Δευτέρα, 04 Μαρτίου 2024
Ανατ: 06:53
Δύση: 18:22
Σελ. 24 ημ.
64-302
16ος χρόνος, 5861η ημέρα
Έκδοση: 4η

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10 (Ι)


 
 
Αρχαίο κείμενο Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Μετὰ δὲ ταῦτα ἀνέδειξεν ὁ Κύριος καὶ ἑτέρους ἑβδομήκοντα, καὶ ἀπέστειλεν αὐτοὺς ἀνὰ δύο πρὸ προσώπου αὐτοῦ εἰς πᾶσαν πόλιν καὶ τόπον οὗ ἤμελλεν αὐτὸς ἔρχεσθαι. 1 Μετά ταύτα ανέδειξε ο Κυριος και άλλους εβδομήκοντα μαθητάς και τους έστειλε δύο-δύο μαζή, να μεταβούν ενωρίτερα από αυτόν εις κάθε πόλιν και τόπον, όπου επρόκειτο και αυτός να έλθη. 1 Μετὰ ταῦτα δὲ ἐξέλεξε καὶ ἀνεγνώρισε δημοσία ὁ Κύριος καὶ ἄλλους ἑβδομήκοντα μαθητάς, καὶ ἀνὰ δύο μαζὶ ἀπέστειλεν αὐτοὺς προτήτερα ἀπὸ τὸν ἑαυτόν του εἰς κάθε πόλιν καὶ μέρος, ὅπου ἐπρόκειτο νὰ ἔλθῃ καὶ αὐτός.
2 ἔλεγεν οὖν πρὸς αὐτούς· Ὁ μὲν θερισμὸς πολύς, οἱ δὲ ἐργάται ὀλίγοι· δεήθητε οὖν τοῦ κυρίου τοῦ θερισμοῦ ὅπως ἐργάτας ἐκβάλῃ εἰς τὸν θερισμὸν αὐτοῦ. 2 Ελεγε δε εις αυτούς· “ο μεν θερισμός είναι πολύς, οι δε εργάται ολίγοι.(Πολλοί δηλαδή είναι εκείνοι, που έχουν την αγαθή διάθεσιν να ακούσουν το κήρυγμα του Ευαγγελίου, ολίγοι όμως είναι οι εργάται του Ευαγγελίου). Παρακαλέσατε, λοιπόν, τον Κυριον του θερισμού, τον Θεόν, να στείλη εργάτας στον θερισμόν του. 2 Ἔλεγε λοιπὸν εἰς αὐτούς· Τὰ μὲν ὥριμα διὰ θερισμὸν στάχυα εἶναι πολλά, οἱ δὲ ἐργάται ποὺ θὰ τὰ θερίσουν, εἶναι ὀλίγοι. Πολλοὶ δηλαδὴ εἶναι οἱ εὐδιάθετοι νὰ δεχθοῦν τὸ Εὐαγγέλιον καὶ νὰ σωθοῦν, ὀλίγοι ὅμως εἶναι οἱ πνευματικοὶ ἐργάται, ποὺ θὰ ὑπηρετήσουν εἰς τὸ πνευματικὸν αὐτὸ ἔργον. Παρακαλέσατε λοιπὸν τὸν Θεόν, ποὺ εἶναι κύριος καὶ ἰδιοκτήτης τῆς ὡρίμου πρὸς θερισμὸν σπορᾶς, νὰ βγάλῃ καὶ ἀποστείλῃ ἐργάτας εἰς τὸν θερισμόν του.
3 ὑπάγετε· ἰδοὺ ἀποστέλλω ὑμᾶς ὡς ἄρνας ἐν μέσῳ λύκων. 3 Σεις πηγαίνετε τώρα ως εργάται του Ευαγγελίου. Θα συναντήσετε όμως δυσκολίας και εμπόδια. Ιδού εγώ σας στέλνω ως αρνία ανάμεσα εις λύκους. 3 Πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ Θείου αὐτοῦ ἔργου πηγαίνετε καὶ σεῖς τώρα καὶ ἐκτελέσατέ το μὲ θάρρος καὶ καρτερίαν. Ἰδοὺ ἐγὼ σᾶς ἀποστέλλω σὰν ἀρνία ἥμερα ἐν μέσῳ αἱμοβόρων λύκων, πρὸς τοὺς ὁποίους ὁμοιάζουν οἱ ἐχθροὶ τοῦ εὐαγγελίου, οἱ κυριευμένοι ἀπὸ τὰ ἄγρια πάθη τῆς κακίας.
4 μὴ βαστάζετε βαλάντιον, μὴ πήραν, μηδὲ ὑποδήματα, καὶ μηδένα κατὰ τὴν ὁδὸν ἀσπάσησθε. 4 Μη κρατείτε επάνω σας βαλάντιον, ούτε ταξιδιωτικόν σακκίδιο ούτε υποδήματα, εκτός από αυτά που φορείτε· και στον δρόμον να μη σταθήτε να χαιρετήσετε κανένα με τους μακρούς χαιρετισμούς, που συνηθίζουν οι Εβραίοι. 4 Μὴ βαστᾶτε πουγγίον διὰ χρήματα, οὔτε σάκκον ταξιδιωτικὸν διὰ τροφάς, οὔτε ὑποδήματα νὰ βαστᾶτε, ἀλλὰ νὰ ἀρκῆσθε εἰς αὐτὰ ποὺ φορεῖτε. Καὶ μὴ σταματάτε εἰς τὸν δρόμον σας διὰ νὰ χάσετε καιρὸν εἰς χαιρετισμοὺς μὲ κάποιον ποὺ συνηντήσατε.
5 εἰς ἣν δ’ ἂν οἰκίαν εἰσέρχησθε, πρῶτον λέγετε· εἰρήνη τῷ οἴκῳ τούτῳ. 5 Εις όποιο δε σπίτι εισέρχεσθε, πρώτα-πρώτα να λέτε· Ας έλθη η ειρήνη του Θεού εις όλον αυτόν τον οίκον. 5 Εἰς ὅποιο δὲ σπίτι ἐμβαίνετε, πρῶτον νὰ λέγετε· Ἄς ἔλθῃ εἰρήνη εἰς ὅλους, ὅσοι κατοικοῦν εἰς τὸ σπίτι αὐτό.
6 καὶ ἐὰν ᾖ ἐκεῖ υἱὸς εἰρήνης, ἐπαναπαύσεται ἐπ’ αὐτὸν ἡ εἰρήνη ὑμῶν· εἰ δὲ μήγε, ἐφ’ ὑμᾶς ἐπανακάμψει. 6 Και αν μεν υπάρχη εκεί άνθρωπος ειρηνικός και αγαθός, θα μείνη εις αυτόν η ειρήνη που ευχηθήκατε, ει δ' άλλως θα γυρίση πάλιν εις σας και θα απολαύσετε σεις την ειρήνην, που ευχηθήκατε. 6 Καὶ ἐὰν μὲν ὑπάρχῃ εἰς τὸ σπίτι αὐτὸ ἄνθρωπος εἰρηνικός, ὥστε νὰ εἶναι ἄξιος τῆς εὐχῆς σας αὐτῆς, θὰ μείνῃ μέσα του καὶ θὰ ἐπαναπαυθῇ εἰς αὐτὸν ἡ εἰρήνη, τὴν ὁποίαν τοῦ ηὐχήθητε. Εἰ δ’ ἄλλως ἡ εἰρήνη σας θὰ ἐπιστρέψῃ πάλιν εἰς σᾶς καὶ θὰ ἀπολαύσετε σεῖς τὴν εὐχὴν τῆς εἰρήνης.
