Κυριακή, 26 Σεπτεμβρίου 2021
Ανατ: 07:17
Δύση: 19:17
Σελ. 20 ημ.
269-96
13ος χρόνος, 4971η ημέρα
Έκδοση: 4η

ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Δ' - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11 (ΙΑ)


 
 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 ΚΑΙ Γοθολία ἡ μήτηρ ᾿Οχοζίου εἶδεν ὅτι ἀπέθανεν ὁ υἱὸς αὐτῆς, καὶ ἀπώλεσε πᾶν τὸ σπέρμα τῆς βασιλείας. 1 Η Γοθολία, η μήτηρ του Οχοζίου, όταν είδεν ότι απέθανεν ο υιός της, εξωλόθρευσεν αυτή όλους τους απογόνους της βασιλικής οικογενείας του βασιλείου Ιούδα. 1 Μόλις ἡ Γοθολία, ἡ μητέρα τοῦ βασιλιᾶ Ὀχοζία, εἶπεν ὅτι ἀπέθανεν ὁ υἱός της, τὸν ὁποῖον ἐφόνευσεν ὁ Ἰού, ἐδολοφόνησε καὶ αὐτὴ ὅλους τοὺς ἀπογόνους τῆς βασιλικῆς οἰκογενειας τοῦ βασιλείου τοῦ Ἰούδα.
2 καὶ ἔλαβεν ᾿Ιωσαβεὲ θυγάτηρ τοῦ βασιλέως ᾿Ιωρὰμ ἀδελφὴ ᾿Οχοζίου τὸν ᾿Ιωὰς υἱὸν ἀδελφοῦ αὐτῆς καὶ ἔκλεψεν αὐτὸν ἐκ μέσου τῶν υἱῶν τοῦ βασιλέως τῶν θανατουμένων, αὐτὸν καὶ τὴν τροφὸν αὐτοῦ, ἐν τῷ ταμείῳ τῶν κλινῶν, καὶ ἔκρυψεν αὐτὸν ἀπὸ προσώπου Γοθολίας καὶ οὐκ ἐθανατώθη. 2 Η Ιωσαβεέ όμως, θυγάτηρ του βασιλέως Ιωράμ και αδελφή του Οχοζίου, απέσυρε κρυφίως τον Ιωάς, υιόν του αδελφού της, από τους άλλους υιούς του βασιλέως, όταν εκείνοι εφονεύοντο. Εθεσε δε αυτόν και την τροφόν του εις ένα δωμάτιον, όπου υπήρχον κλίναι. Εκεί απέκρυψεν αυτόν από την Γοθολίαν και έτσι αυτός δεν εξετελέσθη. 2 Ἀλλ’ ἡ Ἰωσαβεέ, ἡ κόρη τοῦ βασιλιᾶ Ἰωρὰμ καὶ ἑτεροθαλὴς ἀδελφὴ τοῦ Ὀχοζία (ἀπὸ ἄλλην μητέρα), ἐπῆρε τὸν Ἰωάς, τὸν υἱὸν τοῦ ἀδελφοῦ της Ὀχοζία, καὶ τὸν ἀπήγαγε μέσα ἀπὸ τοὺς ἄλλους υἱοὺς τοῦ βασιλιᾶ, ποὺ ἐφονεύοντο ἀπὸ τὰ ὄργανα τῆς Γοθολίας. Ἡ Ἰωσαβεὲ ἐπῆρε κρυφὰ τὸν ἡλικίας ἐνὸς ἔτους Ἰωὰς καὶ τὴν τροφὸν του καὶ τοὺς ἔβαλεν εἰς τὸ δωμάτιον, ποὺ ἐχρησιμοποιεῖτο ὡς ἀποθήκη κρεβατιῶν. Ἐκεῖ ἔκρυψε τὸν Ἰωὰς ἀπὸ τὴν μανίαν τῆς Γοθολίας καὶ ἔτσι δὲν ἐθανατώθη.
