Δευτέρα, 04 Μαρτίου 2024
Ανατ: 06:53
Δύση: 18:22
Σελ. 24 ημ.
64-302
16ος χρόνος, 5861η ημέρα
Έκδοση: 4η

ΑΜΩΣ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 (Β)


 
 

ΚΕΦΑΛΑΙΑ


 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 ΤΑΔΕ λέγει Κύριος· ἐπὶ ταῖς τρισὶν ἀσεβείαις Μωὰβ καὶ ἐπὶ ταῖς τέσσαρσιν οὐκ ἀποστραφήσομαι αὐτόν, ἀνθ᾿ ὧν κατέκαυσαν τὰ ὀστᾶ βασιλέως τῆς ᾿Ιδουμαίας εἰς κονίαν. 1 Αυτά λέγει ο Κυριος· “δια τας τρεις ασεβείας της χώρας Μωάβ, και μάλιστα δια την τετάρτην, δεν θα ανακαλέσω την καταδικαστικήν εναντίον αυτών απόφασίν μου, διότι αυτοί έκαυσαν τα οστά του βασιλέως της Ιδουμαίας και τα μετέβαλαν εις σκόνιν. 1 Αὐτὰ λέγει ὁ Κύριος: «Διὰ τὶς τρεῖς ἀσέβειες τῶν Μωαβιτῶν, ἀκόμη καὶ διὰ τὶς τέσσερις, δηλαδὴ διὰ τὶς πάρα πολλὲς καὶ ἐπανειλημμένες ἁμαρτίες των «ἤ: Καὶ μάλιστα διὰ τὴν τετάρτην», δὲν θὰ μακροθυμήσω πλέον, δὲν θὰ ἀποσύρω τὴν προσοχὴν καὶ τὴν καταδικαστικήν μου ἀπόφασιν ἐναντίον των· ἐπειδὴ κατέκαυσαν τὰ ὀστᾶ τοῦ βασιλιᾶ τῆς Ἰδουμαίας καὶ τὰ μετέβαλαν εἰς στάχτην.
2 καὶ ἐξαποστελῶ πῦρ εἰς Μωάβ, καὶ καταφάγεται τὰ θεμέλια τῶν πόλεων αὐτῆς, καὶ ἀποθανεῖται ἐν ἀδυναμίᾳ Μωὰβ μετὰ κραυγῆς καὶ μετὰ φωνῆς σάλπιγγος. 2 Θα εξαποστείλω φωτιάν εις την χώραν Μωάβ, η οποία και θα καταφάγη εκ θεμελίων τας πόλεις αυτής. Κατά δε την επιδρομήν των εχθρών της με κραυγάς πολεμικάς και φωνάς σαλπίγγων, θα αποθάνη ανίσχυρος η Μωάβ. 2 Διὰ τοῦτο θὰ ἀποστείλω φωτιὰ εἰς τὴν χώραν τῆς Μωάβ, ἡ ὁποία θὰ καταφάγῃ τὰ θεμέλια τῶν πόλεών της· καὶ οἱ Μωαβῖται θὰ ἀποθάνουν εἰς πόλεμον καὶ μάχην, ὁπότε θὰ εὐρεθοῦν εἰς ἐσχάτην ἀδυναμίαν θὰ ἀποθάνουν ἀνίσχυροι μέσα εἰς τὶς πολεμικὲς κραυγὲς καὶ τοὺς ἀλαλαγμοὺς τῶν ἐχθρῶν των καὶ τῶν πολεμικῶν σαλπίγγων, ποὺ δίδουν τὸ σύνθημα τῆς ἑφόδου.
3 καὶ ἐξολοθρεύσω κριτὴν ἐξ αὐτῆς, καὶ πάντας αὐτῆς ἀποκτενῶ μετ᾿ αὐτοῦ, λέγει Κύριος. - 3 Θα εξολοθρεύσω από αυτήν κριτήν και κυβερνήτην και μαζή με αυτούς θα θανατώσω όλους τους κατοίκους της χώρας”, λέγει ο Κυριος. 3 Καὶ θὰ ἐξολοθρεύσω τὸν Κριτήν - Κυβερνήτην ἀπὸ τὴν χώραν αὐτήν, μαζὶ δὲ μὲ αὐτὸν καὶ ὅλους τοὺς ἄρχοντάς της», λέγει ὁ Κύριος.