7 ἐν αὐτῇ δὲ τῇ οἰκίᾳ μένετε ἐσθίοντες καὶ πίνοντες τὰ παρ’ αὐτῶν· ἄξιος γὰρ ὁ ἐργάτης τοῦ μισθοῦ αὐτοῦ ἐστι· μὴ μεταβαίνετε ἐξ οἰκίας εἰς οἰκίαν. 7 Εις το σπίτι δε που εμπήκατε και σας εδέχθησαν, εκεί να μένετε και με πάσαν απλότητα να τρώγετε και να πίνετε αυτά, που σας προσφέρουν. Διότι σεις είσθε πνευματικοί εργάται και είναι δίκαιον ως μισθόν της εργασίας σας να λαμβάνετε τουλάχιστον την τροφήν σας. Διότι ο εργάτης είναι δίκαιον να παίρνη τον μισθόν του. Μη πηγαίνετε δε από το ένα σπίτι στο άλλο (δια να μη δώσετε την εντύπωσιν, ότι με την συνεχή αυτήν αλλαγήν επιδιώκετε περισσοτέρας περιποιήσεις). 7 Εἰς αὐτὴν δὲ τὴν οἰκίαν, ποὺ ἐμβήκατε, μένετε. Καὶ ἐκεῖ τρώγετε καὶ πίνετε ἐκεῖνα, ποὺ σᾶς παρέχουν αὐτοί. Ἂς ἀναλαμβάνουν αὐτοὶ τὰ ἔξοδα τῆς συντηρήσεώς σας. Διότι εἶσθε ἐργάται, ποὺ ἐργάζεσθε διὰ τὴν πνευματικὴν ὠφέλειαν τῶν ἀνθρώπων καὶ ὁ ἐργάτης εἶναι δίκαιον νὰ λαμβάνῃ τὸν μισθὸν τῆς ἐργασίας του. Δίκαιον λοιπὸν εἶναι καὶ σεῖς νὰ συντηρῆσθε ἀπὸ ἐκείνους, διὰ τὴν πνευματικὴν ὠφέλειαν τῶν ὁποίων κοπιάζετε. Καὶ μὴ πηγαίνετε ἀπὸ ἕνα σπίτι εἰς ἄλλο σπίτι, ἀλλάζοντες διαμονήν.
8 καὶ εἰς ἣν ἂν πόλιν εἰσέρχησθε καὶ δέχωνται ὑμᾶς, ἐσθίετε τὰ παρατιθέμενα ὑμῖν, 8 Εις όποιαν πόλιν πηγαίνετε και σας δέχονται οι κάτοικοι, να τρώγετε αυτά που σας παραθέτουν, χωρίς να ζητήτε τίποτε το ιδιαίτερον και καλύτερον. 8 Καὶ εἰς ὁποιανδήποτε πόλιν ἐμβαίνετε καὶ σᾶς δέχονται οἱ κάτοικοί της, τρώγετε ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα σᾶς παραθέτουν, χωρὶς νὰ ζητῆτε περισσότερον ἢ διάφορόν τι.
9 καὶ θεραπεύετε τοὺς ἐν αὐτῇ ἀσθενεῖς, καὶ λέγετε αὐτοῖς· ἤγγικεν ἐφ’ ὑμᾶς ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. 9 Να θεραπεύετε τους ασθενείς, που υπάρχουν εις την πόλιν αυτήν και να λέγετε εις αυτούς· Εχει πλησιάσει πλέον εις σας η βασιλεία του Θεού, την οποίαν ο Μεσσίας, που ήλθε, θα ιδρύση εις την οικουμένην. 9 Καὶ θεραπεύετε τοὺς ἀρρώστους, ποὺ ὑπάρχουν εἰς τὴν πόλιν αὐτήν. Καὶ λέγετε εἰς αὐτούς· ἐπλησίασε καὶ μετ’ ὀλίγον ἔρχεται εἰς σᾶς ἡ πνευματικὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία διὰ τῆς ὑπὸ τοῦ Μεσσίου ἱδρυομένης Ἐκκλησίας θὰ καλῇ καὶ θὰ ἑλκύῃ τοὺς ἀνθρώπους εἰς οὐρανίαν ζωήν. Ἐτοιμασθῆτε διὰ νὰ δεχθῆτε αὐτήν.
10 εἰς ἣν δ’ ἂν πόλιν εἰσέρχησθε καὶ μὴ δέχωνται ὑμᾶς, ἐξελθόντες εἰς τὰς πλατείας αὐτῆς εἴπατε· 10 Εις οποίαν όμως πόλιν εισέρχεσθε και δεν σας δέχονται, εβγάτε εις τας πλατείας της και πέστε στον κόσμον, που θα είναι εκεί συγκεντρωμένος· 10 Εἰς οἰανδήποτε δὲ πόλιν ἐμβαίνετε καὶ δὲν σᾶς δέχονται οἱ κάτοικοι, ἀφοῦ βγῆτε εἰς τὰς πλατείας της, εἴπατε δημοσίως, ὥστε νὰ σᾶς ἀκούσουν ὅλοι:
11 καὶ τὸν κονιορτὸν τὸν κολληθέντα ἡμῖν ἀπὸ τῆς πόλεως ὑμῶν εἰς τοὺς πόδας ἡμῶν ἀπομασσόμεθα ὑμῖν· πλὴν τοῦτο γινώσκετε, ὅτι ἤγγικεν ἐφ’ ὑμᾶς ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. 11 Και την σκόνη που έχει κολλήσει εις τα πόδια μας από την πόλιν αυτήν, την τινάσσομεν και σας την αφίνομεν. (Εφ' όσον δεν μας εδεχθήκατε, τίποτε απολύτως δεν θέλομεν να έχωμεν από σας) αλλά μάθετε τούτο, ότι η βασιλεία του Θεού έφθασε και αλλοίμονον εις εκείνους, που δεν την δέχονται. 11 Καὶ τὴν σκόνην, ποὺ ἐκόλλησεν εἰς τὰ πόδια μας ἀπὸ τὸ χῶμα τῆς πόλεως σας, τὴν σφογγίζομεν καὶ τὴν ἀφήνομεν διὰ σᾶς. Δὲν θέλομεν τίποτε ἰδικόν σας νὰ μείνῃ ἐπάνω μας, οὔτε σχέσιν τινὰ νὰ ἔχωμεν μαζί σας. Νὰ ἠξεύρετε ὅμως αὐτό, ὅτι ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐπλησίασε καὶ εἶναι κοντά σας, ἀλλοίμονον δὲ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν τὴν δέχονται.
