Δευτέρα, 04 Μαρτίου 2024
Ανατ: 06:53
Δύση: 18:22
Σελ. 24 ημ.
64-302
16ος χρόνος, 5861η ημέρα
Έκδοση: 4η

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9 (Θ)


 
 
Αρχαίο κείμενο Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Συγκαλεσάμενος δὲ τοὺς δώδεκα μαθητὰς αὐτοῦ ἔδωκεν αὐτοῖς δύναμιν καὶ ἐξουσίαν ἐπὶ πάντα τὰ δαιμόνια καὶ νόσους θεραπεύειν· 1 Αφού δε εκάλεσε τους δώδεκα μαθητάς του, έδωσεν εις αυτούς δύναμιν και εξουσίαν επί όλων των δαιμονίων, καθώς επίσης και να θεραπεύουν ασθενείας. 1 Αφοῦ δὲ ἐκάλεσεν ὅλους μαζὶ τοὺς δώδεκα μαθητάς του, ἔδωκεν εἰς αὐτοὺς δύναμιν θαυματουργικὴν καὶ ἐξουσίαν ἐπὶ ὅλων τῶν δαιμονίων, καθὼς καὶ τὸ χάρισμα νὰ θεραπεύουν ἀσθενείας.
2 καὶ ἀπέστειλεν αὐτοὺς κηρύσσειν τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ ἰᾶσθαι τοὺς ἀσθενοῦντας, 2 Και έστειλε αυτούς να κηρύσσουν την διδασκαλίαν περί της βασιλείας του Θεού και να θεραπεύουν τους ασθενείς, δια να επιβεβαιώνεται έτσι με τα θαύματα η διδασκαλία των. 2 Καὶ τοὺς ἔστειλε νὰ κηρύττουν τὸ περὶ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ κήρυγμα καὶ νὰ ἰατρεύουν τοὺς ἀρρώστους, ἐπιβεβαιοῦντες διὰ τῶν θαυματουργικῶν θεραπειῶν τὴν ἀλήθειαν καὶ ἀξιοπιστίαν τοῦ κηρύγματός των.
3 καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς· Μηδὲν αἴρετε εἰς τὴν ὁδόν, μήτε ῥάβδους μήτε πήραν μήτε ἄρτον μήτε ἀργύριον μήτε ἀνὰ δύο χιτῶνας ἔχειν. 3 Και είπεν εις αυτούς· “μη παίρνετε τίποτε στον δρόμον ούτε ράβδους ούτε σάκκον ούτε ψωμί ούτε χρήματα ούτε να έχετε από δύο χιτώνας. 3 Καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς· Μὴ παίρνετε τίποτε μαζί σας εἰς τὸν δρόμον, ποὺ θὰ πηγαίνετε οὔτε ραβδιά, οὔτε σάκκον ταξιδιωτικόν, οὔτε ψωμί, οὔτε χρήματα, οὔτε νὰ ἔχετε ἀπὸ δύο ἐσωτερικὰ ρούχα, διὰ νὰ φορῆτε συγχρόνως αὐτά, ὅπως συνηθίζεται ἀπὸ τοὺς ταξιδιώτας.
4 καὶ εἰς ἣν ἂν οἰκίαν εἰσέλθητε, ἐκεῖ μένετε καὶ ἐκεῖθεν ἐξέρχεσθε. 4 Και εις όποιο σπίτι μπήτε δια να φιλοξενηθήτε, εκεί να μένετε όλον το διάστημα της παραμονής σας και από εκεί να αναχωρήτε, όταν θα ξεκινάτε δι' άλλην πόλιν. 4 Καὶ εἰς ὁποιανδηποτε οἰκίαν εἰσέλθετε πρὸς φιλοξενίαν, ἐκεῖ νὰ μένετε καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς διαμονῆς σας εἰς τὴν πόλιν ἐκείνην, καὶ ἀπὸ τὸν οἶκον αὐτὸν νὰ βγαίνετε, ὅταν θὰ φεύγετε ὁριστικῶς ἀπὸ τὴν πόλιν ἢ τὸ χωρίον αὐτό.
5 καὶ ὅσοι ἐὰν μὴ δέξωνται ὑμᾶς, ἐξερχόμενοι ἀπὸ τῆς πόλεως ἐκείνης τὸν κονιορτὸν ἀπὸ τῶν ποδῶν ὑμῶν ἀποτινάξατε εἰς μαρτύριον ἐπ’ αὐτούς. 5 Και εάν τυχόν μερικοί δεν σας δεχθούν, όταν φεύγετε από την πόλιν εκείνην, τινάξτε καλά και την σκόνην από τα πόδια σας, ως διαμαρτυρίαν εναντίον των και ως έλεγχον αυτών ενώπιον του Θεού”. 5 Καὶ ὅσοι τυχὸν δὲν σᾶς δεχθοῦν, ὅταν φεύγετε ἀπὸ τὴν πόλιν ἐκείνην, εἰς δήλωσιν τοῦ ὅτι δὲν ἐπήρατε τίποτε μαζί σας ἀπὸ αὐτήν, οὔτε ἔχετε καμμίαν σχέσιν μετ’ αὐτῆς, τινάξατε καλὰ ἀπὸ τὰ πόδια σας καὶ αὐτὴν ἀκόμη τὴν σκόνην, ποὺ τυχὸν σᾶς ἐκόλλησεν ἀπὸ τὸ χῶμα της, διὰ νὰ εἶναι ὡς διαμαρτυρία καὶ ὡς ἔλεγχος κατ’ αὐτῶν ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς κρίσεως.
6 ἐξερχόμενοι δὲ διήρχοντο κατὰ τὰς κώμας εὐαγγελιζόμενοι καὶ θεραπεύοντες πανταχοῦ. 6 Αφού δε εξεκίνησαν οι Απόστολοι, διήρχοντο το ένα μετά το άλλο τα χωριά, κηρύττοντες το Ευαγγέλιον και θεραπεύοντες παντού τους ασθενείς. 6 Ἀφοῦ δὲ ἐξεκίνησαν οἱ Ἀπόστολοι, ἐπερνοῦσαν ἕνα ἕνα τὰ διάφορα χωρία, ποὺ συνήντων εἰς τὴν περιοδείαν των, καὶ ἐκήρυττον τὸ εὐαγγέλιον ἐπιβεβαιοῦντες καὶ ἐπισφραγίζοντες τὸ κήρυγμά των μὲ θεραπείας θαυματουργικάς, τὰς ὁποίας ἔκαναν εἰς ὅλα τὰ μέρη, ἀπὸ τὰ ὁποῖα διέβαινον.
7 Ἤκουσε δὲ Ἡρῴδης ὁ τετράρχης τὰ γενόμενα ὑπ’ αὐτοῦ πάντα, καὶ διηπόρει διὰ τὸ λέγεσθαι ὑπό τινων ὅτι Ἰωάννης ἠγήγερται ἐκ τῶν νεκρῶν, 7 Επληροφορήθη δε τότε ο Ηρώδης ο τετράρχης, όλα αυτά που εγίνοντο εκ μέρους του Ιησού και ευρίσκετο εις μεγάλην απορίαν, επειδή ελέγετο από μερικούς, ότι ο Ιωάννης ο Βαπτιστής αναστήθηκε εκ των νεκρών και κάμνει αυτά τα θαύματα. 7 Ἤκουσε δὲ ὁ τετράρχης Ἡρῴδης ὅλα τὰ θαυμαστά, ποὺ ἐγίνοντο ὑπ’ αὐτοῦ, καὶ εὑρίσκετο εἰς μεγάλην ἀπορίαν, διότι ἐλέγετο ἀπὸ μερικούς, ὅτι ὁ Ἰωάννης ἀνεστήθη ἐκ νεκρῶν καὶ αὐτὸς ἐτέλει τὰ θαύματα.
8 ὑπό τινων δὲ ὅτι Ἠλίας ἐφάνη, ἄλλων δὲ ὅτι προφήτης τις τῶν ἀρχαίων ἀνέστη. 8 Από μερικούς δε ελέγετο, ότι ο Ηλίας εφάνηκε πάλιν εις την γην, από άλλους δε, ότι κάποιος μεγάλος προφήτης από τους αρχαίους ανεστήθη. 8 Ἀπὸ μερικοὺς δὲ ἄλλους, ποὺ ἐσύγχυζαν τὸν Ἰησοῦν μὲ τοὺς ἄλλους προφήτας, ἐλέγετο, ὅτι ὁ Ἠλίας, ὁ ὁποῖος δὲν εἶχεν ἀποθάνει, ἀλλ’ εἶχεν ἀναληφθῇ, ἐνεφανίσθη πάλιν· ἀπὸ ἄλλους δὲ ἐλέγετο, ὅτι κάποιος προφήτης ἀπὸ τοὺς παλαιοὺς ἀνεστήθη.
9 καὶ εἶπεν Ἡρῴδης· Ἰωάννην ἐγὼ ἀπεκεφάλισα· τίς δέ ἐστιν οὗτος περὶ οὗ ἐγὼ ἀκούω τοιαῦτα; καὶ ἐζήτει ἰδεῖν αὐτόν. 9 Και είπεν ο Ηρώδης· “τον Ιωάννην εγώ τον αποκεφάλισα και επομένως δεν ζη πλέον. Αλλά ποιός είναι αυτός, δια τον οποίον εγώ ακούω ότι πράττει τόσον πολλά και τόσον παράδοξα έργα;” Και εζητούσε να ίδη τον Ιησούν. 9 Καὶ εἶπεν ὁ Ἡρῴδης· τὸν Ἰωάννην τὸν ἀπεκεφάλισα ἐγὼ καὶ ἀπηλλάγην ὁριστικῶς ἀπὸ αὐτόν. Ποῖος ὅμως νὰ εἶναι αὐτός, διὰ τὸν ὁποῖον ἐγὼ ἀκούω, ὅτι ἐνεργεῖ τέτοια παράδοξα ἔργα; Καὶ ἐζήτει νὰ ἴδῃ τὸν Ἰησοῦν.
