Σάββατο, 02 Ιουλίου 2022
Ανατ: 06:07
Δύση: 20:52
Σελ. 4 ημ.
183-182
14ος χρόνος, 5250η ημέρα
Έκδοση: 4η

ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6 (Ϛ)


 
 

ΚΕΦΑΛΑΙΑ


 
Αρχαίο κείμενο Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Διὸ ἀφέντες τὸν τῆς ἀρχῆς τοῦ Χριστοῦ λόγον ἐπὶ τὴν τελειότητα φερώμεθα, μὴ πάλιν θεμέλιον καταβαλλόμενοι μετανοίας ἀπὸ νεκρῶν ἔργων, καὶ πίστεως ἐπὶ τὸν Θεόν, 1 Επειδή, λοιπόν, από τόσον καιρόν έχετε ακούσει την διδασκαλίαν του Χριστού και δεν πρέπει πλέον να μένετε νήπιοι πνευματικώς, ας αφήσωμεν τας στοιχειώδεις και απλουστάτας διδασκαλίας περί του Χριστού και ας προχωρήσωμεν προς τας τελειοτέρας. Και ας μη θέτωμεν πάλιν ως θεμέλιον της εν Χριστώ ζωής σας εκείνα, από τα οποία ηρχίσαμεν, δηλαδή να μη αρχίσωμεν από την μετάνοιαν εκ των νεκρών έργων της αμαρτίας και από την πίστιν στον Θεόν· 1 Αφοῦ λοιπὸν πρὸ πολλοῦ εἶσθε μαθηταὶ τοῦ Χριστοῦ, διὰ τοῦτο ἂς ἀφήσωμεν τὰς στοιχειώδεις διδασκαλίας περὶ Χριστοῦ, ποὺ εἶναι διὰ τοὺς ἀρχαρίους, καὶ ἂς προχωρῶμεν πρὸς τὴν τελειοτέραν διδασκαλίαν. Καὶ ἂς μὴ θέτωμεν πάλιν θεμέλιον ἀρχίζοντες ἀπὸ τὴν μετάνοιαν διὰ τὰ ἔργα τῆς ἁμαρτίας, ποὺ νεκρώνουν τὴν ψυχήν, καὶ ἀπὸ τὴν πίστιν εἰς τὸν Θεόν,
2 βαπτισμῶν διδαχῆς, ἐπιθέσεώς τε χειρῶν, ἀναστάσεώς τε νεκρῶν καὶ κρίματος αἰωνίου. 2 από την διδασκαλίαν περί της τεραστίας διαφοράς μεταξύ του χριστιανικού βαπτίσματος και των Ιουδαϊκών βαπτισμών και πλύσεων, από την επίθεσιν των χειρών, που γίνεται μετά το βάπτισμα δια την μετάδοσιν των χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος, από την διδασκαλίαν περί της αναστάσεως των νεκρών και της μελλούσης κρίσεως, από την οποίαν θα εξαρτηθή το αιώνιον μέλλον μας. Αυτά τα είπομεν εις την αρχην. 2 καὶ ἀπὸ τὴν διδασκαλίαν, ποὺ μᾶς διαφωτίζει νὰ κάνωμεν διάκρισιν τῶν ἰουδαϊκῶν βαπτισμῶν καὶ πλύσεων ἀπὸ τὸ χριστιανικὸν βάπτισμα· καὶ ἀπὸ τὴν διδασκαλίαν περὶ τῆς ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν, ποὺ γίνεται διὰ νὰ μεταδοθοῦν τὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος· καὶ ἀπὸ τὴν διδασκαλίαν περὶ τῆς ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν καὶ τῆς μελλούσης κρίσεως, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ κριθῇ τὸ αἰώνιον μέλλον μας.
3 καὶ τοῦτο ποιήσομεν, ἐάνπερ ἐπιτρέπῃ ὁ Θεός. 3 Και, Θεού θέλοντος, θα πραγματοποιήσωμεν τώρα αυτήν την πρόοδον και θα προχωρήσωμεν εις την ανωτέραν πνευματικήν διδασκαλίαν και ζωήν. 3 Καὶ θὰ κατορθώσωμεν τὴν πρόοδον αὐτὴν πρὸς τὴν τελειοτέραν διδασκαλίαν μὲ τὴν βοήθειαν καὶ ἐνίσχυσιν τοῦ Θεοῦ.