12 λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι Σοδόμοις ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ἀνεκτότερον ἔσται ἢ τῇ πόλει ἐκείνῃ. 12 Σας λέγω δε τούτο, ότι κατά την μεγάλην ημέραν της κρίσεως, περισσότερον υποφερτή θα είναι η τιμωρία των Σοδόμων από την τιμωρίαν της πόλεως εκείνης. 12 Σᾶς βεβαιῶ δέ, ὅτι κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην τῆς κρίσεως θὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὰ Σόδομα περισσότερον ὑποφερτὴ τιμωρία παρὰ εἰς τὴν πόλιν ἐκείνην, ἡ ὁποία δὲν ἐδέχθη τοὺς ἀπεσταλμένους μου.
13 οὐαί σοι, Χοραζίν· οὐαί σοι, Βηθσαϊδά· ὅτι εἰ ἐν Τύρῳ καὶ Σιδῶνι ἐγένοντο αἱ δυνάμεις αἱ γενόμεναι ἐν ὑμῖν, πάλαι ἂν ἐν σάκκῳ καὶ σποδῷ καθήμενοι μετενόησαν. 13 Αλλοίμονό σου, Χοραζίν, αλλοίμονό σου, Βηθσαϊδά! Διότι, εάν εις τας ειδωλολατρικάς και αμαρτωλάς πόλεις Τύρον και Σιδώνα, είχαν γίνει τα θαύματα, που έγιναν ανάμεσά σας, θα είχαν προ πολλού οι κάτοικοί τους μετανοήσει και εις εκδήλωσιν της μετανείας των θα είχαν καθίσει καταγής και θα φορούσαν αντί ενδύματος σάκκον και θα είχαν αντί μύρου στο κεφάλι των στάκτην. 13 Ἀλλοίμονον εἰς σέ, Χοραζίν· ἀλλοίμονον εἰς σέ, Βηθσαϊδά· διότι, ἐὰν εἰς τὰς φημισμένας διὰ τὴν κακίαν τους εἰδωλολατρικὰς πόλεις Τύρον καὶ Σιδῶνα εἶχαν γίνει τὰ θαύματα, ποὺ ἔγιναν εἰς σᾶς, πρὸ πολλοῦ οἱ κάτοικοί των θὰ ἄφιναν κάθε ἄλλο ἔργον των καὶ καθισμένοι κατὰ γῆς ἐν συντριβῇ καὶ φέροντες τὰ σύμβολα καὶ ἐμβλήματα τοῦ πένθους, δηλαδὴ σάκκον ἀντὶ ἐνδύματος καὶ στάκτην ἐπὶ τῆς κεφαλῆς των, θὰ εἶχαν μετανοήσει.
14 πλὴν Τύρῳ καὶ Σιδῶνι ἀνεκτότερον ἔσται ἐν τῇ κρίσει ἢ ὑμῖν. 14 Αλλά θα είναι περισσότερον υποφερτή η θέσις της Τυρου και Σιδώνος και ελαφροτέρα η τιμωρία που θα τους επιβληθή κατά την ημέραν της κρίσεως παρά εις σας. 14 Ἀλλὰ εἰς τοὺς κατοίκους τῆς Τύρου καὶ τῆς Σιδῶνος θὰ ἐπιβληθῇ ἐλαφροτέρα τιμωρία κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς κρίσεως παρὰ εἰς σᾶς.
15 καὶ σύ, Καπερναούμ, ἡ ἕως τοῦ οὐρανοῦ ὑψωθεῖσα, ἕως ᾅδου καταβιβασθήσῃ. 15 Και συ, Καπερναούμ, που εδοξάσθης και υψώθηκες έως τον ουρανόν, εκ του γεγονότος ότι υπήρξες κατοικία του Μεσσίου και αξιώθηκες να απολαύσης τόσα και τόσα θαύματα, θα καταπέσης βαθειά στον Αδην. 15 Καὶ σύ, Καπερναούμ, ποὺ ἔγινες κατοικία τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Κυρίου καὶ δι’ αὐτὸ ὑψώθης δοξασμένη μέχρι τοῦ οὐρανοῦ, θὰ καταβιβασθῇς ἐντροπιασμένη μέχρι τοῦ Ἅδου. Τὰ αὐτὰ δὲ θὰ πάθουν καὶ ἐκεῖνοι, ποὺ δὲν θὰ δεχθοῦν καὶ τὸ ἰδικόν σας κήρυγμα.
16 Ὁ ἀκούων ὑμῶν ἐμοῦ ἀκούει, καὶ ὁ ἀθετῶν ὑμᾶς ἐμὲ ἀθετεῖ· ὁ δὲ ἐμὲ ἀθετῶν ἀθετεῖ τὸν ἀποστείλαντά με. 16 Εκείνος που υπακούει εις σας, υπακούει εις εμέ και εκείνος που παρακούει σας, παρακούει εμέ· εκείνος δε που παρακούει εμέ, παρακούει τον Θεόν, που με έστειλε σωτήρα στον κόσμον”. 16 Διότι ἐκεῖνος, ποὺ ἀκούει σᾶς καὶ ὑπακούει εἰς σᾶς, ἀκούει ἐμὲ καὶ ὑπακούει εἰς ἐμέ. Καὶ ἐκεῖνος, ποὺ παρακούει εἰς σᾶς, παρακούει εἰς ἐμέ. Καὶ ὅποιος παρακούει εἰς ἐμέ, παρακούει εἰς τὸν Θεόν, ποὺ μὲ ἔστειλεν εἰς τὸν κόσμον. Πᾶσα λοιπὸν παρακοὴ καὶ πᾶσα ὕβρις, ποὺ θὰ γίνῃ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους εἰς σᾶς, εἶναι ὡς νὰ γίνεται εἰς αὐτὸν τὸν ἐν οὐρανοῖς Θεόν.
17 Ὑπέστρεψαν δὲ οἱ ἑβδομήκοντα μετὰ χαρᾶς λέγοντες· Κύριε, καὶ τὰ δαιμόνια ὑποτάσσεται ἡμῖν ἐν τῷ ὀνόματί σου. 17 Εγύρισαν από την περιοδείαν των οι εβδομήκοντα με χαράν μεγάλην και έλεγαν· “Κυριε, και τα δαιμόνια υποτάσσονται εις ημάς, μόλις επικαλεσθούμε το όνομά σου”. 17 Ἐπέστρεψαν δὲ ἀπὸ τὴν περιοδείαν των οἱ ἑβδομήκοντα μὲ χαρὰν καὶ ἔλεγον· Κύριε, καὶ αὐτὰ ἀκόμη τὰ δαιμόνια ὑποτάσσονται εἰς ἡμᾶς διὰ τῆς ἐπικλήσεως τοῦ ὀνόματός σου.