10 Καὶ ὑποστρέψαντες οἱ ἀπόστολοι διηγήσαντο αὐτῷ ὅσα ἐποίησαν. καὶ παραλαβὼν αὐτοὺς ὑπεχώρησε κατ’ ἰδίαν εἰς τόπον ἔρημον πόλεως καλουμένης Βηθσαϊδά. 10 Και όταν επέστρεψαν από την περιοδείαν οι Απόστολοι, διηγήθηκαν εις αυτόν όσα έκαμαν. Και ο Ιησούς τους επήρε μαζή του και ανεχώρησε ιδιετέρως με αυτούς εις ένα έρημον τόπον, πλησίον μιας πόλεως που εκαλείτο Βηθσαϊδά. 10 Καὶ ὅταν ἐπέστρεψαν ἀπὸ τὴν περιοδείαν των οἱ Ἀπόστολοι, τοῦ διηγήθησαν ὅσα ἔκαμαν. Καὶ ἀφοῦ τοὺς ἐπῆρε μαζί του, ἀπεσύρθη ἰδιαίτερως μὲ αὐτοὺς εἰς κάποιο μέρος ἔρημον, ποὺ ἦτο πλησίον μιᾶς πόλεως, ἡ ὁποία ἐκαλεῖτο Βηθσαϊδά.
11 οἱ δὲ ὄχλοι γνόντες ἠκολούθησαν αὐτῷ, καὶ δεξάμενος αὐτοὺς ἐλάλει αὐτοῖς περὶ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, καὶ τοὺς χρείαν ἔχοντας θεραπείας ἰάσατο. 11 Τα πλήθη όμως, μόλις επληροφορήθησαν, τον ηκολούθησα και αυτός τους εδέχθη και εκύρηττε προς αυτούς περί της βασιλείας το Θεού, και ιάτρευε όσους είχαν ανάγκην θεραπείας. 11 Τὰ πλήθη ὅμως τοῦ λαοῦ, μόλις τὸ ἔμαθαν, τὸν ἠκολούθησαν. Καὶ ἐκεῖνος ἀφοῦ τοὺς ἐδέχθη μὲ καλωσύνην, ὡμίλει πρὸς αὐτοὺς περὶ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ καὶ ἰάτρευεν ἐκείνους, ποὺ εἶχον ἀνάγκην θεραπείας.
12 Ἡ δὲ ἡμέρα ἤρξατο κλίνειν· προσελθόντες δὲ οἱ δώδεκα εἶπον αὐτῷ· Ἀπόλυσον τὸν ὄχλον, ἵνα πορευθέντες εἰς τὰς κύκλῳ κώμας καὶ τοὺς ἀγροὺς καταλύσωσι καὶ εὕρωσι ἐπισιτισμόν, ὅτι ὧδε ἐν ἐρήμῳ τόπῳ ἐσμέν. 12 Αλλ' η ημέρα ήρχισε να κλίνη προς την δύσιν. Τον επλησίασαν τότε οι δώδεκα και του είπαν· διάλυσε τα πλήθη του λαού, δια να πάνε εις τα γύρω χωριά και τις αγροτικές κατοικίες να καταλύσουν και να εύρουν τροφάς, δια να φάγουν, διότι εδώ ευρισκόμεθα εις έρημον τόπον”. 12 Ἐν τῷ μεταξὺ ὅμως ἡ ἡμέρα ἤρχισε νὰ κλίνη πρὸς τὸ βράδυ. Πρόσηλθον δὲ τότε οἱ δώδεκα ἀπόστολοι καὶ τοῦ εἶπαν· Διάλυσε τὰ πλήθη τοῦ λαοῦ, διὰ νὰ ὑπάγουν εἰς τὰ τριγύρω χωριὰ καὶ τὰ χωράφια καὶ εὕρουν καταλύματα, ποὺ θὰ περάσουν τὴν νύκτα, καὶ τρόφιμα διὰ νὰ φάγουν. Διότι ἐδῶ εὑρισκόμεθα εἰς ἔρημον τόπον.
13 εἶπε δὲ πρὸς αὐτούς· Δότε αὐτοῖς ὑμεῖς φαγεῖν. οἱ δὲ εἶπον· Οὐκ εἰσὶν ἡμῖν πλεῖον ἢ πέντε ἄρτοι καὶ ἰχθύες δύο, εἰ μήτι πορευθέντες ἡμεῖς ἀγοράσομεν εἰς πάντα τὸν λαὸν τοῦτον βρώματα· 13 Είπε δε προς αυτούς ο Ιησούς· “δώστε τους σεις να φάγουν”. Αυτοί δε είπαν· “δεν μας βρίσκονται παρά πάνω από πέντε ψωμιά και δύο ψάρια, εκτός εάν πάμε ημείς και κυττάξωμεν να αγοράσωμε δι' όλον αυτόν τον λαόν τροφάς”. 13 Εἶπε δὲ πρὸς αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς· Δώσατέ τους σεῖς νὰ φάγουν. Αὐτοὶ δὲ εἶπαν· Δὲν μᾶς εὑρίσκονται παραπάνω ἀπὸ πέντε ἄρτους καὶ δύο ψάρια, ἐκτὸς ἐὰν ὑπάγωμεν ἡμεῖς καὶ ἠμπορέσωμεν νὰ ἀγοράσωμεν δι΄ ὅλον αὐτὸν τὸν λαὸν τροφάς.
14 ἦσαν γὰρ ὡσεὶ ἄνδρες πεντακισχίλιοι. εἶπε δὲ πρὸς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ· Κατακλίνατε αὐτοὺς κλισίας ἀνὰ πεντήκοντα. 14 Διότι οι άνδρες μόνον ήσαν περίπου πέντε χιλιάδες. Είπε δε προς τους μαθητάς του ο Κυριος· “βάλτε τους να καθίσουν καθ' ομάδας από πενήντα, πενήντα”. 14 Καὶ εἶπαν οἱ μαθηταὶ δι’ ὅλον αὐτὸν τὸν λαόν, διότι εὑρίσκοντο ἐκεῖ περίπου πέντε χιλιάδες ἄνδρες. Εἶπε δὲ ὁ Ἰησοῦς πρὸς τοὺς μαθητάς του· Βάλετέ τους νὰ καθήσουν κατὰ παρέας ἀπὸ πεντήκοντα ἀνθρώπους ἡ κάθε ὁμάδα.
15 καὶ ἐποίησαν οὕτω καὶ ἀνέκλιναν ἅπαντας. 15 Και έκαμαν έτσι οι μαθηταί και έβαλαν όλους να καθίσουν. 15 Καὶ ἔκαμαν ἔτσι οἱ ἀπόστολοι καὶ ἔβαλαν ὅλους νὰ καθήσουν
16 λαβὼν δὲ τοὺς πέντε ἄρτους καὶ τοὺς δύο ἰχθύας, ἀναβλέψας εἰς τὸν οὐρανὸν εὐλόγησεν αὐτοὺς καὶ κατέκλασε, καὶ ἐδίδου τοῖς μαθηταῖς παραθεῖναι τῷ ὄχλῳ. 16 Επήρε τότε ο Ιησούς τους πέντε άρτους και τα δύο ψάρια, ύψωσε τα μάτια στον ουρανόν, δια να ευχαριστήση τον Πατέρα, και ευλόγησε τους άρτους. Επειτα τους έκοψε κομμάτια και έδιδε συνεχώς στους μαθητάς, δια να παραθέσουν στον λαόν να φάγη. 16 Ἀφοῦ δὲ ἐπῆρεν ὁ Ἰησοῦς τοὺς πέντε ἄρτους καὶ τὰ δύο ψάρια, ἐσήκωσε τὰ μάτια του εἰς τὸν οὐρανὸν διὰ νὰ εὐχαριστήσῃ καὶ ἐπικαλέσθῃ τὸν ἐπουράνιόν του Πατέρα, καὶ εὐλόγησεν αὐτούς. Καὶ μετὰ τὴν εὐλογίαν ἔκοψε τοὺς ἄρτους εἰς κομμάτια καὶ ἔδιδε συνεχῶς εἰς τοὺς μαθητὰς διὰ νὰ τὰ θέτουν ἐμπρὸς εἰς τὸ πλῆθος τοῦ λαοῦ.
17 καὶ ἔφαγον καὶ ἐχορτάσθησαν πάντες, καὶ ἤρθη τὸ περισσεῦσαν αὐτοῖς κλασμάτων κόφινοι δώδεκα. 17 Και έφαγαν και εχόρτασαν όλοι και εσήκωσαν έπειτα, από ο,τι τους είχε περισσεύσει, δώδεκα κοφίνια γεμάτα. 17 Καὶ ἔφαγαν καὶ ἐχορτάσθησαν ὅλοι. Καὶ ἐσήκωσαν ἔπειτα ὅ,τι τοὺς ἐπερίσσευσε, δηλαδὴ δώδεκα κοφίνια γεμᾶτα ἀπὸ κομμάτια.