4 ἀδύνατον γὰρ τοὺς ἅπαξ φωτισθέντας γευσαμένους τε τῆς δωρεᾶς τῆς ἐπουρανίου καὶ μετόχους γενηθέντας Πνεύματος ἁγίου 4 Πρέπει δε πάντοτε να προχωρούμεν, διότι άλλως υπάρχει φόβος καταστρεπτικής οπισθοδρομήσεως. Διότι είναι αδύνατον εκείνοι, οι οποίοι κατηχήθησαν τον λόγον του Θεού, έλαβον το άπαξ τελούμενον δια τον καθένα άγιον βάπτισμα και εγεύθησαν την απερίγραπτον γλυκύτητα και χάριν των ουρανίων δωρεών του Θεού και έγιναν μέτοχοι των χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος 4 Εἶναι δὲ ἀπαραίτητον νὰ προοδεύωμεν πάντοτε καὶ νὰ μὴ ὀπισθοχωροῦμεν. Διότι εἶναι ἀδύνατον ἐκείνους, ποὺ ἔλαβαν μίαν φορὰν γιὰ πάντα τὸν φωτισμὸν τῆς χριστιανικῆς ἀληθείας καὶ ἐδοκίμασαν μὲ τὴν προσωπικήν των πεῖραν τὴν γλυκύτητα καὶ τὸ ὕψος τῆς δωρεᾶς, ποὺ μᾶς δίδεται ἀπὸ τὸν ἐπουράνιον Θεὸν μὲ τὴν συγχώρησιν τῶν ἁμαρτιῶν μας καὶ ἔγιναν μέτοχοι τῶν χαρισμάτων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος,
5 καὶ καλὸν γευσαμένους Θεοῦ ῥῆμα δυνάμεις τε μέλλοντος αἰῶνος, 5 και έλαβαν προσωπικήν πείραν πόσον καλός, ευεργετικός και ειρηνοποιός είναι ο λόγος του Θεού και εγνώρισαν τας υπερφυσικάς δυνάμεις και τα θαύματα, που πραγματοποιούνται εν τω ονόματι του Χριστού, θα εκδηλωθούν δε εις όλην των την λαμπρότητα κατά τον μέλλοντα αιώνα, 5 καὶ οἱ ὁποῖοι ἐδοκίμασαν πόσον γλυκὺς εἶναι καὶ πόσον εἰρηνεύει καὶ χαροποιεῖ τὴν ψυχὴν ὁ ἐν τῷ εὐαγγελίῳ λόγος τοῦ Θεοῦ, καὶ οἰ ὁποῖοι ἔλαβαν πεῖραν καὶ τῶν ὑπερφυσικῶν δυνάμεων καὶ θαυμάτων, ποὺ ἤρχισαν τώρα εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ Μεσσίου, πρόκειται δὲ νὰ ἐκδηλωθοῦν μὲ τελειότητα εἰς τὴν μέλλουσαν ζωήν,
6 καὶ παραπεσόντας, πάλιν ἀνακαινίζειν εἰς μετάνοιαν, ἀνασταυροῦντας ἑαυτοῖς τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ καὶ παραδειγματίζοντας. 6 αυτοί οι πιστοί, που τόσον έχουν προοδεύσει, εάν ξεπέσουν από όλα αυτά και τα αρνηθον, είναι αδύνατον να ανακαινίζωνται και να οδηγούνται πάλιν εις μετάνοιαν, διότι αυτοί με την άρνησίν των και την σκληροκαρδίαν των ξανασταυρώνουν τον Υιόν του Θεού, και, όπως απεσκληρυμμένοι άρχοντες του Ισραήλ τότε, τον διαπομπεύουν τώρα και αυτοί εις τα μάτια των ανθρώπων. 6 καὶ οἱ ὁποῖοι ὕστερα ἀπὸ ὅλα αὐτὰ ἐξέπεσαν, εἶναι ἀδύνατον νὰ ξανακαινουργώνῃ κανεὶς αὐτοὺς πρὸς μετάνοιαν. Καὶ εἶναι ἀδύνατον, διότι αὐτοὶ μὲ τὴν ἀποστασίαν των ξανασταυρώνουν πάλιν πρὸς καταστροφὴν τοῦ ἑαυτοῦ των τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν διαπομπεύουν καὶ ἀπέναντι τοῦ κόσμου.