3 καὶ ἦν μετ᾿ αὐτῆς κρυβόμενος ἐν οἴκῳ Κυρίου ἕξ ἔτη· καὶ Γοθολία βασιλεύουσα ἐπὶ τῆς γῆς. 3 Από εκεί μετέφερεν αυτόν στον οίκον του Κυρίου, όπου έμεινε κρυμμένος μαζή με την τροφόν του επί εξ έτη. Η δε Γοθολία κατά το διάστημα αυτό εβασίλευεν επί του λαού της χώρας. 3 Καὶ ὁ Ἰωὰς ἐζοῦσε κρυμμένος μὲ τὴν τροφόν του εἰς τὸν οἶκον τοῦ Κυρίου, ὅπου εἶχεν ἐν τῷ μεταξὺ μεταφερθῆ, ἐπὶ ἓξι χρόνια. Κατὰ τὴν περίοδον αὐτὴν ἡ Γοθολία κατεῖχε τὸν βασιλικὸν θρόνον τοῦ βασιλείου τοῦ Ἰούδα.
4 καὶ ἐν τῷ ἔτει τῷ ἑβδόμῳ ἀπέστειλεν ᾿Ιωδαὲ ὁ ἱερεὺς καὶ ἔλαβε τοὺς ἑκατοντάρχους τῶν Χορρὶ καὶ τῶν Ρασίμ, καὶ ἀπήγαγεν αὐτοὺς πρὸς αὐτὸν εἰς οἶκον Κυρίου καὶ διέθετο αὐτοῖς διαθήκην Κυρίου καὶ ὥρκωσεν αὐτοὺς ἐνώπιον Κυρίου καὶ ἔδειξεν αὐτοῖς ᾿Ιωδαὲ τὸν υἱὸν τοῦ βασιλέως 4 Κατά το έβδομον έτος ο αρχιερεύς Ιωδαέ απέστειλε και προσεκάλεσε τους εκατοντάρχους, αξιωματικούς της βασιλικής φρουράς των Χορρί και των Ρασίμ, και έφερεν αυτούς στον οίκον του Κυρίου προς τον κρυμμένον Ιωάς. Εκεί δε συνήψε με αυτούς συμφωνίαν ενώπιον του Κυρίου δια την ανάδειξιν του Ιωάς ως βασιλέως. Τους ώρκισεν ενώπιον του Κυρίου και έδειξεν εις αυτούς ο Ιωδαέ τον υιόν του βασιλέως. 4 Ἀλλὰ κατὰ τὸ ἕβδομον ἔτος τῆς βασιλείας τῆς Γοθολίας ὁ ἀρχιερεὺς Ἰωδαὲ ἔστειλεν ἀπεσταλμένους καὶ ἐκάλεσε τοὺς ἀξιωματικοὺς τῆς βασιλικῆς φρουρᾶς, τοὺς ἑκατοντάρχους τῶν τμημάτων Χορρὶ καὶ Ρασίμ, καὶ τοὺς ὠδήγησε (ἔφερε) κοντά του εἰς τὸν Ναὸν τοῦ Κυρίου καὶ συνῆψε μαζί των συμφωνίαν καὶ συνθήκην φιλίας ἐνώπιον Κυρίου διὰ τὴν πραγματοποίησιν τῶν σχεδίων του καὶ τοὺς ὥρκισεν ἐνώπιον τοῦ Κυρίου, τοὺς ἔδειξε δὲ καὶ τὸν κρυμμένον μικρὸν Ἰωάς, τὸν υἱὸν τοῦ βασιλιᾶ Ὀχοζία·
5 καὶ ἐνετείλατο αὐτοῖς λέγων· οὗτος ὁ λόγος, ὃν ποιήσετε· 5 Εδωσε δε κατόπιν εις αυτούς εντολήν και είπεν· “αυτό είναι το έργον, το οποίον έχετε καθήκον να κάμετε. 5 ταυτοχρόνως τοὺς ἔδωκε καὶ τὴν ἀκόλουθον ἐντολήν: «Αὐτὸ θὰ κάμετε διὰ τὴν ἀνακήρυξιν τοῦ Ἰωὰς ὡς νέου βασιλιᾶ:
