Σάββατο, 02 Ιουλίου 2022
Ανατ: 06:07
Δύση: 20:52
Σελ. 4 ημ.
183-182
14ος χρόνος, 5250η ημέρα
Έκδοση: 4η

ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 (Δ)


 
 

ΚΕΦΑΛΑΙΑ


 
Αρχαίο κείμενο Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Φοβηθῶμεν οὖν μή ποτε, καταλειπομένης ἐπαγγελίας εἰσελθεῖν εἰς τὴν κατάπαυσιν αὐτοῦ, δοκῇ τις ἐξ ὑμῶν ὑστερηκέναι. 1 Λοιπόν και ημείς, έχοντες υπ' όψιν την τιμωρίαν των Εβραίων ας φοβηθώμεν μήπως τυχόν, ενώ ισχύει δι' ημάς η νέα υπόσχεσις του Θεού δια να εισέλθωμεν εις την αιωνίαν ανάπαυσιν της ενδόξου Βασιλείας του, φανή ότι κάποιος από σας έχει καθυστερήσει και μένει έξω. 1 Παραδειγματιζόμενοι λοιπὸν ἀπὸ τὴν τιμωρίαν αὐτὴν τοῦ Ἰσραήλ, ἀφοῦ ὑπολείπεται νέα ὑπόσχεσις τοῦ Θεοῦ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν αἰωνίαν ἀνάπαυσιν, εἰς τὴν ὁποίαν μετὰ τὴν δημιουργίαν του εἰσῆλθε καὶ αὐτός, ἂς φοβηθῶμεν, μήπως φανῇ κανεὶς ἀπὸ σᾶς, ὅτι καθυστέρησε καὶ ὡς ἒκ τούτου μείνῃ ἔξω καὶ ἀποκλεισθῇ.
2 καὶ γάρ ἐσμεν εὐηγγελισμένοι, καθάπερ κἀκεῖνοι· ἀλλ’ οὐκ ὠφέλησεν ὁ λόγος ἀκοῆς ἐκείνους μὴ συγκεκραμένους τῇ πίστει τοῖς ἀκούσασιν. 2 Διότι και ημείς έχομεν πάρει την χαρμόσυνον υπόσχεσιν της αιωνίου ζωής, όπως ακριβώς εκείνοι είχαν πάρει την υπόσχεσιν δια την γην της αναπαύσεώς των. Αλλά δεν τους ωφέλησεν ο λόγος, τον οποίον ήκουσαν δια την γην της επαγγελίας, επειδή στους ακούσαντας δεν ήτο συνυφασμένος και συνδεδεμένος με την ζωντανήν πίστιν και την πρόθυμον υπακοήν. 2 Πρέπει δὲ νὰ ἔχωμεν τὸν φόβον αὐτόν, διότι καὶ ἡμεῖς ἔχομεν λάβει τὴν χαροποιὸν ὑπόσχεσιν τῆς καταπαύσεως, ὅπως καὶ ἐκεῖνοι εἶχον λάβει τὴν ὑπόσχεσιν διὰ τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας. Δὲν ὠφέλησεν ὅμως ἐκείνους ὁ λόγος τῆς ἐπαγγελίας, ποὺ ἤκουσαν, ἐπειδὴ εἰς ἐκείνους ποὺ τὸν ἤκουσαν, δὲν ἦτο ἀναμεμιγμένος καὶ ἐνωμένος μὲ πίστιν.