7 γῆ γὰρ ἡ πιοῦσα τὸν ἐπ’ αὐτῆς πολλάκις ἐρχόμενον ὑετόν καὶ τίκτουσα βοτάνην εὔθετον ἐκείνοις δι’ οὓς καὶ γεωργεῖται, μεταλαμβάνει εὐλογίας ἀπὸ τοῦ Θεοῦ· 7 Ας δεχώμεθα, λοιπόν, με ευλάβειαν και προς καρποφορίαν τας δωρεάς του Θεού, διότι η γη που πίνει πάντοτε την βροχήν, η οποία συχνά κατά διαστήματα πίπτει εις αυτήν, και αναβλαστάνει χόρτον και λαχανικά και καρπούς δι' εκείνους από τους οποίους και καλλιεργείται, παίρνει ευλογίαν από τον Θεόν. 7 Ἂς μὴ καταχρώμεθα λοιπὸν τὰς θείας δωρεάς, διότι θὰ συμβῇ καὶ μὲ ἡμᾶς ὅτι συμβαίνει μὲ τὴν γῆν. Ἡ γῆ δηλαδή, ἡ ὁποία ἔπιε τὴν βροχήν, ποὺ πίπτει συχνὰ εἰς αὐτήν, καὶ γεννᾷ χόρτον καὶ λαχανικὰ ὠφέλιμα καὶ χρήσιμα εἰς ἐκείνους, διὰ τοὺς ὁποίους καλλιεργεῖται, λαμβάνει εὐλογίαν ἀπὸ τὸν Θεόν.
8 ἐκφέρουσα δὲ ἀκάνθας καὶ τριβόλους, ἀδόκιμος καὶ κατάρας ἐγγύς, ἧς τὸ τέλος εἰς καῦσιν. 8 Οταν όμως βγάζη αγκάθια και τριβόλια, τότε γίνεται ακατάλληλος και άχρηστος, πλησιάζει δε και κινδυνεύει να γίνη κατηραμένη, το δε τέλος της θα είναι φωτιά, η οποία θα κάψη τα αγκάθια και τα τριβόλια. (Οι πιστοί, που δέχονται την χάριν του Θεού και προδεύουν εις την αρετήν, παίρνουν ολονέν και περισσοτέρας θείας ευλογίας· όσοι όμως εκτρέπονται εις έργα φαύλα και μοχθηρά και μένουν αμετανοήτως εις αυτά, γίνονται ένοχοι της κατάρας του Θεού). 8 Ὅταν ὅμως βγάζῃ ἔξω ἀγκάθια καὶ τριβόλους, τότε γίνεται ἄχρηστος καὶ πλησιάζει νὰ πέσῃ ἐπάνω της ἡ κατάρα, τὸ τέλος δὲ θὰ εἶναι νὰ παραδοθῇ εἰς τὴν φωτιάν, διὰ νὰ καοῦν τὰ ἀγκάθια καὶ οἱ τρίβολοι, ποὺ ἐφύτρωσαν εἰς αὐτήν. Ἔτσι καὶ αἱ ψυχαὶ τῶν ἀνθρώπων σὰν ἄλλα χωράφια καλλιεργοῦνται ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ δέχονται σὰν ἄλλην βροχὴν τὰς θείας δωρεὰς διὰ νὰ καρποφορήσουν ἀρετάς. Ἀλλοίμονον δὲ εἰς ἐκείνους ποὺ ἐπιμένουν νὰ παράγουν τὰ ἀγκάθια καὶ τοὺς τριβόλους τῶν κακιῶν.
9 Πεπείσμεθα δὲ περὶ ὑμῶν, ἀγαπητοί, τὰ κρείττονα καὶ ἐχόμενα σωτηρίας, εἰ καὶ οὕτω λαλοῦμεν. 9 Δια σας όμως, αδελφοί, αν και σας ομιλούμεν τόσον επιτιμητικά, έχομεν ακλόνητον την πεποίθησιν, ότι προοδεύετε προς τα καλύτερα και προς εκείνα, τα οποία συνδέονται με την αιωνίαν σωτηρίαν σας. 9 Διὰ σᾶς ὅμως, ἀδελφοί, μὲ ἀκλόνητον πεποίθησιν ἐλπίζομεν τὰ καλύτερα καὶ ἐκεῖνα ποὺ εἶναι συνδεδεμένα μὲ τὴν σωτηρίαν καὶ ὁδηγοῦν εἰς αὐτήν, καίτοι ὁμιλοῦμεν ἔτσι ἐπιτιμητικὰ καὶ ἐκφοβιστικά.
