Δευτέρα, 27 Ιουνίου 2022
Ανατ: 06:05
Δύση: 20:52
Σελ. 28 ημ.
178-187
14ος χρόνος, 5245η ημέρα
Έκδοση: 4η

ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Α' - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 (Α)


 
 

ΚΕΦΑΛΑΙΑ


 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 ΚΑΙ ἐγένετο μετὰ τὸ πατάξαι ᾿Αλέξανδρον τὸν Φιλίππου τὸν Μακεδόνα, ὃς ἐξῆλθεν ἐκ τῆς γῆς Χεττειείμ, καὶ ἐπάταξε τὸν Δαρεῖον βασιλέα Περσῶν καὶ Μήδων καὶ ἐβασίλευσεν ἀντ᾿ αὐτοῦ πρότερος ἐπὶ τὴν ῾Ελλάδα. 1 Ο Αλέξανδρος, ο υιός του Φιλίππου, ο Μακεδών, έπειτα από την νίκην του εναντίον των Περσών, κατά την οποίαν ενίκησε τον βασιλέα των Περσών και των Μηδων Δαρείον, εξώρμησεν από την χώραν των Χετταίων και έγινε βασιλεύς αντί εκείνου εις τας χώρας αυτάς, αφού προηγουμένως είχε γίνει βασιλεύς ολοκλήρου της Ελλάδος. 1 Συνέβη δὲ τοῦτο κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους: Ὁ Ἀλέξανδρος ὁ Μακεδών, ὁ υἱὸς τοῦ Φιλίππου, ὁ ὁποῖος ἐξώρμησεν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα (Μακεδονίαν), ἐκτύπησε καὶ κατετρόπωσε τὸν Δαρεῖον Γ' (τὸν Κοδομανόν), τὸν βασιλιᾶ τῶν Περσῶν καὶ τῶν Μήδων, καὶ ἐβασίλευσεν ἀντὶ ἐκείνου, ἀφοῦ εἶχε προηγουμένως κυριαρχήσει εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα.
2 καὶ συνεστήσατο πολέμους πολλοὺς καὶ ἐκράτησεν ὀχυρωμάτων πολλῶν καὶ ἔσφαξε βασιλεῖς τῆς γῆς· 2 Διεξήγαγε πολλούς επιτυχείς πολέμους, έγινε κύριος πολλών φρουρίων και εθανάτωσε βασιλείς πολλών χωρών. 2 Ὁ Ἀλέξανδρος διεξήγαγε πολλοὺς πολέμους καὶ ἐκυρίευσε πολλὰ φρούρια καὶ ὀχυρὲς πόλεις, ἐθριάμβευσε κατὰ τῶν ἀντιπάλων του καὶ ἐθανάτωσε τοὺς βασιλεῖς πολλῶν χωρῶν.
3 καὶ διῆλθεν ἕως ἄκρων τῆς γῆς καὶ ἔλαβε σκῦλα πλήθους ἐθνῶν. καὶ ἡσύχασεν ἡ γῆ ἐνώπιον αὐτοῦ, καὶ ὑψώθη, καὶ ἐπήρθη ἡ καρδία αὐτοῦ. 3 Εφθασεν έως τα άκρα της οικουμένης και επήρε λάφυρα από πολλούς λαούς. Ολος δε ο τότε γνωστός κόσμος υπετάχθη εις αυτόν και ησύχασεν από τους πολέμους. Αυτός δε εδοξάσθη, αλλά η καρδία του εκυριεύθη από υπερηφάνειαν. 3 Καὶ ἔφθασε μέχρι τὰ ἄκρα τοῦ τότε γνωστοῦ ἀνατολικοῦ κόσμου καὶ ἔλαβε τὰ λάφυρα πολλῶν ἐθνῶν.Ὅταν δὲ ὅλος ὁ τότε γνωστὸς κόσμος ὑπετάγη εἰς αὐτὸν καὶ ἔτσι ἡ γῆ ἡσύχασεν ἀπὸ τοὺς πολέμους, ἡ καρδία του ὑψθη ἀπὸ ὑπερηφάνειαν καὶ ἐκυριεύθη ἀπὸ ἔπαρσιν.
4 καὶ συνήγαγε δύναμιν ἰσχυρὰν σφόδρα καὶ ἦρξε χωρῶν καὶ ἐθνῶν καὶ τυράννων, καὶ ἐγένοντο αὐτῷ εἰς φόρον. 4 Συνεκέντρωσε στρατόν πολύ ισχυρόν, έγινεν άρχων χωρών, εθνών και βασιλέων, που έγιναν φόρου υποτελείς εις αυτόν. 4 Συνεκέντρωσε δὲ καὶ ὠργάνωσε πολὺ ἰσχυρὰν στρατιωτικὴν δύναμιν καί, ἀφο τὶς ὑπέταξεν, ἐξουσίαζεν εἰς χῶρες καὶ ἔθνη (λαούς) καὶ κυβερνῆτες καὶ βασιλεῖς, ὅλοι δὲ αὐτοὶ ἐπλήρωναν εἰς τὸν Ἀλέξανδρον φόρον ὑποτελείας.
5 καὶ μετὰ ταῦτα ἔπεσεν ἐπὶ τὴν κοίτην καὶ ἔγνω ὅτι ἀποθνήσκει. 5 Μετά ταύτα όμως ησθένησεν, έπεσεν εις την κλίνην της ασθενείας του και ήσθάνθη, ότι επρόκειτο να αποθάνη. 5 Ἀλλὰ μετὰ ἀπὸ τοὺς πολέμους καὶ τὶς κατακτήσεις αὐτές ἀρρώστησε, ἔπεσεν εἰς τὸ κρεββάτι καί, ἐπειδὴ ἐκατάλαβε ὅτι πρόκειται να ἀποθάνῃ,
6 καὶ ἐκάλεσε τοὺς παῖδας αὐτοῦ τοὺς ἐνδόξους τοὺς συντρόφους αὐτοῦ ἀπὸ νεότητος καὶ διεῖλεν αὐτοῖς τὴν βασιλείαν αὐτοῦ ἔτι ζῶντος αὐτοῦ. 6 Εκάλεσε πλησίον του τους πλέον ενδόξους από τους αυλικούς του και τους συντρόφους του από την νεότητά του, και διεμοίρασεν εις αυτούς την βασιλείαν του, καθ' ον χρόνον ακόμη εζούσεν. 6 ἐκάλεσε τοὺς περιφήμους ἀξιωματικούς του, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρξαν σύντροφοί του ἀπὸ τὰ νεανικά του χρόνια, καὶ ἐνῷ ἀκόμη ἐζοῦσε, διένειμεν εἰς αὐτοὺς τὸ ἐκτεταμένον βασίλειόν του.
7 καὶ ἐβασίλευσεν ᾿Αλέξανδρος ἔτη δώδεκα καὶ ἀπέθανε. 7 Ο μέγας Αλέξανδρος εβασίλευσεν επί δώδεκα έτη και κατόπιν απέθανεν. 7 Ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος ἐβασίλευσε δώδεκα (12) ἔτη καὶ κατόπιν ἀπέθανε.
8 καὶ ἐπεκράτησαν οἱ παῖδες αὐτοῦ ἕκαστος ἐν τῷ τόπῳ αὐτοῦ. 8 Αξιωματούχοι του εγκατεστάθησαν ως άρχοντες πλέον, ο καθένας εις την επαρχίαν του. 8 Μετὰ τὸν θάνατόν του ἀνέλαβαν τὴν ἐξουσίαν καὶ διακυβέρνησιν τοῦ κράτους οἱ ἀξιωματικοί του, ὁ καθένας εἰς τὴν ἰδικήν του ἐπαρχίαν (περιοχήν).
9 καὶ ἐπέθεντο πάντες διαδήματα μετὰ τὸ ἀποθανεῖν αὐτὸν καὶ οἱ υἱοὶ αὐτῶν ὀπίσω αὐτῶν ἔτη πολλὰ καὶ ἐπλήθυναν κακὰ ἐν τῇ γῇ. 9 Ολοι αυτοί μετά τον θάνατον του μεγάλου Αλεξάνδρου έθεσαν εις την κεφαλήν των βασιλικά διαδήματα, δείγματα της εξουσίας των, και έπειτα από αυτούς τα παιδιά των επί έτη πολλά. Ολοι όμως αυτοί κατά το διάστημα της βασιλείας των επροξένησαν πολλάς συμφοράς εις την οικουμένην. 9 Ὅλοι αὐτοὶ μετὰ τὸν θάνατον τοῦ Ἀλεξάνδρου ἐστέφθησαν βασιλεῖς καὶ ἐφόρεσαν τὰ βασιλικὰ διαδήματα· οἱ δὲ ἀπόγονοί των τοὺς διεδέχθησαν ἐπὶ πολλὰ χρόνια.Ὅλοι ὅμως αὐτοὶ μὲ τοὺς ἐμφυλίους πολέμους των ἐπροξένησαν ἀνείπωτα καὶ ἀναρίθμητα κακὰ εἰς τὸν κόσμον.
