Κυριακή, 26 Σεπτεμβρίου 2021
Ανατ: 07:17
Δύση: 19:17
Σελ. 20 ημ.
269-96
13ος χρόνος, 4971η ημέρα
Έκδοση: 4η

ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Δ' - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 (Γ)


 
 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 ΚΑΙ ᾿Ιωρὰμ υἱὸς ᾿Αχαὰβ ἐβασίλευσεν ἐν ᾿Ισραὴλ ἐν ἔτει ὀκτωκαιδεκάτῳ ᾿Ιωσαφὰτ βασιλέως ᾿Ιούδα καὶ ἐβασίλευσε δώδεκα ἔτη. 1 Ο Ιωράμ, ο υιός του Αχαάβ, έγινε βασιλεύς στο βασίλειον του Ισραήλ κατά το δέκατον όγδοον έτος της βασιλείας του Ιωσαφάτ, βασιλέως του Ιούδα, και εβασίλευσεν επί δώδεκα έτη. 1 Ο Ἰωράμ, υἱὸς τοῦ Ἀχαάβ, ἀνέβη εἰς τὸν βασιλικὸν θρόνον τοῦ Ἰσραὴλ κατὰ τὸ δέκατον ὄγδοον ἔτος τῆς βασιλείας τοῦ Ἰωσαφάτ, βασιλιᾶ (τοῦ βασιλείου) τοῦ Ἰούδα· ὁ Ἰωρὰμ ἐβασίλευσε μὲ ἔδραν τὴν Σαμάρειαν δώδεκα χρόνια.
2 καὶ ἐποίησε τὸ πονηρὸν ἐν ὀφθαλμοῖς Κυρίου, πλὴν οὐχ ὡς ὁ πατὴρ αὐτοῦ καὶ οὐχ ὡς ἡ μήτηρ αὐτοῦ. καὶ μετέστησε τὰς στήλας τοῦ Βάαλ, ἃς ἐποίησεν ὁ πατὴρ αὐτοῦ· 2 Και αυτός διέπραξε το πονηρόν ενώπιον του Κυρίου, όχι όμως τόσον όσον ο πατήρ του και η μήτηρ του. Αφήρεσε τας στήλας του Βααλ εκ μέσου του λαού, τας οποίας είχε κατασκευάσει ο πατέρας του. 2 Ὁ Ἰωρὰμ παρεσύρθη εἰς παρεκτροπὲς καὶ ἁμαρτωλὲς πράξεις καὶ ἔκαμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι πονηρὸν εἰς τὰ μάτια τοῦ Θεοῦ. Κατήντησεν εἰς τὴν εἰδωλολατρίαν· ὄχι ὅμως τόσον πολύ, ὅσον ὁ πατέρας του καὶ ὅσον ἡ μητέρα του Ἰεζάβελ. Καὶ κατέστρεψε τὶς εἰδωλολατρικὲς στῆλες τοῦ βδελυκτοῦ Βάαλ, τὶς ὁποῖες κατεσκεύασεν ὁ πατέρας τοῦ Ἀχαάβ.
3 πλὴν ἐν τῇ ἁμαρτίᾳ ῾Ιεροβοὰμ υἱοῦ Ναβάτ, ὃς ἐξήμαρτε τὸν ᾿Ισραήλ, ἐκολλήθη, οὐκ ἀπέστη ἀπ᾿ αὐτῆς. 3 Αλλά και αυτός προσεκολλήθη και δεν απεμακρύνθη από τας αμαρτίας, τας οποίας είχε διαπράξει ο Ιεροβοάμ, ο υιός του Ναβάτ, ο οποίος έγινεν αφορμή και αιτία να παρασυρθή εις την αμαρτίαν και ο ισραηλιτικός λαός. 3 Ὅμως καὶ αὐτός (εἰς μικρότερον πάντως βαθμὸν ἀπὸ τοὺς γονεῖς καὶ τοὺς ἀδελφούς του) ἐμιμήθη τὴν ἁμαρτωλὴν πολιτείαν καὶ τὶς ἁμαρτίς τοῦ Ἱεροβοάμ, υἱοῦ τοῦ Ναβάτ, μὲ τὶς ὁποῖες ἐκεῖνος παρέσυρε τὸν Ἰσραηλιτικὸν λαὸν εἰς τὴν ἀποστασίαν καὶ τὴν εἰδωλολατρίαν· εἰς ὅλα αὐτὰ προσεκολλήθη καὶ ὁ Ἰωρὰμ καὶ δὲν ἀπεμακρύνθη ἀπὸ αὐτά.
