Δευτέρα, 04 Μαρτίου 2024
Ανατ: 06:53
Δύση: 18:22
Σελ. 24 ημ.
64-302
16ος χρόνος, 5861η ημέρα
Έκδοση: 4η

ΑΜΩΣ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8 (Η)


 
 

ΚΕΦΑΛΑΙΑ


 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 ΟΥΤΩΣ ἔδειξέ μοι Κύριος καὶ ἰδοὺ ἄγγος ἰξευτοῦ. 1 Ο Κυριος έδειξεν εις εμέ ένα άλλο όραμα. Ιδού, δοχείον ίδια τας ιξόβεργας του κυνηγού πτηνών. 1 Αὐτὸ εἶναι τὸ «τέταρτον» ὅραμα, τὸ ὁποῖον μοῦ ἔδειξε Κύριος ὁ Θεός: Νά! ἕνα δοχεῖον μὲ ἰξόβεργες κυνηγοῦ πτηνῶν.
2 καὶ εἶπε· τί σὺ βλέπεις, ᾿Αμώς; καὶ εἶπα· ἄγγος ἰξευτοῦ. καὶ εἶπε Κύριος πρός με· ἥκει τὸ πέρας ἐπὶ τὸν λαόν μου ᾿Ισραήλ, οὐ προσθήσω ἔτι τοῦ παρελθεῖν αὐτόν· 2 Και μου είπε· “Αμώς τι βλέπεις συ;” Και είπα· “Βλέπω δοχείον δια τας ιξόβεργας του κυνηγού πτηνών”. Ο Κυριος μου είπε τότε· “Εφθασε πλέον το τέλος του ισραηλιτικού λαού, δε πρόκειται πλέον να τον επισκέπτωμαι και να του παρέχω την προστασίαν μου. 2 Καὶ ὁ Κύριος εἶπε πρὸς ἐμέ: «Τί βλέπεις ἐσύ, Ἀμώς;» Καὶ ἐγὼ ἀπάντησα: «Δοχεῖον μὲ ἰξόβεργες κυνηγοῦ πτηνῶν». Καὶ ὁ Κύριος εἶπε πρὸς ἐμέ: «ἜφΘασε τὸ τέλος τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ μου· δὲν πρόκειται πλέον νὰ παρατρέξω καὶ νὰ παραβλέψω τὴν ἀσέβειαν, τὴν ὁποίαν ἐπιτελοῦν οἱ Ἰσραηλῖται μὲ θράσος καὶ ἀναίδειαν.
3 καὶ ὀλολύξει τὰ φατνώματα τοῦ ναοῦ· ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ, λέγει Κύριος, πολὺς ὁ πεπτωκὼς ἐν παντὶ τόπῳ, ἐπιρρίψω σιωπήν. - 3 Ολολυγμοί θα αντηχήσουν τότε εις τας οροφάς του ναού. Κατά την ημέραν εκείνην της καταστροφής, λέγει ο Κυριος, παρά πολλοί θα έχουν πέσει νεκροί εις όλην την περιοχήν του ισραηλιτικού βασιλείου. Θα απλώσω επάνω εις αυτήν νεκρικήν σιγήν”. 3 Τότε θὰ ἀντηχήσουν εἰς τὶς ὀροφὲς τοῦ Ναοῦ ξεφωνητὰ καὶ θρῆνοι καὶ βοὴ ἀπὸ τὰ ξύλα, ποὺ θὰ καίγωνται. Κατὰ τὴν φοβερὰν ἐκείνην ἡμέραν», λέγει ὁ Κύριος, «θὰ εἶναι πλῆθος ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ φονευθοῦν εἰς κάθε τόπον τῆς χώρας τοῦ Ἰσραήλ· θὰ ἐπιφέρω δὲ νεκρικὴν σιγὴν εἰς τὶς πόλεις καὶ τοὺς δρόμους καὶ τὰ χωριά, λόγῳ τῆς παντελοῦς ἐρημίας, ποὺ θὰ εἶναι συνέπεια τῆς ἀπουσίας τῶν κατοίκων».