6 τὸ τρίτον ἐξ ὑμῶν εἰσελθέτω τὸ σάββατον καὶ φυλάξατε φυλακὴν οἴκου τοῦ βασιλέως ἐν τῷ πυλῶνι καὶ τὸ τρίτον ἐν τῇ πύλῃ τῶν ὁδῶν καὶ τὸ τρίτον τῆς πύλης ὀπίσω τῶν παρατρεχόντων· καὶ φυλάξατε τὴν φυλακὴν τοῦ οἴκου. 6 Το ένα τρίτον από σας με τους στρατιώτας σας θα προσέλθουν κατά το Σαββατον τούτο και θα φρουρούν το βασιλικόν ανάκτορον ιστάμενοι εις την πύλην των ανακτόρων. Το δεύτερον τμήμα θα ευρίσκεται στοποθεσίαν, που ονομάζεται πύλη οδών. Το δε τρίτον τμήμα θα φρουρή εις την τοποθεσίαν της πύλης, η οποία λέγεται πύλη των στρατιωτών. Από εκεί αυτά θα επιβλέπουν και θα προσέχουν το βασιλικόν ανάκτορον. 6 Ὅταν θὰ γίνῃ ἡ κατὰ Σάββατον ἀλλαγὴ τῆς φρουρᾶς, ἡ φρουρά (ἱερεῖς καὶ λευῖται) θὰ διαιρεθῇ εἰς τρία τμήματα. Τὸ ἕνα τρίτον ἀπὸ τὴν φρουρὰν ποὺ ἀντικαθίσταται, θὰ ἔλθῃ τὸ Σάββατον αὐτό, θὰ σταθῇ εἰς τὴν εἴσοδον τοῦ ἀνακτόρου καὶ θὰ ἀναλάβῃ τὴν φρούρησιν τοῦ παλατιοῦ· τὸ ἄλλο τρίτον θὰ λάβῃ θέσιν καὶ θὰ φρουρῇ τὴν πύλην, ποὺ ὀνομάζεται «πύλη τῶν ὁδῶν»· καὶ τὸ ἄλλο τμῆμα, τὸ τρίτον, θὰ φρουρῇ τὴν πύλην, ποὺ ὀνομάζεται «πύλη τῶν στρατιωτῶν». Ἀπὸ τὴν θέσιν αὐτὴν τὸ τρίτον τμῆμα θὰ φρουρῇ τὴν εἴσοδον τοῦ Ναοῦ, ὥστε νὰ ἀποκρούσῃ τυχὸν ἕφοδον ἀπὸ τὸ παλάτι.
7 καὶ δύο χεῖρες ἐν ὑμῖν, πᾶς ὁ ἐκπορευόμενος τὸ σάββατον, καὶ φυλάξουσι τὴν φυλακὴν οἴκου Κυρίου πρὸς τὸν βασιλέα· 7 Από τα δύο δε ιδικά σας τάγματα το ένα τμήμα θα φρουρή τον οίκον του Κυρίου και τον βασιλέα, που θα ευρίσκεται εις αυτόν. 7 Καὶ δύο τμήματα ἀπὸ τὴν φρουρὰν ποὺ ἀντικαθίσταται τὸ Σάββατον, θὰ φρουροῦν τὸ μὲν ἕνα τὸν Ναὸν τοῦ Κυρίου, διὰ νὰ ἀσφαλίζουν τὸν νεαρὸν βασιλιᾶ,