4 καὶ Μωσὰ βασιλεὺς Μωὰβ ἦν νωκήδ, καὶ ἐπέστρεφε τῷ βασιλεῖ ᾿Ισραὴλ ἐν τῇ ἐπαναστάσει ἑκατὸν χιλιάδας ἀρνῶν καὶ ἑκατὸν χιλιάδας κριῶν ἐπὶ πόκων. 4 Ο Μωσά, ο βασιλεύς της περιοχής Μωάβ, είχε πολλά ποίμνια. Εξ αιτίας δε μιας αποτυχούσης επαναστάσεώς του επλήρωνε κάθε έτος στον βασιλέα του Ισραηλιτικού λαού ως φόρον εκατόν χιλιάδες αρνιά και εκατόν χιλιάδες κριάρια ακούρευτα. 4 Ὁ Μωσά, βασιλιᾶς τῆς Μωάβ, εἶχε κοπάδια προβάτων, καὶ κάθε χρόνον ἐπλήρωνεν εἰς τὸν βασιλιᾶ του Ἰσραὴλ ὡς φόρον, ἕνεκα μιᾶς ἐπαναστάσεώς του κατὰ τοῦ Ἰσραήλ, ἡ ὁποία ἀπέτυχεν, ἑκατὸν χιλιάδες ἀρνιὰ καὶ ἑκατὸν χιλιάδες κριάρια, μὲ τὸ μαλλί των.
5 καὶ ἐγένετο μετὰ τὸ ἀποθανεῖν ᾿Αχαὰβ καὶ ἠθέτησε βασιλεὺς Μωὰβ ἐν βασιλεῖ ᾿Ισραήλ. 5 Οταν όμως απέθανεν ο Αχαάβ, ο βασιλεύς της Μωάβ ηρνήθη να πληρώση τον φόρον στον βασιλέα του Ισραηλιτικού λαού. 5 Συνέβη ὅμως τοῦτο: Μόλις ἀπέθανεν ὁ Ἀχαάβ, ὁ βασιλιᾶς τῆς Μωὰβ ἀρνήθηκε νὰ πληρώνῃ πλέον φόρον καὶ ἐπανεστάτησεν ἐναντίον τὸν βασιλιᾶ του Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ.
6 καὶ ἐξῆλθεν ὁ βασιλεὺς ᾿Ιωρὰμ ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ἐκ Σαμαρείας καὶ ἐπεσκέψατο τὸν ᾿Ισραήλ· 6 Τοτε ο βασιλεύς Ιωράμ εβγήκε κατά την ημέραν εκείνην από την Σαμάρειαν και επεσκέφθη τον ισραηλιτικόν λαόν. 6 Τότε ὁ βασιλιᾶς Ἰωρὰμ ἐβγῆκε ἀμέσως ἀπὸ τὴν Σαμάρειαν καὶ ἐπεθεώρησεν, ἀπέγραψε καὶ ἀρίθμησε τὸν Ἰσραηλιτικὸν λαόν.
7 καὶ ἐπορεύθη καὶ ἐξαπέστειλε πρὸς ᾿Ιωσαφὰτ βασιλέα ᾿Ιούδα λέγων· βασιλεὺς Μωὰβ ἠθέτησεν ἐν ἐμοί· εἰ πορεύσῃ μετ᾿ ἐμοῦ εἰς Μωὰβ εἰς πόλεμον; καὶ εἶπεν· ἀναβήσομαι· ὅμοιός μοι ὅμοιός σοι, ὡς ὁ λαός μου ὁ λαός σου, ὡς οἱ ἵπποι μου οἱ ἵπποι σου. 7 Μετέβη κατόπιν και έστειλεν ανθρώπους του προς τον Ιωσαφάτ βασιλέα των Ιουδαίων και του είπε· “ο βασιλεύς των Μωαβιτών κατεπάτησε την συμφωνίαν, την οποίαν έχει συνάψει με εμέ. Θέλεις να εκστρατεύσης μαζή μου εναντίον της χώρας Μωάβ;” Ο Ιωσαφάτ απήντησε· “θα εκστρατεύσω μαζή σου, διότι όπως είμαι εγώ, είσαι και συ. Οπως είναι ο λαός μου, είναι και ο λαός σου όπως είναι το ιππικόν μου είναι και το ιδικόν σου ιππικόν”. 7 Ἔπειτα ἐπῆγε καὶ ἔστειλε μήνυμα πρὸς τὸν βασιλιᾶ Ἰωσαφάτ, τοῦ βασιλείου τοῦ Ἰούδα, τὸ ὁποῖον ἔλεγεν: «Ὁ βασιλιᾶς τῆς Μωὰβ ἀρνεῖται νὰ μοῦ πληρώνῃ πλέον φόρον καὶ ἐπανεστάτησεν ἐναντίον μου· θέλεις νὰ συμμαχήσῃς μαζί μου εἰς τὸν πόλεμον ἐναντίον τῆς Μωάβ;» Ὁ Ἰωσαφὰτ ἀπάντησε: «Ναί· θὰ ἀνέβω μαζί σου· εἶμαι εἰς τὴν διάθεσίν σου. Διότι ὅπως εἶμαι ἐγώ, ἔτσι εἶσαι καὶ σύ· ὅπως εἶναι ὁ λαός μου, ἔτσι εἶναι καὶ ὁ λαός σου· ὅπως εἶναι τὸ ἱππικόν μου, ἔτσι εἶναι καὶ τὸ ἱππικόν σου».