18 Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ εἶναι αὐτὸν προσευχόμενον κατὰ μόνας, συνῆσαν αὐτῷ οἱ μαθηταί, καὶ ἐπηρώτησεν αὐτοὺς λέγων· Τίνα με λέγουσιν οἱ ὄχλοι εἶναι; 18 Και ενώ προσηύχετο απομονωμένος από το πλήθος, ήσαν μαζή του οι μαθηταί και τους ηρώτησε, λέγων· “ποίος λένε τα πλήθη ότι είμαι;” 18 Καὶ ἐνῷ προσηύχετο εἰς μέρος μοναχικόν, μακρὰν ἀπὸ τὸ πλῆθος, συνέβη νὰ εἶναι μαζί του οἱ μαθηταὶ καὶ τοὺς ἠρώτησε καὶ εἶπε· Ποῖος νομίζουν τὰ πλήθη τοῦ λαοῦ, ὅτι εἶμαι;
19 οἱ δὲ ἀποκριθέντες εἶπον· Ἰωάννην τὸν βαπτιστήν, ἄλλοι δὲ Ἠλίαν, ἄλλοι δὲ ὅτι προφήτης τις τῶν ἀρχαίων ἀνέστη. 19 Εκείνοι δε αποκριθέντες είπαν· “λέγουν, ότι είσαι Ιωάννης ο Βαπτιστής, άλλοι δε ότι είσαι ο Ηλίας, άλλοι δε ότι είσαι κάποιος προφήτης από τους παλαιούς που αναστήθηκε”. 19 Αὐτοὶ δὲ ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον· Λέγουν, ὅτι εἶσαι ὁ Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής· ἄλλοι δέ, ὅτι εἶσαι ὁ Ἠλίας· ἄλλοι δὲ λέγουν διὰ σέ, ὅτι κάποιος ἀπὸ τοὺς παλαιοὺς προφήτας ἀνεστήθη.
20 εἶπε δὲ αὐτοῖς· Ὑμεῖς δὲ τίνα με λέγετε εἶναι; ἀποκριθεὶς δὲ Πέτρος εἶπε· Τὸν Χριστὸν τοῦ Θεοῦ. 20 Είπε δε εις αυτούς· “σεις, ποιός λέτε ότι είμαι;” Αποκριθείς δε ο Πετρος είπε· “ημείς λέμε, ότι είσαι ο Μεσσίας, τον οποίον ο Θεός έχρισε και έστειλε σωτήρα του κόσμου”. 20 Εἶπε δὲ πρὸς αὐτούς· Σεῖς δὲ ποῖος λέγετε, ὅτι εἶμαι; Ἀπεκρίθη ὁ Πέτρος καὶ εἶπεν· Εἶσαι ὁ Μεσσίας, τὸν ὁποῖον ὡς ἄνθρωπον ἔχρισεν ὁ Θεὸς μὲ τὸ Πνεῦμα του ὑπὲρ πάντα ἄλλον ἀσυγκρίτως καὶ ἀπέστειλεν εἰς τὸν κόσμον σωτῆρα καὶ λυτρωτήν.
21 ὁ δὲ ἐπιτιμήσας αὐτοῖς παρήγγειλε μηδενὶ λέγειν τοῦτο, 21 Αυτός δε τότε εντόνως και αυστηρώς τους παρήγγειλε, να μη λέγουν τούτο εις κανένα. 21 Αὐτὸς δὲ τότε τοὺς ἀπηγόρευσεν αὐστηρῶς καὶ τοὺς παρήγγειλε νὰ μὴ λέγουν τοῦτο εἰς κανένα, διότι λόγῳ τοῦ ὅτι ὁ λαὸς ἐπερίμενε τὸν Μεσσίαν ὡς κοσμικὸν ἄρχοντα, ὑπῆρχε κίνδυνος ἀπὸ τὸν λαϊκὸν ἐνθουσιασμὸν νὰ προκληθῇ ἐπανάστασις ἢ ταραχὴ παρεμποδίζουσα τὸ πνευματικὸν ἔργον του.
22 εἰπὼν ὅτι Δεῖ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου πολλὰ παθεῖν καὶ ἀποδοκιμασθῆναι ἀπὸ τῶν πρεσβυτέρων καὶ ἀρχιερέων καὶ γραμματέων, καὶ ἀποκτανθῆναι, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἐγερθῆναι. 22 Επρόσθεσε δε ότι σύμφωνα με την βουλήν του Θεού πρέπει αυτός, ο υιός του ανθρώπου, να πάθη πολλά και να αποδοκιμασθή από τους πρεσβυτέρους και τους αρχιερείς και τους γραμματείς, και να θανατωθή και την τρίτη ημέρα να αναστηθή. 22 Τοὺς προσέθεσε δέ, ὅτι σύμφωνα μὲ τὴν βουλὴν καὶ τὸ σχέδιον τοῦ Θεοῦ πρέπει ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, ὁ Μεσσίας, ὅχι νὰ ἀνακηρυχθῇ βασιλεὺς ἐγκόσμιος, ὅπως τὸν περιμένουν οἱ πολλοὶ Ἰουδαῖοι, ἀλλὰ νὰ πάθῃ πολλὰ καὶ νὰ ἀποδοκιμασθῇ ἀπὸ τοὺς προεστοὺς καὶ τοὺς Ἀρχιερεῖς καὶ τοὺς γραμματεῖς καὶ νὰ θανατωθῇ καὶ τὴν τρίτην ἡμέραν νὰ ἀναστηθῇ.
23 Ἔλεγε δὲ πρὸς πάντας· Εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἔρχεσθαι, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καθ’ ἡμέραν, καὶ ἀκολουθείτω μοι. 23 Ελεγε δε εις όλους· “εάν κανείς θέλη να με ακολουθή ως οπαδός μου, πρέπει να απαρνηθή τον αμαρτωλόν εαυτόν του, να πάρη την απόφασιν, την οποίαν κάθε ημέραν θα ανανεώνη να υποστή δι' εμέ θλίψεις και αυτόν ακόμη τον σταυρικόν θάνατον και ας με ακολουθή, ας σκέπτεται, ας ζη και ας πράττη έχων εμέ ως υπόδειγμα. 23 Ἔλεγε δὲ πρὸς ὅλους· Ἐὰν κανένας θέλῃ νὰ μὲ ἀκολουθῇ ὡς ὀπαδός μου, ἂς διακόψῃ κάθε φιλίαν καὶ σχέσιν πρὸς τὸν διεφθαρμένον ἑαυτόν του καὶ ἂς λάβη τὴν σταθερὰν ἀπόφασιν καὶ σταυρικὸν ἀκόμη θάνατον δι’ ἐμὲ νὰ ὑποστῇ, τὴν ἀπόφασιν δὲ αὐτὴν ἂς ἀνανεώνῃ κάθε ἡμέραν νεκρώνων τὰ πάθη τῆς σαρκός, καὶ ἂς μὲ ἀκολουθῇ μιμούμενος τὸ παράδειγμά μου.
24 ὃς γὰρ ἂν θέλῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσει αὐτήν· ὃς δ’ ἂν ἀπολέσῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἕνεκεν ἐμοῦ, οὗτος σώσει αὐτήν. 24 Διότι, όποιος θέλει, αρνούμενος εμέ, να σώση την πρόσκαιρον ζωήν του, θα χάση την αιωνίαν και μακαρίαν ζωήν πλησίον του Θεού. Εκείνος δε που θα θυσιάση την ζωήν του προς χάριν εμού, θα σώση την ψυχήν του εις την αιωνίαν ζωήν. 24 Μὴ διστάσῃ δὲ πᾶς τις νὰ προβῇ εἰς τὰς ἀποφάσεις καὶ θυσίας αὐτάς. Διότι ὅποιος θέλει νὰ σώσῃ τὴν πρόσκαιρον ζωήν του, θὰ χάσῃ τὴν πνευματικὴν καὶ μακαρίαν ζωὴν τοῦ μέλλοντος. Ἐκεῖνος δὲ ποὺ θὰ χάσῃ τὴν ζωήν του διὰ τὴν πίστιν του καὶ ὑπακοήν του εἰς ἐμέ, αὐτὸς θὰ σώσῃ τὴν ψυχήν του ἐν τῷ μέλλοντι βίῳ, ὅπου θὰ κερδήσῃ τὴν αἰωνίαν ζωήν.