10 καὶ ἐξῆλθεν ἐξ αὐτῶν ρίζα ἁμαρτωλὸς ᾿Αντίοχος ᾿Επιφανής, υἱὸς ᾿Αντιόχου βασιλέως, ὃς ἦν ὅμηρα ἐν τῇ Ρώμῃ· καὶ ἐβασίλευσεν ἐν ἔτει ἑκατοστῷ καὶ τριακοστῷ καὶ ἑβδόμῳ βασιλείας ῾Ελλήνων. 10 Από αυτούς εβγήκε μία ρίζα πολύ αμαρτωλή, Αντίοχος ο Επιφανής, υιός του βασιλέως Αντιόχου, ο οποίος ήτο προηγουμένως όμηρος εις την Ρωμην. Αυτός έγινε βασιλεύς κατά το εκατοστόν τριακοστόν έβδομον έτος της βασιλείας των Ελλήνων Σελευκιδών. 10 Ἀπὸ τοὺς βασιλεῖς αὐτοὺς ἀνεβλάστησε ρίζα ἁμαρτωλή, προῆλθεν ἀπόγονος ἠθικῶς ὀλέθριος, ὁ Ἀντίοχος Δ' ὁ Ἐπιφανής, υἱὸς τοῦ βασιλιᾶ Ἀντίοχον Γ’ τοῦ μεγάλου· ὁ Ἀντίοχος ὁ Ἐπιφανὴς διετέλεσεν ὅμηρος εἰς τὴν Ρώμην.Ὁ Ἀντίοχος ὁ Ἐπιφανὴς ἔγινε βασιλιᾶς τῆς Συρίας κατὰ τὸ ἑκατοστὸν τριακοστὸν ἕβδομον (137ον) ἔτος τῆς βασιλείας τῶν Ἑλλήνων Σελευκιδῶν, δηλαδὴ τὸ 175 π.Χ.
11 ᾿Εν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις ἐξῆλθον ἐξ ᾿Ισραὴλ υἱοὶ παράνομοι καὶ ἀνέπεισαν πολλοὺς λέγοντες· πορευθῶμεν καὶ διαθώμεθα διαθήκην μετὰ τῶν ἐθνῶν τῶν κύκλῳ ἡμῶν, ὅτι ἀφ᾿ ἧς ἐχωρίσθημεν ἀπ᾿ αὐτῶν, εὗρεν ἡμᾶς κακὰ πολλά. 11 Κατά τους χρόνους εκείνους παρουσιάσθησαν από τον λαόν των Ισραηλιτών μερικοί άνδρες παράνομοι, καταφρονηταί του θείου Νομου, οι οποίοι με τας δημαγωγίας των παρέσυραν πολλούς άλλους, στους οποίους και έλεγον· “ας πάμε να κάμωμεν συνθήκην φιλίας με τα ειδωλολατρικά έθνη, τα οποία ευρίσκονται γύρω μας, διότι από την εποχήν, που εχωρίσθημεν από αυτά, μας ευρήκαν μεγάλαι συμφοραί”. 11 Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην παρουσιάσθησαν μεταξὺ τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ μιὰ ὁμάδα ἀνδρῶν ἀποστατῶν ἀπὸ τὴν Ἰουδαϊκὴν πίστιν, οἱ ὁποῖοι ἐπηρέασαν τὸν λαὸν καὶ παρέσυραν πολλοὺς μὲ τὰ λόγια: Ἐμπρός· ἂς προχωρήσωμεν καὶ ἂς συνάψωμεν συνθήκην μὲ τὰ εἰδωλολατρικὰ ἔθνη, τὰ ὁποῖα εἶναι γύρω μας, διότι ἀπὸ τότε ποὺ διεχωρίσαμεν τοὺς ἑαυτούς μας ἀπὸ αὐτούς, μᾶς εὑρῆκαν πολλὰ κακὰ καὶ συμφορές.
12 καὶ ἠγαθύνθη ὁ λόγος ἐν ὀφθαλμοῖς αὐτῶν, 12 Ο λόγος αυτός ήρεσεν στους Ισραηλίτας. 12 Ἡ πρότασις αὐτὴ τῶν ἐξωμοτῶν εὑρῆκε ἀνταπόκρισιν, ἐφάνη ἀρεστὴ εἰς τὸν λαὸν καὶ ἔγινε ἀποδεκτὴ ἐκ μέρους του.
13 καὶ προεθυμήθησάν τινες ἀπὸ τοῦ λαοῦ, καὶ ἐπορεύθησαν πρὸς τὸν βασιλέα, καὶ ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν ποιῆσαι τὰ δικαιώματα τῶν ἐθνῶν. 13 Μερικοί δε από τον Ιουδαϊκόν λαόν επροθυμοποιήθησαν και μετέβησαν προς τον βασιλέα των Ελλήνων, τον Αντίοχον, ο οποίος και παρεχώρησεν εις αυτούς το δικαίωμα να ζουν σύμφωνα με τα ήθη και έθιμα των ειδωλολατρικών λαών. 13 Ὡρισμένοι ἀπὸ τὸν λαὸν εἶχαν ἐνθουσιασθῆ τόσον πολὺ μὲ τὴν πρότασιν τῶν ἀποστατῶν, ὥστε ἔτρεξαν πρόθυμα πρὸς τὸν βασιλιᾶ Ἀντιόχον, ὁ ὁποῖος τοὺς ἔδωκε τὴν ἄδειαν νὰ ἀκολουθήσουν καὶ νὰ ἐφαρμόσουν εἰς τὴν ζωήν των μὴ Ἰουδαϊκοὺς νόμους καὶ νὰ συμμορφωθοῦν πρὸς τὰ ἔθιμα τῶν εἰδωλολατρικῶν ἐθνῶν.
14 καὶ ᾠκοδόμησαν γυμνάσιον ἐν ῾Ιεροσολύμοις κατὰ τὰ νόμιμα τῶν ἐθνῶν 14 Εκτισαν δε και γυμναστήριον με γήπεδον αθλήσεων εις τα Ιεροσόλυμα, σύμφωνα με τα έθιμα των ειδωλολατρικών εθνών. 14 Ἔτσι ἔκτισαν εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα ἕνα γυμναστήριον (στάδιον διὰ τὰ διάφορα ἀθλητικὰ παιγνίδια - ἀσκήσεις), σύμφωνα μὲ τὰ ἤθη καὶ τὰ ἔθιμα τῶν εἰδωλολατρικῶν ἐθνῶν.
15 καὶ ἐποίησαν ἑαυτοῖς ἀκροβυστίας καὶ ἀπέστησαν ἀπὸ διαθήκης ἁγίας καὶ ἐζευγίσθησαν τοῖς ἔθνεσι καὶ ἐπράθησαν τοῦ ποιῆσαι τὸ πονηρόν. 15 Εξήλειψαν (δια χειρουργικής επεμβάσεως) τας περιτομάς των, ώστε να φαίνωνται απερίτμητοι, όπως οι εθνικοί, απεμακρύνθησαν από την αγίαν Διαθήκην, που είχαν συνάψει με τον Θεόν, έγιναν ομόζυγοι και ομόψυχοι με τους ειδωλολατρικούς λαούς. Ψυχή και σώματι διέπραττον το κακόν, ώστε έγιναν πλέον δούλοι εις αυτό. 15 Καὶ ἐπειδὴ εἰς τὰ γυμναστήρια ἠσκοῦντο ἐντελῶς γυμνοί, διὰ νὰ ἀποφύγουν τὶς εἰρωνεῖες τῶν ἐθνικῶν, ἑξαφάνισαν μὲ χειρουργικὴν ἐπέμβασιν τὰ ἴχνη τῆς περιτομῆς, ποὺ εἶχαν ὡς Ἰουδαῖοι.Ἔτσι ἀπαρνήθηκαν τὴν ἱερὰν Διαθήκην, ποὺ εἶχαν συνάψει μὲ τὸν Θεὸν τοῦ Ἰσραήλ, καὶ ἔθεσαν τοὺς ἑαυτούς των κάτω ἀπὸ τὸν ἴδιον ζυγὸν (ἄρχισαν νὰ συνεργάζωνται στενά) μὲ τὰ εἰδωλολατρικὰ ἔθνη.Ἀφιερώθησαν δὲ τόσον πολὺ εἰς εἰδωλολατρικὰ ἤθη καὶ ἔθιμα, ποὺ κυριολεκτικὰ ἐπώλησαν τοὺς ἑαυτούς των καὶ ἔγιναν δοῦλοι καὶ σκλάβοι, ὥστε νὰ ἐργάζωνται αὐτὸ ποὺ εἶναι σιχαμερὸν καὶ κακόν.