8 καὶ εἶπε· ποία ὁδῷ ἀναβῶ; καὶ εἶπεν· ὁδὸν ἔρημον ᾿Εδώμ. 8 Ηρώτησεν ο Ιωσαφάτ τον Ιωράμ· “ποίον δρόμον θα ακολουθήσω;” Και εκείνος του είπε· “θα ακολουθήσωμεν την έρημον οδόν δια μέσου της Ιδουμαίας”. 8 Καὶ ὁ Ἰωσαφὰτ ἐρώτησε: «Ἀπὸ ποῖον δρόμον πρέπει νὰ ἀνέβω;» Καὶ ὁ Ἰωρὰμ τοῦ ἀπάντησε: «Θὰ ἀκολουθήσωμεν) τὸν δρόμον, ποὺ περνᾷ ἀπὸ τὴν ἔρημον τῆς Ἰδουμαίας».
9 καὶ ἐπορεύθη ὁ βασιλεὺς ᾿Ισραὴλ καὶ ὁ βασιλεὺς ᾿Ιούδα καὶ ὁ βασιλεὺς ᾿Εδὼμ καὶ ἐκύκλωσαν ὁδὸν ἑπτὰ ἡμερῶν, καὶ οὐκ ἦν ὕδωρ τῇ παρεμβολῇ καὶ τοῖς κτήνεσι τοῖς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν. 9 Ο βασιλεύς του Ισραηλιτικού βασιλείου και ο βασιλεύς των Ιουδαίων και ο βασιλεύς των Ιδουμαίων εβάδισαν μαζή κύκλω δρόμον επτά ημερών. Αλλά εκεί όπου έφθασαν, δεν υπήρχεν ύδωρ δια τον στρατόν και δια τα κτήνη, τα οποία τους ακολουθούσαν. 9 Ἔτσι ἐσυμμάχησαν ὁ βασιλιᾶς τοῦ Ἰσραὴλ καὶ ὁ βασιλιᾶς τοῦ Ἰούδα καὶ ὁ βασιλιᾶς τῆς Ἰδουμαίας. Ἐπροχώρησαν καὶ ἐβάδισαν ὄχι ἀπ’ εὐθείας, ἀλλὰ γύρω - γύρω τὸν δρόμον τῆς ἐρήμου· τὰ στρατεύματα, ἀφοῦ ἐβάδισαν ἐπὶ ἑπτὰ ἡμέρες, ἀντιμετώπισαν (λόγῳ τῆς ἐρήμου) τὴν ἔλλειψιν νεροῦ διὰ τοὺς στρατιῶτες καὶ τὰ μεταφορικὰ ζῶα, ποὺ τοὺς ἀκολουθοῦσαν.
10 καὶ εἶπεν ὁ βασιλεὺς ᾿Ισραήλ· ὦ, ὅτι κέκληκε Κύριος τοὺς τρεῖς βασιλεῖς παρερχομένους δοῦναι αὐτοὺς ἐν χειρὶ Μωὰβ 10 Ο βασιλεύς του Ισραήλ είπεν· “αλλοίμονον ! ο Κυριος λοιπόν προσεκάλεσεν ημάς τους τρεις βασιλείς, που βαδίζομεν εναντίον των Μωαβιτών, δια να μας παραδώση εις τα χέρια εκείνων”. 10 Τότε ὁ Ἰωράμ, βασιλιᾶς τοῦ Ἰσραήλ, εἶπεν: «Ἀλλοίμονον, ἐχαθήκαμε! Διότι ὁ Κύριος ἐπροσκάλεσε ἐμᾶς τοὺς τρεῖς βασιλεῖς, ποὺ ἐσυμμαχήσαμε κατὰ τῆς Μωάβ, διὰ νὰ μᾶς παραδώσῃ εἰς τὰ χέρια τοῦ βασιλιᾶ τῆς Μωάβ!»
