Σάββατο, 10 Απριλίου 2021
Ανατ: 06:58
Δύση: 19:56
Σελ. 28 ημ.
100-265
13ος χρόνος, 4802η ημέρα
Έκδοση: 4η

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7 (Ζ)


 
 

ΚΕΦΑΛΑΙΑ


 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 ΑΓΑΘΟΝ ὄνομα ὑπὲρ ἔλαιον ἀγαθὸν καὶ ἡμέρα τοῦ θανάτου ὑπὲρ ἡμέραν γεννήσεως. 1 Το καλόν όνομα είναι προτιμότερον και από το καλύτερον μύρον. Και από την ημέραν της γεννήσεως είναι προτιμοτέρα η ημέρα του θανάτου, διότι είναι εκδημία προς την αιωνιότητα. 1 Τὸ καλὸν ὄνομα εἶναι καλύτερον ἀπὸ τὸ ἀκριβὸ μύρον καὶ ἡ ἡμέρα τοῦ θανάτου εἶναι προτιμοτέρα ἀπὸ τὴν ἡμέραν τῆς γεννήσεως, διότι ὁ θάνατος λυτρώνει ἀπὸ τὰ δεινὰ τοῦ βίου καὶ τὸ πνεῦμα ἐπιστρέφει εἰς τὸν Θεόν.
2 ἀγαθὸν πορευθῆναι εἰς οἶκον πένθους ἢ ὅτι πορευθῆναι εἰς οἶκον πότου, καθότι τοῦτο τέλος παντὸς ἀνθρώπου, καὶ ὁ ζῶν δώσει ἀγαθὸν εἰς καρδίαν αὐτοῦ. 2 Προτιμότερον και ωφελιμώτερον είναι να επισκεφθή κανείς σπίτι, όπου υπάρχει πένθος, παρά να μεταβή εις οίκον, όπου παρατίθεται συμπόσιον. Διότι ο θάνατος είναι η κατάληξις του κάθε ανθρώπου. Και ο άνθρωπος, που ευρίσκεται εν τη ζωή, ας δεχθή αυτάς τας σκέψεις και θα δώση έτσι κάτι αγαθόν εις την καρδίαν του. 2 Εἶναι ὠφελιμώτερον τὸ νὰ ἐπισκεφθῇ κανεὶς ἕνα σπίτι ποὺ ἔχει πένθος, παρὰ νὰ μεταβῇ εἰς σπίτι ὅπου γίνεται συμπόσιον, διότι αὐτό, ὁ θάνατος δηλαδή, εἶναι τὸ τέλος κάθε ἀνθρώπου, καὶ ὁ ἄνθρωπος ποὺ ζῇ, ἂς τὸ φέρῃ εἰς τὸν νοῦν του καὶ ἂς σκέπτεται τὸ ὠφέλιμον.
3 ἀγαθὸν θυμὸς ὑπὲρ γέλωτα, ὅτι ἐν κακίᾳ προσώπου ἀγαθυνθήσεται καρδία. 3 Η σοβαρότης είναι προτιμοτέρα από τον γέλωτα. Διότι με την σοβαράν όψιν του προσώπου και του ήθους χαρή η καρδία. 3 Εἶναι προτιμοτέρα ἠ σοβαρότης ἀπὸ τὸν ἀπερίσκεπτον γέλωτα καὶ τὴν ἐπιπολαίαν εὐθυμίαν, διότι, ὅταν τὸ πρόσωπον εἶναι σοβαρὸν καὶ αὐστηρόν, ἡ καρδία θὰ χαρῇ.
