Δευτέρα, 04 Μαρτίου 2024
Ανατ: 06:53
Δύση: 18:22
Σελ. 24 ημ.
64-302
16ος χρόνος, 5861η ημέρα
Έκδοση: 4η

ΑΜΩΣ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 (Δ)


 
 

ΚΕΦΑΛΑΙΑ


 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 ΑΚΟΥΣΑΤΕ τὸν λόγον τοῦτον, δαμάλεις τῆς Βασανίτιδος, αἱ ἐν τῷ ὄρει τῆς Σαμαρείας, αἱ καταδυναστεύουσαι πτωχοὺς καὶ καταπατοῦσαι πένητας, αἱ λέγουσαι τοῖς κυρίοις αὐτῶν· ἐπίδοτε ἡμῖν ὅπως πίωμεν. 1 Ακούστε τον λόγον αυτόν του Κυρίου, σεις αι γυναίκες της Σαμαρείας, που είσθε ευτραφείς ωσάν τας δαμάλεις της Βασανίτιδος· σεις, που καταδυναστεύετε τους πτωχούς και καταπατείτε τους πένητας και λέγετε στους συζύγους σας· “δώστε μας χρήματα, δια να πίωμεν οίνον”. 1 Ακοῦστε τὸν λόγον αὐτόν, πλούσιες καὶ ἁβροδίαιτες γυναῖκες τῆς ὀρεινῆς Σαμαρείας, ποὺ ὁμοιάζετε πρὸς τὶς ὀνομαστὲς εὐτραφεῖς ἀγελάδες τῆς Βασάν· σεῖς, ποὺ καταπιέζετε τοὺς πτωχοὺς καὶ καταπατεῖτε τοὺς ἀδυνάτους, σφετεριζόμενες τὰ δίκαιά των σεῖς, ποὺ λέγετε μὲ τόνον προστακτικὸν καὶ ἀγέρωχον εἰς τοὺς συζύγους σας: «δῶστε μας καὶ ἄλλα χρήματα διὰ νὰ «πιοῦμε κρασί»!
2 ὀμνύει Κύριος κατὰ τῶν ἁγίων αὐτοῦ, διότι ἰδοὺ ἡμέραι ἔρχονται ἐφ᾿ ὑμᾶς, καὶ λήψονται ὑμᾶς ἐν ὅπλοις, καὶ τοὺς μεθ᾿ ὑμῶν εἰς λέβητας ὑποκαιομένους ἐμβαλοῦσιν ἔμπυροι λοιμοί, 2 Ο Κυριος ωρκίσθη εις την αγιότητά του· και ιδού, ότι έρχονται εναντίον σας τρομεραί ημέραι. “Εχθροί πάνοπλοι θα σας καταλάβουν, ξαναμμένοι από την οργήν, αδίστακτοι λυμεώνες θα ρίψουν τους συζύγους σας εις βράζοντας λέβητας. 2 Ὁ Κύριος ὁρκίζεται εἰς τὴν ἁγιότητά του καὶ εἰς τὴν ἀποστρεφομένην τὸ ψεῦδος φύσιν του, γεγονὸς ποὺ σημαίνει ὅτι αὐτὰ θὰ γίνουν ὁπωσδήποτε. «Νά· ἔρχονται ἐναντίον σας ἡμέρες φοβερές, κατὰ τὶς ὅποιες ἐχθροὶ ἄνθρωποι πυρωμένοι ἀπὸ θυμόν, ἀδίστακτοι καταστροφεῖς θὰ σᾶς συλλάβουν διὰ τῶν ὅπλων καὶ θὰ ρίψουν τοὺς συζύγους σας μέσα εἰς καζάνια ποὺ κοχλάζουν.
3 καὶ ἐξενεχθήσεσθε γυμναὶ κατέναντι ἀλλήλων καὶ ἀπορριφήσεσθε εἰς τὸ ὄρος τὸ Ρεμμάν, λέγει Κύριος. 3 Σεις δε θα εκδιωχθήτε από την πόλιν και την χώραν σας γυμναί η μία απέναντι της άλλης και θα απορριφθήτε στο όρος Ρεμμάν” λέγει ο Κυριος. 3 Καὶ θὰ βγῆτε ἔξω, θὰ ὁδηγηθῆτε ἔξω ἀπὸ τὴν χώραν σας γυμνές, ἡ μία ἀπέναντι τῆς ἄλλης, καὶ θὰ ριφθῆτε ὡς ἄχρηστον πρᾶγμα, καταφρονημένες, εἰς τὸ ὄρος Ρεμμάν», λέγει ὁ Κύριος.