11 καὶ εἶπεν ᾿Ιωσαφάτ· οὐκ ἔστιν ὧδε προφήτης τοῦ Κυρίου καὶ ἐπιζητήσωμεν τὸν Κύριον παρ᾿ αὐτοῦ; καὶ ἀπεκρίθη εἷς τῶν παίδων τοῦ βασιλέως ᾿Ισραὴλ καὶ εἶπεν· ὧδε ῾Ελισαιὲ υἱὸς Σαφάτ, ὃς ἐπέχεεν ὕδωρ ἐπὶ χεῖρας ᾿Ηλιού. 11 Ο Ιωσαφάτ ηρώτησε· “δεν υπάρχει εδώ κανείς προφήτης του Κυρίου, δια να παρακαλέσωμεν μέσω αυτού τον Κυριον;” Ενας από τους στρατιώτας του βασιλέως των Ισραηλιτών είπεν· “υπάρχει εδώ ο Ελισαιέ, ο υιός του Σαφάτ, ο οποίος υπηρετούσε τον Ηλιού και του έρριπτε νερό εις τα χέρια του”. 11 Ὁ βασιλιᾶς ὅμως Ἰωσαφὰτ εἶπε: «Δὲν ὑπάρχει ἐδῶ προφήτης τοῦ Κυρίου, ὥστε νὰ συμβουλευθῶμεν τὸν Κύριον μέσῳ τοῦ προφήτου αὐτοῦ;» Καὶ ἕνας ἀπὸ τοὺς στρατιῶτες (ἢ ὑπηρέτες) τοῦ βασιλιᾶ του Ἰσραὴλ ἀπάντησε: «Ἐδῶ εἶναι ὁ προφήτης Ἐλισαῖος, ὁ υἱὸς τοῦ Σαφάτ, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε πιστὸς ὑπηρέτης τοῦ προφήτου Ἠλία καὶ ἔχυνε νερὸν εἰς τὰ χέρια του».
12 καὶ εἶπεν ᾿Ιωσαφάτ· ἔστιν αὐτῷ ρῆμα Κυρίου. καὶ κατέβη πρὸς αὐτὸν βασιλεὺς ᾿Ισραὴλ καὶ ᾿Ιωσαφὰτ βασιλεὺς ᾿Ιούδα καὶ βασιλεὺς ᾿Εδώμ. 12 Ο Ιωσαφάτ είπε· “πράγματι εις αυτόν και δι' αυτού υπάρχει λόγος Κυρίου”. Οι τρεις βασιλείς, ο βασιλεύς του Ισραήλ, ο βασιλεύς των Ιουδαίων Ιωσαφάτ και ο βασιλεύς της Εδώμ ήλθαν εις συνάντησιν του Ελισαίου. 12 Τότε ὁ βασιλιᾶς Ἰωσαφὰτ εἶπε: «Γνωρίζω ὅτι αὐτὸς εἶναι γνήσιος καὶ ἀληθινὸς Προφήτης καὶ εἰς αὐτὸν ὁμιλεῖ πράγματι ὁ Θεός». Ἔτσι ὁ Ἰωράμ, βασιλιᾶς τὸν Ἰσραήλ, καὶ ὁ Ἰωσαφάτ, βασιλιᾶς τοῦ Ἰούδα, καὶ ὁ βασιλιᾶς τῆς Ἰδουμαίας ἐπῆγαν νὰ συναντήσουν τὸν προφήτην Ἐλισαῖον.
13 καὶ εἶπεν ῾Ελισαιὲ πρὸς βασιλέα ᾿Ισραήλ· τί ἐμοὶ καὶ σοί; δεῦρο πρὸς τοὺς προφήτας τοῦ πατρός σου καὶ τοὺς προφήτας τῆς μητρός σου. καὶ εἶπεν αὐτῷ ὁ βασιλεὺς ᾿Ισραήλ· μὴ ὅτι κέκληκε Κύριος τοὺς τρεῖς βασιλεῖς τοῦ παραδοῦναι αὐτοὺς εἰς χεῖρας Μωάβ; 13 Ο Ελισαίος απευθυνόμενος προς τον βασιλέα του Ισραηλιτικού λαού είπε· “ποία σχέσις υπάρχει μεταξύ εμού και σου; Πηγαινε να ζητήσης συμβουλήν και χάριν από τους προφήτας του πατρός σου και τους προφήτας της μητρός σου”. Ο βασιλεύς του Ισραήλ του απήντησε· “μήπως τάχα ο Κυριος εκάλεσεν ημάς τους τρεις βασιλείς, δια να μας παραδώση εις τα χέρια των Μωαβιτών;” 13 Καὶ ὁ Ἐλισαῖος εἶπε πρὸς τὸν βασιλιᾶ του Ἰσραήλ: «Ποία σχέσις ὑπάρχει μεταξὺ ἐμοῦ καὶ σοῦ καὶ τί ζητεῖς ἀπὸ ἐμέ; Πήγαινε νὰ συμβουλευθῇς τούς (ψευδοπροφῆτες τοῦ πατέρα σου Ἀχαὰβ καὶ τῆς μητέρας σου Ἰεζάβελ». Ὁ βασιλιᾶς τοῦ Ἰσραὴλ ἀπάντησε εἰς τὸν Ἐλισαῖον: «Μήπως ὁ Κύριος ἐπροσκάλεσε ἐμᾶς τοὺς τρεῖς βασιλεῖς ἐδῶ, διὰ νὰ μᾶς παραδώσῃ εἰς τὰ χέρια τοῦ βασιλιᾶ τῆς Μωάβ;»
