Τρίτη, 21 Σεπτεμβρίου 2021
Ανατ: 07:13
Δύση: 19:25
Πανσέληνος
264-101
13ος χρόνος, 4966η ημέρα
Έκδοση: 4η

ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Δ' - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9 (Θ)


 
 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 ΚΑΙ ῾Ελισαιὲ ὁ προφήτης ἐκάλεσεν ἕνα τῶν υἱῶν τῶν προφητῶν καὶ εἶπεν αὐτῷ· ζῶσαι τὴν ὀσφύν σου καὶ λαβὲ τὸν φακὸν τοῦ ἐλαίου τούτου ἐν τῇ χειρί σου καὶ δεῦρο εἰς Ρεμμὼθ Γαλαάδ· 1 Ο προφήτης Ελισαίος εκάλεσεν ένα από τους νεαρούς προφήτας και του είπε· “δέσε την ζώνην σου γύρω από την μέσην σου και ετοιμάσου· πάρε στο χέρι σου αυτό το δοχείον του ελαίου και πήγαινε εις την Ρεμμώθ Γαλαάδ. 1 Ο προφήτης Ἐλισαῖος ἐκάλεσεν ἕνα ἀπὸ τοὺς προφῆτες καὶ τοῦ εἶπε: «Ζῶσε ἕτοιμος διὰ πορείαν τὴν μέσην σου καὶ πάρε εἰς τὸ χέρι σου τὸ δοχεῖον αὐτὸ τοῦ λαδιοῦ καὶ πήγαινε εἰς τὴν πόλιν Ρεμμὼθ τῆς περιοχῆς Γαλαάδ.
2 καὶ εἰσελεύσῃ ἐκεῖ καὶ ὄψῃ ἐκεῖ ᾿Ιοὺ υἱὸν ᾿Ιωσαφὰτ υἱοῦ Ναμεσσὶ καὶ εἰσελεύσῃ καὶ ἀναστήσεις αὐτὸν ἐκ μέσου τῶν ἀδελφῶν αὐτοῦ καὶ εἰσάξεις αὐτὸν εἰς τὸ ταμιεῖον ἐν ταμιείῳ· 2 Θα εισέλθης εις την πόλιν και εκεί θα ίδης τον Ιού, υιόν του Ιωσαφάτ, υιού του Ναμεσσί. Θα εισέλθης εκεί, όπου ευρίσκεται, θα τον πάρης ανάμεσα από τους συναδέλφους του τους στρατιωτικούς και θα τον οδηγήσης μέσα στο ιδιαίτερον και πλέον απόκρυφον δωμάτιον. 2 Ὅταν μπῇς εἰς τὴν πόλιν αὐτήν, θὰ ἰδῇς ἐκεῖ τὸν Ἰοῦ, τὸν υἱὸν τοῦ Ἰωσαφὰτ καὶ ἔγγονον τοῦ Ναμεσσί. Θὰ μπῇς ἐκεῖ ποὺ εὑρίσκεται, θὰ τὸν σηκώσῃς ἀπὸ ἐκεῖ, ὅπου θὰ κάθεται μεταξὺ τῶν ἄλλων συναδέλφων του στρατηγῶν, καὶ θὰ τὸν ὁδηγήσῃς εἰς τὸ πιὸ ἐσωτερικὸν καὶ ἰδιαίτερον δωμάτιον.
3 καὶ λήψῃ τὸν φακὸν τοῦ ἐλαίου καὶ ἐπιχεεῖς ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ καὶ εἰπόν· τάδε λέγει Κύριος· κέχρικά σε εἰς βασιλέα ἐπὶ ᾿Ισραήλ· καὶ ἀνοίξεις τὴν θύρα καὶ φεύξῃ καὶ οὐ μενεῖς. 3 Θα πάρης το δοχείον αυτό του ελαίου και θα χύσης το έλαιον επάνω στο κεφάλι του και θα του είπης· αυτά λέγει ο Κυριος· Σε έχω χρίσει βασιλέα του ισραηλιτικού λαού. Αμέσως δε κατόπιν θα ανοίξης την θύραν και θα φύγης και δεν θα μείνης εκεί πλέον”. 3 Κατόπιν θὰ πάρῃς τὸ δοχεῖον τοῦ λαδιοῦ καὶ θὰ χύσῃς λάδι εἰς τὴν κεφαλήν του καὶ θὰ εἰπῇς: «Αὐτὰ λέγει ὁ Κύριος· σὲ ἔχω χρίσει βασιλιᾶ τοῦ Ἰσραήλ». Εὐθὺς ἀμέσως θὰ ἀνοίξῃς τὴν πόρταν τοῦ δωματίου καὶ θὰ φύγῃς ὅσον πιὸ γρήγορα ἠμπορεῖς, καὶ δὲν θὰ παραμείνῃς καθόλου ἐκεῖ».
4 καὶ ἐπορεύθη τὸ παιδάριον ὁ προφήτης εἰς Ρεμμὼθ Γαλαὰδ 4 Ο νεαρός προφήτης επήγεν εις την Ρεμμώθ Γαλαάδ, 4 Ἔτσι ὁ νεαρὸς προφήτης ἐπῆγε εἰς τὴν Ρεμμὼθ τῆς περιοχῆς Γαλαάδ,
5 καὶ εἰσῆλθε, καὶ ἰδοὺ οἱ ἄρχοντες τῆς δυνάμεως ἐκάθηντο, καὶ εἶπε· λόγος μοι πρὸς σέ, ὁ ἄρχων. καὶ εἶπεν ᾿Ιού· πρὸς τίνα ἐκ πάντων ἡμῶν; καὶ εἶπε· πρὸς σέ, ὁ ἄρχων. 5 εισήλθεν εις την πόλιν και στον οίκον, όπου οι στρατιωτικοί αρχηγοί εκάθηντο, και είπε προς τον Ιού ο προφήτης· “θέλω να σου ανακοινώσω κάτι, στρατηγέ”. Ο Ιού απήντησε· “προς ποίον από όλους μας;” Εκείνος του είπε· “προ σέ, στρατηγέ”. 5 ἐμπῆκε δὲ εἰς τὸ σπίτι, ποὺ τοῦ εἶπεν ὁ Ἐλισαῖος, καὶ νά· οἱ στρατηγοὶ τοῦ στρατοῦ ἐκάθηντο ἐκεῖ. Ὁ νεαρὸς προφήτης, μόλις τοὺς εἶδεν, εἶπε: «Στρατηγέ, ἔχω κάποιο μήνυμα διὰ σέ». Ὁ Ἰοὺ τὸν ἐρώτησε: «Πρὸς ποῖον ἀπὸ ὅλους μᾶς ἀπευθύνεσαι;» Καὶ ὁ νεαρὸς προφήτης ἀπάντησε: «Εἰς σὲ στρατηγέ».