3 εἰσερχόμεθα γὰρ εἰς τὴν κατάπαυσιν οἱ πιστεύσαντες, καθὼς εἴρηκεν· ὡς ὤμοσα ἐν τῇ ὀργῇ μου, εἰ εἰσελεύσονται εἰς τὴν κατάπαυσίν μου· καίτοι τῶν ἔργων ἀπὸ καταβολῆς κόσμου γενηθέντων. 3 Ημείς όμως, που έχομεν πιστεύσει, θα εισέλθωμεν εις την αιωνίαν ανάπαυσιν του ουρανού, καθώς έχει είπει ο Θεός· “Ετσι ωργισμένος εναντίον των ωρκίσθην, ότι δεν θα εισέλθουν εις την γην της αναπαύσεως, που τους έχω υποσχεθή”· καίτοι τα έργα του Θεού, συνεπώς και η γη της καταπαύσεως, έγιναν από τότε που εκτίσθη ο κόσμος. 3 Διότι θὰ ἔμβωμεν εἰς τὴν ἀληθινὴν κατάπαυσιν, ὅσοι ἐπιστεύσαμεν σύμφωνα μὲ ἐκεῖνο, ποὺ ἔχει εἴπει ὁ Θεός: Ὥστε ὡρκίσθην, ὅταν ἐθύμωσα ἐναντίον των, ὅτι δὲν θὰ εἴσελθουν εἰς τὴν γῆν τῆς ἀναπαύσεως, ποὺ ὑπεσχέθην. Καὶ δὲν εἰσῆλθον ἐκεῖνοι, καίτοι τὰ ἔργα τῆς δημιουργίας ἔγιναν ἐξ ἀρχῆς, ἀφ’ ὅτου ἐκτίσθη ὁ κόσμος καὶ συνεπῶς ὑπῆρχεν ἀπὸ τότε ἕτοιμος καὶ ἡ κατάπαυσις.
4 εἴρηκε γάρ που περὶ τῆς ἑβδόμης οὕτω· καὶ κατέπαυσεν ὁ Θεὸς ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ ἀπὸ πάντων τῶν ἔργων αὐτοῦ· 4 Διότι έχει λεχθή κάπου εις την Αγίαν Γραφήν δια την εβδόμην ημέραν τούτο· “και κατέπαυσεν ο Θεός κατά την εβδόμην ημέραν από όλα τα έργα του”. 4 Ὅτι δὲ ἀπὸ τότε ἐτοιμάσθη καὶ ἡ κατάπαυσις, ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὸ ὅτι ἔχει εἴπει τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον εἰς κάποιο μέρος τῆς Ἁγίας Γραφῆς διὰ τὴν ἑβδόμην ἡμέραν τὰ ἑξῆς: Καὶ κατέπαυσεν ὁ Θεὸς κατὰ τὴν ἑβδόμην ἡμέραν ἀπὸ ὅλα τὰ ἔργα του.
5 καὶ ἐν τούτῳ πάλιν· εἰ εἰσελεύσονται εἰς τὴν κατάπαυσίν μου. 5 Και πάλιν εις την Αγίαν Γραφήν έχει λεχθή· “δεν θα εισέλθουν εις την καταύπασίν μου”, όπως και πράγματι δεν εισήλθον. 5 Καὶ ἔχει λεχθῇ πάλιν εἰς τὸ αὐτὸ μέρος τῆς Γραφῆς: Δὲν θὰ εἰσέλθουν εἰς τὴν κατάπαυσίν μου. Ἄρα κανεὶς ἕως τώρα δὲν εἰσῆλθεν εἰς τὴν ἐτοιμασμένην ἐξ ἀρχῆς κατάπαυσιν.