4 - Εἰσήλθατε εἰς Βαιθὴλ καὶ ἠνομήσατε καὶ εἰς Γάλγαλα ἐπληθύνατε τοῦ ἀσεβῆσαι καὶ ἠνέγκατε εἰς τὸ πρωΐ θυσίας ὑμῶν, εἰς τὴν τριημερίαν τὰ ἐπιδέκατα ὑμῶν· 4 “Εισήλθατε εις την ειδωλολατρικήν Βαιθήλ και εκεί περιεπέσατε εις παρανομίας, εις δε τα Γαλγαλα επληθύνατε τας ασεβείας σας. Προσεφέρατε κατά τας πρωϊνάς ώρας θυσίας εις τα είδωλα και κατά την τρίτην ημέραν το δέκατον από τα γεννήματά σας. 4 «Εἰσήλθατε εἰς τὸ εἰδωλολατρικὸν κέντρον, τὴν Βαιθήλ, καὶ ἐκεῖ ἁμαρτήσατε, εἰς δὲ τὸ ἄλλο εἰδωλολατρικὸν κέντρον, τὰ Γάλγαλα, ἐπολλαπλασιάσατε τὶς ἀσέβειες καὶ τὶς παρανομίες. Εἴχατε κυριευθῇ ἀπὸ τόσον εἰδωλολατρικὸν ζῆλον, ὥστε ἐπροσφέρατε πρόθυμα τὶς θυσίες σας τὸ πρωΐ, καὶ κατὰ τριετίαν «ἢ κατ’ ἄλλην ἑρμηνείαν: Κατὰ τὴν τρίτην ἡμέραν· ἢ κατ’ ἄλλην: Τρεῖς φορὲς τὸ ἔτος, τὸ Πάσχα, τὴν Σκηνοπηγίαν, τὴν Πεντηκοστήν» τὸ δέκατον ἀπὸ τὰ γεννήματά σας.
5 καὶ ἀνέγνωσαν ἔξω νόμον καὶ ἐπεκαλέσαντο ὁμολογίας. ἀπαγγείλατε ὅτι ταῦτα ἠγάπησαν οἱ υἱοὶ ᾿Ισραήλ, λέγει Κύριος. 5 Οι ιερείς σας ανέγνωσαν έξω τον νόμον και προεκάλεσαν τας ομολογίας της πίστεώς σας εις τα είδωλα. Σεις, οι προφήται, διαλαλήσατε, ότι αυτάς τας ασεβείας ηγάπησαν οι Ισραηλίται”, λέγει ο Κυριος. 5 Καὶ οἱ ἱερεῖς σας ἀνέγνωσαν ὄχι τὸν θεῖον, ἀλλὰ τὸν εἰδωλολατρικὸν νόμον, καὶ ἐπροκάλεσαν τὶς σύμφωνα μὲ τὸν νόμον αὐτὸν συνθῆκες πρὸς τὰ εἴδωλα. Λοιπὸν σεῖς, οἱ Προφῆται, ἀναγγείλατε εὐρύτερα, ὥστε νὰ γίνῃ γνωστὸν καὶ φανερὸν εἰς ὅλους, ὅτι τέτοιαν ὁλόψυχον σπουδὴν καὶ τέτοιον θερμὸν ζῆλον πρὸς τὰ εἴδωλα ἔδειξαν οἱ Ἰσραηλῖται», λέγει ὁ Κύριος.