4 ᾿Ακούσατε δὴ ταῦτα οἱ ἐκτρίβοντες εἰς τὸ πρωΐ πένητα καὶ καταδυναστεύοντες πτωχοὺς ἀπὸ τῆς γῆς, 4 Ακούσατε, λοιπόν, αυτά σεις οι πλούσιοι και ισχυροί, οι οποίοι κατά το πρωϊ, που διεξάγονται αι δίκαι, συντρίβετε τον άπορον και καταδυναστεύετε πάντοτε τους πτωχούς της χώρας. 4 «Ἀκοῦστε λοιπὸν αὐτὰ σεῖς οἱ πλούσιοι, οἱ ὁποῖοι συντρίβετε καὶ κυριολεκτικὰ ἀφανίζετε τὸν ἄπορον κατὰ τὶς δίκες, ποὺ διεξάγονται κατὰ τὸ πρωΐ, σεῖς οἱ ἰσχυροί, οἱ ὁποῖοι κάνετε κατάχρησιν τῆς δυνάμεώς σας καὶ καταναγκάζετε καὶ καταθλίβετε τοὺς πτωχοὺς τῆς χώρας·
5 οἱ λέγοντες· πότε διελεύσεται ὁ μὴν καὶ ἐμπολεμήσομεν καὶ τὰ σάββατα καὶ ἀνοίξομεν θησαυρὸν τοῦ ποιῆσαι μέτρον μικρὸν καὶ τοῦ μεγαλῦναι στάθμια καὶ ποιῆσαι ζυγὸν ἄδικον 5 Σεις, οι οποίοι λέγετε· Ποτε θα περάση η αργία της νουμηνίας, δια να επιδοθώμεν στο εμπόριον μας, και το Σαββατον, δια να ανοίξωμεν τας θησαυροφόρους επιχειρήσεις μας, να χρησιμοποιήσωμεν λιποβαρή σταθμά εις την πώλησιν και βαρύτερα δια την αγοράν και γενικώς να χρησιμοποιούμεν άδικον ζυγόν εις εξυπηρέτησιν του συμφέροντός μας· 5 σεῖς, οἱ ὁποῖοι λέγετε: «Πότε θὰ περάσῃ ἡ ἀργία τῆς πρώτης τοῦ μηνός, διὰ νὰ ἐμπορευθῶμεν· πότε θὰ περάσῃ τὸ Σάββατον, διὰ νὰ ἀνοίξωμεν τὰ χρηματοκιβώτια καὶ τὰ θησαυροφυλάκια τῶν ἐμπορικῶν μας καταστημάτων καὶ νὰ κάμωμεν μικρὸν καὶ λιποβαρὲς τὸ μέτρον κατὰ τὴν πώλησιν, βαρύτερα δὲ τὰ μέτρα κατὰ τὴν ἀγοράν, καὶ γενικὰ νὰ κάμωμεν ἔτσι, ὥστε νὰ εἶναι ἄδικη καὶ ψεύτικη ἡ ζυγαριά,
6 τοῦ κτᾶσθαι ἐν ἀργυρίῳ καὶ πτωχοὺς καὶ πένητα ἀντὶ ὑποδημάτων καὶ ἀπὸ παντὸς γεννήματος ἐμπορευσόμεθα; 6 δια να ημπορέσωμεν έτσι να αγοράσωμεν τους πτωχούς ως δούλους μας και τον πένητα αντί ενός ζεύγους υποδημάτων, και να εμπορευθώμεν κάθε είδους προϊόντα της γης εις πλουτισμόν μας; 6 διὰ νὰ ἠμπορέσωμεν ἔτσι νὰ ἀγοράσωμεν καὶ τοὺς πτωχοὺς ὡς δούλους μας καὶ τὸν τελείως ἄπορον ἀντὶ ἐνὸς ζευγαριοῦ ὑποδημάτων καὶ νὰ ἐμπορευθῶμεν παντὸς εἴδους προϊόντα καὶ καρποὺς τῆς γῆς διὰ νὰ πλουτίσωμεν;».