4 καρδία σοφῶν ἐν οἴκῳ πένθους, καὶ καρδία ἀφρόνων ἐν οἴκῳ εὐφροσύνης. 4 Η ψυχή και ο νους των συνετών ανθρώπων σκέπτεται το σπίτι, που πενθεί, και μορφώνεται στον αγαθόν. Ο νους όμως των ασυνέτων τρέχει στους τόπους της ασωτίας και της διασκεδάσεως. 4 Ὁ νοῦς τῶν εὐσεβῶν σκέπτεται τὸ σπίτι ποὺ πενθεῖ καὶ ἀσχολεῖται μὲ τὸ θέμα τοῦ θανάτου καὶ τῆς αἰωνιότητος, ὁ νοῦς ὅμως τῶν ἀφρόνων τρέχει εἰς τοὺς τόπους τῆς διασκεδάσεως.
5 ἀγαθὸν τὸ ἀκοῦσαι ἐπιτίμησιν σοφοῦ ὑπὲρ ἄνδρα ἀκούοντα ᾆσμα ἀφρόνων· 5 Καλύτερος ειναι εκείνος, που ακούει παρατήρησιν και επίπληξιν εκ μέρους ενός σοφού και ευσεβούς ανθρώπου, από εκείνον ο οποίος ακούει τραγούδια ανοήτων. 5 Καλύτερος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἀκούει ἐπίπληξιν ἀπὸ ἕνα σοφὸν καὶ εὐσεβῆ ἄνθρωπον, ἀπὸ τὸν ἄνθρωπον ἐκεῖνον ποὺ ἀκούει τραγούδια ἀνοήτων.
6 ὡς φωνὴ ἀκανθῶν ὑπὸ τὸν λέβητα, οὕτως γέλως τῶν ἀφρόνων· καί γε τοῦτο ματαιότης. 6 Ωσάν το τρίξιμο, που κάνουν τα αγκάθια, τα οποία καίονται κάτω από το καζάνι, έτσι είναι η διασκέδασις και το γέλιο των αφρόνων. Και αυτό βεβαίως είναι ματαιότης. 6 Σὰν τὸ τρίξιμο ποὺ κάνονν τὰ ἀγκάθια, τὰ ὁποῖα καίονται κάτω ἀπὸ τὸν λέβητα, ἔτσι ὁμοιάζει καὶ τὸ γλέντι καὶ τὸ γέλιο τῶν ἀφρόνων. Καὶ αὐτὸ ὅμως εἶναι ματαιότης.
7 ὅτι ἡ συκοφαντία περιφέρει σοφὸν καὶ ἀπόλλυσι τὴν καρδίαν εὐτονίας αὐτοῦ. 7 Η καταδυνάστευσις και η εκμετάλλευσις κάμνει και αυτόν τον σοφόν να παραφέρεται, και την καρδίαν του να χάνη την γενναιότητά της. 7 Ἡ καταπίεσις καὶ ἡ ἐκμετάλλευσις κάμνει καὶ τὸν σοφὸν νὰ παραφέρεται καὶ τοῦ ἀφαιρεῖ τὴν καρδίαν του, δηλαδὴ τὴν ψυχραιμίαν καὶ τὴν αὐτοκυριαρχίαν του.
8 ἀγαθὴ ἐσχάτη λόγων ὑπὲρ ἀρχὴν αὐτοῦ, ἀγαθὸν μακρόθυμος ὑπὲρ ὑψηλὸν πνεύματι. 8 Προτιμοτέρα είναι η καλή έκβασις των λόγων, παρά η αρχή των. Προτιμότερος είναι ο υπομονητικός και μακρόθυμος άνθρωπος, από τον εγωϊστήν και υψηλόφρονα. 8 Προτιμοτέρα εἶναι ἡ ἔκβασις τῶν λόγων, παρὰ ἡ ἀρχὴ αὐτῶν. Προτιμότερος ὁ ὑπομονητικὸς καὶ μακρόθυμος ἄνθρωπος ἀπὸ τὸν ὑψηλόφρονα καὶ ἐγωϊστήν.
