Δευτέρα, 15 Ιουλίου 2024
Ανατ: 06:15
Δύση: 20:48
Σελ. 9 ημ.
197-169
16ος χρόνος, 5994η ημέρα
Έκδοση: 4η

ΑΜΩΣ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6 (Ϛ)


 
 

ΚΕΦΑΛΑΙΑ


 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 ΟΥΑΙ τοῖς ἐξουθενοῦσι Σιὼν καὶ τοῖς πεποιθόσιν ἐπὶ τὸ ὄρος Σαμαρείας· ἀπετρύγησαν ἀρχὰς ἐθνῶν, καὶ εἰσῆλθον αὐτοί. οἶκος τοῦ ᾿Ισραήλ, 1 Αλλοίμονον εις εκείνους από τους Ισραηλίτας, οι οποίοι εξουθενώνουν την Ιερουσαλήμ και έχουν πεποίθησιν εις την ορεινήν Σαμάρειαν. Λησμονούν, ότι δια του Θεού εξωλόθρευσαν στους αρχαίους χρόνους τα βασίλεια των εθνών της Παλαιστίνης και εγκατεστάθησαν εις τας περιοχάς των. 1 Αλλοίμονον εἰς τοὺς Ἰσραηλῖτες ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι καταφρονοῦν τὴν Σιὼν καὶ παραβλέπουν τὸν ἀληθινὸν Θεόν, ὁ Ὁποῖος λατρεύεται ἐκεῖ· ἔχουν δὲ πεποίθησιν εἰς τὴν ὀρεινὴν Σαμάρειαν καὶ προσέχουν τὰ ἐκεῖ εὑρισκόμενα εἴδωλα. Ὅλοι αὐτοὶ λησμονοῦν τοῦτο: Ὅτι ὁ Θεός, ποὺ λατρεύεται εἰς τὴν Σιών, Αὐτὸς εἶναι Ἐκεῖνος, ὁ Ὁποῖος τοὺς ἐβοήθησεν, ὥστε νὰ ἐξολοθρεύσουν τὰ βασίλεια τῶν ἐθνῶν, ποὺ ἦσὰν ἐγκατεστημένα εἰς τὴν Χαναάν, καὶ κατόπιν εἰσῆλθαν καὶ ἐκατοίκησαν μὲ πᾶσαν ἄνεσιν αὐτοί. Ἰσραηλῖται,
2 διάβητε πάντες καὶ ἴδετε καὶ διέλθατε ἐκεῖθεν εἰς ᾿Εμαθραββὰ καὶ κατάβητε ἐκεῖθεν εἰς Γὲθ ἀλλοφύλων, τὰς κρατίστας ἐκ πασῶν τῶν βασιλειῶν τούτων, εἰ πλείονα τὰ ὅρια αὐτῶν ἐστι τῶν ὑμετέρων ὁρίων. 2 Ολοι, ει δυνατόν, οι Ισραηλίται περιέλθετε και μεταβήτε μέχρι της μεγάλης Εμάθ, πέραν του Ορόντου ποταμού. Από εκεί καταβήτε εις την πόλιν των Φιλισταίων, την Γέθ. Ιδετε τας πλουσιωτάτας και ισχυρότατος από όλας αυτάς τας βασιλείας και ίδετε, εάν τα όρια των μενάλων αυτών βασιλειών είναι σήμερον μεγαλύτερα από τα όρια της χώρας σας. 2 πηγαίνετε ὅλοι καὶ παρατηρήσατε μὲ προσοχὴν καὶ διέλθετε πρὸς βορρᾶν εἰς τὴν μεγάλην πόλιν Ἐμὰθ καὶ ἀπὸ ἐκεῖ κατεβῆτε εἰς τὴν πόλιν Γὲθ τῶν Φιλισταίων καὶ εἰς τὶς ἄλλες, τὶς πλέον ἰσχυρὲς καὶ τὶς πλέον πλούσιες πόλεις ὅλων αὐτῶν τῶν βασιλειῶν. Ἐξετάσατε λοιπὸν τοῦτο: Τὰ σύνορα τῶν ἄλλοτε μεγάλων αὐτῶν πόλεων εἶναι μεγαλύτερα τῶν συνόρων τῆς χώρας σας; Ἀσφαλῶς ὄχι!