6 καὶ ἀνέστη καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸν οἶκον, καὶ ἐπέχεε τὸ ἔλαιον ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ καὶ εἶπεν αὐτῷ· τάδε λέγει Κύριος ὁ Θεὸς ᾿Ισραήλ· κέχρικά σε εἰς βασιλέα ἐπὶ λαὸν Κυρίου ἐπὶ τὸν ᾿Ισραήλ, 6 Ο Ιού εσηκώθη και εισήλθε μαζή με τον προφήτην στο εσωτερικόν του οίκου. Εκεί δε ο προφήτης έχυσε το έλαιον επάνω εις την κεφαλήν του και είπεν εις αυτόν· “αυτά λέγει Κυριος ο Θεός του Ισραήλ· Σε έχω χρίσει βασιλέα επί τον λαόν Κυρίου, επί τον ισραηλιτικόν λαόν. 6 Τότε ὁ Ἰοὺ ἐσηκώθη καὶ ἐπῆγε μὲ τὸν προφήτην εἰς τὸ ἐσωτερικὸν τοῦ σπιτιοῦ, ὅπου ὁ προφήτης ἔχυσε τὸ λάδι εἰς τὴν κεφαλὴν τοῦ Ἰοὺ καὶ τοῦ εἶπεν: «Αὐτὰ λέγει ὁ Κύριος, ὁ Θεὸς τοῦ Ἰσραήλ: «Σὲ ἔχω χρίσει βασιλιᾶ εἰς τὸν λαὸν τοῦ Κυρίου, εἰς τὸν Ἰσραηλιτικὸν λαόν.
7 καὶ ἐξολοθρεύσεις τὸν οἶκον ᾿Αχαὰβ τοῦ κυρίου σου ἐκ προσώπου μου καὶ ἐκδικήσεις τὰ αἵματα τῶν δούλων μου τῶν προφητῶν καὶ τὰ αἵματα πάντων τῶν δούλων Κυρίου ἐκ χειρὸς ᾿Ιεζάβελ 7 Σου δίδω εντολήν να εξολοθρεύσης την οικογένειαν του Αχαάβ, του κυρίου σου, από ενώπιόν μου και να τιμωρήσης εκείνους, οι οποίοι έχυσαν το αίμα των δούλων μου, των προφητών και τα αίματα όλων των δούλων του Κυρίου δια της χειρός της Ιεζάβελ 7 Καὶ σὺ θὰ ἐξολοθρεύσῃς τὴν βασιλικὴν οἰκογένειαν τοῦ Ἀχαάβ, τοῦ κυρίου σου, ἀπὸ ἐμπρός μου καὶ ἔτσι μὲ τὴν τιμωρίαν αὐτὴν θὰ ἐκδικηθῇς τὰ αἵματα τῶν δούλων μου τῶν προφητῶν καὶ τὰ αἵματα ὅλων τῶν δούλων τοῦ Κυρίου, τὰ ὁποῖα ἐχύθησαν μὲ τοὺς φόνους, ποὺ διέταξεν ἡ Ἰεζάβελ
8 καὶ ἐκ χειρὸς ὅλου τοῦ οἴκου ᾿Αχαὰβ καὶ ἐξολοθρεύσεις τῷ οἴκῳ ᾿Αχαὰβ οὐροῦντα πρὸς τοῖχον καὶ συνεχόμενον καὶ ἐγκαταλελειμμένον ἐν ᾿Ισραήλ· 8 και δια των άλλων ανθρώπων του βασιλικού οίκου του Αχαάβ. Θα εξολοθρεύσης λοιπόν όλους τους άρρενας της οικογενείας Αχαάβ, δούλον η ελεύθερον, από τους απογόνους του, που έχουν απομείνει μεταξύ του ισραηλιτικού λαού. 8 καὶ ὅλα τὰ μέλη τῆς βασιλικῆς οἰκογενείας τὸν Ἀχαάβ. Θὰ ἐξολοθρεύσῃς ἀπὸ τὴν βασιλικὴν οἰκογένειαν τοῦ Ἀχαὰβ ὅλους τοὺς ἀρσενικοὺς ἀπογόνους, ὅλους, ὅσοι εἶναι ἐλεύθεροι ἢ δοῦλοι, ὅλους τοὺς νέους καὶ γέροντες ἀπογόνους τοῦ Ἀχαάβ, οἱ ὁποῖοι κατοικοῦν μεταξὺ τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ.
9 καὶ δώσω τὸν οἶκον ᾿Αχαὰβ ὡς τὸν οἶκον ῾Ιεροβοὰμ υἱοῦ Ναβὰτ καὶ ὡς τὸν οἶκον Βαασὰ υἱοῦ ᾿Αχιά· 9 Εγώ ο Θεός θα παραδώσω εις καταστροφήν τον οίκον του Αχαάβ, όπως κατέστρεψα τον οίκον Ιεροβοάμ, υιού Ναβάτ, και όπως επίσης έπραξα εναντίον του οίκου Βαασά, του υιού Αχιά. 9 Θὰ μεταχειρισθῶ καὶ θὰ καταστρέψω τὴν βασιλικὴν οἰκογένειαν τοῦ Ἀχαάβ, ὅπως εἶχα μεταχειρισθῇ καὶ καταστρέψει τὴν βασιλικὴν οἰκογένειαν τοῦ Ἱεροβοάμ, υἱοῦ τοῦ Ναβάτ, καὶ τὴν βασιλικὴν οἰκογένειαν τοῦ Βαασά, υἱοῦ τοῦ Ἀχιά.
10 καὶ τὴν ᾿Ιεζάβελ καταφάγονται οἱ κύνες ἐν τῇ μερίδι ᾿Ιεζράελ, καὶ οὐκ ἔστιν ὁ θάπτων. καὶ ἤνοιξε τὴν θύραν καὶ ἔφυγε. 10 Την δε Ιεζάβελ θα καταφάγουν τα σκυλιά στον αγρόν Ιεζράελ. Και δεν θα ευρεθή άνθρωπος να την θάψη”. Κατόπιν ο προφήτης ήνοιξε την θύραν και έφυγε. 10 Καὶ τὴν Ἰεζάβελ θὰ τὴν καταφάγουν τὰ σκυλιὰ εἰς τὴν περιοχὴν τῆς Ἰεζράελ (ὅπου ἦταν προηγουμένως τὸ ἀμπέλι τοῦ Ναβουθαί), διότι δὲν θὰ ὑπάρχῃ κανείς, ποὺ νὰ θάψῃ τὸ σῶμα της». Μόλις ὁ νεαρὸς προφήτης εἶπε τὰ λόγια αὐτά, ἄνοιξε τὴν πόρταν τοῦ δωματίου καὶ ἔφυγε.