9 μὴ σπεύσῃς ἐν πνεύματί σου τοῦ θυμοῦσθαι, ὅτι θυμὸς ἐν κόλπῳ ἀφρόνων ἀναπαύσεται. 9 Μη σπεύδης να ταραχθής και οργισθής, διότι ο θυμός εγκαθίσταται μονίμως εις την καρδίαν των ανοήτων ανθρώπων, των οποίων και αποτελεί χαρακτηριστικόν γνώρισμα. 9 Νὰ μὴ σπεύδῃς νὰ ὀργίζεσαι, διότι ὁ θυμὸς ἐγκαθίσταται μονίμως εἰς τὸν κόλπον τῶν ἀνοήτων.
10 μὴ εἴπῃς· τί ἐγένετο ὅτι αἱ ἡμέραι αἱ πρότεραι ἦσαν ἀγαθαὶ ὑπὲρ ταύτας; ὅτι οὐκ ἐν σοφίᾳ ἐπηρώτησας περὶ τούτου. 10 Μη είπης με νοσταλγίαν, τι συνέβη ώστε αι περασμέναι ημέραι ήσαν καλύτεροι από αυτάς τας σημερινάς; Η ερώτησίς σου αυτή δεν είναι σοφή και συνετή. 10 Νὰ μὴ εἴπῃς μὲ διάθεσιν μεμψίμοιρον καὶ ἐριστικήν: «Καὶ τί ἔγινε μὲ τὸ ὅτι αἱ παλαιότεραι ἡμέραι ἦσαν καλύτεραι ἀπὸ αὐτάς;» Διότι ἡ ἐρώτησίς σου αὐτὴ δὲν δεικνύει σοφίαν καὶ σύνεσιν.
11 ἀγαθὴ σοφία μετὰ κληρονομίας καὶ περισσεία τοῖς θεωροῦσι τὸν ἥλιον· 11 Η σοφία είναι καλή και ωφέλιμος, όταν έχη μαζή της ως κληρονομίαν και υλικά αγαθά. Αυτό είναι πλεονέκτημα, δι' όσους βλέπουν τον ήλιον, δι' όσους ζουν. 11 Ἡ σοφία εἶναι ὠφέλιμος, ὅταν συνοδεύεται καὶ μὲ περιουσίαν, καὶ εἶναι πλεονέκτημα δι' ἐκείνους ποὺ βλέπουν τὸν ἥλιον, δηλαδὴ τοὺς ζωντανούς.
12 ὅτι ἐν σκιᾷ αὐτῆς ἡ σοφία ὡς σκιὰ ἀργυρίου, καὶ περισσεία γνώσεως τῆς σοφίας ζωοποιήσει τὸν παρ᾿ αὐτῆς. 12 Διότι η σοφία εν τη σκια της είναι όπως η σκέπη και η σκια του αργυρίου. Ο πλούτος της γνώσεως και της σοφίας θα διατηρήση εις την ζωήν τον κάτοχόν του. 12 Διότι τὸ χρῆμα ἀσφαλίζεται καὶ ἀξιοποιεῖται κάτω ἀπὸ τὴν σκέπην τῆς σοφίας, ὁ πλεονασμὸς ὅμως τῆς γνώσεως τῆς σοφίας θὰ δώσῃ ζωὴν εἰς τὸν κάτοχόν της.