6 καὶ ἐγὼ δώσω ὑμῖν γομφιασμὸν ὀδόντων ἐν πάσαις ταῖς πόλεσιν ὑμῶν καὶ ἔνδειαν ἄρτων ἐν πᾶσι τοῖς τόποις ὑμῶν· καὶ οὐκ ἐπεστρέψατε πρός με, λέγει Κύριος. 6 Δι' αυτό και εγώ θα σας τιμωρήσω· στους κατοίκους όλων των πόλεών σας θα στείλω μούδιασμα των οδόντων δια την έλλειψιν άρτων από όλους τους τόπους σας. Και όμως σεις δεν επεστρέψατε εν μετανοία προς εμέ, λέγει ο Κυριος. 6 «Καὶ ἐγὼ θὰ σᾶς τιμωρήσω μὲ μούδιασμα τῶν δοντιῶν τῶν κατοίκων ὅλων τῶν πόλεών σας, ἕνεκα τῆς πεῖνας, τῆς ἐλλείψεως ψωμιοῦ εἰς ὅλους τοὺς τόπους σας. Δηλαδὴ θὰ σᾶς τιμωρήσω μὲ μεγάλην συντριβήν. Παρ’ ὅλα αὐτὰ δὲν ἐσωφρονισθήκατε, ὥστε νὰ ἐπιστρέψετε μὲ μετάνοιαν εἰς Ἐμέ, λέγει ὁ Κύριος.
7 καὶ ἐγὼ ἀνέσχον ἐξ ὑμῶν τὸν ὑετὸν πρὸ τριῶν μηνῶν τοῦ τρυγητοῦ· καὶ βρέξω ἐπὶ πόλιν μίαν, ἐπὶ δὲ πόλιν μίαν οὐ βρέξω· μερὶς μία βραχήσεται, καὶ μερίς, ἐφ᾿ ἣν οὐ βρέξω ἐπ᾿ αὐτήν, ξηρανθήσεται· 7 Δια τούτο εγώ εκράτησα και απεμάκρυνα την βροχήν από την χώραν σας τρεις μήνας προ του τρυγητού. Θα στείλω βροχήν εις την μίαν πόλιν και εις την άλλην δεν θα στείλω. Ο ενας τόπος θα βρέχεται και ο άλλος τόπος, που δεν θα βρέχεται, θα μείνη εντελώς ξηρός. 7 «Ἀκόμη Ἐγὼ ἐκράτησα καὶ ἐστέρησα ἀπὸ σᾶς τὴν βροχὴν τρεῖς μῆνες πρὶν ἀπὸ τὴν συγκομιδὴν τῶν γεννημάτων, ὥστε νὰ φθάσετε εἰς μεγάλην ἀφορίαν καὶ ἀκαρπίαν. Καὶ εἰς τὴν μίαν πόλιν θὰ βρέξω, εἰς δὲ τὴν ἄλλην δὲν θὰ στείλω βροχήν. Ὁ ἕνας τόπος θὰ βρέχεται καὶ θὰ ποτίζεται, ὁ δὲ ἄλλος, εἰς τὸν ὁποῖον δὲν θὰ στείλω βροχήν, θὰ στεγνώσῃ καὶ θὰ ξεραθῇ ἀπὸ τὴν ἀνομβρίαν.
8 καὶ συναθροισθήσονται δύο καὶ τρεῖς πόλεις εἰς πόλιν μίαν τοῦ πιεῖν ὕδωρ καὶ οὐ μὴ ἐμπλησθῶσι· καὶ οὐκ ἐπιστράφητε πρός με, λέγει Κύριος. 8 Οι κάτοικοι δύο και τριών πόλεων θα συγκεντρωθούν εις μίαν πόλιν, δια να πίουν ύδωρ και δεν θα χορτάσουν. Και παρ' όλην την τιμωρίαν αυτήν δεν επεστρέψατε εν μετάνοία προς εμέ, λέγει ο Κυριος. 8 Τότε οἱ κάτοικοι δύο καὶ τριῶν πόλεων θὰ συναθροισθοῦν εἰς μίαν πόλιν, διὰ νὰ πιοῦν νερό, ἀλλὰ δὲν θὰ χορτάσουν θὰ ἰκανοποιηθοῦν προσωρινῶς μόνον. Ἀλλὰ καὶ πάλιν δὲν ἐσωφρονισθήκατε καὶ δὲν ἐπεστρέψατε μὲ μετάνοιαν εἰς Ἐμέ, λέγει ὁ Κύριος.