4 Τάδε λέγει Κύριος· ἐπὶ ταῖς τρισίν ἀσεβείαις υἱῶν ᾿Ιούδα καὶ ἐπὶ ταῖς τέσσαρσιν οὐκ ἀποστραφήσομαι αὐτόν, ἕνεκα τοῦ ἀπώσασθαι αὐτοὺς τὸν νόμον τοῦ Κυρίου, καὶ τὰ προστάγματα αὐτοῦ οὐκ ἐφυλάξαντο, καὶ ἐπλάνησεν αὐτοὺς τὰ μάταια αὐτῶν, ἃ ἐποίησαν, οἷς ἐξηκολούθησαν οἱ πατέρες αὐτῶν ὀπίσω αὐτῶν. 4 Αυτά λέγει ο Κυριος· “δια τας τρεις ασεβείας των Ιουδαίων, μάλιστα δε δια την τετάρτην, δεν θα ανακαλέσω την καταδικαστικήν εναντίον αυτών απόφασίν μου, διότι αυτοί απέρριψαν και απώθησαν τον νόμον του Κυρίου και δεν εφύλαξαν τας εντολάς του. Επλανήθησαν εις την λατρείαν των ματαίων και ανοήτων ειδώλων, τα οποία οι ίδιοι κατεσκεύασαν και οπίσω από τα οποία είχαν ακολουθήσει και οι πατέρες αυτών. 4 Αὐτὰ λέγει ὁ Κύριος: «Διὰ τὶς τρεῖς ἀσέβειες τοῦ Ἰουδαϊκοῦ λαοῦ, ἀκόμη καὶ διὰ τὶς τέσσερις, δηλαδὴ διὰ τὶς πάρα πολλὲς καὶ ἐπανειλημμένες ἁμαρτίες του «ἤ: Καὶ μάλιστα διὰ τὴν τετάρτην», δὲν θὰ μακροθυμήσω πλέον, δὲν θὰ ἀποσύρω τὴν προσοχὴν καὶ τὴν καταδικαστικήν μου ἀπόφασιν ἐναντίον του· διότι οἱ Ἰουδαῖοι ἀπωθῆσαν καὶ κατεφρόνησαν τὸν νόμον τοῦ Κυρίου καὶ δὲν ἐφύλαξάν τὶς ἐντολές του. Ἐπειδὴ τοὺς ἐπλάνησαν τὰ μάταια εἴδωλα, τὰ ὁποῖα αὐτοὶ κατασκευάσαν καὶ τὰ ὁποῖα ἀκολούθησαν καὶ ἐλάτρευσαν οἱ πατέρες των.
5 καὶ ἐξαποστελῶ πῦρ ἐπὶ ᾿Ιούδαν, καὶ καταφάγεται θεμέλια ῾Ιερουσαλήμ. - 5 Θα εξαποστείλω φωτιάν εναντίον της Ιουδαίας, δια να καταφάγη και αυτά τα θεμέλια της Ιερουσαλήμ”. 5 Διὰ τοῦτο θὰ ἀποστείλω φωτιὰ κατὰ τῶν Ἰουδαίων, ἡ ὁποία θὰ καταφάγῃ τὰ θεμέλια τῆς Ἱερουσαλήμ, καὶ ἔτσι θὰ τὴν καταστρέψω ἐκ θεμελίων».
6 Τάδε λέγει Κύριος· ἐπὶ ταῖς τρισὶν ἀσεβείαις᾿Ισραὴλ καὶ ἐπὶ ταῖς τέσσαρσιν οὐκ ἀποστραφήσομαι αὐτόν, ἀνθ᾿ ὧν ἀπέδοντο ἀργυρίου δίκαιον καὶ πένητα ἕνεκεν ὑποδημάτων, 6 Αυτά λέγει ο Κυριος· “δια τας τρεις ασεβείας του ισραηλιτικού λαού, και μάλιστα την τετάρτην, δεν θα αποσύρω την εναντίον αυτού δικαίαν απόφασίν μου, διότι επώλησαν άνθρωπον δίκαιον, ένεκα χρημάτων και πτωχόν δι' ένα ζευγάρι ευτελών υποδημάτων, 6 Αὐτὰ λέγει ὁ Κύριος: «Διὰ τὶς τρεῖς ἀσέβειες τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ, ἀκόμη καὶ διὰ τὶς