14 καὶ εἶπεν ῾Ελισαιέ· ζῇ Κύριος τῶν δυνάμεων, ᾧ παρέστην ἐνώπιον αὐτοῦ, ὅτι εἰ μὴ πρόσωπον ᾿Ιωασαφὰτ βασιλέως ᾿Ιούδα ἐγὼ λαμβάνω, εἰ ἐπέβλεψα πρός σε καὶ εἶδόν σε· 14 Ο Ελισαίος απήντησεν· “ορκίζομαι στον ζώντα Κυριον των δυνάμεων, ενώπιον του οποίου παρέστην και παρίσταμαι, ότι εάν δεν ελάμβανα υπ' όψει τον Ιωσαφάτ, τον βασιλέα των Ιουδαίων, ποτέ δεν θα έστρεφα το βλέμμα μου προς σε και ποτέ δεν θα σε επρόσεχα. 14 Ὁ Ἐλισαῖος ἀπάντησε: «Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ ζωντανοῦ Κυρίου τῶν οὐρανίων καὶ ἐπιγείων δυνάμεων, τὸν ὁποῖον ἐγὼ ὑπηρετῶ, σὲ βεβαιώνω ὅτι, ἐὰν δὲν ἐλάμβανα ὑπ' ὄψιν καὶ δὲν ἐκτιμοῦσα τὸν σύμμαχόν σου Ἰωσαφάτ, βασιλιᾶ τοῦ Ἰούδα, καθόλου δὲν θὰ σὲ ἐπρόσεχα καὶ οὔτε βλέμμα δὲν θὰ σοῦ ἔρριχνα.
15 καὶ νῦν λαβέ μοι ψάλλοντα. καὶ ἐγένετο ὡς ἔψαλλεν ὁ ψάλλων, καὶ ἐγένετο ἐπ᾿ αὐτὸν χεὶρ Κυρίου, 15 Τωρα όμως φέρε μου εδώ ένα μουσικόν, που παίζει όργανον”. Οταν δε ο μουσικός ήλθε και έπαιξε μουσικήν, η δύναμις και η χάρις του Κυρίου εφώτισαν τον Ελισαίον, ο οποίος 15 Τώρα ὅμως φέρε μου ἐδῶ ἄνθρωπον, ποὺ ξέρει νὰ παίζῃ μουσικὸν ὄργανον». Καὶ τότε συνέβη τοῦτο: Ἐνῷ ὁ μουσικός (ψαλμωδός) ἔπαιζε τὴν λύραν του, ἡ προστατευτικὴ δύναμις καὶ παντοδύναμος χάρις τοῦ Κυρίου ἐγέμισε τὴν ψυχὴν τοῦ Ἐλισαίου καὶ τὸν ἐνέπνευσε.
16 καὶ εἶπε· τάδε λέγει Κύριος· ποιήσατε τὸν χειμάρρουν τοῦτον βοθύνους βοθύνους· 16 και είπεν· “αυτά λέγει ο Κυριος· Ανοίξατε στους διαφόρους τόπους αυτού του ξηροποτάμου λάκκους. 16 Καὶ ὁ Ἐλισαῖος εἶπεν: «Αὐτὰ λέγει ὁ Κύριος· «Σκάψετε μικροὺς λάκκους (λακκοῦβες) εἰς ὅλην τὴν κοίτην τοῦ ξηροποτάμου αὐτοῦ».
17 ὅτι τάδε λέγει Κύριος· οὐκ ὄψεσθε πνεῦμα καὶ οὐκ ὄψεσθε ὑετόν, καὶ ὁ χειμάρρους οὗτος πλησθήσεται ὕδατος, καὶ πίεσθε ὑμεῖς καὶ αἱ κτήσεις ὑμῶν καὶ τὰ κτήνη ὑμῶν· 17 Αυτά λέγει ακόμη ο Κυριος· Δεν θα ακούσετε άνεμον να φυσά και δεν θα ίδετε βροχήν να πίπτη και όμως ο ξηροπόταμος αυτός θα γεμίση από νερά. Και θα πιήτε και σεις και τα ποίμνιά σας και τα μεταγωγικά σας. 17 Διότι αὐτὰ λέγει ὁ Κύριος: «Παρ’ ὅλον ὅτι δὲν θὰ ἀκούσετε ἄνεμον νὰ φυσᾷ, οὔτε θὰ ἰδῆτε βροχὴν νὰ πέφτη, ὁ ξηροπόταμος αὐτὸς θὰ γεμίσῃ νερόν· καὶ ἀπὸ αὐτὸ θὰ πιῆτε σεῖς καὶ τὰ ζῶα, ποὺ ἔχετε μαζί σας ὡς τροφήν, καὶ τὰ μεταφορικά σας ζῶα».