8 καὶ κυκλώσατε ἐπὶ τὸν βασιλέα κύκλῳ, ἀνὴρ καὶ τὸ σκεῦος αὐτοῦ ἐν χειρὶ αὐτοῦ, καὶ ὁ εἰσπορευόμενος εἰς τὰς σαδηρὼθ ἀποθανεῖται. καὶ ἔσονται μετὰ τοῦ βασιλέως ἐν τῷ ἐκπορεύεσθαι αὐτὸν καὶ ἐν τῷ εἰσπορεύεσθαι αὐτόν. 8 Το δε άλλο θα περικυκλώση τον ναόν, όπου ευρίσκεται ο βασιλεύς, και καθένας από τους στρατιώτας θα κρατή εις τα χέρια του το όπλον του. Εκείνος, που θα τολμήση να εισέλθη εις τας τάξεις των, θα εκτελήται. Αυτοί θα είναι εις την διάθεσιν του βασιλέως, οπουδήποτε θελήση αυτός να μεταβή”. 8 τὸ δὲ ἄλλο θὰ περικυκλώσῃ τὸν βασιλιᾶ· κάθε στρατιώτης τοῦ τμήματος αὐτοῦ θὰ στέκεται μὲ γυμνὸν τὸ σπαθί του εἰς τὸ χέρι του· ὅποιος τολμήσῃ να πλησιάσῃ καὶ νὰ εἰσχωρήσῃ εἰς τὴν γραμμὴν τῆς φρουρᾶς, θὰ θανατωθῇ. Οἱ στρατιῶται αὐτοὶ θὰ εἶναι μαζὶ μὲ τὸν βασιλιᾶ, φρουρὰ προσωπική του, κάθε φορὰν ποὺ θὰ βγαίνῃ ἔξω καὶ κάθε φορὰν ποὺ θὰ μπαίνῃ μέσα».
9 καὶ ἐποίησαν οἱ ἑκατόνταρχοι πάντα, ὅσα ἐνετείλατο ᾿Ιωδαὲ ὁ συνετός, καὶ ἔλαβεν ἀνὴρ τοὺς ἄνδρας αὐτοῦ καὶ τοὺς εἰσπορευομένους τὸ σάββατον μετὰ τῶν ἐκπορευομένων τὸ σάββατον καὶ εἰσῆλθον πρὸς ᾿Ιωδαὲ τὸν ἱερέα. 9 Οι εκατόνταρχοι και οι άλλοι αξιωματικοί εξετέλεσαν όλα όσα υπέδειξεν εις αυτούς ο συνετός Ιωδαέ. Επήρε, δηλαδή, ο κάθε αξιωματικός τους άνδρας του, οι οποίοι κατά το Σαββατον θα αντικαθιστούσαν την φρουράν, όπως επίσης και τους άνδρας της φρουράς που θα αντικαθίστατο, και μετέβησαν προς τον αρχιερέα Ιωδαέ. 9 Καὶ οἱ ἑκατόνταρχοι ἀξιωματικοὶ ἔκαμαν ὅλα, ὅσα τοὺς διέταξεν ὁ συνετὸς ἀρχιερεὺς Ἰωδαέ. Κάθε ἀξιωματικὸς ἐπῆρε τοὺς ἄνδρες του, οἱ ὁποῖοι θὰ ἤρχοντο νὰ ἀντικαταστήσουν τὴν φρουρὰν κατὰ τὸ Σάββατον, καὶ τοὺς ἄνδρες τῆς φρουρᾶς, ποὺ θὰ ἀπήρχετο, καὶ μαζὶ μὲ ὅλους αὐτοὺς τοὺς ἄνδρες ἦλθαν εἰς τὸν ἀρχιερέα Ἰωδαέ.
10 καὶ ἔδωκεν ὁ ἱερεὺς τοῖς ἑκατοντάρχοις τοὺς σειρομάστας καὶ τοὺς τρισσοὺς τοῦ βασιλέως Δαυὶδ τοῦ ἐν οἴκῳ Κυρίου. 10 Ο αρχιερεύς έδωκεν στους αξιωματικούς τα όπλα, λόγχας και ασπίδας του βασιλέως, Δαυίδ, που υπήρχον στον ναόν του Κυρίου. 10 Καὶ ὁ ἀρχιερεὺς παρέδωσεν εἰς τοὺς ἑκατοντάρχους ἀξιωματικοὺς ὡς ὁπλισμὸν τοὺς σειρομάστας (=λόγχες) καὶ τοὺς τρισσούς (=ἀσπίδες) τοῦ βασιλιᾶ Δαβίδ, ποὺ ἐφυλάσσοντο εἰς τὸν Ναὸν τοῦ Θεοῦ.