7 ὀμνύει Κύριος κατὰ τῆς ὑπερηφανίας ᾿Ιακώβ, εἰ ἐπιλησθήσεται εἰς νῖκος πάντα τὰ ἔργα ὑμῶν. 7 Ο Κυριος ορκίζεται εναντίον της εγωπαθούς αυτής ιδιοτελείας του ισραηλιτικού λαού και λέγει, ότι δεν θα λησμονηθούν και δεν θα επικρατήσουν μέχρι τέλους τα κακά σας έργα. 7 Ὁ Κύριος ὁρκίζεται κατὰ τῆς μετ' αὐθαδείας καὶ θράσους ἀδικίας τοῦ Ἰακώβ «τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ) καὶ λέγει: «Οὐδέποτε θὰ λησμονηθοῦν παντελῶς καὶ δὲν θὰ συνεχισθοῦν μέχρι τέλους ὅλα τὰ ἁμαρτωλὰ ἔργα σας.
8 καὶ ἐπὶ τούτοις οὐ ταραχθήσεται ἡ γῆ, καὶ πενθήσει πᾶς ὁ κατοικῶν ἐν αὐτῇ, καὶ ἀναβήσεται ὡς ποταμὸς συντέλεια καὶ καταβήσεται ὡς ποταμὸς Αἰγύπτου. 8 Σεις νομίζετε ότι καθόλου δεν θα ταραχθή η χώρα σας από τα κακά αυτά έργα σας. Αλλά μάθετε τούτο· ότι όλοι, όσοι κατοικούν εις την Ισραηλιτικήν χώραν, θα πενθήσουν, διότι η μέλλουσα να επέλθη τιμωρία και καταστροφή θα είναι μεγάλη, ωσάν πλημμύρα ποταμού, ωσάν εκείνην την οποίαν επιφέρει ο Νείλος, όταν ανεβούν και ξεχειλίσουν τα ύδατά του από την κοίτην του και πλημμυρίσουν την γην της Αιγύπτου. 8 Ἕνεκα τῶν ἀδικιῶν καὶ τῶν ἁμαρτωλῶν αὐτῶν ἔργων σας νομίζετε ὅτι δὲν θὰ συγκλονισθῇ ἡ γῆ τοῦ Ἰσραήλ; «Θὰ συνταραχθῇ καὶ θὰ ἀναστατωθῇ. Τότε» ὅλοι οἱ κάτοικοι τοῦ βασιλείου τοῦ Ἰσραὴλ θὰ πενθήσουν, ἡ δὲ καταστροφὴ θὰ ξεχυθῇ καὶ θὰ πλημμυρίσῃ τὴν χώραν, ὅπως ἀνεβαίνουν καὶ πλημμυρίζουν τὴν Αἴγυπτον τὰ νερὰ τοῦ ποταμοῦ Νείλου, τὰ ὁποῖα κατόπιν κατεβαίνουν καὶ ἀποσύρονται πάλιν εἰς τὴν κοίτην τοῦ μεγάλου αὐτοῦ ποταμοῦ τῆς Αἰγύπτου».
9 καὶ ἔσται ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ, λέγει Κύριος ὁ Θεός, καὶ δύσεται ὁ ἥλιος μεσημβρίας, καὶ συσκοτάσει ἐπὶ τῆς γῆς ἐν ἡμέρᾳ τὸ φῶς· 9 Κατά την ημέραν εκείνην θα γίνη και τούτο, λέγει ο Κυριος. Ενῷ θα είναι μεσημβρία, ο ήλιος θα δύση, η δε γη εν πλήρει ημέρα θα σκοτισθή και θα χάση το φως της. 9 «Καὶ κατὰ τὴν φοβερὰν ἐκείνην ἡμέραν θὰ συμβῇ τοῦτο», λέγει Κύριος ὁ Θεός· «ὁ ἥλιος θὰ δύσῃ, ἐνῷ θὰ εἶναι μεσημέρι, καὶ ἔτσι ἡ γῆ, ἐνῷ θὰ εἶναι πλήρης ἡμέρα, θὰ σκεπασθῇ ἀπὸ σκοτάδι καὶ θὰ χάσῃ τὸ φῶς της.