18 καὶ κούφη αὐτὴ ἐν ὀφθαλμοῖς Κυρίου, καὶ παραδώσω τὴν Μωὰβ ἐν χειρὶ ὑμῶν, 18 Είναι δε αυτό το έργον ευκολώτατον ενώπιον του Κυρίου, ο οποίος και θα παραδώση την χώραν των Μωαβιτών εις την εξουσίαν σας. 18 Ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι πολὺ εὔκολον πρᾶγμα εἰς τὰ χέρια τοῦ Κυρίου· ὁ Κύριος θὰ κάμῃ καὶ κάτι ἄλλο μεγαλύτερον· θὰ παραδώσῃ τοὺς Μωαβῖτες εἰς τὰ χέρια σας.
19 καὶ πατάξετε πᾶσαν πόλιν ὀχυρὰν καὶ πᾶν ξύλον ἀγαθὸν καταβαλεῖτε καὶ πάσας πηγὰς ὕδατος ἐμφράξεσθε καὶ πᾶσαν μερίδα ἀγαθὴν ἀχρειώσετε ἐν λίθοις. 19 Και θα καταστρέψετε σεις κάθε οχυράν πόλιν των Μωαβιτών και θα κατακόψετε κάθε καρποφόρον δένδρον, θα φράξετε δε τας πηγάς των υδάτων, κάθε δε εύφορον περιοχήν θα την κάμετε άχρηστον γεμίζοντες αυτήν με λίθους”. 19 Θὰ κτυπήσετε καὶ θὰ καταστρέψετε ὅλες τὶς ὀχυρὲς πόλεις τῶν Μωαβιτῶν καὶ θὰ κόψετε ὅλα τὰ καρποφόρα δένδρα των καὶ θὰ φράξετε ὅλες τὶς πηγὲς τῶν νερῶν καὶ θὰ ἀχρηστεύσετε ὅλα τὰ γόνιμα χωράφια τῆς χώρας, σκεπάζοντάς τα μὲ πέτρες».
20 καὶ ἐγένετο πρωΐ ἀναβαινούσης τῆς θυσίας καὶ ἰδοὺ ὕδατα ἤρχοντο ἐξ ὁδοῦ ᾿Εδώμ, καὶ ἐπλήσθη ἡ γῆ ὕδατος. 20 Πράγματι δε κατά την επομένην πρωΐαν, όταν προσεφέρετο προς τον Θεόν η πρωϊνή θυσία, ιδού ύδατα πολλά κατέβαιναν από την περιοχήν της Εδώμ και εγέμισεν η χώρα από νερό. 20 Αὐτὸ συνέβη πράγματι. Τὸ ἑπόμενον πρωΐ, τὴν ὥραν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπροσφέρετο πρὸς τὸν Θεὸν ἡ θυσία, ἔξαφνα νά· πολλὰ νερὰ κατέβαιναν ἀπὸ τὸν δρόμον (τὴν κατεύθυνσιν, τὰ ἀνατολικὰ βουνά) τῆς Ἰδουμαίας καὶ ὅλη ἡ χώρα ἐγέμισεν ἀπὸ νερόν.
21 καὶ πᾶσα Μωὰβ ἤκουσαν ὅτι ἀνέβησαν οἱ τρεῖς βασιλεῖς πολεμεῖν αὐτούς, καὶ ἀνεβόησαν ἐκ παντὸς περιεζωσμένοι ζώνην καὶ εἶπαν· ὢ καὶ ἔστησαν ἐπὶ τοῦ ὁρίου. 21 Εν τω μεταξύ όλοι οι Μωαβίται, όταν επληροφορήθησαν ότι εξεστράτευσαν οι τρεις βασιλείς, δια να πολεμήσουν εναντίον των, εκραύγασαν και όλοι όσοι ημπορούσαν να φέρουν όπλα ηγέρθησαν και είπαν· “αλλοίμονον!” Ητοιμάσθησαν όμως και παρετάχθησαν εις τα σύνορα της χώρας των. 21 Ὅταν ὅλοι οἱ Μωαβῖται ἔμαθαν ὅτι οἱ τρεῖς βασιλεῖς ἦλθαν διὰ νὰ τοὺς ἐπιτεθοῦν, ἐφώναξαν καὶ ἐκάλεσαν εἰς τὰ ὅπλα. Καὶ ὅλοι, ὅσοι ἠμποροῦσαν νὰ φέρουν ὅπλα, συνεκεντρώθησαν καὶ εἶπαν: «Ἀλλοίμονον!» Καὶ ἀφοῦ ἐτοιμάσθηκαν, ἦλθαν καὶ ἔλαβαν θέσεις μάχης εἰς τὰ σύνορα τῆς χώρας των.