11 καὶ ᾿Ιοὺ ἐξῆλθε πρὸς τοὺς παῖδας τοῦ κυρίου αὐτοῦ, καὶ εἶπαν αὐτῷ· εἰρήνη; τί ὅτι εἰσῆλθεν ὁ ἐπίληπτος οὗτος πρὸς σέ; καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ὑμεῖς οἴδατε τὸν ἄνδρα καὶ τὴν ἀδολεσχίαν αὐτοῦ. 11 Ο Ιού εβγήκεν από το δωμάτιον και επήγε προς τους αξιωματικούς συναδέλφους του, τους υπηρετούντας τον βασιλέα. Εκείνοι τον ηρώτησαν· “δια το καλόν ήτο η επίσκεψις του ανθρώπου αυτού; Τι συμβαίνει; Διατί ήλθε προς σε αυτός ο επιληπτικός;” Ο Ιού είπε προς αυτούς· “σεις γνωρίζετε ασφαλώς τον άνθρωπον αυτόν και τον λόγον, τον οποίον μου είπε”. 11 Κατόπιν ὁ Ἰοὺ ἐβγῆκε ἀπὸ τὸ δωμάτιον καὶ ἐπῆγε πρὸς τοὺς συναδύλφους του ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦν τὸν κύριόν των, τὸν βασιλιᾶ· αὐτοὶ δὲ τὸν ἐρώτησαν: «Ὅλα καλὰ καὶ εἰρηνικά; Διατὶ ἦλθεν ὁ τρελλός (ὁ ἐπιληπτικός) αὐτὸς εἰς σέ; Τί θέλει ἀπὸ σέ;» Ὁ Ἰοὺ τοὺς ἀπάντησε: »Σεῖς γνωρίζετε τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν καὶ τὸ μήνυμα, ποὺ μοῦ διεβίβασεν».
12 καὶ εἶπον· ἄδικον· ἀπάγγειλον δὴ ἡμῖν. καὶ εἶπεν ᾿Ιοὺ πρὸς αὐτούς· οὕτω καὶ οὕτω ἐλάλησε πρός με λέγων· τάδε λέγει Κύριος· κέχρικά σε εἰς βασιλέα ἐπὶ ᾿Ισραήλ. 12 Εκείνοι του απήντησαν· “ακατανόητος η απάντησίς σου. Πές μας, λοιπόν, τι ακριβώς συνέβη;” Ο Ιού είπε προς αυτούς· “αυτά και αυτά μου είπεν ο άνθρωπος του Θεού λέγων· Ταδε λέγει Κυριος. Σε έχω χρίσει βασιλέα στον ισραηλιτικόν λαόν”. 12 Αὐτοὶ ὅμως τοῦ εἶπαν: «Ὄχι, μᾶς ἀδικεῖς μὲ αὐτὸ ποὺ εἶπες. Δὲν γνωρίζομεν! Πέςμας λοιπὸν τώρα καθαρὰ τί σοῦ εἶπεν». Ὁ Ἰοὺ τοὺς ἀπάντησε: «Αὐτὰ καὶ αὐτὰ ἐμίλησε εἰς ἐμὲ καὶ μοῦ εἶπεν «αὐτὰ λέγει ὁ Κύριος· σὲ ἔχω χρίσει βασιλιᾶ τοῦ Ἰσραήλ».
13 καὶ ἀκούσαντες ἔσπευσαν καὶ ἔλαβεν ἕκαστος τὸ ἱμάτιον αὐτοῦ καὶ ἔθηκαν ὑποκάτω αὐτοῦ ἐπὶ τὸ γαρὲμ τῶν ἀναβαθμῶν καὶ ἐσάλπισαν ἐν κερατίνῃ καὶ εἶπαν· ἐβασίλευσεν ᾿Ιού. 13 Εκείνοι, όταν ήκουσαν αυτά, επήρεν ο καθένας το ιμάτιόν του, το έβαλεν εις σημείον υποταγής εις την ανωτάτην βαθμίδα της κλίμακος, εσάλπισαν με κερατίνην σάλπιγγα και διεκήρυξαν· “ο Ιού είναι βασιλεύς”. 13 Μόλις οἱ ἄλλοι ἀξιωματοῦχοι ἄκουσαν τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Ἰού, ἔτρεξαν καὶ ἐπῆρε ὁ καθένας τὸν ἐξωτερικὸν μανδύαν του καὶ τὸν ἄπλωσε, εἰς ἔνδειξιν ὑποταγῆς, εἰς τὸ ὑψηλότερον σκαλοπάτι τῆς σκάλας, διὰ νὰ σταθῇ ἐπάνω εἰς αὐτὸ ὁ Ἰού, καὶ ἐσάλπισαν μὲ τὴν κερατίνην σάλπιγγα καὶ ἐφώναξαν: «Ἐβασίλευσεν ὁ Ἰού!»
14 καὶ συνεστράφη ᾿Ιοὺ υἱὸς ᾿Ιωσαφὰτ υἱοῦ Ναμεσσὶ πρὸς ᾿Ιωρὰμ καὶ ᾿Ιωρὰμ αὐτὸς ἐφύλασσεν ἐν Ρεμμὼθ Γαλαάδ, αὐτὸς καὶ πᾶς ᾿Ισραὴλ ἀπὸ προσώπου ᾿Αζαὴλ βασιλέως Συρίας, 14 Ο Ιού, ο υιός του Ιωσαφάτ υιού του Ναμεσσί, οργάνωσε μίαν συνωμοσίαν εναντίον του βασιλέως Ιωράμ. Ο δε Ιωράμ είχε τότε εκστρατεύσει εις Ρεμμώθ Γαλαάδ, αυτός και όλος ο στρατός του, και ήσαν έτοιμοι προς πόλεμον εναντίον Αζαήλ, του βασιλέως της Συρίας. 14 Καὶ ὁ Ἰού, ὁ υἱὸς τοῦ Ἰωσαφὰτ καὶ ἔγγονος τοῦ Ναμεσσί, συνωμότησεν ἐναντίον τοῦ βασιλιᾶ Ἰωράμ. Ὁ βασιλιᾶς Ἰωρὰμ καὶ ὅλος ὁ στρατός του κατεῖχε τὴν Ρεμμὼθ τῆς περιοχῆς Γαλαάδ, διὰ νὰ τὴν προστατεύσῃ ἀπὸ νέαν ἐπίθεσιν τοῦ Ἀζαήλ, βασιλιᾶ τῆς Συρίας.