13 ἰδὲ τὰ ποιήματα τοῦ Θεοῦ· ὅτι τίς δυνήσεται τοῦ κοσμῆσαι ὃν ἂν ὁ Θεὸς διαστρέψῃ αὐτόν; 13 Κυτταξε με προσοχήν τα έργα του Θεού, διότι ποιός θα ημπορή να διορθώση και καλλύνη αυτό, που φαίνεται εις ημάς ότι ο Θεός το έκαμεν άσχημον και κυρτόν; 13 Μελέτησε μὲ προσοχὴν τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ· διότι ποῖος θὰ δυνηθῇ νὰ διορθώσῃ ἐκεῖνο, ποὺ φαίνεται εἰς ἡμᾶς ὅτι ὁ Θεὸς τὸ ἔκαμεν ἄσχημον;
14 ἐν ἡμέρᾳ ἀγαθωσύνης ζῆθι ἐν ἀγαθῷ καὶ ἐν ἡμέρᾳ κακίας ἰδέ· καί γε σὺν τούτῳ συμφώνως τοῦτο ἐποίησεν ὁ Θεὸς περὶ λαλιᾶς, ἵνα μὴ εὕρῃ ἄνθρωπος ὀπίσω αὐτοῦ οὐδέν. 14 Κατά τας ημέρας της αφθονίας ζήσε απολαμβάνων τα αγαθά. Κατά τας ημέρας της δυστυχίας ίδε και σκέψου, ότι ο Θεός έχει κάμει τούτο εν συναρτήσει και συμφωνία προς το άλλο. Ωστε ο άνθρωπος να μη γνωρίζη τίποτε δι' εκείνα, τα οποία θα επακολουθήσουν στο μέλλον. 14 Κατὰ τὰς εὐτυχεῖς ἡμέρας σου να ἀπολαμβάνῃς τὰ ἀγαθά σου καὶ κατὰ τὴν δυστυχίαν σου νὰ φιλοσοφῇς, διότι, ὅπως λέγουν, καὶ ἐκείνας καὶ αὐτὴν ὁ Θεὸς τὰς ἔδωκε καὶ συνεκέρασε τὴν εὐτυχίαν καὶ τὴν δυστυχίαν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ὁ ἄνθρωπος νὰ μὴ ἠμπορῇ νὰ προβλέψη τι διὰ τὸ μέλλον του.
15 Σὺν τὰ πάντα εἶδον ἐν ἡμέραις ματαιότητός μου. ἔστι δίκαιος ἀπολλύμενος ἐν δικαίῳ αὐτοῦ, καί ἐστιν ἀσεβὴς μένων ἐν κακίᾳ αὐτοῦ. 15 Ολα αυτά τα είδα και τα διεπίστωσα κατά τας ημέρας της ματαίας και προσωρινής ζωής μου. Υπάρχει δίκαιος, ο οποίος καταστρέφεται, καίτοι εξακολουθεί να ευρίσκεται εν τω δικαίω. Και υπάρχει ασεβής, ο οποίος ευδοκιμεί, μολονότι παραμένει εις την ζωήν της ασωτίας και της αμαρτίας. 15 Καὶ τὰ δύο ποὺ ἀκολουθοῦν, τὰ εἶδα κατὰ τὸν σύντομον βίον μου, τὸν πλήρη ματαίων προσπαθειῶν· ὑπάρχει δίκαιος, ὁ ὁποῖος καταστρέφεται, καίτοι ἑξακολουθεῖ νὰ εἶναι δίκαιος, καὶ ὑπάρχει ἀσεβής, ὁ ὁποῖος εὐδοκιμεῖ, παρ’ ὅλον ὅτι συνεχίζει ζωὴν ἀσεβῆ καὶ ἁμαρτωλόν.
16 μὴ γίνου δίκαιος πολύ, μηδὲ σοφίζου περισσά, μήποτε ἐκπλαγῇς. 16 Μη γίνεσαι πάρα πολύ δίκαιος και μη κάμνης πολύ τον σοφόν, δια να μη ευρεθής προ δυσαρέστων εκπλήξεων. 16 Μὴ γίνεσαι ὑπερβολικὰ δίκαιος καὶ μὴ κάμνῃς πολὺ τὸν σοφόν, διὰ νὰ μὴ σοῦ φανῇ παράδοξον, ὅταν ἴδῃς τὸν ἑαυτόν σου νὰ βλάπτεται.