3 οἱ ἐρχόμενοι εἰς ἡμέραν κακήν, οἱ ἐγγίζοντες καὶ ἐφαπτόμενοι σαββάτων ψευδῶν, 3 Αλλά σεις προχωρείτε αμετανόητοι και αναίσθητοι εις την ημέραν της οργής του Κυρίου· σεις, οι οποίοι με μεγάλην ευλάβειαν εγγίζετε και κατατρίβεσθε με τα ψευδή σάββατα των ειδώλων. 3 Ἀλλοίμονον σεῖς, οἱ ὁποῖοι μένετε ἀμετανόητοι καὶ δεικνύεσθε ἀχάριστοι εἰς τὸν εὐεργέτην σας Κύριον, βαδίζετε πρὸς τὴν ἡμέραν τῆς ὀργῆς καὶ τιμωρίας τοῦ Κυρίου· σεῖς, οἱ ὁποῖοι νομίζετε ὅτι τιμᾶτε δῆθεν τὰ Σάββατα, καὶ ὅμως πράττετε εἰς αὐτὰ παράνομα, εἰδωλολατρικα ἔργα·
4 οἱ καθεύδοντες ἐπὶ κλινῶν ἐλεφαντίνων καὶ κατασπαταλῶντες ἐπὶ ταῖς στρωμναῖς αὐτῶν καὶ ἔσθοντες ἐρίφους ἐκ ποιμνίων καὶ μοσχάρια ἐκ μέσου βουκολίων γαλαθηνά, 4 Σεις, οι οποίοι κοιμάσθε επάνω εις κλίνας πολυτελείς, ελεφαντίνας και κατασπαταλάτε χρήματα δια στρωμνάς και πολυτελή σκεπάσματα· σεις, οι οποίοι τρώγετε εκλεκτά ερίφια από τα ποίμνια και μοσχάρια γάλακτος από τας αγέλας των βοών. 4 σεῖς, οἱ ὁποῖοι κοιμᾶσθε ἐπάνω εἰς πολυτελεῖς ἐλεφάντινες «φιλντισένιες» κλίνες καὶ κατασπαταλᾶτε διὰ τὸν στολισμόν των χρήματα καὶ ζῆτε ἐπάνω εἰς αὐτὲς βίον ἀμέριμνον καὶ τρυφηλὸν ἀπὸ τὰ χρήματα τῶν πτωχῶν· σεῖς, οἱ ὁποῖοι τρώγετε μικρὰ καὶ ἐκλεκτὰ ἐρίφια ἀπὸ τὰ ποίμνια καὶ μικρὰ μοσχάρια γάλακτος ἀπὸ τὶς ἀγέλες τῶν βοδιῶν·
5 οἱ ἐπικροτοῦντες πρὸς τὴν φωνὴν τῶν ὀργάνων, ὡς ἑστηκότα ἐλογίσαντο καὶ οὐχ ὡς φεύγοντα· 5 Συνοδεύετε με ρυθμικά χειροκροτήματα τον ήχον των μουσικών οργάνων, διότι εθεωρήσατε τας διασκεδάσεις σας και όλα αυτά ότι είναι μόνιμα και οχι παροδικά. 5 σεῖς, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὶς διασκεδάσεις σας συνοδεύετε μὲ τραγούδια, κραυγὲς καὶ κρότους τῶν χεριῶν τὸν ἦχον τῶν μουσικῶν ὀργάνων, διότι ἐθεωρήσατε ὅτι ὅλα αὐτὰ εἶναι μόνιμα καὶ ὄχι πρόσκαιρα καὶ φεύγοντα·
6 οἱ πίνοντες τὸν διυλισμένον οἶνον καὶ τὰ πρῶτα μῦρα χριόμενοι καὶ οὐκ ἔπασχον οὐδὲν ἐπὶ τῇ συντριβῇ ᾿Ιωσήφ. 6 Σεις, πίνετε έκλεκτον διϋλισμένον οίνον, χρίεσθε με τα πανάκριβα μύρα και δεν πονείτε καθόλου δια την επικειμένην καταστροφήν του ισραηλιτικού λαού εξ αιτίας της διαφθοράς του. 6 σεῖς, οἱ ὁποῖοι πίνετε ἐκλεκτόν, διυλισμένον, μοσχάτο κρασί καὶ χρίεσθε μὲ τὰ εὐωδέστερα καὶ τὰ πιὸ ἀκριβὰ μύρα· ἐνῷ δὲ τολμᾶτε νὰ ἐργάζεσθε τόσες παρανομίες, δὲν συγκινεῖσθε καὶ δὲν φέρνετε καθόλου εἰς νοῦν τὴν καταστροφὴν τοῦ Ἰωσήφ, δηλαδὴ τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ, ἡ ὁποία ἔρχεται λόγῳ τῆς ἀποστασίας καὶ τῆς διαφθορᾶς σας.