10 οὐ γὰρ ἄδικος ὁ Θεὸς ἐπιλαθέσθαι τοῦ ἔργου ὑμῶν καὶ τοῦ κόπου τῆς ἀγάπης ἧς ἐνεδείξασθε εἰς τὸ ὄνομα αὐτοῦ, διακονήσαντες τοῖς ἁγίοις καὶ διακονοῦντες. 10 Διότι δεν είναι άδικος ο Θεός, ώστε να λησμονήση τα καλά σας έργα και τον κόπον σας, δια την άσκησιν της αγάπης, την οποίαν εδείξατε εν τω ονόματι του Χριστού, υπηρετήσαντες τους Χριστιανούς και εξακολουθούντες μέχρι σήμερον να τους υπηρετήτε και βοηθήτε. 10 Ἐλπίζομεν δὲ τὰ καλύτερα διὰ σᾶς, διότι δὲν εἶναι ἄδικος ὁ Θεός, ὥστε νὰ λησμονήσῃ τὴν ὅλην χριστιανικὴν διαγωγήν σας καὶ τὸν κόπον σας ἐν τῇ ἀσκήσει τῆς ἀγάπης, ποὺ ἐδείξατε διὰ τὸ ὄνομά του, ὑπηρετήσαντες τοὺς Χριστιανοὺς τοὺς ὁποίους ἑξακολουθεῖτε καὶ τώρα νὰ ὑπηρετῆτε καὶ νὰ τοὺς φαίνεσθε εὐεργετικοί.
11 ἐπιθυμοῦμεν δὲ ἕκαστον ὑμῶν τὴν αὐτὴν ἐνδείκνυσθαι σπουδὴν πρὸς τὴν πληροφορίαν τῆς ἐλπίδος ἄχρι τέλους, 11 Θελομεν δε ο καθένας από σας να δεικνύη συνεχώς την ιδίαν προθυμίαν και φροντίδα, τον ιερόν ενθουσιασμόν και ζήλον, να έχετε ακλόνητον μέχρι τέλους της ζωής σας την βεβαιότητα περί των αιωνίων αγαθών, που ελπίζομεν, 11 Ἐὰν δὲ σᾶς ὡμιλήσαμεν ἐκφοβιστικά, τὸ ἐκάμαμεν, διότι ἐπιθυμοῦμεν ὁ καθένας σας νὰ δεικνύῃ τὴν αὐτὴν προθυμίαν καὶ τὸν αὐτὸν ζῆλον πάντοτε καὶ ἔτσι νὰ παραμείνετε μέχρι τέλους τῆς ζωῆς σας ἀκλόνητοι εἰς τὴν τελείαν ἐλπίδα περὶ τῶν μελλόντων ἀγαθῶν.
12 ἵνα μὴ νωθροὶ γένησθε, μιμηταὶ δὲ τῶν διὰ πίστεως καὶ μακροθυμίας κληρονομούντων τὰς ἐπαγγελίας. 12 ώστε να μη είσθε αμελείς και οκνηροί, αλλά να γίνετε μιμηταί εκείνων, οι οποίοι χάρις εις την πίστιν και την εγκαρτέρησίν των κληρονομούν τα αγαθά, που έχει υποσχεθή ο Θεός. 12 Θέλομεν δὲ νὰ παραμείνετε εἰς τὴν ἐλπίδα αὐτήν, διὰ νὰ μὴ γίνετε ἀμελεῖς καὶ ὀκνηροὶ εἰς τὴν ἄσκησιν τῆς ἀρετῆς, ἀλλὰ νὰ ἀναδειχθῆτε μιμηταὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μὲ τὴν πίστιν καὶ τὴν ὑπομονητικὴν ἐγκαρτέρησιν κληρονομοῦν τὰ ἀγαθά, ποὺ ὑπεσχέθη ὁ Θεός.