15 καὶ ἀπέστρεψεν ᾿Ιωρὰμ ὁ βασιλεὺς ἰατρευθῆναι ἐν ᾿Ιεζράελ ἀπὸ τῶν πληγῶν, ὧν ἔπαισαν αὐτὸν οἱ Σύριοι ἐν τῷ πολεμεῖν αὐτὸν μετὰ ᾿Αζαὴλ βασιλέως Συρίας· καὶ εἶπεν ᾿Ιού· εἰ ἔστι ψυχὴ ὑμῶν μετ᾿ ἐμοῦ, μὴ ἐξελθέτω ἐκ τῆς πόλεως διαπεφευγὼς τοῦ πορευθῆναι καὶ ἀπαγγεῖλαι ἐν ᾿Ιεζράελ. 15 Ο Ιωράμ μετά την μάχην είχεν επιστρέψει εις Ιεζράελ, δια να θεραπευθή από τας πληγάς, τας οποίας του είχαν προξενήσει στο σώμα του οι Συροι, όταν αυτός επολεμούσεν εναντίον του Αζαήλ, βασιλέως των Συρων. Ο Ιού είπε προς τους αξιωματικούς συναδέλφους του· “εάν η καρδιά σας είναι με το μέρος μου, κανείς ας μη εξέλθη από την πόλιν, ας μη διαφύγη από εδώ και πορευθή και αναγγείλη στον βασιλέα, ο οποίος ευρίσκεται εις Ιεζράελ, όσα γνωρίζομεν”. 15 Ἀλλ’ ὁ βασιλιᾶς Ἰωράμ εἶχεν ἐπιστρέψει εἰς τὴν πόλιν Ἰεζράελ διὰ νὰ θεραπευθῇ ἀπὸ τὰ τραύματα, ποὺ τὸν ἐπροξένησαν οἱ Σύροι, ἐνῶ αὐτὸς ἐπολεμοῦσε ἐναντίον τοῦ Ἀζαήλ, βασιλιᾶ τῆς Συρίας. Ὁ Ἰοὺ εἶπεν εἰς τοὺς συναδέλφους του ἀξιωματικούς: «Ἐὰν πράγματι εἶσθε ὁμόψυχοι μὲ ἐμὲ καὶ συμφωνῆτε μαζί μου, τότε προσέξετε, ὥστε κανεὶς νὰ μὴ βγῇ καὶ διαφύγῃ ἀπὸ τὴν Ρεμμὼθ τῆς περιοχῆς Γαλαὰδ καὶ μεταβῇ νὰ ἀναγγείλῃ τὸ γεγονὸς αὐτὸ εἰς τὴν πόλιν Ἰεζράελ, ὅπου εὑρίσκεται ὁ βασιλιᾶς Ἰωράμ».
16 καὶ ἵππευσε καὶ ἐπορεύθη ᾿Ιοὺ καὶ κατέβη εἰς ᾿Ιεζράελ, ὅτι ᾿Ιωρὰμ βασιλεὺς ᾿Ισραὴλ ἐθαραπεύετο ἐν τῷ ᾿Ιεζράελ ἀπὸ τῶν τοξευμάτων, ὧν κατετόξευσαν αὐτὸν οἱ ᾿Αραμὶν ἐν τῇ Ραμμὰθ ἐν τῷ πολέμῳ μετὰ ᾿Αζαὴλ βασιλέως Συρίας, ὅτι αὐτὸς δυνατὸς καὶ ἀνὴρ δυνάμεως, καὶ ᾿Οχοζίας βασιλεὺς ᾿Ιούδα κατέβη ἰδεῖν τὸν ᾿Ιωράμ. 16 Ο Ιού ανέβη εις ένα ίππον και κατέβηκε με την συνοδείαν του εις την Ιεζράελ. Εις την πόλιν αυτήν ο βασιλεύς του Ισραήλ, ο Ιωράμ, εθεραπεύετο από τας πληγάς, τας οποίας έλαβεν από τα τοξεύματα των Αραμαίων εις Ραμμάθ, κατά τον πόλεμον εναντίον του Αζαήλ, βασιλέως της Συρίας, διότι αυτός ήτο γενναίος και αρχηγός μεγάλης στρατιωτικής δυνάμεως. Ο Οχοζίας, ο βασιλεύς των Ιουδαίων, κατέβη και αυτός να επισκεφθή και ίδη τον Ιωράμ. 16 Κατόπιν ὁ Ἰοὺ ἀνέβη εἰς τὸν ἵππον (ἢ εἰς τὸ ἅρμα) του καὶ ἐπῆγε εἰς τὴν Ἰεζράελ, διότι ὁ Ἰωράμ, ὁ βασιλιᾶς τοῦ Ἰσραήλ, εὑρίσκετο εἰς τὴν Ἰεζράελ θεραπευόμενος ἀπὸ τὰ τραύματα, ποὺ τοῦ ἐπροξένησαν μὲ τὰ τόξα των οἱ Σύροι εἰς τὴν πόλιν Ραμμὰθ κατὰ τὸν πόλεμον μὲ τὸν Ἀζαήλ, τὸν βασιλιᾶ τῆς Συρίας, διότι αὐτὸς ἦταν γενναῖος καὶ ἰσχυρὸς καὶ εἶχε στρατὸν πολύν. Ὁ δὲ Ὀχοζίας, βασιλιᾶς τοῦ Ἰούδα, εἶχε κατεβῆ εἰς τὴν Ἰεζράελ, διὰ νὰ ἐπισκεφθῇ τὸν τραυματισμένον βασιλιᾶ Ἰωράμ.
17 καὶ ὁ σκοπὸς ἀνέβη ἐπὶ τὸν πύργον ᾿Ιεζράελ καὶ εἶδε τὸν κονιορτὸν ᾿Ιοὺ ἐν τῷ παραγίνεσθαι αὐτὸν καὶ εἶπε· κονιορτὸν ἐγὼ βλέπω. καὶ εἶπεν ᾿Ιωράμ· λαβὲ ἐπιβάτην καὶ ἀπόστειλον ἔμπροσθεν αὐτῶν, καὶ εἰπάτω, εἰ εἰρήνη. 17 Ο φρουρών στρατιώτης ανέβη εις ένα πύργον της πόλεως Ιεζράελ και είδε τον κονιορτόν, που εσήκωνεν ο Ιού καθώς ήρχετο με καλπασμόν, και είπε· “βλέπω εγώ κονιορτόν”. Ο Ιωράμ του είπε· “πάρε ένα ιππέα και στείλε αυτόν εμπρός από εκείνους, που έρχονται, και ας ερωτήσουν εάν έρχωνται δι' ειρηνικούς σκοπούς”. 17 Ὁ στρατιώτης - σκοπὸς ἀνέβη εἰς τὸν πύργον τῆς Ἰεζράελ καὶ εἶδε τὸ σύννεφον τῆς σκόνης (τὸν κορνιαχτόν), ποὺ ἐσήκωνεν ὁ Ἰού, καθὼς ἔτρεχε καὶ ἐπλησίαζε μὲ τὸν ἵππον (ἢ τὸ ἅρμα) του, καὶ ἐφώναξε: «Βλέπω σύννεφον σκόνης (κορνιαχτόν)!» Εἰς τὴν φωνὴν τοῦ σκοποῦ ὁ βασιλιᾶς Ἰωρὰμ διέταξε: «Πάρε ἕνα ἱππέα καὶ στεῖλε τον νὰ συναντήσῃ αὐτοὺς ποὺ ἔρχονται καὶ νὰ τοὺς ἐρωτήσῃ· «δι' εἰρηνικὸν σκοπὸν ἔρχεσθε;».
