοκαύτωσιν παντὸς τοῦ λαοῦ καὶ τὴν θυσίαν αὐτῶν καὶ τὴν σπονδὴν αὐτῶν καὶ πᾶν αἷμα ὁλοκαυτώσεως καὶ πᾶν αἷμα θυσίας ἐπ᾿ αὐτῷ ἐκχεεῖς· καὶ τὸ θυσιαστήριον τὸ χαλκοῦν ἔσται μοι εἰς τὸ πρωΐ. 15 Διέταξεν ακόμη ο βασιλεύς Αχαζ τον αρχιερέα Ουρίαν και του είπεν· “στο νέον αυτό μέγα θυσιαστήριον πρόσφερε τα ολοκαυτώματα της πρωΐας, την απογευματινήν θυσίαν, το ιδιαίτερον ολοκαύτωμα του βασιλέως, την αναίμακτον ειρηνικήν θυσίαν και τα ολοκαυτώματα όλων των ανθρώπων του λαού, την αναίμακτον θυσίαν αυτών και την σπονδήν του οίνου. Ολον δε το αίμα των ολοκαυτωμάτων θα χύσης στο θυσιαστήριον τούτο. Το δε παλαιόν χαλκούν θυσιαστήριον θα διατεθή δι' εμέ προσωπικώς, δια την πρωϊνήν θυσίαν”. 15 Κατόπιν ὁ βασιλιᾶς Ἄχαζ διέταξε τὸν ἀρχιερέα Οὐρίαν καὶ τοῦ εἶπεν: «Ἐπάνω εἰς τὸ νέον αὐτὸ θυσιαστήριον τὸ μεγάλο νὰ προσφέρῃς τὴν πρωϊνὴν θυσίαν τῶν ὁλοκαυτωμάτων καὶ τὴν ἀπογευματινὴν θυσίαν καὶ τὴν θυσίαν ὁλοκαυτώματος τοῦ βασιλιᾶ καὶ τὴν ἀναίμακτον εἰρηνικήν του θυσίαν, ὅπως ἐπίσης καί τὶς θυσίες ὁλοκαυτωμάτων ὅλου τοῦ λαοῦ καὶ τὶς ἀναίμακτες θυσίες των καὶ τὶς θυσίες τοῦ κρασιοῦ (σπονδές). Εἰς αὐτὸ τὸ νέον θυσιαστήριον νὰ χύσῃς καὶ ὅλον τὸ αἷμα τῶν ὁλοκαυτωμάτων καὶ ὅλον τὸ αἷμα τῶν ζώων τῶν ἄλλων θυσιῶν. Τὸ δὲ χάλκινον θυσιαστήριον, τὸ παλαιόν, θὰ μείνῃ δι' ἐμὲ διὰ νὰ ἐρωτῶ τὸν Κύριον· αὐτὸ θὰ τὸ χρησιμοποιῶ ἐγὼ κάθε πρωΐ».
16 καὶ ἐποίησεν Οὐρίας ὁ ἱερεὺς κατὰ πάντα, ὅσα ἐνετείλατο αὐτῷ ὁ βασιλεὺς ῎Αχαζ. 16 Ο αρχιερεύς Ουρίας έπραξεν όλα όσα είχεν είπει ο Αχαζ. Εξετελεσεν όλας τας εντολάς του βασιλέως. 16 Ὁ ἀρχιερεὺς Οὐρίας ἔκαμεν ἀκριβῶς ὅλα, ὅσα τὸν διέταξεν ὁ βασιλιᾶς Ἄχαζ.
17 καὶ συνέκοψεν ὁ βασιλεὺς ῎Αχαζ τὰ συγκλείσματα τῶν μεχωνὼθ καὶ μετῇρεν ἀπ᾿ αὐτῶν τὸν λουτῆρα καὶ τὴν θάλασσαν καθεῖλεν ἀπὸ τῶν βοῶν τῶν χαλκῶν τῶν ὑποκάτω αὐτῆς καὶ ἔδωκεν αὐτὴν ἐπὶ βάσιν λιθίνην. 17 Ακόμη ο βασιλεύς Αχαζ έθραυσε τα πλευρά των κινητών λουτήρων, αφήρεσεν από αυτά τον νιπτήρα, κατέβασε την χαλκίνην θάλασσαν από τα χάλκινα βόϊδια, τα οποία ήσαν υποκάτω από αυτήν ως υποστηρίγματά της, και την ετοποθέτησεν εις άλλην ευτελή λιθίνην βάσιν. 17 Ὁ βασιλιᾶς Ἄχαζ ἔκοψε τὰ χάλκινα πλευρὰ τῶν κινητῶν λουτήρων καὶ ἀφήρεσεν ἀπὸ αὐτοὺς τὸν νιπτῆρα, ποὺ εὐρίσκετο ἐπάνω των. Ἐπίσης κατέβασε τὴν χαλκίνην «θάλασσαν» (τὴν μεγάλην δεξαμενήν) ἀπὸ τὴν ράχην τῶν δώδεκα χαλκίνων βοδιῶν, ποὺ τὴν ὑπεβάσταζαν, καὶ τὴν ἔβαλεν ἐπάνω εἰς πέτρινην βάσιν.