13 Τῷ γὰρ Ἀβραὰμ ἐπαγγειλάμενος ὁ Θεός, ἐπεὶ κατ’ οὐδενὸς εἶχε μείζονος ὀμόσαι, ὤμοσε καθ’ ἑαυτοῦ 13 Εις δε τον Αβραάμ, όταν είχε δώσει ο Θεός τας μεγάλας υποσχέσεις, επειδή δεν είχε κανένα μεγαλύτερόν του-εφ' όσον αυτός είναι ο μόνος απειροτέλειος-δια να ορκισθή και να βεβαιώση έτσι κατά τον απόλυτον τρόπον τον Αβραάμ, ότι ασφαλώς και βεβαίως θα τας εκπληρώση, ωρκίσθη στον εαυτόν του 13 Ὠρισμένως δὲ αἱ ἐπαγγελίαι τοῦ Θεοῦ θὰ πραγματοποιηθοῦν, διότι ὅταν ἔδωκεν ὁ Θεὸς τὰς ἐπαγγελίας εἰς τὸν Ἀβραάμ, ὡρκίσθη, ὅτι θὰ ἐκτελέσῃ ταύτας. Καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶχε κανένα μεγαλύτερόν του ὁ Θεός, εἰς τὸν ὁποῖον νὰ ὁρκισθῇ, ὡρκίσθη εἰς τὸν ἑαυτόν του
14 λέγων· ἦ μὴν εὐλογῶν εὐλογήσω σε καὶ πληθύνων πληθυνῶ σε· 14 λέγων· “αληθώς και βεβαίως θα σε ευλογήσω πλουσίως και θα αυξήσω εις πλήθος πολύ και αναρίθμητον τους απογόνους σου”. 14 καὶ εἶπε· Ναί, ἀληθῶς θὰ σὲ εὐλογήσω μὲ τὸ παραπάνω καὶ θὰ πληθύνω πάρα πολὺ τοὺς ἀπογόνους σου.
15 καὶ οὕτω μακροθυμήσας ἐπέτυχε τῆς ἐπαγγελίας· 15 Και έτσι ο Αβραάμ επίστευσεν στον Θεόν, επερίμενε με ακλόνητον αναμονήν, και επέτυχε την εκπλήρωσιν της υποσχέσεως, (διότι αφ' ενός μεν απέκτησε υιόν εκ της Σαρρας, τον Ισαάκ, γενάρχην και αρχηγόν έθνους, εφ' ετέρου δε από την χώραν των πνευμάτων είδε την ενανθρώπησιν του Υιού του Θεού, του ευλογημένου Σωτήρος των ανθρώπων). 15 Καὶ ἀφοῦ ἔτσι ἔλαβεν ὑπόσχεσιν ὁ Ἀβραὰμ καὶ ἐπερίμενε μὲ ὑπομονὴν ἐπὶ χρόνους ἀρκετούς, ἐπέτυχε τὴν εὐλογίαν, ποὺ τοῦ ὑπεσχεθη ὁ Θεός, ὅσον ἐσχετίζετο αὕτη πρὸς τὸν ἐπίγειον βίον. Εἶδε δηλαδὴ ὁ Ἀβραὰμ ἀπόγονον ἐκ τῆς Σάρρας, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἐπληθύνθησαν οἱ ἀπόγονοι τοῦ πατριάρχου εἰς ἔθνος μέγα.
16 ἄνθρωποι μὲν κατὰ τοῦ μείζονος ὀμνύουσι, καὶ πάσης αὐτοῖς ἀντιλογίας πέρας εἰς βεβαίωσιν ὁ ὅρκος· 16 Διότι οι άνθρωποι ορκίζονται συνήθως στον Θεόν, τον μεγαλύτερον από όλους, και δίδεται όρκος, δια να σταματήση κάθε αντιλογία μεταξύ των και δια να επιβεβαιωθούν επισήμως τα λεγόμενα. 16 Καὶ ὡρκίσθη ὁ Θεὸς εἰς τὸν ἑαυτόν του, διότι οἰ μὲν ἄνθρωποι ὁρκίζονται εἰς τὸν Θεόν, ὁ ὁποῖος εἶναι μεγαλύτερος ἀπὸ ὅλους καὶ ὁ ὅρκος γίνεται ἀπὸ αὐτούς, διὰ νὰ δοθῇ τέλος καὶ παῦσις εἰς πᾶσαν μεταξύ των ἀντιλογίαν καὶ ἀμφισβήτησιν πρὸς βεβαίωσιν τῶν λεγομένων.
17 ἐν ᾧ περισσότερον βουλόμενος ὁ Θεὸς ἐπιδεῖξαι τοῖς κληρονόμοις τῆς ἐπαγγελίας τὸ ἀμετάθετον τῆς βουλῆς αὐτοῦ, ἐμεσίτευσεν ὅρκῳ, 17 Δι' αυτό και ο Θεός, επειδή ήθελε με μεγαλυτέραν βεβαιότητα να δείξη στους κληρονόμους των υποσχέσεών του το αμετάκλητον και αμετακίνητον της αποφάσεως του, συγκατέβη να χρησιμοποιήση ως μέσον επιβεβαιώσεως τον όρκον. 17 Δι’ αὐτό, ἐπειδὴ μὲ τὸν ὅρκον ἀποκλείεται κάθε ἀμφιβολία καὶ ἐπειδὴ ὁ Θεὸς ἤθελε νὰ δείξῃ καθαρὰ καὶ μὲ μεγαλυτέραν βεβαιότητα εἰς ἐκείνους, ποὺ θὰ ἐκληρονόμουν τὰς ἐπαγγελίας, ὅτι ἦτο ἀμετάκλητος καὶ ἀμετάθετος ἡ ἀπόφασίς του νὰ ἐκτελέσῃ ὅσα ὑπεσχέθη, ἐδέχθη ἀπὸ ἄκραν συγκατάβασιν καὶ ἀγαθότητα νὰ μεσολαβήσῃ ὅρκος εἰς τοὺς λόγους του.