18 καὶ ἐπορεύθη ἐπιβάτης ἵππου εἰς ἀπαντὴν αὐτῶν καὶ εἶπε· τάδε λέγει ὁ βασιλεύς, εἰ εἰρήνη. καὶ εἶπεν ᾿Ιού· τί σοι καὶ εἰρήνη; ἐπίστρεφε εἰς τὰ ὀπίσω μου. καὶ ἀπήγγειλεν ὁ σκοπὸς λέγων· ἦλθεν ὁ ἄγγελος ἕως αὐτῶν καὶ οὐκ ἀνέστρεψε. 18 Ο έφιππος απεσταλμένος εκάλπασεν εις απάντησιν αυτών και είπε· “αυτά ερωτά ο βασιλεύς· Εάν έρχεσθε δι' ειρηνικούς σκοπούς”. Ο Ιού απήντησε· “τι ενδιαφέρεσαι συ δια την ειρήνην; Ελα και συ κοντά μου”. Ο φρουρός της πόλεως Ιεζράελ είπεν προς τον Ιωράμ· “ο αγγελιαφόρος έφθασε μέχρις αυτών, αλλά δεν επέστρεψε”. 18 Ὁ ἱππεὺς ἐπῆγε πρὸς τὸ μέρος των, τοὺς συνήντησε καὶ τοὺς εἶπεν: «Αὐτὰ λέγει ὁ βασιλιᾶς· «δι' εἰρηνικὸν σκοπὸν ἔρχεσθε;». Ὁ Ἰοὺ τοῦ ἀπάντησε: «Αὐτὸ δὲν εἶναι δική σου δουλειά· τί ἐνδιαφέρεσαι σὺ διὰ τὴν εἰρήνην; Ἀκολούθησε πίσω μου». Καὶ ὁ στρατιώτης - σκοπός, ποὺ παρηκολούθει τὴν σκηνὴν ἀπὸ τὸν πύργον τοῦ τείχους, ἀνήγγειλε τὴν εἴδησιν: «Ὁ ἀγγελιαφόρος ἔφθασε μέχρις αὐτῶν, ποὺ ἔρχονται πρὸς τὴν Ἰεζράελ, ἀλλὰ δὲν ἐπέστρεψεν».
19 καὶ ἀπέστειλεν ἐπιβάτην ἵππου δεύτερον, καὶ ἦλθε πρὸς αὐτὸν καὶ εἶπε· τάδε λέγει ὁ βασιλεύς· εἰ εἰρήνη. καὶ εἶπεν ᾿Ιού· τί σοι καὶ εἰρήνη; ἐπιστρέφου εἰς τὰ ὀπίσω μου. 19 Ο βασιλεύς έστειλεν άλλον δεύτερον έφιππον αγγελιαφόρον, ο οποίος ήλθε προς τον Ιού και τον ηρώτησεν· “αυτά λέγει ο βασιλεύς· Ερχεσαι με ειρηνικόν σκοπόν;” Ο δε Ιού του απήντησε· “τι συ ενδιαφέρεσαι δια την ειρήνην; Ελα και συ κοντά μου”. 19 Ὁ βασιλιᾶς ἔστειλε τότε δεύτερον ἱππέα, ὁ ὁποῖος ἦλθεν εἰς τὸν Ἰοὺ καὶ τοῦ εἶπεν: «Αὐτὰ λέγει ὁ βασιλιᾶς «δι' εἰρηνικὸν σκοπὸν ἔρχεσθε;». Ὁ Ἰοὺ τοῦ ἀπάντησε: «Αὐτὸ δὲν εἶναι δική σου δουλειά· τί ἐνδιαφέρεσαι σὺ διὰ τὴν εἰρήνην; Ἀκολούθησε πίσω μου».
20 καὶ ἀπήγγειλεν ὁ σκοπὸς λέγων· ἦλθεν ἕως αὐτῶν καὶ οὐκ ἀνέστρεψε· καὶ ὁ ἄγων ἦγε τὸν ᾿Ιοὺ υἱὸν Ναμεσσί, ὅτι ἐν παραλλαγῇ ἐγένετο. 20 Ο φρουρός της πόλεως ανήγγειλε δια δευτέραν φοράν και είπε προς τον βασιλέα· “ο δεύτερος έφιππος αγγελιαφόρος έφθασε μέχρις εκείνων, αλλά δεν επανήλθε”. Και ο ιππεύς Ιού, υιός του Ναμεσσί έτρεχε με αλλόφρονα καλπασμόν προς την πόλιν. 20 Ὁ στρατιώτης - σκοπὸς ἀνήγγειλε πάλιν τὴν εἴδησιν ἀπὸ τὸν πύργον τῆς πόλεως καὶ ειπεν: «Ὁ ἀγγελιαφόρος ἔφθασε μέχρις αὐτῶν, ἀλλὰ δὲν ἐπέστρεψεν. Ὁ δὲ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον τρέχει αὐτός, ποὺ ἔρχεται πρὸς τὴν Ἰεζράελ, ὁμοιάζει μὲ τὸν τρόπον ποὺ ὁρμᾷ ὁ Ἰού, ὁ υἱὸς τοῦ Ναμεσσί· ὁδηγεῖ τὸν ἵππον (ἢ τὸ ἅρμα) του ὡσὰν τρελλός, ὅπως ἀκριβῶς ὁ Ἰού!»
21 καὶ εἶπεν ᾿Ιωράμ· ζεῦξον· καὶ ἔζευξεν ἅρμα. καὶ ἐξῆλθεν ᾿Ιωρὰμ βασιλεὺς ᾿Ισραὴλ καὶ ᾿Οχοζίας βασιλεὺς ᾿Ιούδα, ἀνὴρ ἐν τῷ ἅρματι αὐτοῦ, καὶ ἐξῆλθον εἰς ἀπαντὴν ᾿Ιοὺ καὶ εὗρον αὐτὸν ἐν τῇ μερίδι Ναβουθαὶ τοῦ ᾿Ιεζραηλίτου. 21 Εκ τούτου ο βασιλεύς Ιωράμ υπωπτεύθη κάποιον κακόν και είπε· “ζεύξε το άρμα μου”. Ο υπηρέτης του έζευξε το πολεμικόν άρμα. Εβγήκεν ο βασιλεύς του Ισραήλ Ιωράμ. Μαζή του δε εξήλθε και ο βασιλεύς Ιούδα, ο Οχοζίας, ο καθένας από αυτούς στο ιδικόν του άρμα και εξήλθον εις απάντησιν του Ιού. Συνήντησαν δε αυτόν στον αγρόν του Ναβουθαί, του Ιεζραηλίτου. 21 Τότε ὁ Ἰωρὰμ διέταξε: «Ζεῦξε τὸ πολεμικόν μου ἅρμα». Ὁ ὑπηρέτης ἔζευξε καὶ ἐτοίμασε τὸ βασιλικὸν ἅρμα. Καὶ ὁ Ἰωράμ, ὁ βασιλιᾶς τοῦ Ἰσραήλ, καὶ ὁ Ὀχοζίας, ὁ βασιλιᾶς τοῦ Ἰούδα, ὁ καθέρνας μὲ τὸ ἰδικόν του πολεμικὸν ἅρμα, ἐβγῆκαν ἀπὸ τὴν πόλιν Ἰεζράελ διὰ νὰ συναντήσουν τὸν Ἰού. Οἱ δύο βασιλεῖς συνήντησαν τὸν Ἰοὺ εἰς τὸ χωράφι, ποὺ ἀνῆκεν ἄλλοτε εἰς τὸν Ναβουθαί, ὁ ὁποῖος κατήγετο ἀπὸ τὴν Ἰεζράελ.