11 καὶ ἔστησαν οἱ παρατρέχοντες, ἀνὴρ καὶ τὸ σκεῦος αὐτοῦ ἐν τῇ χειρὶ αὐτοῦ, ἀπὸ τῆς ὠμίας τοῦ οἴκου τῆς δεξιᾶς ἕως τῆς ὠμίας τοῦ οἴκου τῆς εὐωνύμου τοῦ θυσιαστηρίου καὶ τοῦ οἴκου ἐπὶ τὸν βασιλέα κύκλῳ. 11 Οι στρατιώται ίσταντο εις την θέσιν των κρατούντες εις τα χέρια ο καθένας το όπλον του. Παρετάχθησαν δε από της δεξιάς πλευράς του ναού μέχρι της αριστεράς πλευράς του, πλησίον στο θυσιαστήριον των ολοκαυτωμάτων, και γύρω στον ναόν, όπου έμενεν ο νεαρός βασιλεύς. 11 Καὶ οἱ ἄνδρες τῆς φρουρᾶς ἔλαβαν τὴν ὡρισμένην θέσιν των ὁ καθένας μὲ τὸ ὅπλον εἰς τὰ χέρια. Παρετάχθησαν ὅλοι οἱ ἄνδρες ἀπὸ τὴν δεξιὰν πλευράν (τὸν νότιον τοῖχον) τοῦ Ναοῦ μέχρι τῆς ἀριστερᾶς πλευράς (τοῦ βορείου τοίχου) τοῦ Ναοῦ, κοντὰ εἰς τὸ θυσιαστήριον τῶν ὁλοκαυτωμάτων ἐμπρὸς εἰς τὸν Ναόν, γύρω - γύρω ἀπὸ τὸν νεαρὸν βασιλιᾶ, ὁ ὁποῖος εὑρίσκετο μέσα εἰς τὸν Ναόν.
12 καὶ ἐξαπέστειλε τὸν υἱὸν τοῦ βασιλέως καὶ ἔδωκεν ἐπ᾿ αὐτὸν τὸ νεζὲρ καὶ τὸ μαρτύριον καὶ ἐβασίλευσεν αὐτὸν καὶ ἔχρισεν αὐτόν, καὶ ἐκρότησαν τῇ χειρὶ καὶ εἶπαν· ζήτω ὁ βασιλεύς. 12 Ο Ιωδαέ τότε έβγαλε τον νεαρόν βασιλέα, έθεσεν εις αυτόν το βασιλικόν διάδημα, έδωσεν εις τα χέρια του τον Νομον, τον έχρισε και τον ανεκήρυξεν ως βασιλέα. Οι παριστάμενοι εχειροκρότησαν και είπαν· “ζήτω ο βασιλεύς” ! 12 Κατόπιν ὁ ἀρχιερεὺς Ἰωδαὲ ἔβγαλε ἔξω ἀπὸ τὸν Ναὸν τὸν υἱὸν τοῦ βασιλιᾶ Ὀχοζία, τοῦ ἐφόρεσε τὸ βασιλικὸν στέμμα καὶ τοῦ ἔδωκεν εἰς τὰ χέρια ἀντίγραφον τοῦ Νόμου· καὶ τὸν ἔχρισε καὶ τὸν ἀνεκήρυξε βασιλιᾶ. Καὶ ὅσοι ἦσαν παρόντες εἰς τὴν τελετήν, ἐχειροκρότησαν καὶ ἐφώναξαν: «Ζήτω ὁ βασιλιᾶς!»