τέσσερις, δηλαδὴ διὰ τὶς πάρα πολλὲς καὶ ἐπανειλημμένες ἁμαρτίες του «ἤ: Καὶ μάλιστα διὰ τὴν τετάρτην», δὲν θὰ μακροθυμήσω πλέον, δὲν θὰ ἀποσύρω τὴν προσοχὴν καὶ τὴν καταδικαστικήν μου ἀπόφασιν ἐναντίον του· διότι οἱ Ἰσραηλῖται ἕνεκα αἰσχροκερδείας ἐπώλησαν τὸν δίκαιον ἀντὶ χρημάτων, τὸν δὲ πτωχὸν ἀντὶ ἑνὸς ζευγαριοῦ παπουτσιῶν,
7 τὰ πατοῦντα ἐπὶ τὸν χοῦν τῆς γῆς καὶ ἐκονδύλιζον εἰς κεφαλὰς πτωχῶν καὶ ὁδὸν ταπεινῶν ἐξέκλιναν, καὶ υἱὸς καὶ πατὴρ αὐτοῦ εἰσεπορεύοντο πρὸς τὴν αὐτὴν παιδίσκην, ὅπως βεβηλῶσι τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ αὐτῶν. 7 τα οποία πατούν στο χώμα της γης. Εγρονθοκοπούσαν τας κεφαλάς των πτωχών και αδυνάτων, διέστρεφαν και παρεβίαζαν το δίκαιον των ταπεινών, είχαν δε φθάσει στοιούτον σημείον διαφθοράς, ώστε παιδί και πατέρας να συνευρίσκωνται με την αυτήν δούλην. Και έτσι εβεβήλωσαν το όνομα του Θεού των. 7 τὰ ὁποῖα πατοῦν τὸ χῶμα τῆς γῆς· δηλαδή, ἀντὶ εὐτελεστάτου εἰσοδήματος καὶ κέρδους. Ἀκόμη, διότι ἐγρονθοκοποῦσαν τὶς κεφαλὲς τῶν πτωχῶν καὶ παρεβίαζαν τὰ δικαιώματα τῶν ταπεινῶν, παρεκτρέποντάς τους ἀπὸ τὸν ὀρθὸν δρόμον. «Διότι» ὁ υἱὸς καὶ ὁ πατέρας του ἔφθασαν εἰς τέτοιο σημεῖον ἀκολασίας, ὥστε συνευρίσκοντο μὲ τὴν ἰδίαν δούλην καὶ ἔτσι ἐβεβήλωναν τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ των καὶ ἐγίνοντο ἀφορμὴ νὰ ὑβρίζεται τὸ ἅγιον Ὄνομά Του μεταξὺ τῶν εἰδωλολατρῶν.
8 καὶ τὰ ἱμάτια αὐτῶν δεσμεύοντες σχοινίοις παραπετάσματα ἐποίουν ἐχόμενα τοῦ θυσιαστηρίου καὶ οἶνον ἐκ συκοφαντιῶν ἔπινον ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ Θεοῦ αὐτῶν. 8 Εδεναν με σχοινία τα ενδύματά των και αποτελούσαν έτσι παραπέτασμα πλησίον του ειδωλολατρικού θυσιαστηρίου, εις δε τον ναόν του ειδωλολατρικού Θεού των έπιναν οίνον προερχόμενον από αδικίας, 8 Ἀλλ’ οὐδὲ εἰς τὸν ναὸν τῶν θεῶν των ἀπένειμαν τὸν πρέποντα σεβασμόν· διότι, ἀφοῦ ἔδεναν τὰ ἱμάτιά των μὲ σχοινιά, κατεσκεύαζαν παραπετάσματα «ἢ κατ’ ἄλλους: Σκηνές» κοντὰ εἰς τὸ θυσιαστήριον τῶν εἰδώλων καὶ ἔπιναν μέσα εἰς τὸν ναὸν τοῦ εἰδώλου τῶν κρασί, τὸ ὁποῖον προήρχετο ἀπὸ ἀδικίες, ποὺ διέπρατταν εἰς βάρος πτωχῶν καὶ ἀδυνάτων.