17 μὴ ἀσεβήσῃς πολὺ καὶ μὴ γίνου σκληρός, ἵνα μὴ ἀποθάνῃς ἐν οὐ καιρῷ σου. 17 Να μη γίνης πολύς κακός και σκληρός, δια να μη χαθής προώρως από την ζωήν. 17 Νὰ μὴ ξεπεράσῃς πολὺ τὸ ὅριον τῆς ἀνθρωπίνης ἀδυναμίας καὶ μὴ γίνεσαι προπετὴς καὶ αὐστηρὸς κριτής, διὰ νὰ μὴ σὲ ἁρπάσῃ προώρως ὁ θάνατος.
18 ἀγαθὸν τὸ ἀντέχεσθαί σε ἐν τούτῳ, καί γε ἀπὸ τούτου μὴ μιάνῃς τὴν χεῖρά σου, ὅτι φοβουμένοις τὸν Θεὸν ἐξελεύσεται τὰ πάντα. 18 Καλόν είναι τούτο· να κρατής και να μένης στο αγαθόν, και να μη μολύνης το χέρι σου εις τας εντεύθεν και εκείθεν ακρότητας. Διότι στους φοβουμένους τον Θεόν τα πάντα θα λάβουν καλήν έκβασιν. 18 Καλὸν εἶναι νὰ μένῃς εἰς τοῦτο, δηλαδὴ εἰς τὴν μεσότητα, καὶ νὰ μὴ μολύνῃς τὸ χέρι σου μὲ τὰς ἀκρότητας, διότι ὅσοι φοβοῦνται τὸν Θεόν, θὰ ἀποφεύγουν τὰ δύο ἄκρα.
19 ῾Η σοφία βοηθήσει τῷ σοφῷ ὑπὲρ δέκα ἐξουσιάζοντας τοὺς ὄντας ἐν τῇ πόλει· 19 Η αληθινή σοφία, η σοφία του Θεού, θα βοηθήση τον άνθρωπον περισσότερον από δέκα άρχοντας, που υπάρχουν εις την πόλιν. 19 Ἡ ἀληθινὴ σοφία, ἡ γνῶσις δηλαδὴ τοῦ θείου νόμου, θὰ φανῇ χρήσιμος εἰς τὸν εὐσεβῆ περισσότερον ἀπὸ πολλοὺς ἄρχοντας, ποὺ ὑπάρχουν εἰς μίαν πόλιν.
20 ὅτι ἄνθρωπος οὐκ ἔστι δίκαιος ἐν τῇ γῇ, ὅς ποιήσει ἀγαθὸν καὶ οὐχ ἁμαρτήσεται. 20 Δεν υπάρχει δε δίκαιος άνθρωπος εις την γην, ο οποίος θα πράξη αποκλειστικά και μόνον το αγαθόν και δεν θα παρασυρθή εις αμαρτίαν. 20 Δὲν ὑπάρχει δίκαιος ἄνθρωπος εἰς τὴν γῆν, ὁ ὁποῖος θὰ πράξῃ τὸ ἀγαθὸν καὶ δὲν θὰ ἁμαρτήσῃ.
21 καί γε εἰς πάντας λόγους, οὓς λαλήσουσιν ἀσεβεῖς, μὴ θῇς καρδίαν σου, ὅπως μὴ ἀκούσῃς τοῦ δούλου σου καταρωμένου σε· 21 Μη δώσης προσοχήν εις όλα τα λόγια, τα οποία ασεβείς άνθρωποι θα είπουν εναντίον σου, δια να μη ακούσης λόγω της ευθιξίας σου, και αυτόν ακόμη τον δούλον σου, να σε καταράται. 21 Μὴ δώσῃς προσοχὴν εἰς ὅλα τὰ λόγια, ποὺ θὰ εἴπουν οἱ ἄνθρωποι ἐναντίον σου, διότι δὲν ἀποκλείεται νὰ ἀκούσῃς καὶ τὸν ὑπηρέτην σου νὰ σὲ κακολογῇ.