18 καὶ τὸν θεμέλιον τῆς καθέδρας ᾠκοδόμησεν ἐν οἴκῳ Κυρίου καὶ τὴν εἴσοδον τοῦ βασιλέως τὴν ἔξω ἐπέστρεψεν ἐν οἴκῳ Κυρίου ἀπὸ προσώπου βασιλέως ᾿Ασσυρίων. 18 Δια να ευχαριστήση δε τον βασιλέα των Ασσυρίων, διέταξε και μετερρύθμισαν την εξέδραν, η οποία ήτο κτισμένη στον ναόν του Κυρίου, όπως επίσης και την εισοδον, που ωδηγούσεν από το εξωτερικόν μέρος του βασιλικού ανακτόρου προς τον ναόν του Κυρίου. 18 Μετεκίνησεν ἐπίσης τὸ βάθρον (τὴν ἐξέδραν) τοῦ βασιλικοῦ θρόνου, ποὺ εὐρίσκετο εἰς τὸν Ναὸν τοῦ Κυρίου, καὶ ἀπέκλεισε (ἢ κατ' ἄλλην ἑρμηνείαν: Μετεκίνησεν, ἔστρεψε πρὸς ἄλλην κατεύθυνσιν) τὴν βασιλικὴν εἴσοδον (τὸν διάδρομον), ποὺ ὠδηγοῦσε ἀπὸ τὸν ἔξω τοῦ ἀνακτόρου χῶρον πρὸς τὸν Ναὸν τοῦ Κυρίου· ὁ Ἄχαζ ἔκαμε τὶς μεταρρυθμίσεις αὐτὲς διὰ νὰ εὐχαριστήσῃ τὸν Ἀσσύριον ἡγεμόνα.
19 καὶ τὰ λοιπὰ τῶν λόγων ῎Αχαζ, ὅσα ἐποίησεν, οὐχὶ ταῦτα γεγραμμένα ἐπὶ βιβλίῳ λόγων τῶν ἡμερῶν τοῖς βασιλεῦσιν ᾿Ιούδα; 19 Τα υπόλοιπα εκ των έργων του Αχαζ, τα οποία αυτός έκανε είναι γραμμένα στο βιβλίον των έργων των βασιλέων του βασιλείου Ιουδα. 19 Τὰ δὲ ὑπόλοιπα ἔργα τοῦ βασιλιᾶ Ἄχαζ, καὶ ὅλα, ὅσα ἔκαμε, δὲν εἶναι μήπως αὐτὰ γραμμένα εἰς τὸ βιβλίον τῶν «Χρονικῶν (ἢ Ἔργα καὶ Ἡμέραι) τῶν βασιλέων (τοῦ βασιλείου) τοῦ Ἰούδα»;
20 καὶ ἐκοιμήθη ῎Αχαζ μετὰ τῶν πατέρων αὐτοῦ καὶ ἐτάφη ἐν πόλει Δαυίδ, καὶ ἐβασίλευσεν ᾿Εζεκίας υἱὸς αὐτοῦ ἀντ᾿ αὐτοῦ. 20 Ο Αχαζ εκοιμήθη με τους προπάτορας αυτού και ετάφη εις την πόλιν Δαυίδ. Αντ' αυτού δε ανήλθεν στον βασιλικόν θρόνον ο υιός του, ο Εζεκίας. 20 Ἀπέθανεν ὁ Ἄχαζ καὶ προσετέθη εἰς τοὺς ἀποθαμένονς προγόνους του καὶ ἐτάφη εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ, τὴν πόλιν τοῦ Δαβίδ. Ἐβασίλευσε δὲ ὡς διάδοχός του ὁ Ἐζεκίας, ὁ υἱός του.