6 ἐπεὶ οὖν ἀπολείπεταί τινας εἰσελθεῖν εἰς αὐτήν, καὶ οἱ πρότερον εὐαγγελισθέντες οὐκ εἰσῆλθον δι’ ἀπείθειαν, 6 Επειδή, λοιπόν, υπολείπεται να εισέλθουν κάποιοι εις την καταύπασιν και αυτοί που εδέχθησαν προηγουμένως την χαρμόσυνον υπόσχεσιν δεν εισήλθον εις αυτήν εξ αιτίας της απιστίας των, 6 Ἐπειδὴ λοιπὸν ἀπομένει νὰ εἰσέλθουν κάποιοι εἰς τὴν κατάπαυσιν αὐτήν, καὶ ἐκεῖνοι, ποὺ ἔλαβαν προτήτερα τὴν χαροποιὸν ὑπόσχεσιν περὶ καταπαύσεως, δὲν ἐμβῆκαν εἰς αὐτὴν ἕνεκα ἀπειθείας,
7 πάλιν τινὰ ὁρίζει ἡμέραν, σήμερον, ἐν Δαυῒδ λέγων, μετὰ τοσοῦτον χρόνον, καθὼς εἴρηται· σήμερον ἐὰν τῆς φωνῆς αὐτοῦ ἀκούσητε, μὴ σκληρύνητε τὰς καρδίας ὑμῶν. 7 πάλιν ο Θεός ορίζει κάποιον άλλην ημέραν, λέγων με το στόμα του Δαυΐδ· σήμερον, ύστερα δηλαδή από τόσους αιώνας μετά τον Μωϋσέα, καθώς έχει λεχθή δια του Δαυίδ “σήμερον, εάν ακούσετε την φωνήν του Θεού, μη κάμετε σκληράς τας καρδίας σας, με την απιστίας και την ανυπακοήν σας”. 7 πάλιν ὁ Θεὸς ὁρίζει καιρὸν καταπαύσεως. Καὶ ὁρίζει τὸν καιρὸν αὐτόν, ὅταν λέγῃ μὲ τὸ στόμα τοῦ Δαβίδ, Σήμερον. Ὁ Δαβίδ, ποὺ εἶπε τὸ Σήμερον, ἔζησε πολλοὺς χρόνους ὕστερον ἀπὸ τὸν Μωϋσῆν. Ὕστερον λοιπὸν ἀπὸ τόσους χρόνους ποὺ ἐπέρασαν, ἀφ’ ὅτου ἐπὶ Μωϋσέως ὡρκίσθη ὁ Θεὸς νὰ μὴ εἰσέλθουν οἱ Ἰουδαῖοι εἰς τὴν ἐπίγειον κατάπαυσιν, ὡρίσθη πάλιν τὸ Σήμερον, σύμφωνα μὲ ἐκεῖνο ποὺ ἐλέχθη διὰ τοῦ Δαβὶδ· Σήμερον, ἐὰν ἀκούσετε τὴν φωνὴν τοῦ Θεοῦ, μὴ κάνετε διὰ τῆς ἀπειθείας σκληρὰς τὰς καρδίας σας.
8 εἰ γὰρ αὐτοὺς Ἰησοῦς κατέπαυσεν, οὐκ ἂν περὶ ἄλλης ἐλάλει μετὰ ταῦτα ἡμέρας· 8 Διότι, εάν ο Ιησούς του Ναυή ωδηγούσε τους Εβραίους εκείνους της ανυπακοής και τους εισήγε τότε εις την γην της καταπαύσεως, δεν θα ωμιλούσε ο Θεός έπειτα από αυτά περί άλλης ημέρας καταπαύσεως. (Η γη της επαγγελίας εις την οποίαν εισήλθον οι Ισραηλίται δεν ήτο η γη της αληθινής, της αιωνίας αναπαύσεως. Δι' αυτό ο Θεός ομιλεί περί άλλης αναπαύσεως). 8 Καὶ ἂς μὴ εἴπῃ κανείς, ὅτι ὁ Ἰησοῦς τοῦ Ναυῆ ἐπέτυχεν ἔπειτα νὰ εἰσαγάγῃ τοὺς Ἰσραηλίτας εἰς τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας καὶ καταπαύσεως. Ἡ κατάπαυσις ἐκείνη δὲν ἦτο ἡ αἰωνία καὶ ἀληθινή. Διότι, ἐὰν ὁ Ἰησοῦς τοῦ Ναυῆ εἶχεν ὁδηγήσει ἐκείνους εἰς τὴν ἀληθινὴν κατάπαυσιν, δὲν θὰ ὡμίλει τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἔπειτα περὶ ἅλλου καιροῦ, κατὰ τὸν ὁποῖον ἠμποροῦν οἱ ἄνθρωποι νὰ κληρονομήσουν τὴν κατάπαυσιν.