9 ἐπάταξα ὑμᾶς ἐν πυρώσει καὶ ἐν ἰκτέρῳ· ἐπληθύνατε κήπους ὑμῶν, ἀμπελῶνας ὑμῶν καὶ συκεῶνας ὑμῶν καὶ ἐλαιῶνας ὑμῶν κατέφαγεν ἡ κάμπη· καὶ οὐδ᾿ ὧς ἐπεστρέψατε πρός με, λέγει Κύριος. 9 Εκτύπησα με καυστικόν άνεμον και με κιτρίνισμα τα σιτηρά σας. Σεις επληθύνατε τους κήπους σας, τα αμπέλια σας, τα περιβόλια μέ τις συκιές και τους ελαιώνας σας, αλλά όλα αυτά τα κατέφαγεν η κάμπη. Και όμως ούτε τότε δεν επεστρέψατε εν μετανοία προς εμέ, λέγει ο Κυριος. 9 «Σᾶς ἐκτύπησα μὲ τὸ νὰ προσβληθοῦν τὰ σπαρτά σας ἀπὸ ἀνεμοφθορίαν «καυστικὸν ἄνεμον» καὶ ἴκτερον «κιτρίνισμα τῶν φύλλων». Ἐπολλαπλασιάσατε τοὺς κήπους σας, τοὺς ἀμπελῶνες σας, τὰ συκοπερίβολά σας, τοὺς ἐλαιῶνες σας, ὅλα ὅμως αὐτὰ τὰ κατέφαγεν ἡ κάμπη. Καὶ πάλιν ὅμως δὲν ἐσωφρονισθήκατε καὶ δὲν ἐπεστρέψατε μὲ μετάνοιαν εἰς Ἐμέ, λέγει ὁ Κύριος.
10 ἐξαπέστειλα εἰς ὑμᾶς θάνατον ἐν ὁδῷ Αἰγύπτου καὶ ἀπέκτεινα ἐν ρομφαίᾳ τοὺς νεανίσκους ὑμῶν μετὰ αἰχμαλωσίας ἵππων σου καὶ ἀνήγαγον ἐν πυρὶ τὰς παρεμβολὰς ἐν τῇ ὀργῇ μου· καὶ οὐδ᾿ ὧς ἐπεστρέψατε πρός με, λέγει Κύριος. 10 Εστειλα εναντίον σας θανατηφόρον νόσον ωσάν εκείνην, που είχα στείλει τότε εις την Αίγυπτον, εθανάτωσα με ρομφαίαν τους νέους άνδρας σας, οι ίπποι σας και οι ιππείς ηχμαλωτίσθησαν και επάνω εις την δικαίαν μου οργήν έστειλα καταστρεπτικόν πυρ εις τα στρατόπεδά σας. Αλλά και τότε δεν επεστρέψατε εν μετανοία προς εμέ, λέγει ο Κυριος. 10 «Ἐπίσης ἐξαπέστειλα ἐναντίον σας θανατηφόρον πληγήν, παρομοίαν μὲ ἐκείνην ποὺ ἔστειλα ἄλλοτε εἰς τὴν Αἴγυπτον· ἐφόνευσα μὲ πλατὺ καὶ μεγάλ,ὁ ἀμφίστομο σπαθὶ τοὺς νεαροὺς ἄνδρες σας, τὸ ἱππικόν σου ὠδηγήθη εἰς αἰχμαλωσίαν, καὶ ἐπάνω εἰς τὴν δικαίαν ὀργήν μου ἔβαλα φωτιὰ καὶ ἐπυρπόλησα τὰ στρατόπεδά σας. Καὶ ὅμως δὲν ἐσωφρονισθήκατε καὶ δὲν ἐπεστρέψατε μὲ μετάνοιαν εἰς Ἐμέ, λέγει ὁ Κύριος.
11 κατέστρεψα ὑμᾶς, καθὼς κατέστρεψεν ὁ Θεὸς Σόδομα καὶ Γόμορρα, καὶ ἐγένεσθε ὡς δαλὸς ἐξεσπασμένος ἐκ πυρός· καὶ οὐδ᾿ ὧς ἐπεστρέψατε πρός με, λέγει Κύριος. 11 Σας εξωλόθρευσα, όπως εγώ ο Θεός εξολόθρευσα τα Σοδομα και τα Γομορρα. Εγίνατε ωσάν δαυλί, που απεσπάσθη από το πυρ και καπνίζει. Και παρ' όλον τούτο δεν επεστρέψατε προς εμέ εν μετανοία, λέγει ο Κυριος. 11 «Σᾶς κατέστρεψα, ὅπως ἄλλοτε Ἐγώ, ὁ ἴδιος Θεός, κατέστρεψα τὰ Σόδομα καὶ τὰ Γόμορρα, καὶ ἐγίνατε ὅπως τὸ μισοκαμένο δαυλί, ποὺ τὸ ἅρπαξαν καὶ τὸ ἔσυραν ἔξω ἀπὸ τὴν φωτιὰ καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι πλέον ἐντελῶς ἄχρηστον δι’ ὀτιδήποτε. Ἀλλὰ καὶ πάλιν δὲν ἐσωφρονισθήκατε καὶ δὲν ἐπεστρέψατε μὲ μετάνοιαν εἰς Ἐμέ, λέγει ὁ Κύριος.