9 ἐγὼ δὲ ἐξῇρα τὸν ᾿Αμορραῖον ἐκ προσώπου αὐτῶν, οὗ ἦν, καθὼς ὕψος κέδρου τὸ ὕψος αὐτοῦ, καὶ ἰσχυρὸς ἦν ὡς δρῦς, καὶ ἐξήρανα τὸν καρπὸν αὐτοῦ ἐπάνωθεν καὶ τὰς ρίζας αὐτοῦ ὑποκάτωθεν. 9 Εγώ όμως είχα διώξει από εμπρός των τους Αμορραίους, όπου αυτοί ευρίσκοντο. Το ύψος και το μεγαλείον των ήταν ωσάν το ύψος της κέδρου. Ησαν ισχυροί όπως η δρυς. Δια τας αμαρτίας των όμως εξήρανα τους καρπούς, που υπήρχαν επάνω στους κλάδους των δένδρων και τας ρίζας αυτών κάτω στο έδαφος. 9 Καὶ ὅμως Ἐγὼ ἤμουν ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔδιωξα καὶ παντελῶς ἐξωλόθρευσα τοὺς Ἀμορραίους ἀπὸ μπροστά τους, ὅπου καὶ ἂν εὑρίσκοντο. Τὸ ὕψος καὶ τὸ μεγαλεῖον τῶν Ἀμορραίων ἦταν ὅπως τὸ ὕψος καὶ τὸ μεγαλεῖον τῆς κέδρου· ἦσαν δὲ λαὸς ἰσχυρός, ὅπως εἶναι ἡ δρῦς. Ἐν τούτοις ἐξήρανα τοὺς καρποὺς τοῦ ὑψηλοῦ, μεγαλοπρεποῦς καὶ ἰσχυροῦ αὐτοῦ δένδρου, ποὺ ἦσαν εἰς τὰ κλαδιά του, καὶ τὶς κάτω ἀπὸ τὸ ἔδαφος ἰσχυρὲς καὶ βαθειὲς ρίζες του.
10 καὶ ἐγὼ ἀνήγαγον ὑμᾶς ἐκ γῆς Αἰγύπτου καὶ περιήγαγον ὑμᾶς ἐν τῇ ἐρήμῳ τεσσαράκοντα ἔτη τοῦ κατακληρονομῆσαι τὴν γῆν τῶν ᾿Αμορραίων. 10 Εγώ σας έβγαλα ελευθέρους από την χώραν της Αιγύπτου, σας περιέφερα επί τεσσαράκοντα έτη εις την έρημον και σας ωδήγησα δια να κληρονομήσετε την χώραν των Αμορραίων. 10 Ἐγὼ ἤμουν πάλιν ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος σᾶς ἐλευθέρωσα καὶ σᾶς ἀνέβασα ἀπὸ τὴν χώραν τῆς Αἰγύπτου καὶ σᾶς περιέφερα ὑπὸ τὴν προστασίαν μου εἰς τὴν ἔρημον ἐπὶ σαράντα χρόνια, διὰ νὰ κληρονομήσετε τὴν χώραν τῶν Ἀμορραίων, ποὺ εἶχα ὑποσχεθῆ εἰς τοὺς πατέρας σας.
11 καὶ ἔλαβον ἐκ τῶν υἱῶν ὑμῶν εἰς προφήτας καὶ ἐκ τῶν νεανίσκων ὑμῶν εἰς ἁγιασμόν. μὴ οὐκ ἔστι ταῦτα υἱοὶ ᾿Ισραήλ; λέγει Κύριος. 11 Από τα παιδιά σας εγώ εξέλεξα τους προφήτας μου και από τους νεωτέρους σας εδιάλεξα ανθρώπους να είναι αφιερωμένοι εις εμέ. Μηπως δεν είναι αληθινά αυτά, ω Ισραηλίται; Λέγει ο Κυριος. 11 Καὶ ἔλαβα καὶ ἀνέδειξα ἀπὸ τὰ παιδιά σας προφήτας καὶ ἀπὸ τοὺς νεωτέρους ἀπὸ σᾶς ἐξέλεξα ἀφιερωμένους εἰς Ἐμὲ «ναζιραίους». Μήπως δὲν εἶναι ἀληθινὰ αὐτά, Ἰσραηλῖται;», λέγει ὁ Κύριος.
12 καὶ ἐποτίζετε τοὺς ἡγιασμένους οἶνον καὶ τοῖς προφήταις ἐνετέλλεσθε λέγοντες· οὐ μὴ προφητεύσητε. 12 Σεις όμως επάνω στον σκοτισμόν της αμαρτίας σας, εποτίζατε αυτούς τους αφιερωμένους εις εμέ άνδρας με οίνον, δια να τους μολύνετε, και διετάσσατε τους προφήτας μου λέγοντες· Μη προφητεύετε. 12 «Σεῖς ὅμως ἐποτίζατε τοὺς ἀφιερωμενους εἰς Ἐμὲ «ναζιραίους» κρασὶ καὶ ἐδίδατε ἐντολὴν εἰς τοὺς προφήτας, πρὸς τοὺς ὁποίους ἐλέγατε: «Δὲν θὰ προφητεύσετε».