9 ἄρα ἀπολείπεται σαββατισμὸς τῷ λαῷ τοῦ Θεοῦ. 9 Δια να ομιλή όμως το Πνεύμα το Αγιον περί άλλης καταπαύσεως, σημαίνει ότι απομένει αιωνία και χαρμόσυνος κατάπαυσις και μακαριότητος στον αληθινόν λαόν του Θεού. 9 Συνεπῶς ἀπομένει καὶ ἐπιφυλάσσεται εἰς τὸν ἀληθινὸν λαὸν τοῦ Θεοῦ κάποια αἰωνία καὶ ἱερὰ κατάπαυσις, ὅμοια πρὸς τὴν κατάπαυσιν τοῦ Θεοῦ κατὰ τὸ Σάββατον τῆς δημιουργίας.
10 ὁ γὰρ εἰσελθὼν εἰς τὴν κατάπαυσιν αὐτοῦ καὶ αὐτὸς κατέπαυσεν ἀπὸ τῶν ἔργων αὐτοῦ, ὥσπερ ἀπὸ τῶν ἰδίων ὁ Θεός. 10 Διότι εκείνος που εισήλθεν εις αυτήν την αιωνίαν κατάπαυσιν του Θεού, εις την βασιλείαν των ουρανών, έχει αναπαυθή και αυτός από τους αγώνας και τα έργα του, όπως ακριβώς και ο Θεός ανεπαύθη από τα ιδικά του έργα. 10 Πράγματι δὲ πρόκειται περὶ ἱερᾶς καὶ αἰωνίας καταπαύσεως, περὶ σαββατισμοῦ. Διότι ἐκεῖνος, ποῦ ἐμβῆκεν εἰς τὴν κατάπαυσιν τοῦ Θεοῦ, καὶ αὐτὸς ἀνεπαύθη ἀπὸ τὰ ἔργα του, καθὼς ἀκριβῶς καὶ ὁ Θεὸς ἀπὸ τὰ ἴδιά του ἔργα.
11 Σπουδάσωμεν οὖν εἰσελθεῖν εἰς ἐκείνην τὴν κατάπαυσιν, ἵνα μὴ ἐν τῷ αὐτῷ τις ὑποδείγματι πέσῃ τῆς ἀπειθείας. 11 Ας προσπαθήσωμεν, λοιπόν, με κάθε επιμέλειαν και δραστηριότητα να εισέλθωμεν εις εκείνην την ουρανίαν ανάπαυσιν, δια να μη πέση κανείς στο αυτό κατάντημα και πάθημα των απίστων και ανυποτάκτων Ιουδαίων. 11 Ἂς προσπαθήσωμεν λοιπὸν μὲ σπουδὴν καὶ ἐπιμέλειαν νὰ ἔμβωμεν εἰς ἐκείνην τὴν κατάπαυσιν, διὰ νὰ μὴ πέσῃ κανεὶς εἰς τὸ αὐτὸ παράδειγμα τῆς ἀπειθείας τῶν Ἰουδαίων καὶ ἀποκλεισθῇ ὅπως ἀπεκλείσθησαν καὶ ἐκεῖνοι.