16 Καὶ ἡτοιμάσθη ἡ βασιλεία ἐναντίον ᾿Αντιόχου, καὶ ὑπέβαλε βασιλεῦσαι τῆς Αἰγύπτου, ὅπως βασιλεύσῃ ἐπὶ τὰς δύο βασιλείας. 16 Οταν ο Αντίοχος εστερέωσε την βασιλείαν του εις την Συρίαν, εσκέφθη και απεφάσισε να βασιλεύση και επί της Αιγύπτου, δια να γίνη έτσι βασιλεύς εις δύο βασίλεια, της Συρίας και της Αιγύπτου. 16 Ὅταν ὁ Ἀντίοχος Δ' εἶχε πλέον σταθεροποιηθῇ εἰς τὸν βασιλικὸν θρόνον τῆς Συρίας, ἀπεφάσισε νὰ κάμῃ τὸν ἑαυτόν του βασιλιᾶ τῆς Αἰγύπτου, ὥστε νὰ βασιλεύῃ εἰς τὸ ἑξῆς καὶ εἰς τὰ δύο βασίλεια - τῆς Συρίας καὶ τῆς Αἰγύπτου.
17 καὶ εἰσῆλθεν εἰς Αἴγυπτον ἐν ὄχλῳ βαρεῖ, ἐν ἅρμασι καὶ ἐν ἐλέφασι καὶ ἐν ἱππεῦσι καὶ ἐν στόλῳ μεγάλῳ 17 Επήλθε λοιπόν εναντίον της Αιγύπτου με πολύν στρατόν, με άρματα, με ελέφαντας, με ιππικόν και με πολυάριθμα πολεμικά πλοία. 17 Εἰσέβαλε λοιπὸν εἰς τὴν Αἴγυπτον μὲ πολύν, ἀξιόλογον καὶ ἰσχυρὸν στρατόν, μὲ πολεμικὰ ἅρματα, μὲ πολεμικοὺς ἐλέφαντες, μὲ ἱππικὸν καὶ μὲ μεγάλον πολεμικὸν στόλον,
18 καὶ συνεστήσαντο πόλεμον πρὸς Πτολεμαῖον βασιλέα Αἰγύπτου· καὶ ἐνετράπη Πτολεμαῖος ἀπὸ προσώπου αὐτοῦ καὶ ἔφυγε, καὶ ἔπεσον τραυματίαι πολλοί. 18 Συνήψε δε πόλεμον εναντίον του Πτολεμαίου βασιλέως της Αιγύπτου. Ο Πτολεμαίος ενικήθη και κατετροπώθη από τον Αντίοχον, ετράπη εις φυγήν και πολλοί από τους ανθρώπους του έπεσαν νεκροί. 18 καὶ συνῆψε πόλεμον ἐναντίον τοῦ Πτολεμαίου ΣΤ’ τοῦ Φιλομήτορος, βασιλιᾶ τῆς Αἰγύπτου.Κατὰ τὸν πόλεμον ἐκεῖνον ὁ Πτολεμαῖος ἐνικήθη ἀπὸ τὸν Ἀντίοχον, ἐπανικοβλήθη καὶ ἐτράπη εἰς φυγήν, πολλοὶ δὲ ἀπὸ τὸν στρατόν του ἐτραυματίσθησαν θανάσιμα καὶ ἀπέθαναν.
19 καὶ κατελάβοντο τὰς πόλεις τὰς ὀχυρὰς ἐν γῇ Αἰγύπτῳ, καὶ ἔλαβε τὰ σκῦλα γῆς Αἰγύπτου. 19 Οι Συροι εκυρίευσαν οχυράς θέσεις εις την Αίγυπτον, ο δε Αντίοχος ελαφυραγώγησε την χώραν της Αιγύπτου. 19 Ὁ Ἀντιόχος καὶ οἱ στρατιῶται του ἐκυρίευσαν καὶ κατέλαβαν τὶς ὀχυρὲς πόλεις, ποὺ εὑρίσκοντο εἰς τὴν Αἴγυπτον, ὁ δὲ Ἀντίοχος ἐσύλησε καὶ ἐλαφυραγώγησε τὴν χώραν τῆς Αἰγύπτου.
20 καὶ ἐπέστρεψεν ᾿Αντίοχος μετὰ τὸ πατάξαι Αἴγυπτον ἐν τῷ ἑκατοστῷ καὶ τεσσαρακοστῷ καὶ τρίτῳ ἔτει καὶ ἀνέβη ἐπὶ ᾿Ισραὴλ καὶ ἀνέβη εἰς ῾Ιερουσαλὴμ ἐν ὄχλῳ βαρεῖ. 20 Ο Αντίοχος, αφού κατενίκησε και εκυρίευσε την Αίγυπτον κατά το εκατοστόν τεσσαρακοστόν τρίτον έτος, επέστρεψε και εβάδισεν εναντίον της Ιερουσαλήμ. Ανέβηκεν εις την Ιερουσαλήμ με μεγάλην στρατιωτικήν δύναμιν. 20 Ὁ Ἀντίοχος, ἀφοῦ ἐνίκησε καὶ ἐκυρίευσε τὴν Αἴγυπτον κατὰ τὸ ἑκατοστὸν τεσσαρακοστὸν τρίτον (143ον) ἔτος τῆς βασιλείας τῶν Ἑλλήνων Σελευκιδῶν, δηλαδὴ τὸ 169 μ.Χ., ἐβάδισεν ἐναντίον τῶν Ἰσραηλιτῶν καὶ ἐπετέθη κατὰ τῆς Ἱερουσαλὴμ μὲ πολύν, ἀξιόλογον καὶ ἰσχυρὸν στρατόν.
21 καὶ εἰσῆλθον εἰς τὸ ἁγίασμα ἐν ὑπερηφανίᾳ καὶ ἔλαβε τὸ θυσιαστήριον τὸ χρυσοῦν καὶ τὴν λυχνίαν τοῦ φωτὸς καὶ πάντα τὰ σκεύη αὐτῆς 21 Εισήλθε με μεγάλην αλαζονείαν και αυθάδειαν στον ιερόν ναόν, επήρε το χρυσούν θυσιαστήριον, την επτάφωτον χρυσήν λυχνίαν που εφώτιζε τον ναόν, και όλα τα ιερά αυτής εξαρτήματα. 21 Καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸν Ναὸν μὲ ἱερόσυλον ἀλαζονικὸν φρόνημα καὶ ἐπῆρε τὸ χρυσὸν Θυσιαστήριον τῶν θυμιαμάτων καὶ τὴν Ἑπτάφωτον χρυσῆν Λυχνίαν μαζὶ μὲ ὅλα τὰ ἱερὰ ἐξαρτήματά της
22 καὶ τὴν τράπεζαν τῆς προθέσεως καὶ τὰ σπονδεῖα καὶ τὰς φιάλας καὶ τὰς θυΐσκας τὰς χρυσᾶς καὶ τὸ καταπέτασμα καὶ τοὺς στεφάνους καὶ τὸν κόσμον τὸν χρυσοῦν τὸν κατὰ πρόσωπον τοῦ ναοῦ καὶ ἐλέπισε πάντα. 22 Επήρεν επίσης, την τράπεζαν της προθέσεως, τα ιερά ποτήρια, τας ιεράς φιάλας, τα χρυσά μικρά θυμιατήρια, το καταπέτασμα, τους στεφάνους και όλα τα κοσμήματα τα χρυσά, τα οποία ευρίσκοντο στον ναόν. Ολα αυτά τα κατέκοψεν εις μικρά κομμάτια. 22 καὶ τὴν Τράπεζαν τῶν Ἄρτων τῆς Προθέσεως καὶ τὰ δοχεῖα, μὲ τὰ ὁποῖα ἐγίνοντο οἱ θυσίες τοῦ κρασιοῦ (οἱ σπονδές), καὶ τὶς ἱερὲς φιάλες καὶ τὰ χρυσᾶ θυμιατήρια καὶ τὸ παραπέτασμα καὶ τὰ στεφάνια (τὰ χρυσᾶ, τὰ ἀφιερωμένα εἰς τὸν Ναόν)· ἐπίσης ἐσύλησε καὶ ὅλα τὰ χρυσᾶ κοσμήματα, ποὺ ἦσαν τοποθετημένα εἰς τὸ μέτωπον (τὴν ὄψιν) τοῦ Ναοῦ, τὸν ὁποῖον ἀπεγύμνωσεν ἀπὸ ὅλα, διότι ἀπέσπασε καὶ ἐκατακομμάτιασε τὰ χρυσᾶ στολίδια διαφόρων εἰδῶν, τὰ ὁποῖα εὑρίσκοντο εἰς τὸν Ναόν.