22 καὶ ἐγένετο ὡς εἶδεν ᾿Ιωρὰμ τὸν ᾿Ιού, καὶ εἶπεν· εἰ εἰρήνη ᾿Ιού; καὶ εἶπεν ᾿Ιού· τί εἰρήνη; ἔτι αἱ πορνεῖαι ᾿Ιεζάβελ τῆς μητρός σου καὶ τὰ φάρμακα αὐτῆς τὰ πολλά. 22 Οταν ο Ιωράμ είδε τον Ιού, τον ηρώτησεν· “ειρηνικός είναι ο σκοπός της επισκέψεώς σου;” Ο δε Ιού του απήντησε· “τι ειρήνη και ειρήνη; Ακόμη μένουν η διαφθορά και η ασέβεια Ιεζάβελ της μητρός σου και αι μαγείαι αυτής αι πάρα πολλαί. Εφθασεν ο καιρός της τιμωρίας”. 22 Συνέβη δὲ τοῦτο: Μόλις ὁ βασιλιᾶς Ἰωρὰμ εἶδε τὸν Ἰού, τὸν ἐρώτησε: «Δι' εἰρηνικὸν σκοπὸν ἔρχεσαι, Ἰού;» Ὁ Ἰοὺ τοῦ ἀπάντησε: «Πῶς ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ εἰρήνη; Ἀκόμη συνεχίζονται οἱ ἀσέβειες, οἱ εἰδωλολατρίες καὶ οἱ ἀποστασίες ἀπὸ τὸν Θεὸν τῆς Ἰεζάβελ, τῆς μητέρας σου, καὶ οἱ πολλὲς μαγεῖες, τὶς ὁποῖες αὐτὴ ἐγκαινίασε! Ὑπ’ αὐτές τὶς συνθῆκες δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ εἰρήνη».
23 καὶ ἐπέστρεψεν ᾿Ιωρὰμ τὰς χεῖρας αὐτοῦ τοῦ φυγεῖν καὶ εἶπε πρὸς ᾿Οχοζίαν· δόλος, ᾿Οχοζία. 23 Ο Ιωράμ αμέσως εγύρισε τα ηνία του άρματος να φύγη και είπε προς τον Οχοζίαν· “Οχοζία, πρόκειται περί συνωμοσίας”. 23 Καὶ καθὼς ὁ Ἰωρὰμ ἐγύρισε τὸ ἅρμα του διὰ νὰ φύγῃ, εἶπε πρὸς τὸν βασιλιᾶ Ὀχοζίαν: «Συνωμοσία, Ὀχοζία!»
24 καὶ ἔπλησεν ᾿Ιοὺ τὴν χεῖρα αὐτοῦ ἐν τῷ τόξῳ καὶ ἐπάταξε τὸν ᾿Ιωρὰμ ἀνὰ μέσον τῶν βραχιόνων αὐτοῦ, καὶ ἐξῆλθε τὸ βέλος αὐτοῦ διὰ τῆς καρδίας αὐτοῦ, καὶ ἔκαμψεν ἐπὶ τὰ γόνατα αὐτοῦ. 24 Ο Ιού επήρεν στο χέρι του το τόξον, εκτύπησε με το βέλος τον Ιωράμ ανάμεσα εις τις δύο πλάτες και το βέλος εβγήκεν δια της καρδίας του. Ο Ιωράμ εγονάτισεν επάνω στο άρμα του και απέθανεν αμέσως. 24 Τότε ὁ Ἰοὺ ἐχούφτιασε τὸ τόξον του καὶ ἔρριξε μὲ δύναμιν τὸ βέλος κατὰ τοῦ Ἰωρὰμ καὶ τὸν ἐκτύπησεν ἀπὸ πίσω μεταξὺ τῶν δύο ὠμοπλατῶν του· τὸ βέλος ἐτρύπησε τὸ σῶμα τοῦ Ἰωρὰμ καὶ ἐβγῆκε ἀπὸ τὴν καρδιά του. Ὁ Ἰωρὰμ ἐγονάτισε καὶ ἔπεσε νεκρὸς μέσα εἰς τὸ ἅρμα του.
25 καὶ εἶπε πρὸς Βαδεκὰρ τὸν τριστάτην αὐτοῦ· ρῖψον αὐτὸν ἐν τῇ μερίδι ἀγροῦ Ναβουθαὶ τοῦ ᾿Ιεζραηλίτου· ὅτι μνημονεύω, ἐγὼ καὶ σὺ ἐπιβεβηκότες ἐπὶ ζεύγη ὀπίσω ᾿Αχαὰβ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, καὶ Κύριος ἔλαβεν ἐπ᾿ αὐτὸν τὸ λῆμμα τοῦτο λέγων· 25 Ο Ιού είπεν στον αξιωματικόν της συνοδείας του, τον Βαδεκάρ· “ρίξε το πτώμα του Ιωράμ στον αγρόν του Ναβουθαί του Ιεζραηλίτου. Διότι ενθυμούμαι, όταν εγώ και συ έφιπποι ηκολουθήσαμεν ως συνοδοί Αχαάβ τον πατέρα αυτού, ο Κυριος είχε προαναγγείλει αυτήν την τιμωρίαν εναντίον του λέγων· 25 Κατόπιν ὁ Ἰοὺ εἶπε πρὸς τὸν Βαδεκάρ, τὸν ὑπασπιστήν του: «Ρῖξε τὸν νεκρὸν Ἰωρὰμ εἰς τὸ χωράφι τοῦ Ναβουθαί, ὁ ὁποῖος κατάγεται ἀπὸ τὴν Ἰεζράελ· διότι ἐνθυμοῦμαι, ὅταν ἐγὼ καὶ σὺ ἀκολουθούσαμε ἔφιπποι πίσω ἀπὸ τὸν πατέρα του, τὸν Ἀχαάβ, ὁ Κύριος ἐμίλησε καὶ εἶπεν εἰς αὐτὸν τὰ φοβερὰ αὐτὰ λόγια:
26 εἰ μὴ τὰ αἵματα Ναβουθαὶ καὶ τὰ αἵματα τῶν υἱῶν αὐτοῦ εἶδον ἐχθές, φησὶ Κύριος, καὶ ἀνταποδώσω αὐτῷ ἐν τῇ μερίδι ταύτῃ, φησὶ Κύριος· καὶ νῦν ἄρας δὴ ρῖψον αὐτὸν ἐν τῇ μερίδι κατὰ τὸ ρῆμα Κυρίου. 26 Οπως είδον χθες τα αίματα του Ναβουθαί και των υιών του να χύνωνται από τούτον, λέγει ο Κυριος, έτσι θα του ανταποδώσω την αδικίαν, που διέπραξεν, στον ίδιον ακριβώς αγρόν. Και τώρα πάρε το νεκρόν σώμα και ρίξε το στον αγρόν αυτόν σύμφωνα με τον λόγον του Κυρίου”. 26 «Χωρὶς καμμίαν ἀμφιβολίαν εἶδα χθὲς νὰ χύνεται τὸ αἷμα τοῦ Ναβουθαὶ καὶ τὰ αἵματα τῶν υἱῶν του, λέγει ὁ Κύριος, καὶ ὑπόσχομαι ὅτι θὰ ἀνταποδώσω εἰς αὐτὸν τὴν ἀδικίαν αὐτὴν εἰς τὸ ἴδιον αὐτὸ χωράφι, λέγει καὶ πάλιν ὁ Κύριος». Δι' αὐτό, ἀφοῦ τώρα σηκώσῃς τὸν νεκρὸν Ἰωράμ, ρίξε τὸν εἰς τὸ χωράφι αὐτό, σύμφωνα μὲ ὅσα προεῖπεν ὁ Κύριος».