18 ἵνα διὰ δύο πραγμάτων ἀμεταθέτων, ἐν οἷς ἀδύνατον ψεύσασθαι Θεόν, ἰσχυρὰν παράκλησιν ἔχωμεν οἱ καταφυγόντες κρατῆσαι τῆς προκειμένης ἐλπίδος· 18 Και έτσι με δύο πράγματα, τα οποία είναι αμετάκλητα και αμετακίνητα, δηλαδή με την υπόσχεσίν του και τον όρκον του, εις τα οποία είναι εντελώς αδύνατον να ψευσθή ποτέ ο Θεός, να έχωμεν την βεβαιότητα και το στήριγμα να κρατήσωμεν την ελπίδα, η οποία μας έχει προσφερθή. 18 Καὶ ἐδέχθη τὴν μεσολάβησιν τοῦ ὅρκου, ὥστε μὲ δύο πράγματα στερεὰ καὶ ἀμετακίνητα, δηλαδὴ μὲ τὴν ὑπόσχεσίν του καὶ μὲ τὸν ὅρκον του, εὶς τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ ψευσθῇ ὁ Θεός, νὰ ἔχωμεν ἡμεῖς ποὺ κατεφύγαμεν εἰς αὐτόν, μεγάλην ἐνθάρρυνσιν καὶ προτροπὴν καὶ στήριγμα διὰ νὰ κρατήσωμεν τὴν ἐλπίδα, ποὺ εὑρίσκεται ἐμπρός μας.
19 ἣν ὡς ἄγκυραν ἔχομεν τῆς ψυχῆς ἀσφαλῆ τε καὶ βεβαίαν καὶ εἰσερχομένην εἰς τὸ ἐσώτερον τοῦ καταπετάσματος, 19 Αυτήν δε την ελπίδα την έχομεν σαν άγκυραν της ψυχής ασφαλή και σταθεράν, η οποία εισέρχεται και μας κρατεί σταθερά ηνωμένους προς τον ουρανόν, τον οποίον ουρανόν εσυμβόλιζε το εκείθεν από το παραπέτασμα της σκηνής του μαρτυρίου τμήμα, τα Αγια των Αγίων. 19 Ταύτην τὴν ἐλπίδα ἔχομεν σὰν ἄγκυραν τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία ἀσφαλίζει ἀπὸ τοὺς πνευματικοὺς κινδύνους καὶ εἶναι βεβαία καὶ ἀμετακίνητος καὶ εἰσέρχεται εἰς τὸν οὐρανόν, τὸν ὁποῖον εἰκονίζει ὁ ἱερὸς τόπος τῆς σκηνῆς καὶ τοῦ ναοῦ, ποὺ ἐξετείνετο πάρα μέσα ἀπὸ τὸ καταπέτασμα καὶ ἐλέγετο Ἅγια Ἁγίων.
20 ὅπου πρόδρομος ὑπὲρ ἡμῶν εἰσῆλθεν Ἰησοῦς, κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδὲκ ἀρχιερεὺς γενόμενος εἰς τὸν αἰῶνα. 20 Εις τον ουρανόν δε πρωτοπόρος χάρις ημών εισήλθεν ο Ιησούς, γενόμενος αρχιερεύς κατά τον τύπον του Μελχισεδεκ, όχι προσωρινός, αλλά αιώνιος. 20 Ἐκεῖ, εἰς τὸν οὐρανὸν πρόδρομος χάριν ἠμῶν, διὰ νὰ μᾶς ἀνοίξῃ τὸν δρόμον καὶ μᾶς ἑτοιμάσῃ τόπον, ἐμβῆκεν ὁ Ἰησοῦς, ὁ ὁποῖος ἀνεδείχθη Ἀρχιερεὺς ὄχι προσωρινός, ἀλλ’ αἰώνιος κατὰ τὴν τάξιν τοῦ Μελχισεδέκ.