23 καὶ ἔλαβε τὸ ἀργύριον καὶ τὸ χρυσίον καὶ τὰ σκεύη τὰ ἐπιθυμητὰ καὶ ἔλαβε τοὺς θησαυροὺς τοὺς ἀποκρύφους, οὓς εὗρε· 23 Επήρεν επίσης τον άργυρον και τον χρυσόν, τα ιερά λαμπρά πολύτιμα σκεύη, επήρε τους κρυμμένους θησαυρούς, τους οποίους κατώρθωσε να ανεύρη. 23 Κινούμενος ἀπὸ τὸν ἱερόσυλον ἐγωϊσμόν του ἔλαβε τὸ ἀσῆμι, τὸ χρυσάφι καὶ τὰ πολύτιμα ἱερὰ ἀντικείμενα μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς κρυμμένους θησαυρούς, ποὺ εὑρῆκε εἰς τὸν Ναόν.
24 καὶ λαβὼν πάντα ἀπῆλθεν εἰς τὴν γῆν αὐτοῦ. καὶ ἐποίησε φονοκτονίαν καὶ ἐλάλησεν ὑπερηφανίαν μεγάλην. 24 Αφού, λοιπόν, ελαφυραγώγησεν όλα αυτά, έφυγε δια την χώραν του, αφού προηγουμένως εφόνευσε πολλούς και ωμίλησε με μεγάλην αλαζονείαν κατά των Ιουδαίων. 24 Ἀφοῦ ἅρπαξε ὅλα αὐτά, ἀνεχώρησε καὶ ἐπέστρεψεν εἰς τὴν χώραν του.Ἐπίσης ἐσκότωσε πολλοὺς καὶ μὲ χαιρέκακον καὶ ἑωσφορικὸν ὕφος ἐξεστόμισε λόγια πολὺ ὑβριστικὰ κατὰ τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ.
25 καὶ ἐγένετο πένθος μέγα ἐπὶ ᾿Ισραὴλ ἐν παντὶ τόπῳ αὐτῶν. 25 Εξ αιτίας των συμφορών αυτών βαρύ πένθος ηπλώθη επί όλων των Ισραηλιτών εις όλας αυτών τας χώρας. 25 Ἐξ ἀφορμῆς αὐτῶν ὑπῆρξε μεγάλος θρῆνος καὶ κοπετὸς μεταξὺ τῶν Ἰσραηλιτῶν, παντοῦ (εἰς ὅλην τὴν χώραν των) ὅπου εὑρίσκοντο.
26 καὶ ἐστέναξαν ἄρχοντες καὶ πρεσβύτεροι, παρθένοι καὶ νεανίσκοι ἠσθένησαν, καὶ τὸ κάλλος τῶν γυναικῶν ἠλλοιώθη. 26 Οι άρχοντες και οι πρεσβύτεροι εστέναξαν βαθύτατα. Αι παρθένοι και οι νεαροί άνδρες έχασαν την δύναμίν των, η ωραιότης των γυναικών ηλλοιώθη. 26 Ἕνεκα τῆς φοβερᾶς αὐτῆς συμφορᾶς ἀναστέναξαν βαθιὰ καὶ μὲ πολλὴν πικρίαν οἱ ἄρχοντες καὶ οἱ πρεσβύτεροι τῶν Ἰσραηλιτῶν, αἱ παρθένοι καὶ οἱ νέοι ἔλειωσαν ἀπὸ λύπην, ἐμαράνθησαν, ἡ δὲ καλλονὴ τῶν γυναικῶν παρεμορφώθη.
27 πᾶς νυμφίος ἀνέλαβε θρῆνον, καὶ καθημένη ἐν παστῷ ἐγένετο ἐν πένθει. 27 Καθε νεόνυμφος ανήρ ανέλαβε θρήνον και κάθε νεόνυμφος γυναίκα έπεσεν εις πένθος, καθημένη στον νυμφικόν της θάλαμον. 27 Κάθε νεόνυμφος ἐξέφερε θρηνητικὰ μοιρολόγια καὶ κάθε νεόνυμφη γυναῖκα, ἀντὶ νὰ χαίρῃ εὑρισκομένη εἰς τὸν νυμφικόν της θάλαμον, ἐκάθητο ἐκεῖ κλαίουσα καὶ πενθοῦσα.
28 καὶ ἐσείσθη ἡ γῆ ἐπὶ τοὺς κατοικοῦντας αὐτήν, καὶ πᾶς ὁ οἶκος ᾿Ιακὼβ ἐνεδύσατο αἰσχύνην. 28 Και αυτή ακόμη η χώρα των Ιουδαίων, ως εάν συνέπασχε με τας συμφοράς των κατοίκων της, συνεκλονίσθη, διότι όλοι οι απόγονοι του Ιακώβ εβυθίσθησαν εις την εντροπήν. 28 Ἀκόμη καὶ αὐτὴ ἡ χώρα τῶν Ἰουδαίων συνεκλονίσθη ἕνεκα τῶν κοπετῶν καὶ τοῦ πένθους τῶν κατοίκων της, καὶ ὅλοι οἰ ἀπόγονοι τοῦ Ἰακώβ, ὁ περιούσιος λαὸς τοῦ Θεοῦ, ἐβυθίσθη εἰς τήν (ἐγέμισεν ἀπό) ἐντροπήν.
29 Καὶ μετὰ δύο ἔτη ἡμερῶν ἀπέστειλεν ὁ βασιλεὺς ἄρχοντα φορολογίας εἰς τὰς πόλεις ᾿Ιούδα, καὶ ἦλθεν εἰς ῾Ιερουσαλὴμ ἐν ὄχλῳ βαρεῖ. 29 Μετά δύο έτη ο βασιλεύς Αντίοχος έστειλεν εις τας πόλεις της Ιουδαίας άρχοντα, δια να τας φορολογήση. Αυτός δε ο ίδιος ήλθεν εις την Ιερουσαλήμ με πολύν στρατόν. 29 Μετὰ ἀπὸ δύο ἔτη ὁ βασιλιᾶς Ἀντιόχος Δ' ὁ Ἐπιφανὴς ἀπέστειλεν εἰς τὶς πόλεις τῆς Ἰουδαίας ἀνώτερον ἀξιωματικόν, ἐπιφορτισμένον μὲ τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων, διὰ νὰ εἰσπράξῃ τοὺς φόρους τῶν πόλεων.Ὁ ἀνώτερος αὐτὸς ἀξιωματικὸς ἦλθεν εἰς τὴν Ἱερουσαλὴμ μὲ πολύν, ἀξιόλογον καὶ ἰσχυρὸν στρατόν,
30 καὶ ἐλάλησεν αὐτοῖς λόγους εἰρηνικοὺς ἐν δόλῳ, καὶ ἐνεπίστευσαν αὐτῷ. καὶ ἐπέπεσεν ἐπὶ τὴν πόλιν ἐξάπινα καὶ ἐπάταξεν αὐτὴν πληγὴν μεγάλην καὶ ἀπώλεσε λαὸν πολὺν ἐξ ᾿Ισραήλ. 30 Ωμίλησε προς τους Ιουδαίους, με πολλήν δολιότητα, λόγους, ειρηνικούς. Οι Ιουδαίοι έδωσαν εμπιστοσύνην εις αυτόν. Επειτα όμως εκείνος επέπεσεν αιφνιδίως εναντίον της πόλεως, επέφερε μεγάλην σφαγήν στους κατοίκους της και εξώντωσε πολλούς από τον ιουδαϊκόν λαόν. 30 καὶ ἐμίλησε εἰς τοὺς Ἰουδαίους λόγια εἰρηνικά, ἀλλὰ δόλια καὶ ὑποκριτικά· οἱ Ἰουδαῖοι παρεπλανήθησαν ἀπὸ τὰ λόγια του καὶ ἔδωκαν ἐμπιστοσύνην εἰς ὅσα τοὺς εἶπεν.Ὅμως αὐτὸς ἐπετέθη αἰφνιδίως ἐναντίον τῆς Ἱερουσαλὴμ καὶ ἐκτύπησε τοὺς κατοίκους της πολὺ σκληρά, ὥστε ἐπροξένησε μεγάλην σφαγὴν καὶ ἔτσι ἐθανάτωσε πολλοὺς ἀπὸ τὸν Ἰσραηλιτικὸν λαόν.