12 Ζῶν γὰρ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ καὶ ἐνεργὴς καὶ τομώτερος ὑπὲρ πᾶσαν μάχαιραν δίστομον καὶ διικνούμενος ἄχρι μερισμοῦ ψυχῆς τε καὶ πνεύματος, ἁρμῶν τε καὶ μυελῶν, καὶ κριτικὸς ἐνθυμήσεων καὶ ἐννοιῶν καρδίας, 12 Διότι ο λόγος του Θεού δεν είναι νεκρός και αδρανής, αλλά ζωντανός και δραστήριος, κοπτερώτερος από κάθε κολοτροχισμένο δίκοπο μαχαίρι, ικανός να εισδύη εις όλην την ύπαρξιν του ανθρώπου, μέχρι που να ξεχωρίζη την ψυχήν και τα πνευματικά χαρίσματα του ανθρώπου, τας αρθρώσεις και τους μυελούς· και έχει την δύναμιν να ερευνά και να κρίνη και τας πλέον αφανείς και κρυφίας σκέψεις και εννοίας της καρδίας. 12 Πρέπει δὲ νὰ δείξωμεν ἐπιμέλειαν καὶ σπουδήν, διότι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος περιέχει τὰς ὑποσχέσεις καὶ ἀπειλάς του, δὲν εἶναι νεκρὸν γράμμα. Εἶναι ζωντανὸς καὶ δραστικός, καὶ κοπτερώτερος ἀπὸ κάθε δίκοπον μάχαιραν καὶ εἰσχωρεῖ καὶ εὶς αὐτὰ τὰ ἀδιασπάστως ἐνωμένα βάθη τοῦ ἀνθρώπου, ἤτοι καὶ εἰς τὴν ψυχὴν καὶ εἰς τὰς ἀνωτέρας πνευματικὰς δυνάμεις τοῦ ἀνθρώπου, καὶ εἰς τὰς ἀρθρώσεις καὶ εἰς τοὺς μυελούς. Καὶ εἰς τὴν ἀνεπίδεκτον ψυχὴν προκαλεῖ πληγὰς καὶ τύψεις, εἰς τὸ τέλος δὲ καὶ σκληρύνσεις ποὺ δὲν θεραπεύονται. Καὶ ἔχει τὴν δύναμιν νὰ ἐρευνᾷ καὶ νὰ κρίνῃ καὶ αὐτὰς τὰς ἀφανεῖς σκέψεις καὶ ἰδέας τῆς καρδίας.
13 καὶ οὐκ ἔστι κτίσις ἀφανὴς ἐνώπιον αὐτοῦ, πάντα δὲ γυμνὰ καὶ τετραχηλισμένα τοῖς ὀφθαλμοῖς αὐτοῦ, πρὸς ὃν ἡμῖν ὁ λόγος. 13 Και δεν υπάρχει κανένα κτίσμα αφανές και αόρατον ενώπιον του Θεού, αλλ' όλα είναι γυμνά και ξέσκεπα εις τα μάτια αυτού, προς τον οποίον και ημείς μίαν ημέραν θα λογοδοτήσωμεν. 13 Καὶ δὲν ὑπάρχει κανὲν κτίσμα ἀφανὲς καὶ ἀόρατον ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ἀλλ’ ὅλα εἶναι γυμνὰ καὶ ξεσκεπασμένα εἰς τὰ μάτια ἐκείνου, πρὸς τὸν ὁποῖον θὰ δώσωμεν λογαριασμὸν καὶ ἀπολογίαν διὰ τὰς πράξεις μας.
14 Ἔχοντες οὖν ἀρχιερέα μέγαν διεληλυθότα τοὺς οὐρανούς, Ἰησοῦν τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ, κρατῶμεν τῆς ὁμολογίας. 14 Αφού, λοιπόν, έχομεν Αρχιερέα μέγαν, που έχει διαβή τους ουρανούς και εκάθισεν εκ δεξιών του Θεού, τον Ιησούν, τον Υιόν του Θεού, ας κρατώμεν σφικτά την ομολογίαν της πίστεώς μας. 14 Ἀφοῦ λοιπόν, σύμφωνα καὶ μὲ ὅσα εἴπομεν, ἔχομεν μεγάλον Ἀρχιερέα, ὁ ὁποῖος ἔχει πλέον περάσει ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς καὶ ἐμβῆκεν εἰς τὴν αἰωνίαν κατάπαυσιν, ὅπου μᾶς περιμένει, τὸν Ἰησοῦν δηλαδή, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι ἁπλοῦς ἄνθρωπος, ἀλλ’ εἶναι καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ἂς κρατῶμεν καλὰ τὴν ὁμολογίαν τῆς πίστεώς μας πρὸς αὐτόν.