18 Εἶπε δὲ αὐτοῖς· Ἐθεώρουν τὸν σατανᾶν ὡς ἀστραπὴν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ πεσόντα. 18 Είπε δε εις αυτούς· “από τότε που ήρχισα το έργον μου έβλαπα τον σατανάν να απογυμνώνεται από την τυραννικήν του εξουσίαν και να κρυμνίζεται συντετριμμένος με ταχύτητα αστραπής από τα ύψη της κυριαρχίας του. 18 Εἶπε δὲ πρὸς αὐτούς· ἀφ’ ὅτου ἤρχισα τὸ ἔργον μου, ἀλλὰ καὶ ὅταν σᾶς ἔστειλα εἰς περιοδείαν, καὶ τώρα ποὺ ἤλθατε καὶ μοῦ ἀναγγέλλετε τὰς διώξεις αὐτὰς τῶν δαιμόνων, ἔβλεπα τὸν σατανᾶν νὰ χάνῃ τὴν ἐξουσίαν καὶ τὸ κράτος του· τὸν ἔβλεπα νὰ πίπτῃ συντριμμένος χάμω ἀπὸ τὸ ὕψος τῆς ἐξουσίας του καὶ ἀπὸ τὰς ἀνωτέρας σφαίρας τοῦ ἐναερίου κόσμου, ὁπόθεν ἤσκει τὴν κυριαρχίαν του. Νὰ πίπτῃ δὲ τόσον γρήγορα καὶ φανερὰ καὶ μὲ τόσον πάταγον, ὅπως πίπτει ἡ ἀστραπή.
19 ἰδοὺ δίδωμι ὑμῖν τὴν ἐξουσίαν τοῦ πατεῖν ἐπάνω ὄφεων καὶ σκορπίων καὶ ἐπὶ πᾶσαν τὴν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ, καὶ οὐδὲν ὑμᾶς οὐ μὴ ἀδικήσῃ. 19 Ιδού εγώ τώρα σας δίδω την εξουσίαν να πατήτε επάνω εις φίδια και σκορπιούς, να ποδοπατήτε και να εξουθενώνετε όλην την δύναμιν του εχθρού, δηλαδή του διαβόλου, και τίποτε από όσα αυτός ενάντιον σας πανουργεύεται και εφευρίσκει δεν θα σας αδικήση η βλάψη. 19 Ἰδοὺ ἐγὼ σᾶς δίδω τώρα ἐξουσίαν κατὰ τοῦ σατανᾶ πολὺ μεγαλυτέραν ἀπὸ ὅ,τι σᾶς ἔδωκα, ὅταν σᾶς ἐξαπέστελλον εἰς τὸ κήρυγμα. Σᾶς δίδω ἐξουσίαν νὰ νικᾶτε καὶ νὰ ποδοπατῆτε πάντα τὰ ὅργανα τοῦ σατανᾶ, ποὺ σὰν φίδια καὶ σκορπιοὶ ἐπιβουλεύονται καὶ χύνουν τὸ δηλητήριον ὑπούλως εἰς τὰς ψυχὰς τῶν ἀνθρώπων, διὰ νὰ θανατώσουν αὐτάς. Σᾶς δίδω ἐξουσίαν νὰ κατανικᾶτε ὅλην τὴν δύναμιν, ποὺ διαθέτει ὁ ἐχθρὸς τοῦ ἀνθρώπου, ὁ σατανᾶς, εἰς τρόπον ὥστε κανὲν μέσον, ἀπὸ ὅσα θὰ χρησιμοποιῇ αὐτὸς πρὸς παρεμπόδισιν τοῦ ἔργου σας, νὰ μὴ τελεσφορῇ. Καὶ τίποτε, ἀπὸ ὅσα ἐναντίον σας μηχανεύεται αὐτός, δὲν θὰ σᾶς ἀδικήσῃ ἢ βλάψῃ.
20 πλὴν ἐν τούτῳ μὴ χαίρετε, ὅτι τὰ πνεύματα ὑμῖν ὑποτάσσεται· χαίρετε δὲ ὅτι τὰ ὀνόματα ὑμῶν ἐγράφη ἐν τοῖς οὐρανοῖς. 20 Πλην, μη χαίρετε στούτο μόνον, στο ότι δηλαδή και τα πονηρά πνεύματα υποτάσσονται εις σας, κυρίως πρέπει να χαίρετε και να ευφραίνεσθε, διότι τα ονόματα σας έχουν γραφή στους ουρανούς, εις την βασιλείαν του Θεού”. 20 Ἀλλ’ ὅμως ἡ ὅλη σας χαρὰ ἂς μὴ περιορίζεται εἰς αὐτὸ καὶ ἀς μὴ χαίρετε δι’ αὐτό, διὰ τὸ ὅτι δηλαδὴ τὰ πονηρὰ πνεύματα ὑποτάσσονται εἰς σᾶς. Δὲν εἶναι ἰδικόν σας κατόρθωμα αὐτό. Εἶναι χάρις καὶ δωρεά, ποὺ σᾶς ἔδωκα ἐγὼ καὶ προσέξατε νὰ μὴ κυριευθῆτε ἀπὸ οἴησιν καὶ ἀλαζονείαν διὰ τὸ χάρισμα τοῦτο. Χαίρετε δὲ περισσότερον, διότι τὰ ὀνόματά σας λόγῳ τῆς πίστεώς σας ἐγράφησαν εἰς τοὺς οὐρανοὺς καὶ εἶσθε ἐκεῖ πολιτογραφημένοι μὲ ὅλα τὰ δικαιώματα τῆς ἀπολαύσεως τῶν ἀγαθῶν τῆς ἐπουρανίου κοινωνίας καὶ βασιλείας.
21 Ἐν αὐτῇ τῇ ὥρᾳ ἠγαλλιάσατο τῷ πνεύματι ὁ Ἰησοῦς καὶ εἶπεν· Ἐξομολογοῦμαί σοι, πάτερ, κύριε τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, ὅτι ἀπέκρυψας ταῦτα ἀπὸ σοφῶν καὶ συνετῶν, καὶ ἀπεκάλυψας αὐτὰ νηπίοις· ναί, ὁ πατήρ, ὅτι οὕτως ἐγένετο εὐδοκία ἔμπροσθέν σου. 21 Αυτήν δε την ώραν ησθάνθη ο Ιησούς βαθυτάτην και ζωηροτάτην χαράν εις την ψυχήν και την καρδίαν του και είπε· “Σε ευχαριστώ και σε δοξολογώ, Πατερ, Κυριε του ουρανού και της γης, διότι με δικαιοσύνην και αγαθότητα ενεργών, έκρυψες τας υψηλάς αυτάς αληθείας της πίστεως από εκείνους που θεωρούνται σοφοί και συνετοί, και εφανέρωσες αυτάς εις απλοϊκούς και αφελείς ανθρώπους τους μαθητάς μου, που φαίνονται σαν νήπια εμπρός στους σοφούς του κόσμου. Ναι Πατερ, διότι αυτή ήτο η αγαθή και δικαίας θέλησίς σου”. 21 Κατ’ αὐτὴν τὴν ὥραν ὁ Ἰησοῦς ἐδοκίμασε ζωηροτάτην χαρὰν εἰς τὰ βάθη τῆς ψυχῆς του καὶ εἶπε· Σὲ εὐχαριστῶ, Πάτερ, ὡς κύριον καὶ ἐξουσιαστὴν καὶ κυβερνήτην πάνσοφον καὶ δίκαιον τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς. Σὲ εὐχαριστῶ, διότι πανσόφως καὶ ἐν δικαιοσύνῃ ἐνεργῶν ἀπέκρυψες τὰς μυστηριώδεις καὶ οὐρανίους αὐτὰς ἀληθείας ἀπὸ ἀνθρώπους, ποὺ νομίζουν ὅτι εἶναι σοφοὶ καὶ συνετοί, καὶ ἐφανέρωσες τὰ σωτηριώδη αὐτὰ μυστήρια εἰς ἀπλοῦς καὶ ἀφελεῖς καὶ ταπεινοὺς ἀνθρώπους. Ναί· σὲ εὐχαριστῶ, Πάτερ, διότι ἔτσι ἤρεσεν εἰς σὲ καὶ τέτοια ὑπῆρξεν ἡ ἀγαθὴ καὶ δικαία θέλησίς σου.