31 καὶ ἔλαβε τὰ σκῦλα τῆς πόλεως καὶ ἐνεπύρισεν αὐτὴν πυρὶ καὶ καθεῖλε τοὺς οἴκους αὐτῆς καὶ τὰ τείχη αὐτῆς κύκλῳ. 31 Ελαφυραγώγησε την πόλιν, την παρέδωσεν στο πυρ, εκρήμνισε τας οικίας της και τα τείχη της ολόγυρα. 31 Ἐλεηλάτησε τὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ τὴν ἐπυρπόλησε καὶ κατεδάφισε τὰ σπίτια της καὶ τὰ γύρω - γύρω ἀπὸ αὐτὴν τείχη.
32 καὶ ᾐχμαλώτευσαν τὰς γυναῖκας καὶ τὰ τέκνα, καὶ τὰ κτήνη ἐκληρονόμησαν. 32 Οι στρατιώται του επήραν αιχμαλώτους πολλάς γυναίκας και παιδιά και επήραν υπό την κατοχήν των τα ζώα της περιοχής. 32 Αὐτὸς δὲ καὶ ὁ στρατός του συνέλαβαν αἰχμαλώτους τίς γυναῖκες καὶ τὰ παιδιὰ καὶ ἅρπαξαν τὰ ζῶα.
33 καὶ ᾠκοδόμησαν τὴν πόλιν Δαυὶδ τείχει μεγάλῳ καὶ ἰσχυρῷ, πύργοις ὀχυροῖς, καὶ ἐγένετο αὐτοῖς εἰς ἄκραν. 33 Επειτα οι Συροι στρατιώται έκτισαν γύρω από την παλαιάν πόλιν του Δαυίδ μεγάλα και ισχυρά τείχη με ισχυρούς επίσης πύργους, και έτσι έγιναν κύριοι της ακροπόλεως. 33 Κατόπιν ὁ στρατὸς τοῦ Ἀντιόχου ἔκτισε καὶ πάλιν τὴν πόλιν τοῦ Δαβίδ (τὸ τμῆμα τῆς Ἱερουσαλήμ, ποὺ κατέλαβεν ὁ Δαβὶδ ἀπὸ τοὺς Ἰεβουσαίους) καὶ τὴν ὠχύρωσε μὲ μεγάλον, ἰσχυρὸν τεῖχος καὶ πύργους ἰσχυρούς· ἔτσι ἔγινε ὁ χῶρος αὐτὸς τὸ φρούριον, ἡ ἀκρόπολίς των.
34 καὶ ἔθηκαν ἐκεῖ ἔθνος ἁμαρτωλόν, ἄνδρας παρανόμους, καὶ ἐνίσχυσαν ἐν αὐτῇ. 34 Ετοποθέτησαν εκεί φρουράν από ειδωλολάτρας, από ανθρώπους αμαρτωλούς και εξωμότας Ιουδαίους, και κατέστησαν ούτω οχυράν ακρόπολιν των το φρούριον τούτο. 34 Ἐκεῖ δὲ ἐγκατέστησαν ς φρουρὰν ἄνδρες εἰδωλολάτρες, ἁμαρτωλούς, ἀνθρώπους παρανόμους (Συρο-Μακεδόνες καὶ Ἰουδαίους ἐξωμότες), οἱ ὁποῖοι ὠχυρώθησαν εἰς τὴν ἀκρόπολιν αὐτήν.
35 καὶ παρέθεντο ὅπλα καὶ τροφὰς καὶ συναγαγόντες τὰ σκῦλα ῾Ιερουσαλὴμ ἀπέθεντο ἐκεῖ, καὶ ἐγένοντο εἰς μεγάλην παγίδα. 35 Εκεί συνεκέντρωσαν όπλα και τροφάς, έβαλαν επίσης και όλα τα λάφυρα, τα οποία είχαν λαφυραγωγήσει από την πόλιν Ιερουσαλήμ. Ετσι δε αυτή η ακρόπολις έγινε πολύ επικίνδυνος περιοχή δια τους Ισραηλίτας. 35 Ἐκεῖ ἀποθήκευσαν ὅπλα καὶ τρόφιμα· ἐκεῖ ἐπίσης συνεκέντρωσαν καὶ ἀποθήκευσαν τὰ λάφυρα, ποὺ προῆλθαν ἀπὸ τὴν λεηλασίαν τῆς Ἱερουσαλήμ.Μὲ ὅλα αὐτὰ τὸ φρούριον ἐκεῖνο ἔγινε μεγάλη ἀπειλὴ καὶ πρόξενος δεινῶν διὰ τὴν Ἱερουσαλήμ.
36 καὶ ἐγένετο εἰς ἔνεδρον τῷ ἁγιάσματι καὶ εἰς διάβολον πονηρὸν τῷ ᾿Ισραὴλ διαπαντός. 36 Ακόμη περισσότερον έγινε φοβερόν ορμητήριον εναντίον του ιερού ναού και παντοτεινός τρομερός εχθρός δια τους Ισραηλίτας. 36 Ἡ ἀκρόπολις ἐκείνη ἔγινε πρὸ παντὸς παγίδα διὰ τὸν Ναὸν καὶ συνεχὴς ἀπειλή, μόνιμος καὶ φοβερὸς ἀντίπαλος διὰ τὸν Ἰσραηλιτικὸν λαόν.
37 καὶ ἐξέχεαν αἷμα ἀθῷον κύκλῳ τοῦ ἁγιάσματος καὶ ἐμόλυναν τὸ ἁγίασμα. 37 Από εκεί οι Συροι στρατιώται έπλητταν τους Ισραηλίτας και τους προσκυνητάς, έχυναν αθώον αίμα γύρω από το θυσιαστήριον και εμόλυναν τον ιερόν αυτόν χώρον, 37 Διότι οἱ ἄνδρες τοῦ φρουρίου ἐκείνου ἐφόνευσαν καὶ ἔχυσαν ἀφθόνως τὸ αἷμα ἀθώων ἀνθρώπων γύρω ἀπὸ τὸν Ναὸν καὶ ἐμόλυναν καὶ ἐβεβήλωσαν τὸν ἱερὸν χῶρον τοῦ ἁγίου Ναοῦ.
38 καὶ ἔφυγον οἱ κάτοικοι ῾Ιερουσαλὴμ δι᾿ αὐτούς, καὶ ἐγένετο κατοικία ἀλλοτρίων· καὶ ἐγένετο ἀλλοτρία τοῖς γενήμασιν αὐτῆς, καὶ τὰ τέκνα αὐτῆς ἐγκατέλιπον αὐτήν. 38 Οι κάτοικοι, εξ αιτίας των συμφορών αυτών, έφευγαν και έτσι η Ιερουσαλήμ έμεινεν ως κατοικητήριον των ειδωλολατρικών λαών. Εγινε ξένη δι' εκείνους, οι οποίοι είχον γεννηθή εις αυτήν, διότι τα τέκνα της την εγκατέλειψαν και έφυγαν. 38 Ἕνεκα τῆς τρομοκρατίας αὐτῆς τῆς φρουρᾶς οἱ κάτοικοι τῆς Ἱερουσαλὴμ ἔφυγαν καὶ ἡ Ἱερουσαλὴμ κατήντησε κατοικία ξένων λαῶν ἔτσι ἡ ἁγία Πόλις ἔγινε τόπος ξένος διὰ τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ ἐγεννήθησαν εἰς αὐτήν, διότι τὰ ἰδικά της παιδιὰ τὴν ἐγκατέλειψαν.