25 τί γὰρ ὠφελεῖται ἄνθρωπος κερδήσας τὸν κόσμον ὅλον, ἑαυτὸν δὲ ἀπολέσας ἢ ζημιωθείς; 25 Διότι, τι ωφελείται ο άνθρωπος, εάν κερδήση όλον τον κόσμον, χάση δε την ψυχήν του και ζημιωθή με την αιωνίαν καταδίκην και κόλασιν; 25 Ἐκείνη δὲ ἡ σωτηρία εἶναι τὸ πᾶν. Διότι, τί ὠφελεῖται ὁ ἄνθρωπος, ἐὰν κερδήσῃ ὅλον αὐτὸν τὸν ὑλικὸν κόσμον, ὑποστῇ δὲ πλήρη ἀπώλειαν ἢ ἔστω καὶ μερικὴν ζημίαν εἰς τὴν πνευματικὴν ψυχήν του, ἡ ὁποία εἶναι ὁ κυρίως ἐαυτός του καὶ ἡ ὁποία ὡς πνευματικὴ καὶ ἄφθαρτος δὲν συγκρίνεται μὲ κανὲν ἀπὸ τὰ ὑλικὰ τοῦ φθαρτοῦ κόσμου ἀγαθά;
26 ὃς γὰρ ἐὰν ἐπαισχυνθῇ με καὶ τοὺς ἐμοὺς λόγους, τοῦτον ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπαισχυνθήσεται ὅταν ἔλθῃ ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ καὶ τοῦ πατρὸς καὶ τῶν ἁγίων ἀγγέλων. 26 Διότι, όποιος εντραπή εμέ και τους λόγους μου, φοβούμενος εμπαιγμούς και περιφρονήσεις εκ μέρους των ανθρώπων, αυτόν θα εντραπή και ο υιός του ανθρώπου να τον ονομάση ιδικόν του και θα τον αποκυρύξη, όταν με όλην του την δόξαν και με την δόξαν του Πατρός και των αγίων αγγέλων έλθη ως κριτής όλων. 26 Θὰ χάσῃ δὲ τὴν ψυχήν του ἐκεῖνος, ποὺ δὲν θὰ ὑποστῇ δι΄ ἐμὲ τὰς θυσίας αὐτάς. Διότι ὁποιοσδήποτε ἐντραπῇ ἐμὲ καὶ τοὺς λόγους μου ἐπηρεαζόμενος ἀπὸ τὰς περιφρονήσεις καὶ τοὺς χλευασμοὺς τῶν ἀνθρώπων τοῦ κόσμου, θὰ ἐντραπῇ αὐτὸν καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου καὶ θὰ τὸν ἀποκηρύξῃ, ὅταν θὰ ἔλθῃ μὲ τὴν δόξαν, τὴν ὁποίαν ὡς Θεάνθρωπος Κριτὴς θὰ ἔχῃ, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν δόξαν τοῦ Πατρός του καὶ τῶν ἁγίων ἀγγέλων, ποὺ θὰ τὸν συνοδεύουν εὐλαβῶς καὶ θὰ τὸν ὑπηρετοῦν.
27 λέγω δὲ ὑμῖν ἀληθῶς, εἰσί τινες τῶν ὧδε ἑστηκότων, οἳ οὐ μὴ γεύσωνται θανάτου ἕως ἂν ἴδωσι τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ. 27 Σας λέγω δε αληθινά και τούτο· υπάρχουν μερικοί από αυτούς που στέκονται εδώ, οι οποίοι δεν θα δοκιμάσουν θάνατον, έως ότου ίδουν να εγκαθιδρύεται στον κόσμον η βασιλείαν του Θεού”. (Να ιδρύεται η Εκκλησία κατά την ημέραν της Πεντηκοστής δια της επιφοιτήσεως του Αγ. Πνεύματος με δύναμιν πολλήν και να εξαπλώνεται εις όλον τον γνωστόν τότε κόσμον). 27 Σᾶς λέγω δὲ ἀληθινά, ὅτι ὑπάρχουν μερικοὶ ἀπὸ αὐτούς, ποὺ στέκονται ἐδῶ, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ δοκιμάσουν θάνατον, προτοῦ νὰ ἴδουν νὰ καταλύεται κατὰ τὴν καταστροφὴν τῶν Ἱεροσολύμων καὶ τοῦ ναοῦ των ἡ Παλαιὰ θεία τάξις καὶ διαθήκη, διὰ νὰ θεμελιωθῇ μὲ δύναμιν ἀκαταγώνιστον καὶ ὑπερφυσικὴν ἡ Νέα θεία τάξις ἐν τῷ κόσμῳ, τὴν ὁποίαν θὰ ἐκπροσωπῇ ἡ Ἐκκλησία, ὡς ἡ ἄλλη βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τῆς γῆς.
28 Ἐγένετο δὲ μετὰ τοὺς λόγους τούτους ὡσεὶ ἡμέραι ὀκτὼ καὶ παραλαβὼν τὸν Πέτρον καὶ Ἰωάννην καὶ Ἰάκωβον ἀνέβη εἰς τὸ ὄρος προσεύξασθαι. 28 Υστερα από τους λόγους αυτούς, έπειτα από οκτώ περίπου ημέρας, παρέλαβε ο Ιησούς τον Πετρον και τον Ιωάννην και τον Ιάκωβον και ανέβηκε εις ένα όρος δια να προσευχηθή. 28 Ὕστερα δὲ ἀπὸ τοὺς λόγους αὐτούς, μετὰ ὀκτὼ περίπου ἡμέρας, ἀφοῦ ἐπῆρε μαζί του ὁ Ἰησοῦς τὸν Πέτρον καὶ τὸν Ἰωάννην καὶ τὸν Ἰάκωβον, συνέβη νὰ ἀναβῇ εἰς τὸ ὅρος διὰ νὰ προσευχηθῇ.
29 καὶ ἐγένετο ἐν τῷ προσεύχεσθαι αὐτὸν τὸ εἶδος τοῦ προσώπου αὐτοῦ ἕτερον καὶ ὁ ἱματισμὸς αὐτοῦ λευκὸς ἐξαστράπτων. 29 Και ενώ προσηύχετο, έγινε η εξωτερική του μορφή του προσώπου του διαφορετική και η ενδυμασία του ολόλευκη και απαστράπτουσα. 29 Καὶ ἐνῶ προσηύχετο ἔγινεν ἡ ἐξωτερικὴ μορφὴ τοῦ προσώπου του διαφορετική, διότι ἔλαμψε σὰν τὸν ἥλιον καὶ ἡ ἐνδυμασία του ἔγινε λευκὴ καὶ λαμπρὰ σὰν ἀστραπή.
30 καὶ ἰδοὺ ἄνδρες δύο συνελάλουν αὐτῷ, οἵτινες ἦσαν Μωϋσῆς καὶ Ἠλίας, 30 Και ιδού δύο άνδρες συνωμιλούσαν μαζή του. Και αυτοί ήσαν ο Μωϋσής και ο Ηλίας, 30 Καὶ ἰδοὺ δύο ἄνδρες συνωμίλουν μαζί του, καὶ αὐτοὶ ἦσαν ὁ Μωϋσῆς ὡς κυριώτερος τοῦ νόμου ἀντιπρόσωπος, καὶ ὁ Ἠλίας ὡς ἐκπρόσωπος τῶν προφητῶν.
31 οἳ ὀφθέντες ἐν δόξῃ ἔλεγον τὴν ἔξοδον αὐτοῦ ἣν ἔμελλε πληροῦν ἐν Ἱερουσαλήμ. 31 οι οποίοι παρουσιάσθησαν με δόξαν και έλεγαν δια την έξοδόν του, δια την αναχώρησίν του από τον κόσμον αυτόν, την οποίαν σύμφωνα με τας προφητείας έμελλε να εκπληρώση εις την Ιερουσαλήμ. 31 Οὗτοι ἐνεφανίσθησαν περιβεβλημένοι μὲ δόξαν καὶ ἔλεγον περὶ τῆς ἐξόδου του καὶ ἀναχωρήσεώς του ἀπὸ τὸν κόσμον αὐτόν, τὴν ὁποίαν διὰ τοῦ σταυρικοῦ θανάτου καὶ τῆς Ἀναλήψεώς του ἔμελλε σύμφωνα μὲ τὰς προτυπώσεις τοῦ νόμου καὶ τὰς προρρήσεις τῶν προφητῶν νὰ ἐκπληρώσῃ καὶ νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ.
32 ὁ δὲ Πέτρος καὶ οἱ σὺν αὐτῷ ἦσαν βεβαρημένοι ὕπνῳ· διαγρηγορήσαντες δὲ εἶδον τὴν δόξαν αὐτοῦ καὶ τοὺς δύο ἄνδρας τοὺς συνεστῶτας αὐτῷ. 32 Ο δε Πετρος και οι δύο άλλοι μαθηταί είχαν καταληφθή από βαρύν ύπνον. Οταν όμως εξύπνησαν, είδαν την δόξαν του και τους δύο άνδρας, που εστέκοντο μαζή του. 32 Ὁ δὲ Πέτρος καὶ οἱ σύντροφοί του εἶχαν κυριευθῇ ἀπὸ βαρὺν νυσταγμόν, ἐντὸς ὀλίγου ὅμως ἑξαγρύπνησαν καὶ εἶδαν τὴν δόξαν του καὶ τοὺς δύο ἄνδρας, ποὺ ἔστεκαν μαζί του.
33 καὶ ἐγένετο ἐν τῷ διαχωρίζεσθαι αὐτοὺς ἀπ’ αὐτοῦ εἶπεν ὁ Πέτρος πρὸς τὸν Ἰησοῦν· Ἐπιστάτα, καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι· καὶ ποιήσωμεν σκηνὰς τρεῖς, μίαν σοὶ καὶ μίαν Μωϋσεῖ καὶ μίαν Ἠλίᾳ, μὴ εἰδὼς ὃ λέγει. 33 Και συνέβη, όταν οι δύο άνδρες ετοιμαζάζοντο να χωρισθούν από τον Ιησούν, είπεν ο Πετρος προς αυτόν· “διδάσκαλε, είναι καλά να μένωμεν εδώ· ας κάμωμεν τρεις σκηνάς, μίαν δια σε, μίαν δια τον Μωϋσέα και μίαν δια τον Ηλίαν”. Και τα έλεγεν αυτά, χωρίς να καταλαβαίνη καλά-καλά, τι είναι αυτό που έλεγε. 33 Καὶ συνέβη, ὅταν οἱ δύο αὐτοὶ ἄνδρες ἐπρόκειτο νὰ χωριστοῦν ἀπὸ τὸν Ἰησοῦν, εἶπεν ὁ Πέτρος πρὸς αὐτόν· Διδάσκαλε, καλὰ εἶναι νὰ μείνωμεν ἐδῶ. Ἂς κάμωμεν λοιπὸν τρεῖς σκηνάς· μίαν διὰ σὲ καὶ μίαν διὰ τὸν Μωϋσῆν καὶ μίαν διὰ τὸν Ἠλίαν. Εἶπε δὲ ταῦτα ὁ Πέτρος φανταζόμενος, ὅτι ὁ Κύριος μετὰ τῶν δύο προφητῶν εἶχεν ἀνάγκην σκηνῶν καὶ ὅτι ἡ ἔνδοξος Μεταμόρφωσίς του θὰ παρετείνετο παντοτεινὰ καὶ θὰ προελαμβάνετο οὕτω ἡ ἔξοδος καὶ τὸ σταυρικὸν πάθημά του. Συνεπῶς ὁ Πέτρος δὲν ἤξευρε τί ἔλεγεν.