13 καὶ ἤκουσε Γοθολία τὴν φωνὴν τῶν τρεχόντων τοῦ λαοῦ καὶ εἰσῆλθε πρὸς τὸν λαὸν εἰς οἶκον Κυρίου. 13 Η Γοθολία ήκουσε την φωνήν αυτήν και τας ζητωκραυγάς των στρατιωτών και του λαού και εβγήκε προς τον λαόν στον οίκον του Κυρίου. 13 Ἡ βασίλισσα Γοθολία ἄκουσε τὶς ζητωκραυγὲς τῶν ἀνδρῶν τῆς φρουρᾶς καὶ τοῦ λαοῦ καὶ ἔτρεξεν εἰς τὸν Ναὸν τοῦ Κυρίου, ὅπου ἦταν μαζεμένος ὁ λαός.
14 καὶ εἶδε καὶ ἰδοὺ ὁ βασιλεὺς εἱστήκει ἐπὶ τοῦ στύλου κατὰ τὸ κρίμα, καὶ οἱ ᾠδοὶ καὶ αἱ σάλπιγγες πρὸς τὸν βασιλέα, καὶ πᾶς ὁ λαὸς τῆς γῆς χαίρων καὶ σαλπίζων ἐν σάλπιγξι· καὶ διέρρηξε Γοθολία τὰ ἱμάτια ἑαυτῆς καὶ ἐβόησε· σύνδεσμος σύνδεσμος. 14 Αίφνης είδε τον νεαρόν βασιλέα να ίσταται επάνω εις την εξέδραν του, σύμφωνα με τα παραδεδομένα, και πλησίον του ήσαν οι ψάλται και οι σαλπιγκταί, και όλοι οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ χαίροντες και σαλπίζοντες. Η Γοθολία έσχισε τα ιμάτιά της και εφώναξε· “συνωμοσία, συνωμοσία”. 14 Καὶ ἔξαφνα, νά· εἶδεν ὅτι ὁ νέος βασιλιᾶς ἐστέκετο ἐπάνω εἰς τὴν ἐξέδραν, κοντὰ εἰς τὴν εἴσοδον τοῦ Ναοῦ, ὅπως ὑπῆρχε συνήθεια. Κοντὰ εἰς τὸν βασιλιᾶ ἐστέκοντο οἱ ἀρχιψάλται καὶ οἱ σαλπιγκταὶ καὶ ὅλος ὁ λαὸς τῆς πόλεως· ὅλοι αὐτοὶ ἐπανηγύριζαν διὰ τὸ γεγονὸς καὶ ἐσάλπιζαν μὲ τὶς σάλπιγγες. Ἡ Γοθολία ἐμπρὸς εἰς τὸ ἀναπάντεχον αὐτὸ θέαμα ἔσχισε τὰ ροῦχα της καὶ ἐφώναξε: «Συνωμοσία! Συνωμοσία!»
15 καὶ ἐνετείλατο ᾿Ιωδαὲ ὁ ἱερεὺς τοῖς ἑκατοντάρχοις τοῖς ἐπισκόποις τῆς δυνάμεως καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς· ἐξαγάγετε αὐτὴν ἔσωθεν τῶν σαδηρώθ· ὁ εἰσπορευόμενος ὀπίσω αὐτῆς θανάτῳ θανατωθήσεται ἐν ρομφαίᾳ· ὅτι εἶπεν ὁ ἱερεύς· καὶ μὴ ἀποθάνῃ ἐν οἴκῳ Κυρίου. 15 Ο αρχιερεύς Ιωδαέ έδωσεν εντολήν στους εκατοντάρχους, στους αξιωματικούς της στρατιωτικής δυνάμεως, και είπε προς αυτούς· “βγάλετε αυτήν έξω από την παράταξιν. Εκείνος, ο οποίος θα ακολουθήση οπίσω από αυτήν, θα αποθάνη δια ροαφαίας”. Διέταξε δε ακόμη και είπε να μη φονευθή αυτή εντός του ναού του Κυρίου. 15 Τότε ὁ ἀρχιερεὺς Ἰωδαὲ διέταξε τοὺς ἀξιωματικοὺς ἑκατοντάρχους, οἱ ὁποῖοι εἶχαν τὴν εὐθύνην τῆς στρατιωτικῆς φρουρᾶς, καὶ τοὺς εἶπε: «Συλλάβετέ την καὶ ὁδηγῆστε την ἔξω ἀπὸ τὶς δύο σειρὲς τῆς στρατιωτικῆς παρατάξεως· ἐκεῖνος, ποὺ θὰ θελήσῃ νὰ τὴν ἀκολουθήσῃ, θὰ θανατωθῇ μὲ τὴν ρομφαίαν». Αὐτὸ διέταξεν ὁ ἀρχιερεὺς Ἰωδαέ, διότι εἶπεν: «Ἡ Γοθολία δὲν πρέπει νὰ φονευθῇ εἰς τὴν περιοχὴν τοῦ Ναοῦ τοῦ Θεοῦ».