22 ὅτι πλειστάκις πονηρεύσεταί σε καὶ καθόδους πολλὰς κακώσει καρδίαν σου, ὅτι ὡς καί γε σὺ κατηράσω ἑτέρους. 22 Διότι πολλές φορές θα σε ελέγξη η καρδία σου δια πονηράς σκέψεις και πράξεις, επειδή και συ κατέκρινες τους άλλους. 22 Διότι πολλὲς φορὲς ἡ συνείδησίς σου θὰ σὲ κατηγορήσῃ διὰ πολλὰς ἰδικάς σου πονηρίας καὶ ἀπρεπεῖς συμπεριφοράς, καθ’ ὅσον καὶ σὺ κατέκρινες καὶ κατηράσθης ἄλλους.
23 Πάντα ταῦτα ἐπείρασα ἐν τῇ σοφίᾳ· εἶπα· σοφισθήσομαι, 23 Ολα αυτά τα εξήτασα και τα ήλεγξα λεπτομερώς με την σοφίαν μου και είπα από μέσα μου· “έτσι θα γίνω περισσότερον σοφός”. 23 Ὅλα αὐτὰ τὰ ἐξήτασα λεπτομερῶς μὲ τὴν σοφίαν μου καὶ εἶπα κατ’ ἐμαυτόν· θὰ γίνω περισσότερον σοφός.
24 καὶ αὐτὴ ἐμακρύνθη ἀπ᾿ ἐμοῦ μακρὰν ὑπὲρ ὃ ἦν, καὶ βαθὺ βάθος, τίς εὑρήσει αὐτό; 24 Η σοφία όμως έφυγε περισσότερον μακράν από εμέ, από ο,τι ήτο προηγουμένως. Εγινε βάθος βαθύ και ποιός ημπορεί να εξερευνήση αυτό το βάθος της; 24 Ἡ σοφία ὅμως ἀπεμακρύνθη περισσότερον ἀπὸ ἐμέ, ἀπὸ ὅ,τι ἦτο προηγουμένως, καὶ ἔγινε βάθος βαθὺ καὶ ἀνεξιχνίαστον. Ποῖος ἠμπορεῖ νὰ ἐξερευνήσῃ τὸ βάθος της;
25 ἐκύκλωσα ἐγώ, καὶ ἡ καρδία μου τοῦ γνῶναι καὶ τοῦ κατασκέψασθαι καὶ τοῦ ζητῆσαι σοφίαν καὶ ψῆφον καὶ τοῦ γνῶναι ἀσεβοῦς ἀφροσύνην καὶ ὀχληρίαν καὶ περιφοράν. 25 Εστράφην εγώ κύκλω στους περί εμέ και η καρδία μου επεδόθη στο να γνωρίση, να σκεφθή εις βάθος, να αναζητήση και εύρη την σοφίαν· να βγάλω συμπεράσματα και να γνωρίσω την αφροσύνην του ασεβούς, την πικρίαν και την παραφοράν του. 25 Ἐστράφην γύρω μου πρὸς πᾶσαν κατεύθυνσιν καὶ ἀφωσιώθην μὲ τὸν νοῦν μου διὰ νὰ γνωρίσω καὶ νὰ εὕρω σοφίαν καὶ νὰ ἐξαγάγω πορίσματα καὶ νὰ ἐξακριβώσω τὴν ἀφροσύνην, τὴν σκληρότητα καὶ τὴν παραφορὰν τοῦ ἀσεβοῦς.