34 ταῦτα δὲ αὐτοῦ λέγοντος ἐγένετο νεφέλη καὶ ἐπεσκίασεν αὐτούς· ἐφοβήθησαν δὲ ἐν τῷ εἰσελθεῖν ἐκείνους εἰς τὴν νεφέλην· 34 Ενώ δε ο Πετρος έλεγε αυτά, ήλθε ένα σύννεφο και τους εκέπασε. Εφοβήθησαν δε ο Πετρος και οι δύο άλλοι μαθηταί, όταν ο Ιησούς και οι δύο προφήται εισήλθον εις την παράδοξον εκείνην νεφέλην, η οποία ήτο σημείον της παρουσίας του Θεού, όπως και άλλοτε στο όρος Σινά. 34 Ἐνῷ δὲ αὐτὸς ἔλεγε ταῦτα, ἦλθε σύννεφον καὶ τοὺς ἐσκέπασεν. Ἐφοβήθησαν δὲ ὁ Πέτρος καὶ οἱ συμμαθηταί του, ὅταν ὁ Διδάσκαλος καὶ οἱ δύο προφῆται ἐμβῆκαν εἰς τὴν νεφέλην. Καὶ ἐφοβήθησαν, διότι τὸ σύννεφον αὐτὸ δεν ἦτο σύνηθες, ἀλλ’ ἦτο σημεῖον τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ.
35 καὶ φωνὴ ἐγένετο ἐκ τῆς νεφέλης λέγουσα· Οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός· αὐτοῦ ἀκούετε. 35 Και ηκούσθη φωνή από την νεφέλην, η οποία έλεγεν· “αυτός είναι ο μονογενής Υιός μου, ο κατ'εξοχήν αγαπητός, που τον έστειλα Σωτήρα του κόσμου. Αυτόν να ακούετε”. 35 Καὶ ἐβγῆκεν ἀπὸ τὴν νεφέλην φωνή, ποὺ ἔλεγεν· Αὐτὸς εἶναι ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ποὺ τὸν ἀπέστειλα διὰ νὰ σωθῇ ὁ κόσμος. Αὐτὸν νὰ ἀκούετε.
36 καὶ ἐν τῷ γενέσθαι τὴν φωνὴν εὑρέθη Ἰησοῦς μόνος. καὶ αὐτοὶ ἐσίγησαν καὶ οὐδενὶ ἀπήγγειλαν ἐν ἐκείναις ταῖς ἡμέραις οὐδὲν ὧν ἑωράκασιν. 36 Και αφού έγινε αυτή η φωνή, ευρέθηκε ο Ιησούς μόνος· και οι τρεις μαθηταί εκράτησαν σιγήν δια το γεγονός και εις κανέναν κατά τας ημέρας εκείνας δεν ανεκοίνωσαν τίποτε από όσα είδαν. 36 Καὶ ὅταν ἔγινεν ἡ φωνὴ αὐτή, εὑρέθη ὁ Ἰησοῦς μόνος, χωρὶς νὰ εἶναι πλέον ἐκεῖ καὶ οἱ δύο προφῆται. Καὶ οἱ τρεῖς αὐτοὶ μαθηταὶ κατ’ ἐντολὴν τοῦ Κυρίου ἐσιώπησαν καὶ δὲν ἀνέφεραν κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας εἰς κανένα τίποτε ἀπὸ ὅσα εἶχον ἴδει, διότι ὑπῆρχε φόβος νὰ προκληθῇ εἴτε σφοδρὰ ἀντίδρασις ἀπὸ τοὺς ἐχθροὺς τοῦ Κυρίου εἴτε ἄκαιρος καὶ ταραχώδης ἐνθουσιασμὸς ἀπὸ τοὺς θαυααστάς του.
37 Ἐγένετο δὲ ἐν τῇ ἑξῆς ἡμέρᾳ κατελθόντων αὐτῶν ἀπὸ τοῦ ὄρους συνήντησεν αὐτῷ ὄχλος πολύς. 37 Κατά δε την επομένην ημέραν, όταν κατέβηκαν από το όρος, συνήντησε τον Ιησούν πολύς λαός. 37 Κατὰ τὴν ἑπομένην δὲ ἡμέραν, ὅταν αὐτοὶ κατέβησαν ἀπὸ τὸ ὅρος, συνέβη νὰ τὸν συναντήση λαὸς πολύς.
38 καὶ ἰδοὺ ἀνὴρ ἀπὸ τοῦ ὄχλου ἀνεβόησε λέγων· Διδάσκαλε, δέομαί σου, ἐπιβλέψον ἐπὶ τὸν υἱόν μου, ὅτι μονογενής μοί ἐστι· 38 Και ιδού, ένας άνθρωπος από το πλήθος εφώναξε και είπε· “διδάσκαλε, θερμώς παρακαλώ, ρίξε ένα βλέμμα ευσπλαγχνίας στον υιόν μου, διότι μου είναι μονογενής. 38 Καὶ ἰδοὺ ἕνας ἄνθρωπος ἀπὸ τὸ πλῆθος τοῦ λαοῦ ἐφώναξε καὶ εἶπε· Διδάσκαλε, σὲ παρακαλῶ, ρίψε σπλαγχνικὸν βλέμμα εἰς τὸν υἱόν μου, διότι μου εἶναι μονάκριβος.
39 καὶ ἰδοὺ πνεῦμα λαμβάνει αὐτόν, καὶ ἐξαίφνης κράζει, καὶ σπαράσσει αὐτὸν μετὰ ἀφροῦ καὶ μόγις ἀποχωρεῖ ἀπ’ αὐτοῦ συντρῖβον αὐτόν· 39 Και ιδού τον κυριεύει από καιρού εις καιρόν πονηρόν πνεύμα και έξαφνα κραυγάζει και τον συγκλονίζει με σπασμούς εις όλον το σώμα και με αφρούς στο στόμα και με δυσκολίαν φεύγει από αυτόν, αφού προηγουμένως τον συντρίψη. 39 Καὶ ἰδοὺ τὸν καταλαμβάνει πνεῦμα πονηρὸν καὶ ἔξαφνα φωνάζει δυνατὰ καὶ τὸ πνεῦμα τὸν σπαράζει μὲ ἀφρὸν ἀπὸ τὸ στόμα, καὶ μὲ κόπον πολὺν φεύγει ἀπ’ αὐτοῦ τὸ δαιμόνιον, ἀφοῦ τὸν κουρελιάσῃ καὶ τὸν κάμῃ ἀναίσθητον.
40 καὶ ἐδεήθην τῶν μαθητῶν σου ἵνα ἐκβάλωσιν αὐτό, καὶ οὐκ ἠδυνήθησαν. 40 Και παρεκάλεσα τους μαθητάς σου, να το διώξουν και δεν ημπόρεσαν”. 40 Καὶ παρεκάλεσα τοὺς μαθητάς σου νὰ τὸ βγάλουν καὶ δὲν ἠμπόρεσαν.
41 ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· Ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη, ἕως πότε ἔσομαι πρὸς ὑμᾶς καὶ ἀνέξομαι ὑμῶν; προσάγαγε τὸν υἱόν σου ὧδε. 41 Απεκρίθη δε ο Ιησούς και είπεν· “ω γενεά, που παρ' όλα τα θαύματα τα οποία είδες, είσαι ακόμη άπιστος και από την κακκίαν σου διεστραμμένη, έως πότε θα είμαι μαζή σας και θα σας ανέχωμαι; Φερε το παιδί σου εδώ”. 41 Ἀπεκρίθη δὲ ὁ Ἰησοῦς καὶ εἶπε· Ὦ γενεά, ποὺ τόσα θαύματα εἶδες καὶ εἶσαι ἀκόμη ἄπιστος, ἀπὸ τὴν κακίαν σου δὲ εἶσαι καὶ διεστραμμένη, ἕως πότε θὰ εἶμαι μαζί σας καὶ θὰ σᾶς ἀνέχωμαι; Φέρε ἐδῶ τὸν υἱόν σου.