10 καὶ μεταστρέψω τὰς ἑορτὰς ὑμῶν εἰς πένθος καὶ πάσας τὰς ὠδὰς ὑμῶν εἰς θρῆνον καὶ ἀναβιβῶ ἐπὶ πᾶσαν ὀσφὺν σάκκον καὶ ἐπὶ πᾶσαν κεφαλὴν φαλάκρωμα καὶ θήσομαι αὐτὸν ὡς πένθος ἀγαπητοῦ καὶ τοὺς μετ᾿ αὐτοῦ ὡς ἡμέραν ὀδύνης. 10 Θα μεταβάλω τας χαρμοσύνους εορτάς σας εις ημέρας πένθους και όλα τα ευφρόσυνα άσματά σας εις θρήνον. Θα στείλω τέτοιαν θλίψιν, ώστε όλοι σας θα ζωσθήτε πένθιμον σάκκινον ένδυμα, αι δε κεφαλαί σας θα μαδήσουν και θα γίνουν φαλακραί. Ο θρήνος σας θα είναι τόσον πικρός και δριμύς, ωσάν εκείνου που γίνεται δια την απώλειαν αγαπητού προσώπου, εξ αιτίας του οποίου οι συγγενείς διέρχονται ημέραν οδύνης. 10 Θὰ μεταστρέψω τὶς εὐφρόσυνες ἐορτές σας εἰς πένθος καὶ ὅλα τὰ χαρούμενα ἄσματά σας εἰς θρήνους. Θὰ κάμω, ὥστε ὅλοι νὰ ζωσθῆτε τρίχινον πένθιμον ἔνδυμα «σάκκον» καὶ ὅλοι νὰ ξυρίσετε τὴν κεφαλήν σας, ὥστε αὐτὴ νὰ φαίνεται ὡσὰν φαλακρὴ εἰς ἔνδειξιν πένθους. Θὰ κάμω, ὥστε ὁ θρῆνος νὰ εἶναι ὅπως ἐκεῖνος, ποὺ γίνεται διὰ τὴν ἀπώλειαν πολυαγαπημένου μονογενοῦς υἱοῦ, ἕνεκα τοῦ ὁποίου οἱ συγγενεῖς «ἢ κατ’ ἄλλην ἑρμηνείαν: Οἱ σύμμαχοί των» διέρχονται ἡμέρες, πικρίας καὶ ὀδύνης».
11 ἰδοὺ ἡμέραι ἔρχονται, λέγει Κύριος, καὶ ἐξαποστελῶ λιμὸν ἐπὶ τὴν γῆν, οὐ λιμὸν ἄρτων οὐδὲ δίψαν ὕδατος, ἀλλὰ λιμὸν τοῦ ἀκοῦσαι τὸν λόγον Κυρίου· 11 Ιδού, έρχονται ημέραι, λέγει ο Κυριος, και εγώ θα εξαποστείλω εις την χώραν σας πείναν, όχι από έλλειψιν άρτων η ύδατος, αλλά λιμόν μεγάλον του να ακούσετε κάποιον παρήγορον λόγον Κυρίου. 11 «Νά! ἔρχονται ἡμέρες», λέγει ὁ Κύριος, «κατὰ τὶς ὁποῖες θὰ στείλω πεῖναν εἰς τὴν χώραν, ὄχι πεῖναν λόγῳ στερήσεως ψωμιοῦ, οὔτε δίψαν λόγῳ στερήσεως νεροῦ, ἀλλὰ βαρυτάτην πεῖναν, ποὺ θὰ προέρχεται ἀπὸ τὴν μεγάλην στέρησιν νὰ ἀκούετε τὸν παρήγορον λόγον τῆς θείας διδασκαλίας καὶ τῆς προφητείας.