22 καὶ στραφεὶς πρὸς τοὺς μαθητὰς εἶπε· Πάντα μοι παρεδόθη ὑπὸ τοῦ πατρός μου· καὶ οὐδεὶς ἐπιγινώσκει τίς ἐστιν ὁ υἱὸς, εἰ μὴ ὁ πατήρ, καὶ τίς ἐστιν ὁ πατὴρ, εἰ μὴ ὁ υἱὸς καὶ ᾧ ἐὰν βούληται ὁ υἱὸς ἀποκαλύψαι. 22 Και αφού εστράφη προς τους μαθητάς είπε· “όλα μου έχουν παραδοθή από τον Πατέρα μου. Επήρα και ως άνθρωπος από αυτόν κάθε εξουσίαν. Επειδή δε είμαι και Θεός, ίσος με τον Πατέρα, κανείς δεν γνωρίζει ακριβώς και τελείως ποίος είναι ο Υιός, παρά μόνον ο Πατήρ. Και κανείς δεν γνωρίζει πλήρως και τελείως τον Πατέρα, παρά μόνον ο Υιός, εν μέρει δε τον γνωρίζει και εκείνος, στον οποίον ο Υιός ήθελε τον αποκαλύψει”. 22 Καὶ ἀφοῦ ἐστράφη πρὸς τοὺς μαθητάς, εἶπεν· Ὅλα παρεδόθησαν εἰς ἐμὲ ἀπὸ τὸν Πατέρα μου καὶ ἔλαβα καὶ ὡς ἄνθρωπος πᾶσαν ἐξουσίαν καὶ δύναμιν. Καὶ ἐπειδὴ ὡς Λόγος ἔχω τὴν αὐτὴν οὐσίαν μὲ τὸν Πατέρα μου καὶ εἶμαι ἄπειρος ὡς ἐκεῖνος, κανεὶς ἄλλος δὲν γνωρίζει τελείως τὸν Υἱόν καὶ ποία εἶναι ἡ φύσις καὶ αἱ βουλαὶ τοῦ Υἱοῦ, παρὰ μόνον ὁ Πατήρ. Καὶ κανεὶς δὲν γνωρίζει τὸν Πατέρα κατὰ βάθος καὶ κατὰ τὴν οὐσίαν αὐτοῦ, παρὰ μόνον ὁ Υἱός, ἐν μέρει δὲ τὸν γνωρίζει καὶ ἐκεῖνος, εἰς τὸν ὁποῖον ὁ Υἱὸς θὰ θελήσῃ νὰ τὸν ἀποκαλύψῃ.
23 καὶ στραφεὶς πρὸς τοὺς μαθητὰς κατ’ ἰδίαν εἶπε· Μακάριοι οἱ ὀφθαλμοὶ οἱ βλέποντες ἃ βλέπετε. 23 Και εστράφη τότε προς τους μαθητάς και τους είπε ιδιαιτέρως· “Τρισευτυχισμένα τα μάτια σας που βλέπουν αυτά τα οποία βλέπετε. 23 Καὶ ἀφοῦ ἐστράφη πρὸς τοὺς μαθητάς, τοὺς εἶπεν ἰδιαιτέρως· Ἄξια μακαρισμοῦ εἶναι τὰ μάτια ποὺ βλέπουν μὲ τὸ φῶς τῆς πίστεως καὶ ἐννοοῦν αὐτά, ποὺ βλέπετε σεῖς.
24 λέγω γὰρ ὑμῖν ὅτι πολλοὶ προφῆται καὶ βασιλεῖς ἠθέλησαν ἰδεῖν ἃ ὑμεῖς βλέπετε, καὶ οὐκ εἶδον, καὶ ἀκοῦσαι ἃ ἀκούετε, καὶ οὐκ ἤκουσαν. 24 Σας διαβεβαιώνω, ότι πολλοί προφήται και βασιλείς ηθέλησαν να ιδούν αυτά, που σεις βλέπετε, και δεν είδαν και να ακούσουν αυτά, που ακούτε, και δεν ήκουσαν”. 24 Καὶ εἶναι ἄξια μακαρισμοῦ τὰ μάτια αὐτά, διότι σᾶς διαβεβαιῶ, ὅτι πολλοὶ προφῆται καὶ βασιλεῖς, ὅπως ὁ Ἀβραὰμ καὶ ὁ Μωϋσῆς καὶ ὁ Δαβὶδ καὶ ὁ Ἡσαΐας, ἠθέλησαν νὰ ἴδουν αὐτά, ποὺ βλέπετε σεῖς, καὶ δὲν τὰ εἶδον· καὶ ἐπόθησαν νὰ ἀκούσουν αὐτά, ποὺ ἀκούετε σεῖς, καὶ δὲν τὰ ἤκουσαν.