7 διὰ τοῦτο νῦν ἀχμάλωτοι ἔσονται ἀπ᾿ ἀρχῆς δυναστῶν καὶ ἐξαρθήσεται χρεμετισμὸς ἵππων ἐξ ᾿Εφραίμ. 7 Και ιδού τώρα θα αιχμαλωτισθούν οι Ισραηλίται, αυτοί και οι άρχοντές των· τα ζώα των θα εξαφανισθούν λάφυρα των εχθρών των, και κανείς χρεμετισμός ίππων Ισραηλιτικών δεν θα ακούεται πλέον. 7 Ἐπειδὴ συμπεριφέρεσθε μὲ αὐτὸν τὸν τρυφηλὸν καὶ ἀνάλγητον τρόπον, διὰ τοῦτο πάρα πολὺ γρήγορά οἱ Ἰσραηλῖται θὰ αἰχμαλωτισθοῦν, ἡ δὲ αἰχμαλωσία θὰ ἀρχίσῃ ἀπὸ τοὺς ἄρχοντας, τοὺς ἐπισήμους καὶ τοὺς ἰσχυρούς. Ἐπίσης θὰ ἀπομακρυνθῇ ἐντελῶς ὁ χρεμετισμὸς τῶν ἵππων ἀπὸ τὸν Ἐφραίμ «τὸν Ἰσραηλιτικὸν λαόν», ἀφοῦ θὰ ἀφανισθοῦν παντελῶς καὶ οἱ ἵπποι.
8 ὅτι ὤμοσε Κύριος καθ᾿ ἑαυτοῦ· διότι βδελύσσομαι ἐγὼ πᾶσα τὴν ὕβριν ᾿Ιακὼβ καὶ τάς χώρας αὐτοῦ μεμίσηκα, καὶ ἐξαρῶ πόλιν σὺν πᾶσι τοῖς κατοικοῦσιν αὐτήν· 8 Ο Κυριος ωρκίσθη στον εαυτόν του, ότι θα γίνη τούτο, διότι είπε· “βδελύσσομαι την υπερηφάνειαν των Ισραηλιτών, έχω αποστραφή και μισήσει τας χώρας των και θα καταστρέψω την πόλιν μαζή με όλους όσοι κατοικούν εις αυτήν. 8 Θὰ συμβοῦν ὅλα αὐτά, διότι ὁ Κύριος ὡρκίσθη εἰς τὸν ἑαυτόν του· ὡρκίσθη εἰς τὴν ἄπειρόν του τελειότητα, εἰς τὴν μακαρίαν ζωήν του, γεγονὸς ποὺ σημαίνει τὴν ἀμετάθετον ἀπόφασίν του. Εἶπεν: «Ἀηδιάζω ὅλην τὴν ἑωσφορικὴν ὑπερηφάνειαν τοῦ Ἰακὼβ «τῶν Ἰσραηλιτῶν» καὶ ἔχω μισήσει τὴν χώραν των· θὰ καταστρέψω καὶ θὰ ἀφανίσω κάθε πόλιν των μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς κατοίκους της.
9 καὶ ἔσται ἐὰν ὑπολειφθῶσι δέκα ἄνδρες ἐν οἰκίᾳ μιᾷ, καὶ ἀποθανοῦνται, 9 Και εάν τυχόν απομείνουν από την καταστροφήν δέκα άνδρες εις μίαν οικίαν, δεν θα διαφύγουν εν τέλει τον όλεθρον, διότι και αυτοί θα αποθάνουν. 9 Θὰ συμβῇ δὲ τοῦτο: Ἐὰν ἀπὸ τὴν μεγάλην καταστροφήν, ποὺ θὰ ἐπακολουθήσῃ, ἀπομείνουν δέκα ἄνδρες μαζὶ εἰς ἕνα σπίτι, θὰ ἀποθάνουν καὶ αὐτοί.