22 καὶ ὤρθρισαν τὸ πρωΐ, καὶ ὁ ἥλιος ἀνέτειλεν ἐπὶ τὰ ὕδατα· καὶ εἶδε Μωὰβ ἐξεναντίας τὰ ὕδατα πυρὰ ὡσεὶ αἷμα 22 Οι στρατευμένοι Μωαβίται εσηκώθησαν το πρωι, ενώ ο ήλιος είχεν ανατείλει και έρριπτε τας ακτίνας του εις τα ύδατα. Είδαν δε τα απέναντι ύδατα κόκκινα ωσάν αίμα. 22 Ἐσηκώθησαν δὲ τὴν ἑπομένην τὸ πρωΐ, ἐνῷ ὁ ἥλιος ἔρριχνε τὶς ἀκτῖνες του πάνω εἰς τὰ νερά· καὶ οἱ Μωαβῖται εἶδαν τὰ ἀπέναντί των νερὰ νὰ εἶναι ἐξ αἰτίας τοῦ ἡλίου κόκκινα, ὅπως τὸ αἷμα!
23 καὶ εἶπαν· αἷμα τοῦτο τῆς ρομφαίας, καὶ ἐμαχέσαντο οἱ βασιλεῖς καὶ ἐπάταξεν ἀνὴρ τὸν πλησίον αὐτοῦ, καὶ νῦν ἐπὶ τὰ σκῦλα Μωάβ. 23 Είπαν δε αναμεταξύ των· “το αίμα αυτό προέρχεται από ρομφαίαν. Φαίνεται ότι οι τρεις βασιλείς συνήψαν μάχην μεταξύ των και καθένας από τους στρατιώτας των θα επετέθη εναντίον του άλλου. Και τώρα λοιπόν, Μωαβίται, εμπρός δια να τους λαφυραγωγήσωμεν”. 23 Ἐμπρὸς εἰς τὸ θέαμα αὐτὸ ἐφώναξαν: «Αὐτὸ τὸ αἷμα προέρχεται ἀπὸ ρομφαίαν. Οἱ (τρεῖς ἐχθροί μας) βασιλεῖς θὰ ἐσφάγησαν μεταξύ των καὶ ὁ ἕνας στρατιώτης θὰ ἐπετέθη καὶ θὰ ἐσκότωσε τὸν ἄλλον στρατιώτην, ποὺ ἦταν δίπλα του! Λοιπόν, Μωαβῖται, ἐμπρός· τρέξετε νὰ λαφυραγωγήσωμεν τὸ στρατόπεδόν των!»
24 καὶ εἰσῆλθον εἰς τὴν παρεμβολὴν ᾿Ισραήλ, καὶ ᾿Ισραὴλ ἀνέστησαν καὶ ἐπάταξαν τὴν Μωάβ, καὶ ἔφυγον ἀπὸ προσώπου αὐτῶν. καὶ εἰσῆλθον εἰσπορευόμενοι καί τύπτοντες τὴν Μωὰβ 24 Οι Μωαβίται εισώρμησαν στο στρατόπεδον του Ισραηλιτικού λαού, αλλά οι Ισραηλίται ηγέρθησαν, επετέθησαν και ενίκησαν τους Μωαβίτας, οι οποίοι και ετράπησαν εις φυγήν εμπρός από αυτούς. Οι Ισραηλίται καταδιώκοντες και κτυπώντες αυτούς εισήλθον εις την χώραν των Μωαβιτών. 24 Ὅταν ὅμως ἐμπῆκαν εἰς τὸ στρατόπεδον τῶν Ἰσραηλιτῶν, οἱ Ἰσραηλῖται ἐσηκώθηκαν, ἐπετέθησαν κατὰ τῶν Μωαβιτῶν καὶ τοὺς ἐνίκησαν· καὶ οἱ Μωαβῖται ἔφυγαν ἀπὸ προσώπου τῶν Ἰσραηλιτῶν πανικόβλητοι. Τότε οἱ Ἰσραηλῖται συνέχισαν τὴν καταδίωξιν τῶν ἐχθρῶν των καὶ ἐμπῆκαν εἰς τὴν Μωάβ, κτυπῶντες τοὺς Μωαβῖτες.