12 διὰ τοῦτο οὕτως ποιήσω σοι, ᾿Ισραήλ· πλὴν ὅτι οὕτως ποιήσω σοι, ἑτοιμάζου τοῦ ἐπικαλεῖσθαι τὸν Θεόν σου, ᾿Ισραήλ. 12 Δια την πώρωσιν της καρδίας σας, ω Ισραηλίται, τέτοιες τιμωρίες θα αποστείλω εναντίον σας. Και όταν θα επέρχωνται αλλεπάλληλοι αι τιμωρίαι εναντίον σου, ετοιμάσου, Ισραηλιτικέ λαέ, να επικαλεσθής Κυριον τον Θεόν σου. 12 «Δι’ ὅλην αὐτὴν τὴν πεισματικήν σου συμπεριφοράν, Ἰσραηλιτικὲ λαέ, θὰ σὲ τιμωρήσω πολὺ αὐστηρά. Ὅταν ὅμως θὰ σὲ τιμωρήσω μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον, ἐτοιμάσου, Ἰσραηλιτικὲ λαέ, νὰ ἀπευθυνθῇς διὰ βοήθειαν εἰς τὸν Θεόν σου.
13 διότι ἰδοὺ ἐγὼ στερεῶν βροντὴν καὶ κτίζων πνεῦμα καὶ ἀπαγγέλλων· εἰς ἀνθρώπους τὸν χριστὸν αὐτοῦ, ποιῶν ὄρθρον καὶ ὁμίχλην καὶ ἐπιβαίνων ἐπὶ τὰ ὑψηλὰ τῆς γῆς· Κύριος ὁ Θεὸς ὁ παντοκράτωρ ὄνομα αὐτῷ. 13 Διότι εγώ είμαι εκείνος, ο οποίος ενισχύω ισχυράν την βροντήν ανάμεσα στον αέρα, δημιουργώ ανέμους και αναγγέλλω στους ανθρώπους άρχοντα χρισθέντα από εμέ. Εγώ είμαι εκείνος, που φέρω την ανατολήν και στέλλω την ομίχλην. Εγώ επιβαίνω εις τας υψηλάς κορυφάς των ορέων της γης. Το όνομά μου είναι Κυριος, ο Θεός, ο Παντοκράτωρ”. 13 Διότι, νά· Ἐγώ εἶμαι Ἐκεῖνος, ὁ Ὁποῖος ἐνισχύω καὶ μεταβάλλω τὸ ἀραιὸν καὶ ἄτονον τοῦ ἀέρος εἰς τὸν τρομερὸν κρότον τῆς βροντῆς. Ἐκεῖνος, ὁ Ὁποῖος δημιουργῶ τὸν ἀέρα καὶ ἀναγγέλλω καὶ ἐγκαθιστῶ μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων αὐτόν, ποὺ ἔχει χρισθῇ ὡς ἄρχων καὶ βασιλιᾶς. Ἐγὼ εἶμαι Ἐκεῖνος, ὁ Ὁποῖος μετὰ τὸ βαθὺ σκοτάδι τῆς νύκτας φέρω τὸ φῶς τῆς ἀνατολῆς καὶ προκαλῶ τὴν ὁμίχλην. Ἐκεῖνος, ὁ Ὁποῖος ὑπέρκειται ὅλων· ὁ ὑψηλότατος ὅλων· πατῶ καὶ βαδίζω μὲ γιγάντιον βῆμα ἐπάνω εἰς τὶς ὑψηλὲς κορυφὲς τῶν βουνῶν τῆς γῆς. Τὸ ὄνομά μου εἶναι: Κύριος ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος ἐξουσιάζω καὶ κυβερνῶ τὰ πάντα μὲ τὴν παντοκρατορικὴν δύναμίν μου».