42 ἔτι δὲ προσερχομένου αὐτοῦ ἔρρηξεν αὐτὸν τὸ δαιμόνιον καὶ συνεσπάραξεν· ἐπετίμησε δὲ ὁ Ἰησοῦς τῷ πνεύματι τῷ ἀκαθάρτῳ, καὶ ἰάσατο τὸν παῖδα καὶ ἀπέδωκεν αὐτὸν τῷ πατρὶ αὐτοῦ. 42 Ενώ δε ο νέος προσήρχετο στον Ιησούν, τον επέταξεν κάτω με ορμήν το δαιμόνιον και τον συνεκλόνισε με σπασμούς. Ο Ιησούς όμως επέπληξε και έδιωξε το ακάθαρτον πνεύμα, εθεράπευσε το παιδί και το παρέδωσε στον πατέρα του εντελώς υγιές. 42 Ἐνῷ δὲ ὁ νέος αὐτὸς ἦτο ἀκόμη εἰς τὸν δρόμον καὶ ἤρχετο πρὸς τὸν Σωτῆρα, τὸν ἐπέταξε κάτω μὲ βίαν τὸ δαιμόνιον καὶ τοῦ ἐτάραξε μὲ σπασμοὺς ὁλόκληρον τὸν ὀργανισμόν. Ὁ Ἰησοῦς ὅμως ἐπέπληξε τὸ ἀκάθαρτον πνεῦμα καὶ ἰάτρευσε τὸ παιδίον καὶ τὸ ἔδωκε πίσω εἰς τὸν πατέρα του ὑγιές.
43 ἐξεπλήσσοντο δὲ πάντες ἐπὶ τῇ μεγαλειότητι τοῦ Θεοῦ. Πάντων δὲ θαυμαζόντων ἐπὶ πᾶσιν οἷς ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς, εἶπε πρὸς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ· 43 Και κατελαμβάνοντο όλοι από μεγάλην έκπληξιν και θαυμασμόν, δια την μεγαλειότητα του Θεού, όπως εφαίνετο με τα καταπληκτικά αυτά θαύματα. Ενώ δε όλοι εθαύμαζαν με όλα όσα έκαμεν ο Ιησούς, είπε προς τους μαθητάς του, 43 Ἐκυριεύοντο δὲ ὅλοι ἀπὸ ἔκπληξιν διὰ τὸ μεγαλεῖον τῆς δυνάμεως τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἐφανερώνετο διὰ θαυμάτων, τὰ ὁποῖα ἐνήργει ὁ Ἰησοῦς. Ἐνῷ δὲ ὅλοι ἐθαύμαζαν δι’ ὅλα ἐκεῖνα ποὺ ἔκαμεν ὁ Ἰησοῦς, εἶπεν εἰς τοὺς μαθητάς του.
44 Θέσθε ὑμεῖς εἰς τὰ ὦτα ὑμῶν τοὺς λόγους τούτους· ὁ γὰρ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου μέλλει παραδίδοσθαι εἰς χεῖρας ἀνθρώπων. 44 “σεις μη επηρεάζεσθε από τον ψευδή αυτόν ενθουσιασμόν και σχηματίζετε εσφαλμένην γνώμην δι' εμέ. Βαλετε εις τ' αυτιά σας και προσέξτε πολύ τα λόγια αυτά, που θα σας πω· ότι ο υιός του ανθρώπου έντος ολίγου παραδίδεται, σύμφωνα με την βουλήν του Θεού, εις χείρας ανθρώπων οι οποίοι θα τον βασανίσουν και θα τον θανατώσουν”. 44 Μὴ παρασύρεσθε σεῖς ἀπὸ τὸν θαυμασμὸν αὐτὸν τοῦ λαοῦ. Βάλετε εἰς τὰ αὐτιά σας, ἐντυπώσατε εἰς τὴν μνήμην σας, ὥστε νὰ μὴ ξεχάνετε τοὺς λόγους αὐτούς, ποὺ θὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δηλαδὴ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου μέλλει νὰ παραδοθῇ σύμφωνα μὲ τὴν βουλὴν τοῦ Θεοῦ εἰς τὰ χέρια ἀνθρώπων, ποὺ θὰ τὸν κακοποιήσουν καὶ θὰ τὸν θανατώσουν.
45 οἱ δὲ ἠγνόουν τὸ ῥῆμα τοῦτο, καὶ ἦν παρακεκαλυμμένον ἀπ’ αὐτῶν ἵνα μὴ αἴσθωνται αὐτό, καὶ ἐφοβοῦντο ἐρωτῆσαι αὐτὸν περὶ τοῦ ῥήματος τούτου. 45 Αυτοί δε δεν εκαταλάβαιναν το νόημα του λόγου αυτού· και έμεινε κρυμμένος από αυτούς ο λόγος, ώστε να μην ημπορούν να τον εννοήσουν και τον αισθανθούν. Επειδή δεν είχον λάβει ακόμη τον φωτισμόν του Αγίου Πνεύματος. Λογω δε ευλαβείας και συστολής εφοβούντο να τον ερωτήσουν δια το νόημα του λόγου τούτου. 45 Αὐτοὶ δὲ δὲν ἐκατάλαβαν τὴν σημασίαν τοῦ λόγου αὐτοῦ. Καὶ παρέμενε κρυμμένος ἀπὸ αὐτοὺς ὁ λόγος, διὰ νὰ μὴ τὸν ἐννοήσουν, διότι δὲν ἦτο ἀκόμη καιρὸς νὰ φωτίση ὁ Θεὸς τὸν νοῦν των διὰ νὰ ἐννοοῦν τὰς Γραφάς, ἦτο δὲ ἑπόμενον, ἐὰν παράκαιρα τὸν κατενόουν, νὰ ἐκυριεύοντο ἀπὸ διαρκῆ κατήφειαν καὶ ἀποθάρρυνσιν. Καὶ ἐξ εὐλαβείας ἐφοβοῦντο καὶ δὲν εἶχον τὸ θάρρος νὰ τὸν ἐρωτήσουν καὶ νὰ ζητήσουν ἐξηγήσεις διὰ τὸν λόγον αὐτόν.
46 Εἰσῆλθε δὲ διαλογισμὸς ἐν αὐτοῖς, τὸ τίς ἂν εἴη μείζων αὐτῶν. 46 Εν τούτοις εισεχώρησεν εις αυτούς ένας κακός διαλογισμός, ποίος από αυτούς θα ήτο μεγαλύτερος και επισημότερος εις την βασιλείαν του Χριστού. 46 Ἀλλὰ ἀπὸ τὰς προειδοποιήσεις τοῦ Κυρίου, περὶ τοῦ ὅτι ἐπλησίαζεν ἡ ὥρα τοῦ ἐνδόξου τέλους του, ἐνόμισαν ἐκ παρεξηγήσεως οἱ μαθηταί, ὅτι ὁ Διδάσκαλός των ἐπρόκειτο νὰ βασιλεύσῃ. Εἶχον ἀντιληφθῇ ἐξ ἄλλου, ὅτι οἱ τρεῖς συμμαθηταί των, ποὺ εἶχαν ἀναβῇ μετὰ τοῦ Ἰησοῦ εἰς τὸ ὅρος, προετιμήθησαν ἀπὸ αὐτὸν καὶ τοὺς εἶχεν ἐμπιστευθῇ κάποιο μυστικὸν ὁ Διδάσκαλος. Ἐξ ἀφορμῆς λοιπὸν τούτων ἐμβῆκεν εἰς αὐτοὺς διαλογισμὸς κακός, περὶ τοῦ ποῖος θὰ ἦτο μεγαλύτερος καὶ περισσότερον διακεκριμένος ἐξ αὐτῶν εἰς τὴν βασιλείαν, περὶ τῆς ὁποίας ὁ Διδάσκαλος ὡμίλει.
47 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἰδὼς τὸν διαλογισμὸν τῆς καρδίας αὐτῶν, ἐπιλαβόμενος παιδίον ἔστησεν αὐτὸ παρ’ ἑαυτῷ. 47 Ο δε Ιησούς με την θείαν αυτού παγγνωσίαν είδε καθαρά τον εγωϊστικόν αυτόν διαλογισμόν της καρδίας των, επήρε ένα παιδί, το έβαλε να σταθή όρθιον πλησίον του 47 Ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀντελήφθη διὰ τῆς ὑπερφυσικῆς του γνώσεως τὸν διαλογισμόν, ποὺ ἀπησχόλει τὴν διάνοιάν των καὶ ἀφοῦ ἐπῆρεν ἀπὸ τὸ χέρι κάποιο παιδίον, τὸ ἔβαλε νὰ σταθῇ πλησίον του
48 καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Ὃς ἐὰν δέξηται τοῦτο τὸ παιδίον ἐπὶ τῷ ὀνόματί μου, ἐμὲ δέχεται, καὶ ὃς ἐὰν ἐμὲ δέξηται, δέχεται τὸν ἀποστείλαντά με. ὁ γὰρ μικρότερος ἐν πᾶσιν ὑμῖν ὑπάρχων, οὗτός ἐστι μέγας. 48 και είπε εις αυτούς· “όποιος θα δεχθή δια το όνομά μου το παιδί τούτο η ένα από τους ταπεινούς και απλοϊκούς ανθρώπους που μοιάζουν με αυτό το παιδί, δέχεται εμέ. Και οποίος θα δεχθή εμέ, δέχεται τον Πατέρα, που με έστειλε στον κόσμον. Και φυσικά θα είναι ταπεινός και θα δείξη αγάπην εκείνος που θα δεχθή ένα τέτοιον μικρόν, αλλά και θα δοξασθή δια τούτο· διότι εκείνος που ταπεινώνεται και φέρεται ως μικρότερος μεταξύ όλων σας, αυτός θα είναι μεγάλος εις την βασιλείαν των ουρανών”. 48 καὶ εἶπεν εἰς αὐτούς· Ὅποιος θὰ δεχθῇ τὸν ἐξομοιωθέντα πρὸς τὸ ἁπλοῦν καὶ ταπεινὸν καὶ ἀφιλόδοξον αὐτὸ παιδίον μαθητήν μου μὲ τὴν πρόθεσιν νὰ τιμήσῃ ἐμέ, δέχεται ἐμὲ τὸν ἴδιον. Καὶ ὁποῖος θὰ δεχθῇ ἐμέ, δέχεται τὸν ἐπουράνιον Πατέρα μου, ὁ ὁποῖος μὲ ἀπέστειλεν εἰς τὸν κόσμον. Διὰ νὰ δεχθῇ ὅμως μὲ σεβασμὸν τὸν μικρὸν καὶ ἄσημον μαθητήν μου, θὰ ταπεινωθῇ καὶ θὰ γίνῃ μικρότερος κατὰ τὸ φρόνημα καὶ ἀπὸ τὸν μικρὸν καὶ ἄσημον τοῦτον, τὸν ὁποῖον ὑποδέχεται. Ἀλλὰ καὶ δι’ αὐτὸ θὰ ἀξιωθῇ τῆς δόξῃς, ἡ ὁποία ἀνήκει εἰς τοὺς ὑποδεχομένους τὸν ἀποστείλαντά με. Διότι ἐκεῖνος ποὺ ταπεινοῦται καὶ εἶναι μικρότερος μεταξὺ ὅλων σας, αὐτὸς θὰ εἶναι μεγάλος εἰς τὴν βασιλείαν μου.