25 Καὶ ἰδοὺ νομικός τις ἀνέστη ἐκπειράζων αὐτὸν καὶ λέγων· Διδάσκαλε, τί ποιήσας ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω; 25 Και ιδού, κάποιος νομοδιδάσκαλος εσηκώθηκε και με τον σκοπόν να πειράξη τον Χριστόν και να αποδείξη εις αυτόν ότι δεν γνωρίζει τον νόμον του είπε· “διδάσκαλε, τι πρέπει να κάμω, δια να κληρονομήσω την αιωνίαν ζωήν;” 25 Καὶ ἰδοὺ ἐκεῖ, ποὺ ἐκάθηντο, ἐσηκώθη κάποιος νομοδιδάσκαλος μὲ τὸν σκοπὸν νὰ πειράξῃ τὸν Χριστὸν καὶ νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι δὲν ἐγνώριζε τὸν νόμον, καὶ εἶπε· Διδάσκαλε, ποῖον ἔργον ἀρετῆς ἢ ποίαν θυσίαν πρέπει νὰ κάμω διὰ νὰ κληρονομήσω τὴν μακαρίαν καὶ παντοτεινὴν ζωήν;
26 ὁ δὲ εἶπε πρὸς αὐτόν· Ἐν τῷ νόμῳ τί γέγραπται; πῶς ἀναγινώσκεις; 26 Ο Κυριος δε του είπε· “στον νόμον τι είναι γραμμένον; Πως αντιλαμβάνεσαι αυτό που διαβάζεις στον νόμον;” 26 Ὁ Κύριος δὲ τοῦ εἶπεν· Εἰς τὸν νόμον τί ἔχει γραφῆ; Σὺ ποὺ σπουδάζεις καὶ ἐρευνᾷς τὸν νόμον, τί ἀναγινώσκεις ἐκεῖ περὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ καὶ πῶς τὸ ἀντιλαμβάνεσαι;
27 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· Ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου, καὶ τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν· 27 Ο νομικός δε αποκριθείς είπε· “στον νόμον είναι γραμμένον, να αγαπάς Κυριον τον Θεόν σου με όλην σου την καρδίαν και με όλην σου την ψυχήν και με όλην σου την δύναμιν και με όλον σου τον νουν. (Ολος δε ο ευατός σου, ο νους, η καρδία, η θέλησις, η δραστηριότης σου, το πνεύμα και το σώμα, να πλημμυρίζουν από την αγάπην προς τον Θεόν). Να αγαπάς δε και τον πλησίον σου, όπως τον ευατόν σου”. 27 Ὁ νομικὸς δὲ ἀπεκρίθη καὶ εἶπεν· Εἰς τὸν νόμον εἶναι γραμμένον· Νὰ ἀγαπᾷς Κύριον τὸν Θεόν σου μὲ ὅλην τὴν καρδίαν σου, ὥστε εἰς αὐτὸν ἐξ ὁλόκληρου καὶ μὲ ὅλα τὰ βάθη τῆς ἐσωτερικῆς καὶ πνευματικῆς ὑπάρξεώς σου νὰ εἶσαι παραδομένος, καὶ μὲ ὅλην σου τὴν ψυχήν, ὥστε μὲ ὅλον τὸ συναίσθημά σου αὐτὸν νὰ ποθῇς, καὶ μὲ ὅλην τὴν θέλησιν καὶ δύναμίν σου, ὥστε κάθε τι ποὺ θὰ ἐνεργῇς νὰ εἶναι σύμφωνον πρὸς τὸ θέλημά του, πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ ἐργάζεσαι μὲ ὅλην τὴν δύναμίν σου καὶ μὲ δραστηριότητα ἀκούραστον, καὶ μὲ τὸν νοῦν σου ὁλόκληρον ὀφείλεις νὰ τὸν ἀγαπᾷς, ὥστε αὐτὸν πάντοτε νὰ σκέπτεσαι. Νὰ ἀγαπᾷς δὲ καὶ τὸν πλησίον σου, ὅσον καὶ ὅπως ἀγαπᾷς τὸν ἑαυτόν σου.
28 εἶπε δὲ αὐτῷ· Ὀρθῶς ἀπεκρίθης· τοῦτο ποίει καὶ ζήσῃ. 28 Είπε δε προς αυτόν ο Κυριος· “πολύ ορθά απήντησες· έτσι να κάνης και θα κληρονομήσης την αιώνιον ζωήν”. 28 Εἶπε δὲ πρὸς αὐτόν· Ὀρθὴν ἀπάντησιν ἔδωκες. Αὐτό, ποὺ εἶπες, φρόντιζε νὰ κάνῃς πάντοτε καὶ θὰ ζήσῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ Θεοῦ ὡς κληρονόμος ταύτης.
29 ὁ δὲ θέλων δικαιοῦν ἑαυτὸν εἶπε πρὸς τὸν Ἰησοῦν· Καὶ τίς ἐστί μου πλησίον; 29 Εντροπιασμένος ο νομικός διότι εφάνηκε εις τα μάτια των άλλων ότι δια ζήτημα πολύ γνωστόν ηρώτησεν τον Χριστόν, ηθέλησε να δικαιολογηθή και είπε προς τον Ιησούν· “και ποιός είναι ο πλησίον μου, που πρέπει να αγαπώ σαν τον ευατόν μου;” 29 Ὁ νομοδιδάσκαλος ὅμως θέλων νὰ δικαιολογήσῃ τὸν ἑαυτόν του, ἐπειδή, καθὼς ἀπεδείχθη, ἔθεσεν εἰς τὸν Ἰησοῦν ἐρώτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου τοῦ ἦτο γνωστὴ ἡ ἀπάντησις, εἶπε πρὸς τὸν Ἰησοῦν· Καὶ ποῖον σύμφωνα μὲ τὴν Γραφὴν πρέπει νὰ θεωρῶ πλησίον μου;
30 ὑπολαβὼν δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· Ἄνθρωπός τις κατέβαινεν ἀπὸ Ἱερουσαλὴμ εἰς Ἰεριχὼ, καὶ λῃσταῖς περιέπεσεν· οἳ καὶ ἐκδύσαντες αὐτὸν καὶ πληγὰς ἐπιθέντες ἀπῆλθον ἀφέντες ἡμιθανῆ τυγχάνοντα. 30 Επήρε δε ο Ιησούς, εξ αφορμής αυτής της ερωτήσεως, πάλιν τον λόγον και είπε την παραβολήν· “Ενας άνθρωπος κατέβαινε από την Ιερουσαλήμ εις την Ιεριχώ και έπεσε εις τα χέρια ληστών, οι οποίοι, αφού του επήραν τα χρήματα, τον εγύμνωσαν, τον επλήγωσαν και έφυγαν, αφήσαντες αυτόν μισοπεθαμένον. 30 Ἔλαβε δὲ τότε τὸν λόγον ὁ Ἰησοῦς καὶ εἶπε· Κάποιος ἄνθρωπος κατέβαινεν ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα εἰς τὴν Ἱεριχῶ καὶ ἔπεσεν εἰς ἐνέδραν καὶ καρτέρι λῃστῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠρκέσθησαν νὰ τοῦ πάρουν μόνον τὰ χρήματα, ἀλλὰ καὶ τὸν ἔγδυσαν, ἐπὶ πλέον δὲ καὶ τὸν ἐπλήγωσαν καὶ ἔφυγαν ἀφήσαντες αὐτὸν μισοπεθαμένον.
31 κατὰ συγκυρίαν δὲ ἱερεύς τις κατέβαινεν ἐν τῇ ὁδῷ ἐκείνῃ, καὶ ἰδὼν αὐτὸν ἀντιπαρῆλθεν. 31 Κατά σύμπτωσιν ένας ιερεύς κατέβαινε στον δρόμον εκείνον και, μολονότι είδε τον τραυματίαν, τον επροσπέρασε, χωρίς να του δώση καμμίαν βοήθειαν. 31 Κατὰ σύμπτωσιν δὲ κάποιος ἱερεὺς κατέβαινεν εἰς τὸν δρόμον ἐκεῖνον, καὶ μολονότι τὸν εἶδεν, ἐπέρασεν ἀπὸ τὸ ἀπέναντι μέρος τοῦ δρόμου, χωρὶς νὰ τοῦ δώσῃ βοήθειαν ἢ προσοχήν.