39 τὸ ἁγίασμα αὐτῆς ἠρημώθη ὡς ἔρημος, αἱ ἑορταὶ αὐτῆς ἐστράφησαν εἰς πένθος, τὰ σάββατα αὐτῆς εἰς ὀνειδισμόν, ἡ τιμὴ αὐτῆς εἰς ἐξουδένωσιν. 39 Ο ναός της έμεινεν έρημος από ανθρώπους, όπως η ακατοίκητος έρημος. Αι εορταί της μετεστράφησαν εις ημέρας πένθους και τα ιερά αυτής Σαββατα έγιναν αντικείμενα χλευασμού. Καθε τι, το οποίον εθεωρείτο τίμιον δι' αυτούς, έγινεν αντικείμενον εξουδενώσεως. 39 Ὁ ἅγιος Ναός της καὶ ὁ ἱερὸς χῶρος τοῦ ἐρημώθη ἀπὸ ἀνθρώπους ὅπως ἡ ἔρημος, οἱ θρησκευτικὲς ἐορτές της μετεβλήθησαν εἰς ἡμέρας θλίψεως καὶ πένθους, τὰ Σάββατά της ἔγιναν ἀντικείμενον περιφρονήσεως καὶ ὕβρεως, καὶ ἡ τιμή της ἀντικείμενον ἐξευτελισμοῦ.
40 κατὰ τὴν δόξαν αὐτῆς ἐπληθύνθη ἡ ἀτιμία αὐτῆς, καὶ τὸ ὕψος αὐτῆς ἐστράφη εἰς πένθος. 40 Οση άλλοτε ήτο η λαμπρότης και η δόξα της, τόση έγινε τώρα η καταφρόνησίς της, το δε μεγαλείον της μετεστράφη εις πένθος. 40 Ἡ ἀδοξία, ἡ περιφρόνησις καὶ ἡ καταισχύνῃ της ἦταν τώρα τόσον μεγάλη, ὅσον μεγάλη ἦταν ἄλλοτε ἡ δόξα καὶ ἡ φήμη της· τὸ δὲ ἄλλοτε μεγαλεῖον της μετεστράφη εἰς πένθος.
41 Καὶ ἔγραψεν ὁ βασιλεὺς ᾿Αντίοχος πάσῃ τῇ βασιλείᾳ αὐτοῦ εἷναι πάντας εἰς λαὸν ἕνα 41 Ο βασιλεύς Αντίοχος εκοινοποίησε διάταγμα προς όλον το βασίλειόν του, δια του οποίου διέτασσε να γίνουν όλοι οι λαοί ένας λαός, 41 Τότε ὁ βασιλιᾶς Ἀντίοχος Δ’ ὁ Ἐπιφανὴς ἐξέδωσε διάταγμα - διακήρυξιν, τὸ ὁποῖον ἀπηύθυνε πρὸς ὅλον τὸ βασίλειόν του καὶ συμφώνως πρὸς τὸ ὁποῖον ὅλοι οἱ λαοὶ τοῦ βασιλείου του ἔπρεπε νὰ ἐνωθοῦν καὶ νὰ συγχωνευθοῦν εἰς ἕνα λαόν·
42 καὶ ἐγκαταλιπεῖν ἕκαστον τὰ νόμιμα αὐτοῦ. καὶ ἐπεδέξατο πάντα τὰ ἔθνη κατὰ τὸν λόγον τοῦ βασιλέως. 42 και να εγκαταλείψουν ο καθένας από αυτούς τους ιδικούς του νόμους. Ολα τα άλλα έθνη εδέχθησαν την απόφασιν αυτήν του βασιλέως, 42 ἔπρεπε πρὸς τοῦτο ὅλοι οἱ ὑπήκοοί του νὰ ἐγκαταλείψῃ ὁ καθένας τους τοὺς ἰδιαιτέρους νόμους του, τὰ ἤθη, τὰ ἔθιμα καὶ τὴν θρησκείαν του.Ὅλα τὰ εἰδωλολατρικὰ ἔθνη ἀπεδέχθησαν τὸ διάταγμα τοῦ βασιλιᾶ καὶ συνεμορφώθησαν πρὸς τὴν ἀπόφασίν του.
43 καὶ πολλοὶ ἀπὸ ᾿Ισραὴλ εὐδόκησαν τῇ λατρείᾳ αὐτοῦ καὶ ἔθυσαν τοῖς εἰδώλοις καὶ ἐβεβήλωσαν τὸ σάββατον. 43 όπως επίσης και πολλοί από τους Ισραηλίτας συγκατετέθησαν να ακολουθήσουν την θρησκείαν του Αντιόχου, εθυσίασαν εις τα είδωλα και εβεβήλωσαν την αργίαν του Σαββάτου. 43 Ἀλλὰ καὶ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς Ἰσραηλῖτες ἀπεδέχθησαν καὶ συγκατετέθησαν νὰ ἀκολουθήσουν τὴν εἰδωλολατρικὴν θρησκείαν τοῦ Ἀντιόχου καὶ προσέφεραν θυσίαν εἰς τὰ εἴδωλα καὶ ἐβεβήλωσαν τὴν ἡμέραν τοῦ Σαββάτου μὲ τὸ νὰ καταργήσουν τὴν ἀργίαν του.
44 καὶ ἀπέστειλεν ὁ βασιλεὺς βιβλία ἐν χειρὶ ἀγγέλων εἰς ῾Ιερουσαλὴμ καὶ τὰς πόλεις ᾿Ιούδα πορευθῆναι ὀπίσω νομίμων ἀλλοτρίων τῆς γῆς 44 Ο βασιλεύς Αντίοχος έστειλε με αγγελιαφόρους του επιστολάς εις την Ιερουσαλήμ και εις τας άλλας πόλεις των Ιουδαίων διατάσσων όλους, να συμμορφωθούν με τους νόμους και τας συνηθείας των ξένων, που κατοικούσαν εις την χώραν των. 44 Ἐπὶ πλέον ὁ βασιλιᾶς ἔστειλεν ἀγγελιαφόρους μὲ γραπτὲς διαταγὲς πρὸς τὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ τὶς πόλεις τῆς Ἰουδαίας· δι’ αὐτῶν διέτασσε τὸν λαὸν νὰ υἱοθετήσουν καὶ νὰ ἀποδεχθοῦν ἤθη καὶ ἔθιμα ξένα πρὸς ἐκεῖνα, ποὺ εἶχαν εἰς τὴν χώραν των.
45 καὶ κωλῦσαι ὁλοκαυτώματα καὶ θυσίαν καὶ σπονδὴν ἐκ τοῦ ἁγιάσματος καὶ βεβηλῶσαι σάββατα καὶ ἑορτὰς 45 Διέταξεν ακόμη να παύσουν την προσφοράν των ολοκαυτωμάτων, τας άλλας θυσίας, τας σπονδάς στον ναόν του Θεού και να καταργήσουν την αργίαν του Σαββάτου, όπως και όλας τας άλλας ιδικάς των εορτάς. 45 Τοὺς διέτασσε να σταματήσουν πλέον ἀπὸ τοῦ νὰ προσφέρουν θυσίες ὁλοκαυτωμάτων καὶ ἄλλες θυσίες καὶ τὶς θυσίες τοῦ κρασιοῦ (σπονδές) εἰς τὸν ἅγιον Ναὸν καὶ τὸν ἱερὸν χῶρον του καὶ νὰ βεβηλώσουν τὸ Σάββατον μὲ τὸ νὰ καταργήσουν τὴν ἀργίαν του καί τις ἄλλες θρησκευτικὲς ἑορτές·
46 καὶ μιᾶναι ἁγίασμα καὶ ἁγίους, 46 Να μολύνουν τον ιερόν ναόν και τους προσερχομένους εις αυτόν πιστούς. 46 ἐπίσης νὰ βεβηλώσουν τὸν ἅγιον Ναὸν καὶ τὸν ἱερὸν χῶρον του καὶ τοὺς ἱερεῖς του (ἢ κατ’ ἄλλους: Τὸν εὐσεβῆ λαόν, ὁ ὁποῖος λατρεύει τὸν Θεόν).
47 καὶ οἰκοδομῆσαι βωμοὺς καὶ τεμένη καὶ εἰδωλεῖα καὶ θύειν ὕεια καὶ κτήνη κοινὰ 47 Να ανοικοδομήσουν ειδωλολατρικούς βωμούς και ναούς, να καθιερώσουν ειδωλολατρικούς τόπους δια τα είδωλα, να θυσιάζουν χοίρους και αλλά ακάθαρτα ζώα. 47 Τοὺς διέτασσεν ἀκόμη νὰ κτίσουν εἰδωλολατρικοὺς βωμούς, νὰ καθορίσουν καὶ νὰ καθιερώσουν εἰδωλολατρικοὺς τόπους, νὰ κτίσουν ναοὺς πρὸς τιμὴν τῶν εἰδώλων καὶ νὰ θυσιάζουν χοίρους καὶ ἄλλα ζῶα, ποὺ οἱ Ἰουδαῖοι τὰ ἐθεωροῦσαν νομικῶς ἀκάθαρτα.