49 Ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰωάννης εἶπεν· Ἐπιστάτα, εἴδομέν τινα ἐπὶ τῷ ὀνόματί σου ἐκβάλλοντα δαιμόνια, καὶ ἐκωλύσαμεν αὐτὸν, ὅτι οὐκ ἀκολουθεῖ μεθ’ ἡμῶν. 49 Ελαβε δε τότε τον λόγον ο Ιωάννης και είπε· “διδάσκαλε, είδαμε κάποιον να διώχνη δαιμόνια επικαλούμενος το όνομά σου και τον εμποδίσαμε, επειδή δεν σε ακολουθεί μαζή με ημάς”. 49 Ἔλαβε δὲ τότε τὸν λόγον ὀ Ἰωάννης καὶ εἶπε· Διδάσκαλε, τόσον πολὺ ἐκτιμᾷς ἐκεῖνον, ποὺ θὰ δεχθῇ τὸ παιδίον εἰς τὸ ὄνομά σου. Ἡμεῖς ὅμως εἴδομεν κάποιον, ποὺ διὰ τῆς ἐπικλήσεως τοῦ ὀνόματός σου ἔβγαζε δαιμόνια καὶ ἀντὶ νὰ τὸν ἐκτιμήσωμεν, διότι ἐπεκαλεῖτο τὸ ὄνομά σου, τὸν ἐμποδίσαμεν, ἐπειδὴ δὲν σὲ ἀκολούθει μαζὶ μὲ ἡμᾶς, καὶ δὲν ἔλαβε τὴν ἐξουσίαν αὐτὴν ἀπὸ σέ, ὅπως τὴν ἐλάβομεν ἡμεῖς.
50 καὶ εἶπεν πρὸς αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς· Μὴ κωλύετε· οὐ γάρ ἔστι καθ’ ὑμῶν· ὃς γὰρ οὐκ ἔστι καθ’ ὑμῶν, ὑπὲρ ὑμῶν ἐστιν. 50 Και είπε προς αυτόν ο Ιησούς· “μη τον εμποδίζετε· διότι δεν είναι εναντίον σας, κάθε ένας που δεν είναι εναντίον σας, είναι μαζή σας”. 50 Καὶ εἶπε πρὸς αὐτὸν ὀ Ἰησοῦς· Μὴ τὸν ἐμποδίζετε. Διότι δὲν εἶναι ἐνάντιόν σας. Καὶ ὅποιος δὲν εἶναι ἐνάντιόν σας καὶ δὲν εἶναι προκατειλημμένος κατὰ τῆς διδασκαλίας σας, οὐδὲ πολεμεῖ αὐτήν, εἶναι μὲ τὸ μέρος σας καὶ ἑπόμενον εἶναι αὐτὸς νὰ γίνῃ κάποτε ἐξ ὁλοκλήρου ἰδικός σας.
51 Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ συμπληροῦσθαι τὰς ἡμέρας τῆς ἀναλήψεως αὐτοῦ καὶ αὐτὸς ἐστήριξε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ τοῦ πορεύεσθαι εἰς Ἱερουσαλήμ, 51 Οταν δε επλησίαζε πλέον να συμπληρωθούν αι ημέραι, έπειτα από τας οποίας θα εγίνετο η ανάληψίς του στους ουρανούς, αυτός έστρεψε το πρόσωπόν του και προσήλωσε τα βλέμματά του με απόφασιν σταθεράν να πορευθή εις Ιεροσόλυμα, όπου θα υφίστατο το φρικτό πάθος. 51 Καὶ συνέβη, ὅταν συνεπληροῦτο ὁ ὡρισμένος ἀριθμὸς τῶν ἡμερῶν, μετὰ τὰς ὁποίας θὰ ἐγίνετο ἡ ἀνάληψίς του εἰς τοὺς οὐρανούς, καὶ αὐτὸς ἐστήριξε τὸ πρόσωπόν του καὶ ἐκάρφωσε τὰ μάτια του μὲ ἀπόφασιν στερεὰν καὶ ἀκλόνητον νὰ ὑπάγῃ εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα, ὅπου θὰ τὸν ἐσταύρωναν.
52 καὶ ἀπέστειλεν ἀγγέλους πρὸ προσώπου αὐτοῦ. καὶ πορευθέντες εἰσῆλθον εἰς κώμην Σαμαρειτῶν, ὡστε ἑτοιμάσαι αὐτῷ· 52 Και έστειλε αγγελιοφόρους προ αυτού εις τα διάφορα χωρία και τας πόλεις· και αυτοί επορεύθησαν και επήγαν εις ένα χωριό των Σαμαρειτών, δια να ετοιμάσουν εις αυτόν και τους μαθητάς του τόπον να μείνουν. 52 Καὶ ἀπέστειλεν ἀγγελιαφόρους εἰς τὰ διάφορα χωριὰ καὶ τὰς πόλεις, προτοῦ νὰ ὑπάγῃ αὐτοπροσώπως ἐκεῖ. Καὶ αὐτοὶ ἀφοῦ ἐπῆγαν, ἐμβῆκαν εἰς κάποιο χωρίον τῶν Σαμαρειτῶν διὰ νὰ ἐτοιμάσουν εἰς αὐτὸν καὶ εἰς τοὺς μαθητὰς τόπον, εἰς τὸν ὁποῖον θὰ κατέλυον.
53 καὶ οὐκ ἐδέξαντο αὐτόν, ὅτι τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ἦν πορευόμενον εἰς Ἱερουσαλήμ. 53 Αλλά οι κάτοικοι δεν τον εδέχθησαν, διότι αυτός επήγαινε εις την Ιερουσαλήμ, πόλιν εχθρικήν εις αυτούς. 53 Ἀλλ’ οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου ἐκείνου δὲν τὸν ἐδέχθησαν, διότι αὐτὸς ἐπήγαινεν εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα, τὴν πρωτεύουσαν τῶν ἐχθρῶν των, διὰ νὰ ἑορτάσῃ ἐκεῖ τὸ Πάσχα καὶ ὄχι εἰς τὸ Γαρειζίν, ὅπου οἱ Σαμαρεῖται ἐπέμενον ὅτι ἔπρεπε νὰ λατρεύεται ὁ Θεός.
54 ἰδόντες δὲ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ Ἰάκωβος καὶ Ἰωάννης εἶπον· Κύριε, θέλεις εἴπωμεν πῦρ καταβῆναι ἀπὸ οὐρανοῦ καὶ ἀναλῶσαι αὐτούς, ὡς καὶ Ἠλίας ἐποίησε; 54 Οταν δε οι μαθηταί του, Ιάκωβος και Ιωάννης, είδαν τους απεσταλμένους να γυρίζουν διωγμένοι και επληροφορήθησαν το γεγονός, είπαν με αγανάκτησιν· “Κυριε, θέλεις να πούμε να κατεβή φωτιά από τον ουρανόν και να τους εξολοθρεύση, όπως έκαμε άλλοτε ο Ηλίας;” 54 Ὅταν δὲ οἱ μαθηταί του Ἰάκωβος καὶ Ἰωάννης εἶδαν τοὺς ἀπεσταλμένους νὰ γυρίζουν περιφρονημένοι, εἶπαν· Κύριε, εἶναι μὲ τὴν ἄδειαν καὶ θέλησίν σου νὰ εἴπωμεν, ἵνα καταβῇ πῦρ ἀπὸ τὸν οὐρανὸν καὶ τοὺς κατακαύσῃ, ὅπως καὶ ὁ Ἠλίας ἔκαμεν ἄλλοτε τοῦτο εἰς τοὺς ἀνθρώπους τοῦ Ὀχοζίου;
55 στραφεὶς δὲ ἐπετίμησεν αὐτοῖς καὶ εἶπεν· Οὐκ οἴδατε ποίου πνεύματός ἐστε ὑμεῖς· 55 Ο Ιησούς όμως εστράφη προς αυτούς, τους επέπληξε και είπε· “δεν ξέρετε ακόμη ποίων διαθέσεων και ποίας πνευματικής καταστάσεως είσθε εσείς. Δεν είσθε άνθρωποι του πνεύματος της οργής και της τιμωρίας, που εκυριαρχούσε εις εποχήν της Παλαιάς Διαθήκης, αλλά του πνεύματος της αγάπης και της συγνώμης, που σώζει. 55 Ὁ Ἰησοῦς ὅμως ἐστράφη ὀπίσω πρὸς αὐτοὺς καὶ τοὺς ἐπέπληξε καὶ εἶπε· Δὲν ἠξεύρετε ἀκόμη ποίων διαθέσεων καὶ φρονημάτων ἀνθρώπους σᾶς κάνει ἡ νέα πνευματικὴ δύναμις καὶ ζωή, τὴν ὁποίαν μεταδίδει ἡ διδασκαλία μου καὶ ἡ χάρις τοῦ Πνεύματός μου. Δὲν εἶσθε ἄνθρωποι καὶ διδάσκαλοι τοῦ πνεύματος τῆς ὀργῆς καὶ τιμωρίας, ποὺ ἐπεκράτει εἰς τὴν Π. Δ., ἀλλὰ τοῦ πνεύματος τῆς πραότητος καὶ μακροθυμίας καὶ ἀγάπης, ποὺ δὲν καταστρέφει, ἀλλὰ σώζει.