15 οὐ γὰρ ἔχομεν ἀρχιερέα μὴ δυνάμενον συμπαθῆσαι ταῖς ἀσθενείαις ἡμῶν, πεπειρασμένον δὲ κατὰ πάντα καθ’ ὁμοιότητα χωρὶς ἁμαρτίας. 15 Διότι δεν έχομεν Αρχιερέα, ο οποίος-λόγω αγνοίας εκείνων που συμβαίνουν εις ημάς-δεν ημπορεί να αισθανθή συμπάθειαν προς τας πνευματικάς και ηθικάς ημών ασθενείας και αδυναμίας. Τουναντίον έχομεν Αρχιερέα, ο οποίος έχει πειρασθή και δοκιμασθή εις όλα, όσα είναι δυνατόν να πειρασθή η ανθρωπίνη φύσις, ομοίως με ημάς, χωρίς όμως να παρασυρθή εις καμμίαν απολύτως αμαρτίαν. 15 Μὴ περάσῃ δὲ ποτὲ ἀπὸ τὸν νοῦν μας, ὅτι ἀφοῦ αὐτὸς εἶναι τώρα εἰς τοὺς οὐρανούς, δὲν θὰ δείξῃ ἐνδιαφέρον δι’ ἠμᾶς. Διότι δὲν ἔχομεν Ἀρχιερέα, ὁ ὁποῖος ἐπειδὴ δὲν γνωρίζει τὰ ὅσα μᾶς συμβαίνουν, ἢ ἐπειδὴ ὑψώθη τόσον πολὺ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμπαθήσῃ εἰς τὰς ἠθικὰς καὶ φυσικὰς ἀδυναμίας μας. Ἀλλ’ ἔχομεν Ἀρχιερέα, ὁ ὁποῖος ἔχει πειρασθῆ καθ’ ὅλους τοὺς τρόπους, κατὰ τοὺς ὁποίους ἡ ἀνθρωπίνη φύσις δύναται νὰ πειρασθῇ. Ἔχει πειρασθῆ ἐξ ὁλοκλήρου ὅμοια πρὸς ἡμᾶς, χωρὶς ὅμως νὰ ὑποπέσῃ εἰς καμμίαν ἁμαρτίαν.
16 προσερχώμεθα οὖν μετὰ παρρησίας τῷ θρόνῳ τῆς χάριτος, ἵνα λάβωμεν ἔλεον καὶ χάριν εὕρωμεν εἰς εὔκαιρον βοήθειαν. 16 Λοιπόν ας προσευχώμεθα με θάρρος και ακλόνητος πεποίθησιν στον θρόνον της χάριτος, δια να λάβωμεν έλεον και συγχώρησιν των αμαρτιών μας και δια να εύρωμεν την θείαν χάριν, που θα μας βοηθή αποτελεσματικώς εις κάθε περίστασιν πειρασμών και κινδύνων. 16 Ἀφοῦ δὲ τέτοιος εἶναι ὁ Ἀρχιερεύς μας, ἂς πλησιάζωμεν λοιπὸν μὲ θάρρος καὶ ἄφοβον πεποίθησιν πρὸς τὸν βασιλικὸν θρόνον του, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἐκπηγάζει ἡ χάρις, διὰ νὰ λάβωμεν συγχώρησιν διὰ τὰς ἁμαρτίας μας καὶ διὰ νὰ εὕρωμεν εὔνοιαν καὶ δωρεάς, ποὺ θὰ μᾶς δώσουν βοήθειαν ἐπίκαιρον εἰς κάθε κρίσιμον ὥραν πειρασμοῦ.