48 καὶ ἀφιέναι τοὺς υἱοὺς αὐτῶν ἀπεριτμήτους, βδελύξαι τὰς ψυχὰς αὐτῶν ἐν παντὶ ἀκαθάρτῳ καὶ βεβηλώσει, 48 Να αφήνουν απερίτμητα τα παιδιά των, να μολύνουν τον εαυτόν των με κάθε είδος, το οποίον σύμφωνα με τον Νομον των ήτο βδελυκτόν και ακάθαρτον και βέβηλον, 48 Ἐπὶ πλέον διέτασσε νὰ ἀφήνουν τοὺς υἱούς των ἀπεριτμήτους καὶ νὰ καθιστοῦν τοὺς ἑαυτούς των νομικῶς ἀκαθάρτους μὲ κάθε πρᾶγμα νομικῶς ἀκάθαρτον καὶ βέβηλον,
49 ὥστε ἐπιλαθέσθαι τοῦ νόμου καὶ ἀλλάξαι πάντα τὰ δικαιώματα· 49 ώστε να λησμονήσουν έτσι τον νόμον του Θεού και να αντικαταστήσουν με ειδωλολατρικούς τρόπους ζωής και θρησκείας τας θείας εντολάς. 49 ὥστε νὰ λησμονήσουν ἔτσι τὸν Νόμον, ποὺ τοὺς ἔδωκεν ὁ Θεός, καὶ νὰ ἀλλάξουν μὲ ἤθη εἰδωλολατρικὰ ὅσα δικαιοῦται ὁ Κύριος καὶ δημιουργός μας νὰ ἀξιοῖ, ὅπως φυλάττῃ ὁ καθένας μας.
50 καὶ ὃς ἂν μὴ ποιήσῃ κατὰ τὸ ρῆμα τοῦ βασιλέως, ἀποθανεῖται. 50 Εκείνος δέ, ο οποίος δεν θα έπραττε και δεν θα συνεμορφούτο με τους λόγους αυτούς του βασιλέως, θα ετιμωρείτο δια θανάτου. 50 Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δὲν θὰ ὑπακούσῃ καὶ δὲν θὰ πράξῃ σύμφωνα μὲ τὸ διάταγμα τοῦ βασιλιᾶ Ἀντιόχου, θὰ τιμωρῆται μὲ θάνατον.
51 κατὰ πάντας τοὺς λόγους τούτους ἔγραψε πάσῃ τῇ βασιλείᾳ αὐτοῦ καὶ ἐποίησεν ἐπισκόπους ἐπὶ πάντα τὸν λαὸν καὶ ἐνετείλατο ταῖς πόλεσιν ᾿Ιούδα θυσιάζειν κατὰ πόλιν καὶ πόλιν. 51 Αυτά είχε διατάξει ο βασιλεύς καθ' όλην την έκτασιν του βασιλείου του και διώρισεν επόπτας και εκτελεστάς επί όλου του λαού δια την πιστήν τήρησιν των διαταγών του. Διέταξε, φυσικά και τους Ιουδαίους, τους εις τας πόλεις της Ιουδαίας, να θυσιάζουν ο καθένας εις την ιδικήν του πόλιν και όχι εις την Ιερουσαλήμ. 51 Τέτοιο ἦταν τὸ περιεχόμενον τοῦ διατάγματος, ποὺ ἔστειλεν ὁ βασιλιᾶς πρὸς ὅλους τοὺς ὑπηκόους τῆς βασιλείας του· ὥρισε δὲ ἐπόπτες διὰ νὰ ἐποπτεύουν εἰς ὅλον τὸν λαὸν διὰ τὴν τήρησιν τοῦ διατάγματός του καὶ διέταξε τοὺς κατοίκους τῶν πόλεων τῆς Ἰουδαίας νὰ προσφέρουν εἰδωλολατρικὲς θυσίες ὁ καθένας εἰς τὴν πόλιν του.
52 καὶ συνηθροίσθησαν ἀπὸ τοῦ λαοῦ πρὸς αὐτοὺς πολλοί, πᾶς ὁ ἐγκαταλιπὼν τὸν νόμον, καὶ ἐποίησαν κακὰ ἐν τῇ γῇ 52 Πολλοί από τους εξωμότας Ιουδαίους, όλοι εκείνοι οι οποίοι είχαν εγκαταλείψει τον νόμον του Θεού, συνηθροίσθησαν και ετάχθησαν με το μέρος των Συρων. Αυτοί επροξένησαν πολλά δεινά εις την χώραν των. 52 Τότε πολλοὶ ἀπὸ τὸν λαόν, ἀποστάται ἀπὸ τὸν Νόμον καὶ ἐξωμόται, συνηθροίσθησαν γύρω ἀπὸ τοὺς βασιλικοὺς τούτους ἀξιωματοῦχους, προσεκολλήθησαν εἰς αὐτοὺς καὶ ὅλοι αὐτοὶ ἐπροξένησαν πολλὰ δεινὰ εἰς τὴν χώραν
53 καὶ ἔθεντο τὸν ᾿Ισραὴλ ἐν κρύφοις ἐν παντὶ φυγαδευτηρίῳ αὐτῶν. 53 Δια τον φόβον, ιδίως εκ μέρους αυτών, ηναγκάσθησαν οι Ισραηλίται να καταφεύγουν εις αποκρύφους τόπους και εις κάθε άλλο καταφύγιον. 53 ἀνάγκασαν ὅλους τοὺς ἀληθινοὺς Ἰσραηλίτας νὰ ἀποσυρθοῦν καὶ νὰ κρυφθοῦν ὁπουδήποτε ἠμποροῦσαν, εἰς κάθε εἶδος ἀσφαλοῦς καταφυγίου.
54 καὶ τῇ πεντεκαιδεκάτῃ ἡμέρᾳ Χασελεῦ τῷ πέμπτῳ καὶ τεσσαρακοστῷ καὶ ἑκατοστῷ ἔτει ᾠκοδόμησαν βδέλυγμα ἐρημώσεως ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον καὶ ἐν πόλεσιν ᾿Ιούδα κύκλῳ ᾠκοδόμησαν βωμούς· 54 Κατά την δεκάτην πέμπτην ημέραν του μηνός Χασελεύ, κατά το εκατοστόν τεσσαρακοστόν πέμπτον έτος (της χρονολογίας των Σελευκιδών βέβαια), οικοδόμησαν επάνω στο θυσιαστήριον των ολοκαυτωμάτων βδελυρόν βωμόν ειδωλολατρικόν, όπως επίσης και εις τας διαφόρους ολόγυρα πόλεις των Ιουδαίων ανοικοδόμησαν ειδωλολατρικούς βωμούς. 54 Καὶ κατὰ τὴν δεκάτην πέμπτην ἡμέραν τοῦ μηνὸς Χασελεῦ (ἀντιστοιχεῖ πρὸς τὸν ἰδικόν μας Νοέμβριον /Δεκέμβριον), κατὰ τὸ ἑκατοστὸν τεσσαρακοστὸν πέμπτον (Ι45ον) ἔτος τῆς βασιλείας τῶν Ἑλλήνων Σελευκιδῶν, δηλαδὴ τὸ ἔτος 168/167 π.Χ., ἔστησαν τὸ μισητὸν καὶ βέβηλον σίγαμα τῆς Ἐρημώσεως (εἰδωλολατρικὸν βωμὸν εἰς τὸν Ὀλύμπιον Δία) ἐπάνω εἰς τὸ θυσιαστήριον τῶν ὁλοκαυτωμάτων, καὶ εἰς ὅλες τὶς γύρω διάφορες πόλεις τῆς Ἰουδαῖας ἔκτισαν εἰδωλολατρικοὺς βωμούς.
55 καὶ ἐπὶ τῶν θυρῶν τῶν οἰκιῶν καὶ ἐν ταῖς πλατείαις ἐθυμίων. 55 Εμπροσθεν εις τας θύρας των οικιών των και εις τας πλατείας των πόλεων προσέφεραν οι εξωμόται θυμίαμα εις τα είδωλα. 55 Καὶ ἐμπρὸς εἰς τὶς πόρτες τῶν οἰκιῶν των καὶ εἰς τὶς πλατεῖες τῶν πόλεων προσέφεραν θυμίαμα εἰς τὰ εἴδωλα.