32 ὁμοίως δὲ καὶ Λευῒτης γενόμενος κατὰ τὸν τόπον, ἐλθὼν καὶ ἰδὼν ἀντιπαρῆλθε. 32 Το ίδιο και κάποιος Λευΐτης, όταν έφθασε στο μέρος εκείνο, επλησίασε τον πληγωμένον, τον είδε, αλλά τον επροσπέρασε ασυγκίνητος. 32 Ὁμοίως δὲ καὶ κάποιος Λευίτης ἔφθασεν εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο καὶ ἀφοῦ ἐπλησίασε καὶ εἶδε τὸν πληγωμένον, ἀπεμακρύνθη ἀμέσως καὶ ἐπέρασε καὶ αὐτὸς ἀπὸ τὸ ἀπέναντι μέρος τοῦ δρόμου.
33 Σαμαρείτης δέ τις ὁδεύων ἦλθε κατ’ αὐτὸν, καὶ ἰδὼν αὐτὸν ἐσπλαγχνίσθη, 33 Ενας όμως Σαμαρείτης, ο όποιος περνούσε από τον δρόμον εκείνον, ήλθε στο μέρος, όπου κατέκειτο μισοπεθαμένος ο τραυματίας, τον είδε και τον εσπλαγχνίσθηκε. 33 Ἕνας Σαμαρείτης ὅμως, ποὺ διέβαινεν ἀπὸ τὸν δρόμον ἐκεῖνον, ἦλθεν εἰς τὸ μέρος, ὅπου κατέκειτο οὗτος, καὶ ὅταν τὸν εἶδε, τὸν ἐλυπήθη καὶ τὸν ἐπόνεσε.
34 καὶ προσελθὼν κατέδησε τὰ τραύματα αὐτοῦ ἐπιχέων ἔλαιον καὶ οἶνον, ἐπιβιβάσας δὲ αὐτὸν ἐπὶ τὸ ἴδιον κτῆνος ἤγαγεν αὐτὸν εἰς πανδοχεῖον καὶ ἐπεμελήθη αὐτοῦ· 34 Επλησίασε κοντά του, έδεσε με προσοχήν πολλήν τα τραύματά του, αφού προηγουμένως τα έπλυνε και τα άλειψε μα λάδι και κρασί, τον ανέβασεν στο ζώον του, τον επήγε εις κάποιο πανδοχείον και τον επεριποιήθηκε ο ίδιος. 34 Καὶ ἀφοῦ τὸν ἐπλησίασε, τοῦ ἔδεσε μὲ ἐπιδέσμους τὰ τραύματά του, ἀφοῦ προηγουμένως τὰ ἔπλυνε καὶ τὰ ἤλειψε μὲ λάδι καὶ μὲ κρασί. Καὶ ἀφοῦ τὸν ἀνέβασεν εἰς τὸ ζῶον του, τὸν ἐπῆγεν εἰς κάποιο χάνι καὶ τὸν ἐπεριποιήθη, διακόψας τὸ ταξίδιόν του.
35 καὶ ἐπὶ τὴν αὔριον ἐξελθὼν, ἐκβαλὼν δύο δηνάρια ἔδωκε τῷ πανδοχεῖ καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἐπιμελήθητι αὐτοῦ, καὶ ὅ,τι ἂν προσδαπανήσῃς, ἐγὼ ἐν τῷ ἐπανέρχεσθαί με ἀποδώσω σοι. 35 Την άλλην δε ημέρα εβγήκεν από το δωμάτιον του τραυματίου, όπου είχε διανυκτερεύσει, έβγαλε δύο δηνάρια, τα έδωσε στον ξενοδόχον και του είπε· Περιποιήσου τον, με όσην επιμέλειαν ημπορείς. Και ο,τι εξοδέψεις παραπάνω, εγώ, όταν επιστρέψω από την πατρίδα μου, θα σου το πληρώσω σαν προσωπικόν μου χρέος. 35 Καὶ τὴν ἄλλην ἡμέραν τὸ πρωῒ ἐβγῆκεν ἀπὸ τὸ μέρος, ποὺ εἶχε διανυκτερεύσει καὶ ἀφοῦ ἔβγαλε δύο δηνάρια, τὰ ἔδωκεν εἰς τὸν ξενοδόχον καὶ τοῦ εἶπε· Περιποιήσου τον διὰ νὰ γίνῃ καλά. Καὶ ὅ,τι ἐξοδεύσῃς παραπάνω, ἐγώ, ὅταν ἐπιστρέφω εἰς τὴν πατρίδα μου καὶ περάσω πάλιν ἀπ’ ἐδῶ, θὰ σοῦ τὰ ἐξοφλήσω.
36 τίς οὖν τούτων τῶν τριῶν πλησίον δοκεῖ σοι γεγονέναι τοῦ ἐμπεσόντος εἰς τοὺς λῃστάς; 36 Λοιπόν, ηρώτησε τότε ο Κυριος τον νομοδιδάσκαλον, ποιός από τους τρεις αυτούς νομίζεις, ότι εφάνηκε πραγματικός πλησίον και αδελφός δια τον άνθρωπον αυτόν, που είχε πέσει στα χέρια των ληστών;” 36 Λοιπόν, συνεπέρανεν ὁ Ἰησοῦς, ποῖος ἀπὸ τοὺς τρεῖς αὐτοὺς σοῦ φαίνεται, ὅτι ἐπετέλεσε τὸ πρὸς τὸν πλησίον καθῆκον καὶ ἀπεδείχθη διὰ τῶν πραγμάτων πλησίον καὶ ἀδελφὸς ἐκείνου, ποὺ ἔπεσεν εἰς τὰ χέρια τῶν λῃστῶν;
37 ὁ δὲ εἶπεν· Ὁ ποιήσας τὸ ἔλεος μετ’ αὐτοῦ. εἶπεν οὖν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Πορεύου καὶ σὺ ποίει ὁμοίως. 37 Εκείνος δε είπε· “αυτός που έκαμε πράξιν ευσπλαγχνίας και αγάπης προς εκείνον”. Είπε λοιπόν εις αυτόν ο Ιησούς· “πήγαινε και συ και πράττε όμοια με αυτόν. (Κανε το καλόν με αγάπην προς όλους, είτε Ιουδαίοι είναι είτε Σαμαρείται είτε φίλοι είτε εχθροί”). 37 Αὐτὸς δὲ εἶπε· Πλησίον του ἀπεδείχθη αὐτός, ποὺ τὸν ἐπόνεσε καὶ τὸν ἠλέησεν. Εἶπε λοιπὸν εἰς αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς· Πήγαινε καὶ κάνε τὸ ἴδιο καὶ σύ. Δείκνυε δηλαδὴ συμπάθειαν εἰς κάθε πάσχοντα, χωρὶς νὰ ἐξετάζῃς, ἂν αὐτὸς εἶναι συγγενής σου ἢ συμπατριώτης σου, καὶ χωρὶς νὰ λογαριάζῃς τὰς θυσίας καὶ τοὺς κόπους καὶ τὰς δαπάνας, ποὺ θὰ ὑποστῇς διὰ νὰ βοηθήσῃς καὶ νὰ συντρέξῃς τὸν πάσχοντα, ἔστω καὶ ἂν αὐτὸς εἶναι ἐχθρός σου. Ἔτσι καὶ ὁ Χριστός, ποὺ οἱ ἐχθροί του τὸν ὕβριζαν Σαμαρείτην, ἐδείχθη εἰς τὴν καταπληγωμένην καὶ μισοπεθαμένην ἀπὸ τὰς ἁμαρτίας ἀνθρωπότητα ὁ καλὸς καὶ ἀγαθὸς Σαμαρείτης, ποὺ διὰ νὰ τὴν ἰατρεὐσῃ ἀπὸ τὰς πληγάς της ὄχι μόνον κόπους ὑπέστη, ἀλλὰ καὶ εἰς θάνατον σωματικὸν ὑπεβλήθη.