16 καὶ ἐπέθηκαν αὐτῇ χεῖρας, καὶ εἰσῆλθεν ὁδὸν εἰσόδου τῶν ἵππων οἴκου τοῦ βασιλέως καὶ ἀπέθανεν ἐκεῖ. 16 Απλωσαν τα χέρια των και την συνέλαβον· αυτή δε εισήλθεν εις την οδόν, η οποία οδηγεί εις την είσοδον του βασιλικού σταύλου. Εκεί και εθανατώθη. 16 Οἱ ἀξιωματικοὶ συνέλαβαν τὴν Γοθολίαν· τὴν (ὁδήγησαν εἰς τὸ παλάτι, εἰς τὴν εἴσοδον τοῦ βασιλικοῦ στάβλου, καὶ ἐκεῖ ἐφονεύθη ἡ Γοθολία.
17 καὶ διέθετο ᾿Ιωδαὲ διαθήκην ἀνὰ μέσον Κυρίου καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ βασιλέως καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ λαοῦ τοῦ εἶναι εἰς λαὸν τῷ Κυρίῳ, καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ βασιλέως καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ λαοῦ. 17 Ο Ιωδαέ συνήψε συμφωνίαν μεταξύ του Κυρίου, του βασιλέως και του λαού, δια να είναι ο λαός αυτός ιδιαίτερος λαός του Κυρίου. Συμφωνίαν επίσης συνήψε μεταξύ του βασιλέως και του λαού. 17 Ὁ ἀρχιερεὺς Ἰωδαὲ συνῆψε συμφωνίαν καὶ συνθήκην φιλίας μεταξὺ τοῦ Κυρίου καὶ μεταξὺ τοῦ βασιλιᾶ καὶ τοῦ λαοῦ, ὅτι θὰ εἶναι ὁ λαός, λαὸς ποὺ θὰ ἀνήκῃ ἐξ ὁλοκλήρου εἰς τὸν Κύριον συνῆψεν ἐπίσης συμφωνίαν καὶ συνθήκην φιλίας μεταξὺ τοῦ βασιλιᾶ καὶ τοῦ λαοῦ.