12 καὶ σαλευθήσονται ὕδατα ἀπὸ τῆς θαλάσσης ἕως θαλάσσης, καὶ ἀπὸ βορρᾶ ἕως ἀνατολῶν περιδραμοῦνται ζητοῦντες τὸν λόγον τοῦ Κυρίου καὶ οὐ μὴ εὕρωσιν. 12 Οπως αναταράσσονται τα ύδατα των θαλασσών και παρασύρονται εδώ και εκεί από τα διάφορα ρεύματα, έτσι και οι κάτοικοι της χώρας θα περιτρέχουν από Βορρά και Ανατολών ζητούντες φως και παρηγορίαν από τον λόγον του Κυρίου, αλλά ματαίως, διότι δεν θα ευρίσκουν. 12 Οἱ κάτοικοι τῆς χώρας θὰ περιφέρωνται ἐδῶ καὶ ἐκεῖ ὅπως τὰ ὕδατα, ἀναζητοῦντες ποῦ θὰ φανῇ κάποιος προφήτης, ὁ ὁποῖος θὰ τοὺς πληροφορήσῃ τὴν γνώμην τοῦ Θεοῦ· θὰ εἶναι δὲ τόση ἡ ἀναταραχὴ τοῦ πλήθους, ὥστε θὰ κινοῦνται ἀπὸ τὴν Νεκρὰν Θάλασσαν «ἢ κατ' ἄλλους: Ἀπὸ τὴν θάλασσαν τῆς Τιβεριάδος) μέχρι τῆς Μεσογείου θαλάσσης, δηλαδὴ ἀπὸ τὰ ἀνατολικὰ μέχρι τὰ δυτικὰ σύνορα τῆς χώρας, καὶ ἀπὸ τὰ βόρεια μέχρι τὰ ἀνατολικά, ἀναζητοῦντες νὰ ἀκούσουν τὸν παρηγορητικὸν λόγον τοῦ Κυρίου, καὶ δὲν θὰ τὸν εὐρίσκουν».
13 ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ἐκλείψουσιν αἱ παρθένοι αἱ καλαὶ καὶ οἱ νεανίσκοι ἐν δίψει, 13 Κατά την ημέραν εκείνην θα σβήσουν και θα αφανισθούν από την δίψαν αι ωραίαι νεάνιδες και οι νεαροί άνδρες· 13 «Κατὰ τὴν φοβερὰν ἐκείνην ἡμέραν θὰ σβήσουν, θὰ ἑξαντληθοῦν καὶ θὰ ἀφανισθοῦν ἀπὸ τὴν δίψαν οἱ ὡραῖες νεαρὲς κόρες καὶ τὰ νέα παλληκάρια, τὰ γεμᾶτα ζωὴν καὶ δρᾶσιν·
14 οἱ ὀμνύοντες κατὰ τοῦ ἱλασμοῦ Σαμαρείας καὶ οἱ λέγοντες· ζῇ ὁ Θεός σου, Δάν, καὶ ζῇ ὁ Θεός σου, Βηρσαβεέ· καὶ πεσοῦνται καὶ οὐ μὴ ἀναστῶσιν ἔτι. 14 εκείνοι, οι οποίοι ορκίζονται στο ειδωλολατρικόν θυσιαστήριον της Σαμαρείας και οι οποίοι λέγουν· Ζη ο θεός σου, ω Δαν, ζη ο θεός σου, ω Βηρσαβεέ· θα πέσουν και δεν θα ανεγερθούν πλέον. 14 ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ὁρκίζονται ὄχι εἰς τὸν ἀληθινὸν Θεὸν καὶ Κύριον τοῦ παντός, ἀλλ' εἰς τὸν εἰδωλολατρικὸν βωμὸν τῆς Σαμαρείας καὶ οἱ ὁποῖοι λέγουν: «Ζωντανὸς εἶναι ὁ Θεός σου, πόλις Δάν, καὶ ζωντανὸς εἶναι ὁ Θεός σου, πόλις Βηρσαβεέ!» Αὐτοὶ θὰ πέσουν καὶ δὲν θὰ σηκωθοῦν ποτὲ πλέον».