56 ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἦλθε ψυχὰς ἀνθρώπων ἀπολέσαι, ἀλλὰ σῶσαι. καὶ ἐπορεύθησαν εἰς ἑτέραν κώμην. 56 Διότι ο υιός του ανθρώπου δεν ήλθε να καταδικάση ψυχάς εις απώλειαν, αλλά να τας σώση”. Και επήγαν τότε εις άλλο χωρίον. 56 Διότι καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου δὲν ἦλθε νὰ ρίψῃ εἰς ἀπώλειαν τὰς ψυχὰς τῶν ἀνθρώπων, ἀλλ’ ἦλθε νὰ τὰς σώσῃ. Καὶ ἐπῆγαν εἰς ἄλλο χωρίον τῆς Σαμαρείας.
57 Ἐγένετο δὲ πορευομένων αὐτῶν ἐν τῇ ὁδῷ εἶπέ τις πρὸς αὐτόν· Ἀκολουθήσω σοι ὅπου ἐὰν ἀπέρχῃ, Κύριε. 57 Καθώς δε εβάδιζαν στον δρόμον, είπε κάποιος προς αυτόν· “Κυριε, θα σε ακολουθήσω, όπου και αν πηγαίνης”. 57 Καὶ συνέβη, ἐνῷ αὐτοὶ ἐπήγαιναν εἰς τὸν δρόμον, εἶπε κάποιος πρὸς αὐτόν· Κύριε, θὰ σὲ ἀκολουθήσω, ὅπου καὶ ἂν ὑπάγῃς.
58 καὶ εἶπεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Αἱ ἀλώπεκες φωλεοὺς ἔχουσι καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατασκηνώσεις, ὁ δὲ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἔχει ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ. 58 Και είπεν εις αυτόν ο Ιησούς· “οι αλώπεκες έχουν τας φωλεάς των και τα πτηνά του ουρανού τις κούρνιες των, ο δε υιός του ανθρώπου δεν έχει που να κλίνη την κεφαλήν, και κάθε ένας που με ακολουθεί θα υποβληθή, όπως και εγώ, εις στερήσεις και θυσίας”. 58 Καὶ ὁ Ἰησοῦς εἶπε πρὸς αὐτόν· Αἱ ἀλεποῦδες ἔχουν φωλεὰς καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ ἔχουν μέρη ποὺ κουρνιάζουν· ὁ δὲ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, (δηλ. ἐγώ, ποὺ ἐγεννήθην ἀπὸ μόνην τὴν Παρθένον καὶ εἶμαι ὁ κατ’ ἐξοχὴν καὶ γνωστὸς ἐκ τῆς ὑποσχέσεως τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν Ἀδὰμ ἄνθρωπος), δὲν ἔχει ποὺ νὰ ἀκουμβήσῃ τὴν κεφαλήν του. Μὴ περιμένῃς λοιπὸν καὶ σὺ σωματικὰς ἀνέσεις καὶ ἀναπαύσεις, ἀλλὰ λάβε τὰς ἀποφάσεις σου γνωρίζων ἐκ προτέρου, ὅτι ἡ ζωὴ τῶν ἀκολούθων μου εἶναι γεμᾶτη ἀπὸ στερήσεις καὶ θυσίας ὅπως ἡ ἰδική μου.
59 εἶπε δὲ πρὸς ἕτερον· Ἀκολούθει μοι. ὁ δὲ εἶπε· Κύριε, ἐπίτρεψόν μοι ἀπελθόντι πρῶτον θάψαι τὸν πατέρα μου. 59 Είπε δε προς κάποιον άλλον· “έλα μαζή μου”. Εκείνος δε είπε· “Κυριε, δος μου την άδεια να πάω πρώτον να θάψω τον πατέρα μου και έπειτα να σε ακολουθήσω”. 59 Εἶπε δὲ ὁ Ἰησοῦς εἰς κάποιον ἄλλον· Ἀκολούθει με. Αὐτὸς δὲ εἶπε· Κύριε, δός μου τὴν ἄδειαν νὰ ἀπέλθω καὶ νὰ θάψω πρῶτον τὸν πατέρα μου καὶ ὕστερα νὰ σὲ ἀκολουθήσω.
60 εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Ἄφες τοὺς νεκροὺς θάψαι τοὺς ἑαυτῶν νεκρούς· σὺ δὲ ἀπελθὼν διάγγελλε τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ. 60 Ο δε Ιησούς (διότι ήθελε να τον προφυλάξη από τας συνήθεις κληρονομικάς διαφοράς που επακολουθούν τον θάνατον του πατρός) του είπε· “άφησε τους πνευματικώς νεκρούς, τους ανθρώπους που δεν πιστεύουν εις εμέ, να θάψουν τους νεκρούς των. Συ δε μαζή με τους άλλους μαθητάς μου, πήγαινε και κήρυττε στους ανθρώπους την βασιλείαν του Θεού”. 60 Ὁ Ἰησοῦς ὅμως διαβλέπων, ὅτι ὁ μαθητὴς ἐκεῖνος ἐκινδύνευε νὰ ἐμπλέξῃ εἰς κληρονομικὰς διαμάχας, ποὺ θὰ τοῦ ἐψύχραιναν τὸν ζῆλον, εἶπε πρὸς αὐτόν· Ἄφησε τοὺς συγγενεῖς σου, οἱ ὁποῖοι φαίνονται μὲν ζωντανοί, πράγματι ὅμως λόγῳ τῆς ἀπιστίας των εἶναι πνευματικῶς νεκροί, νὰ θάψουν τοὺς νεκρούς, ποὺ εἶναι ἰδικοί των, διότι καὶ αὐτοὶ ἐν ἀπιστίᾳ ἀπέθανον. Σὺ δὲ πήγαινε μαζὶ μὲ αὐτούς, ποὺ πρόκειται μετ’ ὀλίγον νὰ ἀποστείλω, καὶ διὰ τοῦ κηρύγματός σου διάδιδε τὴν εἴδησιν, ὅτι μετ’ ὀλίγον ἐγκαθιδρύεται καὶ ἐπὶ τῆς γῆς ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
61 Εἶπε δὲ καὶ ἕτερος· Ἀκολουθήσω σοι, Κύριε· πρῶτον δὲ ἐπίτρεψόν μοι ἀποτάξασθαι τοῖς εἰς τὸν οἶκόν μου. 61 Είπε δε και ένας άλλος· “Κυριε, θα σε ακολουθήσω, αλλά δος μου την άδειαν να αποχαιρετήσω τους οικείους μου”. 61 Εἶπε δὲ καὶ κάποιος ἄλλος· θὰ σὲ ἀκολουθήσω, Κύριε· ἀλλὰ δός μου τὴν ἄδειαν νὰ ἀποχαιρετήσω πρῶτον ἐκείνους, ποὺ εἶναι στὸ σπίτι μου.
62 εἶπε δὲ ὁ Ἰησοῦς πρὸς αὐτόν· Οὐδεὶς ἐπιβαλὼν τὴν χεῖρα αὐτοῦ ἐπ’ ἄροτρον καὶ βλέπων εἰς τὰ ὀπίσω εὔθετός ἐστιν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ. 62 Είπε δε προς αυτόν ο Ιησούς· “κανένας γεωργός, που έχει βάλει το χέρι στο αλέτρι και βλέπει εις τα οπίσω, δεν ημπορεί να οργώση το χωράφι. Ετσι και καθένας που αναλαμβάνει να εργασθή ως μαθητής και απόστολός μου και γυρίζει πίσω προς τους ιδικούς του και τους ανθρώπους του κόσμου, δεν είναι άξιος δια την βασιλείαν των ουρανών”. 62 Εἶπε δὲ πρὸς αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς· Κάθε ἕνας ποὺ ἔβαλε τὸ χέρι του ἐπάνω εἰς ἀλέτρι καὶ βλέπει εἰς τὰ ὀπίσω καὶ ὅχι πρὸς τὸ μέρος, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ὀργώσῃ, δὲν εἶναι κατάλληλος διὰ γεωργός. Ἔτσι καὶ ἐκεῖνος, ποὺ ἐκλήθη εἰς τὴν διακονίαν τοῦ Κυρίου, πρέπει νὰ βλέπῃ πάντοτε ἐμπρὸς εἰς τὸ πνευματικόν του ἔργον καὶ νὰ ξεχάσῃ ὁλοτελῶς τὰ σωματικὰ καὶ ὑλικά, διότι ἄλλως δὲν θὰ μπορέσῃ νὰ κρατήσῃ διὰ τὸν ἑαυτόν του στερεὰ τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ἐργασθῇ ἀποτελεσματικῶς πρὸς διάδοσιν αὐτῆς καὶ εἰς τοὺς ἄλλους.