10 καὶ ὑπολειφθήσονται οἱ κατάλοιποι, καὶ λήψονται οἱ οἰκεῖοι αὐτῶν καὶ παραβιῶνται τοῦ ἐξενέγκαι τὰ ὀστᾶ αὐτῶν ἐκ τοῦ οἴκου· καὶ ἐρεῖ τοῖς προεστηκόσι τῆς οἰκίας· εἰ ἔτι ὑπάρχει παρὰ σοί; 10 Θα απομείνουν όμως κάτι ολίγοι συγγενείς, οι οποίοι θα έλθουν να παραλάβουν αυτούς και να τους θάψουν. Βιάζοντες τους εαυτούς των θα μεταφέρουν τα οστά από τον οίκον προς ενταφιασμόν. Και εάν κανείς ερωτήση αυτούς, οι οποίοι ευρίσκονται μέσα στο σπίτι, μήπως υπάρχει κανείς άλλος η τίποτε άλλο μαζή σου; 10 Τότε θὰ ἔλθουν ὅσοι ἐπιζήσουν ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς «ἢ τοὺς γείτονας» καὶ θὰ τοὺς παραλάβουν διὰ νὰ τοὺς ἐνταφιάσουν. Καὶ μὲ πολλὴν δυσκολίαν θὰ παραλάβουν τὰ ὀστᾶ, τὰ λείψανα, λόγῳ τοῦ ὅτι ἄρχισαν νὰ λειώνουν, νὰ διαλύωνται τὰ νεκρὰ σώματα καὶ νὰ ἀποπνέουν δυσοσμίαν, διὰ νὰ τὰ μεταφέρουν ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι πρὸς ταφήν. Ἐκεῖνοι δέ, ποὺ θὰ ἔλθουν νὰ ἐρευνήσουν τὸ σπίτι διὰ νὰ παραλάβουν τὰ νεκρὰ σώματα, θὰ ἐρωτήσουν ἐκεῖνον ποὺ γνωρίζει τὸ ἐσωτερικὸν τοῦ σπιτιοῦ: «Μήπως ὑπάρχει ἀκόμη κάποιος ἄταφος νεκρὸς κοντά σου;».
11 καὶ ἐρεῖ· οὐκέτι· καὶ ἐρεῖ· σίγα, ἕνεκα τοῦ μὴ ὀνομάσαι τὸ ὄνομα Κυρίου. 11 Και εκείνος θα απαντήσ· δεν υπάρχει πλέον· και θα πη ο ενας στον άλλον μετά φόβου· σιωπή, μη αναφέρης το όνομα του Κυρίου. 11 Καὶ αὐτὸς θὰ ἀπαντήση: «Ὄχι· δὲν ὑπάρχει πλέον». Ἐκεῖνος δὲ ποὺ ἀπάντησε, θὰ ἀκούσῃ ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ ἐρώτησε: «Σιώπα· μὴ ἐπικαλῆσαι τὸν Κύριον διότι ἐσώθης, ἐπειδὴ ἡ τιμωρία προέρχεται ἀπὸ τὸν Θεόν, ἕνεκα τῆς ἀποστασίας».
12 διότι ἰδοὺ Κύριος ἐντέλλεται καὶ πατάξει τὸν οἶκον τὸν μέγαν θλάσμασι καὶ τὸν οἶκον τὸν μικρὸν ράγμασιν. 12 Διότι ιδού, ο Κυριος έχει πάρει οριστικήν απόφασιν, έχει δώσει εντολήν και θα καταστρέψη τους πλουσίους οίκους των αρχόντων και θα διαρρήξη τα μικρά σπίτια των πτωχών. 12 Διότι, νά· ὁ Κύριος ἔχει ἀμετάκλητον ἀπόφασιν καὶ ἔδωκεν ὁριστικὴν ἐντολήν «εἰς τὸν ἐχθρόν» καὶ θὰ καταστρέψῃ ἐντελῶς τὶς πολυτελεῖς κατοικίες τῶν πλουσίων, θὰ προξενήσῃ δὲ ραγίσματα εἰς τὶς κατοικίες τῶν πτωχῶν «ἢ κατ’ ἄλλην ἑρμηνείαν: Θὰ καταστρέψῃ ἐντελῶς τὸ πολυάνθρωπον καὶ πλούσιον βασιλείον τοῦ Ἰσραήλ, καὶ εἰς τὸ ὀλιγάνθρωπον βασίλειον τοῦ Ἰούδα θὰ προξενήσῃ μικρότερες συμφορές».