26 καὶ εὑρίσκω ἐγὼ αὐτὴν καὶ ἐρῶ πικρότερον ὑπὲρ θάνατον, σὺν τὴν γυναῖκα, ἥτις ἐστὶ θήρευμα καὶ σαγῆναι καρδία αὐτῆς, δεσμὸς εἰς χεῖρας αὐτῆς· ἀγαθὸς πρὸ προσώπου τοῦ Θεοῦ ἐξαιρεθήσεται ἀπ᾿ αὐτῆς, καὶ ἁμαρτάνων συλληφθήσεται ἐν αὐτῇ. 26 Ευρήκα αυτήν την αφροσύνην και ως συμπέρασμα λέγω τούτο· η πονηρά γυναίκα είναι πικροτέρα και από αυτόν τον θάνατον. Είναι παγίς δια τον άνδρα. Η καρδία της είναι παγίς και δίκτυον δι' αυτόν και τα χέρια της είναι αλυσίδες. Ο ευσεβής ενώπιον του Θεού θα γλυτώση από αυτήν, ενώ ο αμαρτωλός θα συλληφθή εις τα δίκτυά της. 26 Καὶ τὴν εὑρίσκω εἰς τὸ ὅτι ἡ πονηρὰ γυναῖκα εἶναι πικροτέρα καὶ ἀπὸ αὐτὸν τὸν θάνατον. Αὐτὴ εἶναι παγὶς διὰ τὸν ἄνδρα καὶ ἡ καρδία της εἶναι δίκτυα καὶ τὰ χέρια της εἶναι ἁλυσίδες. Ὁ εὐσεβὴς ἐνώπιόν τοῦ Θεοῦ θὰ λυτρωθῇ ἀπὸ αὐτήν, ἐνῷ ὁ ἁμαρτωλὸς θὰ πιασθῇ εἰς τὰς πλεκτάνας της.
27 ἰδὲ τοῦτο εὗρον, εἶπεν ὁ ἐκκλησιαστής, μία τῇ μιᾷ τοῦ εὑρεῖν λογισμόν, 27 Ιδού ότι ευρήκα αυτό, λέγει ο Εκκλησιαστής, αντιπαραβάλλων την μίαν περίπτωσιν προς την άλλην, δια να καταλήξω εις αυτό το συμπέρασμα. 27 Ἰδοὺ λοιπόν, αὐτὸ εὑρῆκα, λέγει ὁ Ἐκκλησιαστής, συνδυάζων τὴν μίαν περίπτωσιν μὲ τὴν ἄλλην διὰ νὰ καταλήξω εἰς αὐτὸ τὸ συμπέρασμα.
28 ὃν ἐπεζήτησεν ἡ ψυχή μου καὶ οὐχ εὗρον· καὶ ἄνθρωπον ἕνα ἀπὸ χιλίων εὗρον καὶ γυναῖκα ἐν πᾶσι τούτοις οὐχ εὗρον. 28 Αυτό το οποίον απ' αρχής ηρεύνησε να εύρη η διάνοιά μου, δεν το ευρήκε. Ευρήκα άνδρα καλόν μεταξύ χιλίων, γυναίκα όμως καλήν μεταξύ όλων δεν ευρήκα. 28 Ἀκόμη ἠρεύνησεν ἡ ψυχή μου νὰ εὕρῃ καλὸν ἄνθρωπον, ἀλλὰ δὲν εὑρῆκα. Ἄνδρα ἕνα εἰς τοὺς χιλίους ἀνθρώπους εὑρῆκα, γυναῖκα ὅμως καλὴν μεταξὺ ὅλων αὐτῶν δὲν εὑρῆκα.
29 πλὴν ἰδὲ τοῦτο εὗρον, ὃ ἐποίησεν ὁ Θεὸς σὺν τὸν ἄνθρωπον εὐθῆ, καὶ αὐτοὶ ἐζήτησαν λογισμοὺς πολλούς. 29 Ιδού όμως ότι ευρήκα και κάτι άλλο· ότι δηλαδη ο Θεός εδημιούργησε τον άνθρωπον ευθύν αγαθόν. Οι άνθρωποι όμως εξέκλιναν εις πολλούς πονηρούς λογισμούς και πονηράς επιθυμίας και διέφθειραν τον εαυτόν των. 29 Εὑρῆκα ὅμως αὐτό, ὅτι ὁ Θεὸς ἔπλασε τὸν ἄνθρωπον ἀγαθόν, οἱ ἄνθρωποι ὅμως μηχανεύονται παντοιοτρόπως τὸ κακόν.