38 Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ πορεύεσθαι αὐτοὺς καὶ αὐτὸς εἰσῆλθεν εἰς κώμην τινά. γυνὴ δέ τις ὀνόματι Μάρθα ὑπεδέξατο αὐτὸν εἰς τὸν οἴκον αὐτῆς. 38 Καθώς δε ο Κυριος με τους μαθητάς του επήγαιναν προς την Ιερουσαλήμ, εμπήκε ο Ιησούς εις ένα χωριό. Καποια δε γυναίκα, ονόματι Μαρθα, τον υπεδέχθη στο σπίτι της. 38 Ἐνῷ δὲ οἱ μαθηταὶ καὶ οἱ ἀκολουθοῦντες τὸν Ἰησοῦν ἐπήγαιναν ἔχοντες κατεύθυνσιν τὴν Ἱερουσαλήμ, συνέβη νὰ ἔμβῃ ὁ Ἰησοῦς εἰς κάποιο χωρίον· καὶ μία γυναῖκα, ποὺ ὠνομάζετο Μάρθα, τὸν ὑπεδέχθη εἰς τὸ σπίτι της.
39 καὶ τῇδε ἦν ἀδελφὴ καλουμένη Μαρία, ἣ καὶ παρακαθίσασα παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ ἤκουε τὸν λόγον αὐτοῦ. 39 Είχε δε αυτή και αδελφήν, ονόματι Μαρίαν, η οποία εκάθισε κοντά εις τα πόδια του Ιησού και ήκουε την διδασκαλίαν του. 39 Καὶ εἶχεν αὐτὴ ἀδελφήν, ποὺ ἐλέγετο Μαρία, ἡ ὁποία ὄχι μόνον ὑπεδέχθη τὸν Ἰησοῦν ὡς ἡ Μάρθα, ἀλλὰ καὶ ἐκάθησε κοντὰ εἰς τοὺς πόδας του ὡς ταπεινὴ μαθήτρια καὶ ἤκουε μὲ προσοχὴν ἀπερίσπαστον τὴν διδασκαλίαν του.
40 ἡ δὲ Μάρθα περιεσπᾶτο περὶ πολλὴν διακονίαν· ἐπιστᾶσα δὲ εἶπε· Κύριε, οὐ μέλει σοι ὅτι ἡ ἀδελφή μου μόνην με κατέλιπε διακονεῖν; εἰπὲ οὖν αὐτῇ ἵνα μοι συναντιλάβηται. 40 Η δε Μαρθα, από την μεγάλην της επιθυμίαν και προθυμίαν να περιποιηθή αξίως τον διδάσκαλον, απερροφάτο από τας πολλάς ασχολίας. Εις κάποιαν στιγμήν εστάθη κοντά στον Ιησούν και είπε· “Κυριε, δεν σε μέλει που η αδελφή μου με αφήκε μονήν να ετοιμάσω τα του φαγητού δια σε και τους μαθητάς σου; Πες της λοιπόν να με βοηθήση”. 40 Ἡ δὲ Μάρθα ἦταν ἀπασχολημένη καὶ πνιγμένη εἰς πολλὴν ἐργασίαν, φροντίζουσα νὰ ἑτοιμάσῃ τὸ φαγητὸν καὶ νὰ περιποιηθῇ τὸν Διδάσκαλον. Ἀφοῦ δὲ ἐστάθη πλησίον τοῦ Χριστοῦ, εἶπε· Κύριε, δὲν σὲ μέλει, ποὺ ἡ ἀδελφή μου μὲ ἀφῆκε μοναχὴν νὰ ὑπηρετῶ καὶ νὰ ἑτοιμάζω τὸ τραπέζι; Πές της λοιπὸν νὰ μὲ βοηθήσῃ.
41 ἀποκριθεὶς δὲ εἶπεν αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Μάρθα Μάρθα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά· 41 Απήντησε δε ο Ιησούς και είπε· “Μαρθα, Μαρθα, εφορτώθηκες πολλές φροντίδες, ταλαιπωρείσαι και κουράζεσαι δια να ετοιμάσης πολλά. 41 Ἀπεκρίθη δὲ ὁ Ἰησοῦς καὶ τῆς εἶπε· Μάρθα, Μάρθα, ἀσχολεῖται ἡ διάνοιά σου ἀπὸ ἀνησύχους φροντίδας καὶ κουράζεται τὸ σῶμα σου διὰ νὰ προετοιμάσῃς πολλά.
42 ἑνὸς δέ ἐστι χρεία· Μαρία δὲ τὴν ἀγαθὴν μερίδα ἐξελέξατο, ἥτις οὐκ ἀφαιρεθήσεται ἀπ’ αὐτῆς. 42 Ενα όμως είναι το χρησιμώτερον και απαραίτητον, η πνευματική τροφή, την οποίαν προσφέρω εγώ. Η δε Μαρία εδιάλεξε την καλήν μερίδα, την πνευματικήν, η οποία και δεν θα της αφαιρεθή ποτέ από κανένα. Διότι αι ωφέλειαι από την πνευματικήν τροφήν είναι αιώνιαι και αναφαίρετοι”. 42 Ἕνα δὲ εἶναι χρήσιμον καὶ ἀναγκαῖον, ἡ ἀκρόασις τῆς διδασκαλίας μου, ποὺ εἶναι τροφὴ πνευματική, ἀναγκαία διὰ τὴν ψυχήν. Ἡ Μαρία δὲ ἐξέλεξε τὴν καλὴν καὶ ὠφέλιμον μερίδα, ἡ ὁποία δὲν θὰ τῆς ἀφαιρεθῇ ποτέ. Διότι αἱ ὠφέλειαι τῆς μερίδος αὐτῆς τοῦ πνευματικοῦ φαγητοῦ δὲν εἶναι προσωριναὶ καὶ φθαρταί, ἄλλα πνευματικαὶ καὶ αἰώνιοι.