13 εἰ διώξονται ἐν πέτραις ἵπποι; εἰ παρασιωπήσονται ἐν θηλείαις; ὅτι ἐξεστρέψατε εἰς θυμὸν κρίμα καὶ καρπὸν δικαιοσύνης εἰς πικρίαν, 13 Είναι δυνατόν ποτέ οι ίπποι να τρέχουν επάνω εις βράχους; Είναι δυνατόν οι άρρενες ίπποι να μείνουν απαθείς και σιωπηλοί ενώπιον των θηλυκών ίππων; Οχι. Ετσι και η ιδική σας καταστροφή είναι βεβαία, διότι εξετρέψατε την δικαιοσύνην του Θεού εις οργήν εναντίον σας· επεσύρατε επάνω σας ως έργον δικαιοσύνης πλέον την πικρίαν και την καταστροφήν. 13 Εἶναι ποτὲ δυνατὸν νὰ τρέξουν ἐπάνω εἰς πέτρες καὶ βράχους οἱ ἵπποι; Ἀσφαλῶς ὄχι! Εἶναι ποτὲ δυνατὸν οἱ θηλυμανεῖς ἵπποι νὰ σιωποῦν καὶ νὰ μὴ χρεμετίζουν εἰς τὸ ἀντίκρυσμα τῶν θηλυκῶν ἵππων; Ἀσφαλῶς ὄχι! Ἔτσι καὶ οἱ ἐχθροὶ θὰ ἐπιτεθοῦν ὁπωσδήποτε ἐναντίον σας διὰ νὰ σᾶς ἐξολοθρεύσουν, διότι ἐξωργίσατε τὸν δίκαιον Κριτὴν καὶ τὸν ἐστρέψατε ἐναντίον σας· τὸν ἐξηναγκάσατε δὲ μὲ τὶς ἀδικίες σας νὰ ἐκδώσῃ δικαίαν καὶ πικρὰν ἀπόφασιν ἐναντίον σας.
14 οἱ εὐφραινόμενοι ἐπ᾿ οὐδενὶ λόγῳ, οἱ λέγοντες· οὐκ ἐν τῇ ἰσχύϊ ἡμῶν ἔσχομεν κέρατα; 14 Σεις οι οποίοι ευφραίνεσθε στο πονηρόν και οχι στο αγαθόν, και κομπαστικώς λέγετε· “με την ιδικήν μας ικανότητα δεν απεκτήσαμεν δύναμιν και κυριότητα επάνω στους άλλους;” 14 Ἐφερθήκατε ἔτσι σεῖς, οἱ ὁποῖοι δὲν εὐφραίνεσθε διὰ κανένα ἀγαθὸν πρᾶγμα, ἀλλ’ εὐχαριστεῖσθε μὲ τὴν φευγαλέαν ἡδονὴν καὶ λέγετε ἀλαζονικῶς: «Δὲν εἶναι μήπως μὲ τὴν ἰδικήν μας δύναμιν, ποὺ ἐνικήσαμεν τοὺς ἐχθρούς μας καὶ ἐστερεώσαμεν τὸ ἀνεξάρτητον, κυρίαρχον καὶ ἰσχυρὸν βασίλειόν μας;»
15 διότι ἰδοὺ ἐγὼ ἐπεγερῶ ἐφ᾿ ὑμᾶς, οἶκος ᾿Ισραήλ, ἔθνος, λέγει Κύριος τῶν δυνάμεων, καὶ ἐκθλίψουσιν ὑμᾶς τοῦ μὴ εἰσελθεῖν εἰς ᾿Εμὰθ καὶ ὡς τοῦ χειμάρρου τῶν δυσμῶν. 15 Διότι, λέγει ο Κυριος των δυνάμεων· “ιδού εγώ θα επιφέρω εναντίον σας, ω Ισραηλίται, εχθρικόν έθνος· και οι εχθροί σας θα σας καταθλίψουν και θα σας περιορίσουν, ώστε να μη ημπορήτε να κυκλοφορήσετε προς βορράν μέχρις Εμάθ και προς δυσμάς μέχρι του χειμάρρου. 15 «Ἕνεκα λοιπὸν τῆς ἀλαζονικῆς αὐτῆς στάσεως Ἐγὼ θὰ παρακινήσω καὶ θὰ φέρω ἐναντίον σας, λαὲ τοῦ Ἰσραήλ, ἔθνος δυνατὸν καὶ ἐχθρικόν», λέγει ὁ Κύριος ὅλων τῶν οὐρανίων στρατιῶν καὶ δυνάμεων «οἱ ἐχθροὶ αὐτοὶ θὰ σᾶς καταπιέσουν καὶ περιορίσουν ἀπὸ παντοῦ καὶ θὰ σᾶς ἐμποδίσουν ἀπὸ τοῦ νὰ εἰσέλθετε πρὸς βορρᾶν εἰς τὴν πόλιν Ἐμὰθ καὶ πρὸς τὰ δυτικὰ μέχρι τοῦ χειμάρρου».