56 καὶ τὰ βιβλία τοῦ νόμου, ἃ εὗρον, ἐνεπύρισαν πυρὶ κατασχίσαντες. 56 Εάν τυχόν εύρισκαν βιβλία του Νομου, τα έσχιζαν και τα παρέδιδαν στο πυρ. 56 Καὶ ὅποια βιβλία τοῦ Νόμου (τῆς Πεντατεύχου) εὕρισκαν, τὰ κατεξέσχιζαν καὶ τὰ παρέδιδαν εἰς τὴν φωτιά.
57 καὶ ὅπου εὑρίσκετο παρά τινι βιβλίον διαθήκης, καὶ εἴ τις συνευδόκει τῷ νόμῳ, τὸ σύγκριμα τοῦ βασιλέως ἐθανάτου αὐτόν. 57 Οποιος ανεκαλύπτετο, ότι είχε πλησίον του βιβλίον της Διαθήκης του Θεού και όποιος εφαίνετο ότι ήτο αφωσιωμένος στον νόμον του Θεού, σύμφωνα με το διάταγμα του βασιλέως, εθανατώνετο. 57 Καὶ ὁπουδήποτε εὕρισκαν εἰς κάποιον ἀντίτυπον τοῦ βιβλίου τῆς Διαθήκης (τῆς Πεντατεύχου ἢ κάποιου βιβλίου τῆς Πεντατεύχου), ἐπέμενε δὲ τὸ πρόσωπον αὐτὸ νὰ τηρῇ τὸν Ἰουδαϊκὸν Νόμον, αὐτὸν τὸ διάταγμα τοῦ βασιλιᾶ τὸν κατεδίκαζεν εἰς θάνατον.
58 ἐν ἰσχύϊ αὐτῶν ἐποίουν οὕτως τῷ ᾿Ισραὴλ τοῖς εὑρισκομένοις ἐν παντὶ μηνὶ καὶ μηνὶ ἐν ταῖς πόλεσι. 58 Στηριζόμενοι εις την δύναμίν των οι Συροι, εφέροντο με τέτοιον σκληρόν τρόπον συνεχώς από μηνός εις μήνα εναντίον όλων των Ισραηλιτών, οι οποίοι ευρίσκοντο εις τας πόλεις των. 58 Μὲ τὴν ἐξουσίαν καὶ τὴν δύναμιν, ποὺ ἔδιδεν εἰς τοὺς ἐπιτρόπους ἐκείνους τοῦ Ἀντιόχου τὸ βασιλικὸν διάταγμα, συμπεριεφέροντο κάθε μῆνα μὲ αὐτὸν τὸν σκληρὸν τρόπον πρὸς τοὺς Ἰσραηλῖτες, τοὺς ὁποίους ἀνεκάλυπταν εἰς τὶς πόλεις ὅτι παρέβαιναν τὴν διαταγὴν τοῦ βασιλιᾶ.
59 καὶ τῇ πέμπτῃ καὶ εἰκάδι τοῦ μηνὸς θυσιάζοντες ἐπὶ τὸν βωμόν, ὃς ἦν ἐπὶ τοῦ θυσιαστηρίου. 59 Κατά δε την εικοστήν πέμπτην του μηνός προσήλθαν μερικοί και προσέφεραν θυσίας επάνω στον ειδωλολατρικόν βωμόν, ο οποίος είχε κτισθή επί του θυσιαστηρίου των ολοκαυτωμάτων. 59 Καὶ τὴν εἰκοστὴν πέμπτην τοῦ μηνὸς Χασελεῦ (δηλαδὴ τὴν 17ην Δεκεμβρίου τοῦ 167 π.Χ.), (κατ’ ἄλλην ἑρμηνείαν: Καὶ κάθε 25ην ἑκάστου μηνός, ποὺ ἦταν ἡ γενέθλιος ἡμέρα τοῦ βασιλιᾶ), οἱ πονηροὶ αὐτοὶ ἄνθρωποι ἐπρόσφεραν θυσίαν εἰς τὰ εἴδωλα ἐπάνω εἰς τὸν εἰδωλολατρικὸν βωμὸν τοῦ Διός, ποὺ εἶχε κτισθῆ ἐπάνω εἰς τὸ θυσιαστήριον τῶν ὁλοκαυτωμάτων.
60 καὶ τὰς γυναῖκας τὰς περιτετμηκυίας τὰ τέκνα αὐτῶν ἐθανάτωσαν κατὰ τὸ πρόσταγμα 60 Ακόμη δε οι Συροι εθανάτωσαν επίσης, σύμφωνα με το διάταγμα του βασιλέως, και γυναίκας Ιουδαίας, διότι, είχον περιτάμει τα τέκνα των. 60 Σύμφωνα δὲ μὲ τὸ διάταγμα τοῦ βασιλιᾶ ἐθανάτωσαν τὶς Ἰουδαῖες γυναῖκες, ποὺ εἶχαν ἀφήσει τὰ τέκνα των νὰ ὑποστοῦν περιτομήν.
61 καὶ ἐκρέμασαν τὰ βρέφη ἐκ τῶν τραχήλων αὐτῶν, καὶ τοὺς οἴκους αὐτῶν προενόμευσαν καὶ τοὺς περιτετμηκότας αὐτοὺς ἐθανάτωσαν. 61 Τα δε βρέφη τα εκρέμασαν από τον τράχηλόν των, τα σπίτια των γυναικών αυτών ελεηλάτησαν και εφόνευσαν εκείνους, οι οποίοι είχαν κάμει την περιτομήν. 61 Κατόπιν ἐκρέμασαν ἀπὸ τὸν λαιμόν των τὰ βρέφη, ποὺ εἶχαν ὑποστῇ περιτομήν, καὶ ἐλεηλάτησαν τὰ σπτια των, ἐθανάτωσαν δὲ καὶ ὅλους, ὅσοι ἔκαμαν τὴν περιτομὴν εἰς τὰ βρέφη.
62 καὶ πολλοὶ ἐν ᾿Ισραὴλ ἐκραταιώθησαν καὶ ὠχυρώθησαν ἐν ἑαυτοῖς τοῦ μὴ φαγεῖν κοινὰ 62 Παρ' όλα αυτά τα άγρια μέτρα μερικοί Ισραηλίται, γεμάτοι θάρρος, επήραν την σταθεράν και αμετάκλητον απόφασιν να μη φάγουν τίποτε, από όσα ο νόμος του Θεού εχαρακτηρίζεν ως ακάθαρτα. 62 Παρ' ὅλον αὐτὸν τὸν διωγμὸν καὶ τὴν τρομοκρατίαν, παρουσιάσθησαν πολλοὶ μεταξὺ τῶν Ἰσραηλιτῶν, ποὺ εὑρῆκαν τὸ θάρρος καὶ τὴν δύναμιν νὰ ἀντισταθοῦν καὶ ἔλαβαν τὴν σταθερὰν ἀπόφασιν νὰ μὴ φάγουν ὀτιδήποτε ἀκάθαρτον, τὸ ὁποῖον ἀπηγόρευεν ὁ Νόμος.
63 καὶ ἐπελέξαντο ἀποθανεῖν, ἵνα μὴ μιανθῶσι τοῖς βρώμασι καὶ μὴ βεβηλώσωσι διαθήκην ἁγίαν, καὶ ἀπέθανον. 63 Επροτίμησαν αυτοί να αποθάνουν μάλλον, παρά να μολυνθούν με απαγορευομένας τροφάς και να βεβηλώσουν την αγίαν Διαθήκην. Και πράγματι πολλοί εθανατώθησαν. 63 Αὐτοὶ ἐπροτίμησαν νὰ ἀποθάνουν μᾶλλον, παρὰ νὰ μολυνθοῦν μὲ τὶς νομικῶς ἀκάθαρτες τροφές, νὰ ἀσεβήσουν καὶ νὰ ἀθετήσουν τὴν ἱερὰν Διαθήκην, ποὺ συνῆψεν ὁ Θεὸς μὲ τὸν Ἰσραήλ· καὶ πράγματι, ὅλοι αὐτοὶ ἐξετελέσθησαν!
64 καὶ ἐγένετο ὀργὴ μεγάλη ἐπὶ ᾿Ισραὴλ σφόδρα. 64 Αυτά τα γεγονότα έγιναν αφορμή μεγάλης οργής των Συρων εναντίον των Ισραηλιτών. 64 Αὐτὸς ὁ διωγμὸς ἦταν οὐσιαστικῶς τρομερὰ ἔκρηξις τοῦ μεγάλου θυμοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ σκληρὰ ἀνταπόδοσις εἰς τὸν Ἰσραηλιτικὸν λαὸν διὰ τὴν ἀποστασίαν τῶν ἑλληνιζόντων Ἰουδαίων.