13 διὰ τοῦτο ἰδοὺ ἐγὼ κυλίω ὑποκάτω ὑμῶν, ὃν τρόπον κυλίεται ἡ ἅμαξα ἡ γέμουσα καλάμης· 13 Δια τούτο εγώ θα σας κυλίσω κάτω στο έδαφος, όπως κυλίεται μία άμαξα γεμάτη από δεμάτια. 13 Διὰ τοῦτο, νά· Ἐγὼ θὰ σᾶς κυλίσω εἰς τὸ ἔδαφος, πιεζομένους ἀπὸ τὸ μεγάλο βάρος τῶν πολλῶν κακῶν, ὅπως κυλιέται καὶ τρέμει καὶ τρίζει ἡ συρομένη ἅμαξα, ἡ ὁποία εἶναι κατάφορτη μὲ δεμάτια ἀπὸ γεννήματα.
14 καὶ ἀπολεῖται φυγὴ ἐκ δρομέως, καὶ ὁ κραταιὸς οὐ μὴ κρατήσῃ τῆς ἰσχύος αὐτοῦ, καὶ ὁ μαχητὴς οὐ μὴ σώσῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ, 14 Εις τον καιρόν της καταστροφής σας δεν θα η μπορέση να διασωθή ούτε εκείνος, που έχει ταχείς τους πόδας· όπως επίσης ο δυνατός κατά το σώμα δεν θα ημπορέση να χρησιμοποιήση την ισχύν του, και ο πολεμιστής ο έμπειρος δεν θα κατορθώση να σώση την ζώην του. 14 Καθὼς δὲ θὰ σᾶς κτυποῦν ὅλα αὐτὰ τὰ κακά, οὐδὲ αὐτὸς ὁ ταχύτατος δρομεὺς θὰ ἠμπορέσῃ νὰ φύγῃ καὶ νὰ σωθῇ· οὔτε αὐτὸς ὁ γενναῖος καὶ δυνατὸς θὰ δυνηθῇ νὰ διατηρήσῃ τὸ ἀνδρεῖον του φρόνημα· οὔτε αὐτὸς ὁ ἔμπειρος πολεμιστὴς θὰ δυνηθῇ νὰ σώσῃ τὴν ζωήν του·
15 καὶ ὁ τοξότης οὐ μὴ ὑποστῇ, καὶ ὁ ὀξὺς τοῖς ποσὶν αὐτοῦ οὐ μὴ διασωθῇ καὶ ὁ ἱππεὺς οὐ μὴ σώσῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ 15 Ο τοξότης δεν θα ημπορέση να αντισταθή και ο ταχυκίνητος κατά τα πόδια δεν θα σωθή. Ο έφιππος δεν θα κατορθώση να σώση την ζωήν του. 15 οὐδὲ αὐτὸς ὁ ἱκανὸς τοξότης θὰ ἐπιτύχῃ νὰ χρησιμοποιήσῃ τὴν δεξιοτεχνίαν του, ὥστε νὰ σταθῇ καὶ νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸν ἐχθρὸν οὐδὲ αὐτὸς ὁ ταχὺς εἰς τὸ τρέξιμον θὰ ἠμπορέσῃ νὰ διαφύγῃ καὶ νὰ σωθῇ· οὐδὲ αὐτὸς ὁ ἱππεύς, χρησιμοποιῶν τὴν ταχύτητα τοῦ ἵππου, θὰ ἐπιτύχῃ τὴν σωτηρίαν του·
16 καὶ ὁ κραταιὸς οὐ μὴ εὑρήσει τὴν καρδίαν αὐτοῦ ἐν δυναστείαις· ὁ γυμνὸς διώξεται ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ, λέγει Κύριος. 16 Και αυτός ακόμη ο γενναίος και ηρωϊκός θα λιποψυχήση, θα χάση τον ηρωϊσμόν του. Εις τόσον μεγάλην ασθένειαν θα περιπέσουν, ώστε και ένας γυμνός και άοπλος θα τους καταδιώκη κατά την ημέραν εκείνην”, λέγει ο Κυριος. 16 καὶ αὐτὸς ἀκόμη ὁ ἀνδρεῖος τὸ φρόνημα καὶ γενναῖος τὴν ψυχὴν θὰ χάσῃ τὸ θάρρος του καὶ θὰ κυριευθῇ ἀπὸ πανικὸν ἐμπρὸς εἰς τὴν ὁρμὴν τῶν ἐχθρῶν· θὰ εἶναι δὲ τόσος ὁ πανικὸς τῶν Ἰσραηλιτῶν, ὥστε ἄκομη καὶ αὐτὸς ὁ ἀθωράκιστος καὶ ἄοπλος, καὶ τρόπον τινὰ γυμνός, ἐχθρὸς θὰ καταδιώκῃ καὶ θὰ κατανικᾷ κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην τοῦ ὀλέθρου τοὺς ὡπλισμένους Ἰσραηλῖτες», λέγει ὁ Κύριος.