25 καὶ τὰς πόλεις καθεῖλον καὶ πᾶσαν μερίδα ἀγαθὴν ἔρριψαν ἀνὴρ τὸν λίθον καὶ ἐνέπλησαν αὐτὴν καὶ πᾶσαν πηγὴν ἐνέφραξαν καὶ πᾶν ξύλον ἀγαθὸν κατέβαλον ἕως τοῦ καταλιπεῖν τοὺς λίθους τοῦ τοίχου καθῃρημένους, καὶ ἐκύκλωσαν οἱ σφενδονῆται καὶ ἐπάταξαν αὐτήν. 25 Εκεί κατεκρήμνισαν τας πόλεις· εις κάθε δε εύφορον αγρόν, δια να τον καταστήσουν άχρηστον, έρριψεν ο καθένας από τους στρατιώτας λίθους και τον εγέμισαν. Καθε πηγήν την έφραξαν και κάθε καρποφόρον και ωραίον δένδρον το έκοψαν από την ρίζαν. Επέφεραν τέτοιαν καταστροφήν, ώστε εις κάποιαν πόλιν δεν έμειναν παρά λίθοι στους ετοιμόρροπους τοίχους. Οι Ισραηλίται, οι οποίοι εχειρίζοντο την σφενδόνην, περιεκύκλωσαν αυτήν την πόλιν και την κατέλαβαν. 25 Οἱ Ἰσραηλῖται κατέστρεψαν τὶς πόλεις καί, διὰ νὰ ἀχρηστεύσουν ὅλα τὰ εὔφορα χωράφια, ἔρριψαν οἱ στρατιῶται πέτρες καὶ ἐσκέπασαν καὶ ἐγέμισαν τὰ χωράφια μὲ αὐτές· καὶ ἔφραξαν ὅλες τὶς πηγὲς καὶ ἔκοψαν ὅλα τὰ καρποφόρα δένδρα. Ἦταν τόση ἡ ὁρμὴ τῶν Ἰσραηλιτῶν, ὥστε εἰς κάποιαν πόλιν ἀφῆκαν μόνον τὶς ἐτοιμόρροπες πέτρες τοῦ τείχους. Οἱ στρατιῶται τῶν Ἰσραηλιτῶν, ποὺ ἦσαν ὡπλισμένοι μὲ σφενδόνες, ἐπολιόρκησαν τὴν πόλιν καὶ τὴν ἐκτύπησαν (ἢ τὴν κατέβαλαν).
26 καὶ εἶδεν ὁ βασιλεὺς Μωὰβ ὅτι ἐκραταίωσεν ὑπὲρ αὐτὸν ὁ πόλεμος. καὶ ἔλαβε μεθ᾿ ἑαυτοῦ ἑπτακοσίους ἄνδρας ἐσπασμένους ρομφαίαν διακόψαι πρὸς βασιλέα ᾿Εδώμ, καὶ οὐκ ἠδυνήθησαν. 26 Τοτε ο βασιλεύς των Μωαβιτών, όταν είδεν ότι ο πόλεμος εστράφη καταστρεπτικός εναντίον του, επήρε μαζή του επτακοσίους άνδρας, οι οποίοι ημπορούσαν να χειρίζωνται την σπάθην, και μετέβη, δια να ανοίξη δρόμον προς τον βασιλέα των Ιδουμαίων, αλλά δεν το κατώρθωσαν. 26 Ὅταν ὁ βασιλιᾶς τῶν Μωαβιτῶν διεπίστωσεν ὅτι ἡ μάχη ἔκλινεν ἐναντίον του καὶ ἔχανε πλέον τὸν πόλεμον, ἐπῆρε μαζί του ἑπτακοσίους ἄνδρες, ἱκανοὺς νὰ χειρίζωνται τὴν ρομφαίαν, καὶ ἐδοκίμασε νὰ ἀνοίξῃ δρόμον καὶ νὰ ἐπιτύχῃ ἔξοδον πρὸς τὸν βασιλιᾶ τῶν Ἰδουμαίων, ἀλλὰ δὲν ἠμπόρεσαν.
27 καὶ ἔλαβε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν πρωτότοκον, ὃν ἐβασίλευσεν ἀντ᾿ αὐτοῦ, καὶ ἀνήνεγκεν αὐτὸν ὁλοκαύτωμα ἐπὶ τοῦ τείχους· καὶ ἐγένετο μετάμελος μέγας ἐπὶ ᾿Ισραήλ, καὶ ἀπῇραν ἀπ᾿ αὐτοῦ καὶ ἐπέστρεψαν εἰς τὴν γῆν. 27 Επάνω δε εις την αγωνίαν και τον πόνον του επήρε τον πρωτοτόκον υιόν του, ο οποίος θα τον διεδέχετο στον θρόνον, και τον προσέφερε θυσίαν ολοκαυτώματος επάνω στο τείχος της πόλεως. Οι Ισραηλίται, όταν είδαν αυτήν την τραγικήν θυσίαν, συνεκλονίσθησαν και σαν μεταμελόμενοι ανεχώρησαν από τα μέρη εκείνα και επέστρεψαν εις την χώραν των. 27 Δι’ αὐτὸ ἐπῆρε τὸν πρωτότοκον υἱόν του, ὁ ὁποῖος θὰ τὸν διεδέχετο εἰς τὸν βασιλικὸν θρόνον, καὶ τὸν προσέφερεν ὡς θυσίαν ὁλοκαυτώματος εἰς τὸν θεὸν τῆς Μωάβ, ἐπάνω εἰς τὸ τεῖχος τῆς πόλεως. Οἱ Ἰσραηλῖται, ὅταν εἶδαν τὴν φρικτὴν αὐτὴν θυσίαν, ἐταράχθησαν καὶ ἐτρομοκρατήθησαν πολύ. Καὶ δι' αὐτὸ μετεμελήθησαν, ὀπισθοχώρησαν καὶ ἔφυγαν ἀπὸ τὸ μέρος ἐκεῖνο καὶ ἐπέστρεψαν εἰς τὴν χώραν των.