18 καὶ εἰσῆλθε πᾶς ὁ λαὸς τῆς γῆς εἰς οἶκον τοῦ Βάαλ καὶ κατέσπασαν αὐτὸν καὶ τὰ θυσιαστήρια αὐτοῦ καὶ τὰς εἰκόνας αὐτοῦ συνέτριψαν ἀγαθῶς καὶ τὸν Μαθὰν τὸν ἱερέα τοῦ Βάαλ ἀπέκτειναν κατὰ πρόσωπον τῶν θυσιαστηρίων, καὶ ἔθηκεν ὁ ἱερεὺς ἐπισκόπους εἰς τὸν οἶκον Κυρίου. 18 Ολοι δε οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ, έπειτα από τα γεγονότα αυτά, εισήλθον στον ναόν του Βααλ και τον κατεκρήμνισαν. Συνέτριψαν τα θυσιαστήρια και τα αγάλματα αυτού εξ ολοκλήρου. Τον δε Μαθάν, τον ιερέα του Βααλ, εφόνευσαν εμπρός εις τα θυσιαστήρια. Ο αρχιερεύς Ιωδαέ έθεσε φρουρούς στον ναόν του Κυρίου. 18 Κατόπιν ολος ὁ λαὸς τῆς πόλεως τῶν Ἱεροσολύμων ὥρμησε πρὸς τὸν εἰδωλολατρικὸν ναὸν τοῦ Βάαλ καὶ τὸν κατεδάφισεν. Ὁ λαὸς συνέτριψεν ἐπίσης ἐντελῶς καὶ μὲ δύναμιν τὰ θυσιαστήρια τοῦ Βάαλ καὶ τὰ ἀγάλματά του καὶ ἐφόνευσε τὸν Μαθάν, τὸν ἱερέα τοῦ Βάαλ, ἐμπρὸς εἰς τὰ θυσιαστήρια. Ὁ ἀρχιερεὺς Ἰωδαὲ ὥρισε φύλακες - ἐπόπτες (ἱερεῖς) εἰς τὸν Ναὸν τοῦ Θεοῦ.
19 καὶ ἔλαβε τοὺς ἑκατοντάρχους καὶ τὸν Χορρὶ καὶ τὸν Ρασὶμ καὶ πάντα τὸν λαὸν τῆς γῆς, καὶ κατήγαγον τὸν βασιλέα ἐξ οἴκου Κυρίου, καὶ εἰσῆλθον ὁδὸν πύλης τῶν παρατρεχόντων οἴκου τοῦ βασιλέως, καὶ ἐκάθισαν αὐτὸν ἐπὶ θρόνου τῶν βασιλέων. 19 Επήρε κατόπιν ο Ιωδαέ τους εκατοντάρχους της βασιλικής φρουράς Χορρί και Ρασίμ, όπως και όλον τον λαόν της Ιερουσαλήμ. Ολοι οδήγησαν τον βασιλέα αυτόν από τον ναόν του Κυρίου και εισήλθαν δια της πύλης των στρατιωτών στο βασιλικόν ανάκτορον. Εκεί δε έθεσαν αυτόν στον βασιλικόν θρόνον. 19 Κατόπιν αὐτός, οἱ ἀξιωματικοὶ ἑκατόνταρχοι, ἡ βασιλικὴ φρουρά (τὰ τμήματα) Χορρὶ καὶ Ρασὶμ καὶ ὅλος ὁ λαὸς τῆς πόλεως τῶν Ἱεροσολύμων, παρέλαβαν, ὠδήγησαν καὶ συνώδευσαν τὸν βασιλιᾶ ἀπὸ τὸν Ναὸν τοῦ Κυρίου, καὶ ἀπὸ τὸν δρόμον τῆς πύλης τῆς βασιλικῆς φρουρᾶς ἐμπῆκαν εἰς τὰ ἀνάκτορα. Ἐκεῖ ἀνέβασαν τὸν νέον βασιλιᾶ εἰς τὸν βασιλικὸν θρόνον.
20 καὶ ἐχάρη πᾶς ὁ λαὸς τῆς γῆς, καὶ ἡ πόλις ἡσύχασε· καὶ τὴν Γοθολίαν ἐθανάτωσαν ἐν ρομφαίᾳ ἐν οἴκῳ τοῦ βασιλέως. 20 Ολος ο λαός της περιοχής Ιερουσαλήμ εχάρη, η δε πόλις ησύχασε. Την Γοθολίαν εξετελεσαν δια ρομφαίας μέσα στο βασιλικόν ανάκτορον. 20 Καὶ ὅλος ὁ λαὸς τοῦ βασιλείου τοῦ Ἰούδα ἐπανηγύρισε καὶ ἐχάρη ἡσύχασεν ὅμως καὶ ἡ πόλις τῶν Ἱεροσολύμων. Τὴν Γοθολίαν ἐφόνευσαν μὲ ρομφαίαν εἰς τὰ βασιλικὰ ἀνάκτορα.