27 καὶ ᾿Οχοζίας βασιλεὺς ᾿Ιούδα εἶδε καὶ ἔφυγεν ὁδὸν Βαιθαγγάν, καὶ ἐδίωξεν ὀπίσω αὐτοῦ ᾿Ιοὺ καὶ εἶπε· καί γε αὐτόν· καὶ ἐπάταξεν αὐτὸν πρὸς τῷ ἅρματι ἐν τῷ ἀναβαίνειν Γαΐ, ἥ ἐστιν ᾿Ιεβλαάμ, καὶ ἔφυγεν εἰς Μαγεδδὼ καὶ ἀπέθανεν ἐκεῖ. 27 Ο βασιλεύς των Ιουδαίων, ο Οχοζίας, όταν είδε το τραγικόν γεγονός, έφυγε πανικόβλητος ακολουθών την οδόν προς Βαιθαγγάν, αλλά ο Ιού με τους στρατιώτας του τον κατεδίωξε και είπεν εις ένα από τους στρατιώτας του· “και αυτόν εκτελέσατε”. Και πράγματι ένας στρατιώτης εκτύπησεν αυτόν στο άρμα του, όταν ανέβαινεν εις την πόλιν Γαϊ, η οποία ευρίσκεται πλησίον της Ιεβλαάμ. Εφυγε δε με το άρμα του πληγωμένος εις Μαγεδδώ ο Οχοζίας, όπου και απέθανε. 27 Ὅταν ὁ Ὀχοζίας, ὁ βασιλιᾶς τοῦ Ἰούδα, εἶδεν αὐτὸ ποὺ ἔγινε, ἔφυγε μὲ τὸ ἅρμα του πρὸς τὴν κατεύθυνσιν τῆς πόλεως Βαιθαγγάν. Ἀλλ’ ὁ Ἰοὺ κατεδίωξε καὶ αὐτὸν καὶ διέταξε τοὺς ἄνδρες του: «Σκοτῶστε καὶ αὐτόν!» Οἱ ἄνδρες του τὸν ἐκτύπησαν μέσα εἰς τὸ πολεμικὸν ἅρμα του, καθὼς ἀνέβαινε τὸν δρόμον, ποὺ ὁδηγεῖ εἰς τὴν Γαΐ, ἡ ὁποία εὑρίσκεται κοντὰ εἰς τὴν πόλιν Ἰεβλαάμ, λλ’ ὁ Ὀχοζίας κατώρθωσε νὰ συνεχίσῃ πληγωμένος τὸν δρόμον του καὶ ἔτσι ἔφθασεν εἰς τὴν πόλιν Μαγεδδῶ καὶ ἀπέθανεν ἐκεῖ.
28 καὶ ἐπεβίβασαν αὐτὸν οἱ παῖδες αὐτοῦ ἐπὶ τὸ ἅρμα καὶ ἤγαγον αὐτὸν εἰς ῾Ιερουσαλὴμ καὶ ἔθαψαν αὐτὸν ἐν τῷ τάφῳ αὐτοῦ ἐν πόλει Δαυίδ. 28 Οι δούλοι του τον απέθεσαν νεκρόν στο άρμα του, τον έφεραν εις την Ιερουσαλήμ και τον έθαψαν στον τάφον του εις την πόλιν του Δαυίδ. 28 Οἱ ὑπηρέται (ἢ οἱ ἀζιωματικοί) του ἐπεβίβασαν τὸν νεκρὸν Ὀχοζίαν εἰς τὸ ἅρμα του καὶ τὸν ἔφεραν εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ τὸν ἔθαψαν εἰς τὸν βασιλικὸν τάφον του εἰς τὴν πόλιν τοῦ Δαβίδ.
29 καὶ ἐν ἔτει ἑνδεκάτῳ ᾿Ιωρὰμ βασιλέως ᾿Ισραὴλ ἐβασίλευσεν ᾿Οχοζίας ἐπὶ ᾿Ιούδαν. 29 Κατά το ενδέκατον έτος του Ιωράμ, βασιλέως του ισραηλιτικού λαού, εβασίλευσεν ο Οχοζίας στο βασίλειον του Ιούδα. 29 Κατὰ τὸ ἑνδέκατον ἔτος τοῦ Ἰωράμ, βασιλιᾶ τοῦ Ἰσραήλ, ὁ Ὀχοζίας ἀνεκηρύχθη βασιλιᾶς τοῦ Ἰούδα.
30 καὶ ἦλθεν ᾿Ιοὺ ἐπὶ ᾿Ιεζράελ· καὶ ᾿Ιεζάβελ ἤκουσε καὶ ἐστιμίσατο τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῆς καὶ ἠγάθυνε τὴν κεφαλὴν αὐτῆς καὶ διέκυψε διὰ τῆς θυρίδος. 30 Ο Ιού εισήλθεν εις την πόλιν Ιεζράελ. Η Ιεζάβελ ήκουσε τα γεγονότα αυτά, έβαψε μαύρα τα βλέφαρά της, εστόλισε την κεφαλήν της και έκυψεν από το παράθυρον του ανακτόρου της. 30 Ὁ Ἰοὺ ἔφθασεν εἰς τὴν πόλιν Ἰεζράελ. Καὶ ἡ Ἰεζάβελ, ποὺ ἐπληροφορήθη ὅσα εἶχαν συμβῇ, ἔβαψε μαῦρα τὰ βλέφαρά της, ἐτακτοποίησε τὰ μαλλιά της καὶ ἐστόλισε τὴν κεφαλήν της καὶ ἔσκυψε κάτω πρὸς τὸν δρόμον ἀπὸ τὸ παράθυρον τοῦ παλατιοῦ της.
31 καὶ ᾿Ιοὺ εἰσεπορεύετο ἐν τῇ πόλει καὶ εἶπεν· εἰ εἰρήνη, Ζαμβρὶ ὁ φονευτὴς τοῦ κυρίου αὐτοῦ; 31 Ο Ιού την ώραν εκείνην εισήρχετο εις την πόλιν. Η Ιεζάβελ είπε προς αυτόν ειρωνικώς· “είναι ειρηνική η εισοδός σου, όμοιε με τον Ζαμβρί, που εδολοφόνησε τον κύριόν του;” 31 Καθὼς ὁ Ἰοὺ ἔμπαινε τὴν ὥραν ἐκείνην εἰς τὴν πόλιν, ἡ Ἰεζάβελ μὲ εἰρωνικὸν τρόπον ἐφώναξεν: «Εἰρηνικὸν σκοπὸν ἔχει ἡ εἴσοδός σου, Ζαμβρί, δολοφόνε τοῦ βασιλιᾶ, τοῦ κυρίου σου;»
32 καὶ ἐπῆρε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ εἰς τὴν θυρίδα καὶ εἶδεν αὐτὴν καὶ εἶπε· τί εἶ σύ; κατάβηθι μετ᾿ ἐμοῦ. καὶ κατέκυψαν πρὸς αὐτὸν δύο εὐνοῦχοι· 32 Ο Ιού εσήκωσε το πρόσωπόν του προς το παράθυρον, είδεν αυτήν και είπε· “ποιά είσαι συ; Κατέβα κάτω προς εμέ”. Εσκυψαν προς αυτόν από το παράθυρον δύο ευνούχοι. 32 Ὁ Ἰοὺ ἐγύρισε καὶ ἐσήκωσε τὸ πρόσωπόν του, ἐκύτταξε πρὸς τὸ παράθυρον, εἶδε τὴν Ἰεζάβελ καὶ εἶπε: «Ποία εἶσαι σύ; Κατέβα κάτω κοντά μου». Καὶ ἀπὸ τὸ παράθυρον ἔσκυψαν κάτω πρὸς τὸν Ἰοὺ δύο εὐνοῦχοι τοῦ παλατιοῦ.
33 καὶ εἶπε· κυλίσατε αὐτήν, καὶ ἐκύλισαν αὐτήν, καὶ ἐρραντίσθη τοῦ αἵματος αὐτῆς πρὸς τὸν τοῖχον καὶ πρὸς τοὺς ἵππους, καὶ συνεπάτησαν αὐτήν. 33 Ο Ιού τους είπε· “κυλίσατε αυτήν κάτω”. Και την εκύλισαν πράγματι. Το δε αίμα της ερράντισε τον τοίχον και τους ίππους, οι οποίοι και την εποδοπάτησαν. 33 Ὁ Ἰοὺ εἶπεν εἰς αὐτούς: «Κυλῖστε τὴν καὶ ρῖξτε την κάτω!» Αὐτοὶ δὲ τὴν ἐκύλισαν καὶ τὴν ἔρριξαν κάτω ἀπὸ τὸ παράθυρον· καὶ τὸ αἷμα τῆς ἐρράντισε καὶ ἐπιτσίλισε τὸν τοῖχον καὶ τοὺς ἵππους καὶ τὴν ἐποδοπάτησαν.
34 καὶ εἰσῆλθε καὶ ἔφαγε καὶ ἔπιε καὶ εἶπεν· ἐπισκέψασθε δὴ τὴν κατηραμένην ταύτην καὶ θάψατε αὐτήν, ὅτι θυγάτηρ βασιλέως ἐστί. 34 Ο Ιού εισήλθεν στον οίκον, έφαγεν, έπιε και είπε· “πηγαίνετε, λοιπόν, προς την κατηραμένην αυτήν γυναίκα και θάψατέ την, διότι επί τέλους είναι θυγάτηρ βασιλέως”. 34 Ὁ Ἰοὺ ἐμπῆκε τότε εἰς τὸ παλάτι καί, ἀφοῦ ἔφαγε καὶ ἤπιε, εἶπε: «Πηγαίνετε, σᾶς παρακαλῶ, τώρα εἰς τὴν καταραμένην αὐτὴν γυναῖκα καὶ θάψτε τήν, διότι παρ' ὅλα αὐτὰ εἶναι κόρη βασιλιᾶ».
35 καὶ ἐπορεύθησαν θάψαι αὐτὴν καὶ οὐχ εὗρον ἐν αὐτῇ ἄλλο τι ἢ τὸ κρανίον καὶ οἱ πόδες καὶ τὰ ἴχνη τῶν χειρῶν. 35 Εκείνοι μετέβησαν, δια να την θάψουν και δεν ευρήκαν τίποτε άλλο από το σώμα της παρά μόνον το κρανίον, τα πόδια της και τας παλάμας από τας χείρας της. 35 Καὶ οἱ ἀπεσταλμένοι του ἐπῆγαν νὰ τὴν θάψουν· δὲν εὑρῆκαν ὅμως τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὸ πτῶμα της, παρὰ μόνον τὸ κρανίον της, τὰ πόδια της καὶ τὶς παλάμες τῶν χεριῶν της.
36 καὶ ἐπέστρεψαν καὶ ἀνήγγειλαν αὐτῷ, καὶ εἶπε· λόγος Κυρίου, ὃν ἐλάλησεν ἐν χειρὶ ᾿Ηλιοὺ τοῦ Θεσβίτου λέγων· ἐν τῇ μερίδι ᾿Ιεζράελ καταφάγονται οἱ κύνες τὰς σάρκας ᾿Ιεζάβελ, 36 Επέστρεψαν και ανήγγειλαν στον Ιού αυτά. Ο Ιού είπεν· “εξεπληρώθη του Κυρίου η προφητεία, την οποίαν ελάλησε δια του Ηλιού του Θεσβίτου λέγων· Εις τον αγρόν, που ευρίσκεται εις Ιεζράελ, εκεί θα φάγουν οι κύνες τας σάρκας της Ιεζάβελ. 36 Οἱ ἀπεσταλμένοι ἐπέστρεψαν καὶ ἀνήγγειλαν τὸ γεγονὸς εἰς τὸν Ἰού, ὁ ὁποῖος εἶπεν: «Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, ποὺ εἶπεν ὁ Κύριος διὰ στόματος τοῦ προφήτου Ἠλία τοῦ Θεσβίτου, ὁ ὁποῖος εἶπεν: «Εἰς τὸ χωράφι, ποὺ εὐρίσκεται εἰς τὴν Ἰεζράελ, θὰ φάγουν τὰ σκυλιὰ τὶς σάρκες τῆς Ἰεζάβελ.
37 καὶ ἔσται τὸ θνησιμαῖον ᾿Ιεζάβελ ὡς κοπρία ἐπὶ προσώπου τοῦ ἀγροῦ ἐν τῇ μερίδι ᾿Ιεζράελ, ὥστε μὴ εἰπεῖν αὐτοὺς ᾿Ιεζάβελ. 37 Το δε πτώμα της θα είναι ωσάν κοπριά στον αγρόν της περιοχής Ιεζράελ. Θα υποστή δε τέτοιαν παραμόρφωσιν, ώστε δεν θα ημπορή να είπη κανείς ότι αυτή είναι η Ιεζάβελ”. 37 Καὶ τὸ πτῶμα τῆς Ἰεζάβελ θὰ εἶναι ὡς κοπριὰ καὶ λίπασμα εἰς τὸ χωράφι τῆς περιοχῆς τῆς Ἰεζράελ, καὶ θὰ παραμορφωθῇ τόσον πολύ, ὥστε κανεὶς νὰ μὴ ἠμπορῇ νὰ ἀναγνωρίσῃ τὰ ἴχνη τοῦ καὶ νὰ εἰπῇ, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ Ἰεζάβελ».