Πέμπτη, 07 Ιουλίου 2022
Ανατ: 06:10
Δύση: 20:51
Σελ. 9 ημ.
188-177
14ος χρόνος, 5255η ημέρα
Έκδοση: 4η

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 (Γ)


 
 

 
Αρχαίο κείμενο Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Ἦν δὲ ἄνθρωπος ἐκ τῶν Φαρισαίων, Νικόδημος ὄνομα αὐτῷ, ἄρχων τῶν Ἰουδαίων· 1 Υπήρχε δε εκεί εις την Ιερουσαλήμ, κάποιον άνθρωπος από την τάξιν των Φαρισαίων, ονόματι Νικόδημος, άρχων των Ιουδαίων, διότι ήτο μέλλος του συνεδρίου. 1 Ήτο δὲ κάποιος ἄνθρωπος, ἀπὸ τὴν τάξιν τῶν Φαρισαίων, ποὺ ἐλέγετο Νικόδημος, μέλος τοῦ συνεδρίου καὶ ὡς ἐκ τούτου ἄρχων τῶν Ἰουδαίων.
2 οὗτος ἦλθε πρὸς αὐτὸν νυκτὸς καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ραββί, οἴδαμεν ὅτι ἀπὸ Θεοῦ ἐλήλυθας διδάσκαλος· οὐδεὶς γὰρ ταῦτα τὰ σημεῖα δύναται ποιεῖν ἃ σὺ ποιεῖς, ἐὰν μὴ ᾖ ὁ Θεὸς μετ’ αὐτοῦ. 2 Αυτός ήλθε νύκτα προς τον Ιησούν και του είπε· “Διδάσκαλε, γνωρίζομεν ότι συ ήλθες από τον Θεόν ως ο μοναδικός διδάσκαλος των πλέον υψηλών αληθειών. Διότι κανένας δεν ημπορεί να κάνη τα καταπληκτικά αυτά θαύματα, τα οποία κάμνεις συ, εάν ο Θεός δεν είναι μαζή του. (Από σε λοιπόν περιμένομεν να ακούσωμεν καθαρά το θέλημα του Θεού και τον τρόπον, με τον οποίον θα ημπορέσωμεν να αποκτήσωμεν τα αγαθά της βασιλείας)”. 2 Οὗτος διὰ νὰ ἀποφύγῃ τὰ σχόλια καὶ τὴν δυσμένειαν τῶν συναδέλφων του, ἦλθε νύκτα πρὸς τὸν Ἰησοῦν καὶ τοῦ εἶπε· Διδάσκαλε, καὶ ἐγὼ καὶ μερικοὶ ἄλλοι συνάδελφοί μου ἡξεύρομεν, ὅτι ἦλθες ἀπὸ τὸν Θεὸν ἀπεσταλμένος καὶ φωτισμένος διδάσκαλος. Τὸ καταλαβαίνομεν δὲ αὐτό, διότι κανεὶς δὲν ἡμπορεῖ νὰ κάμῃ τὰ θαύματα, ποὺ κάνεις σύ, ἐὰν δὲν εἶναι ὁ Θεὸς μαζί του. Δίδαξέ μας λοιπὸν περὶ τοῦ πῶς θὰ ἀπολαύσωμεν καὶ ἡμεῖς τὰ ἀγαθὰ τῆς βασιλείας.
3 ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι, ἐὰν μή τις γεννηθῇ ἄνωθεν, οὐ δύναται ἰδεῖν τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ. 3 Απήντησε ο Ιησούς και είπε· “σε διαβεβαιώνω, ότι εάν δεν γεννηθή κανείς από τον ουρανόν, δεν ημπορεί να ίδη και να απολαύση την βασιλείαν του Θεού”. 3 Ἀπεκρίθη ὁ Ἰησοῦς καὶ τοῦ εἶπε· Ἐν πάσῃ ἀληθείᾳ σὲ διαβεβαιῶ, ὅτι ἐὰν κανεὶς δέν γεννηθῇ ἀπό ἐπάνω, δηλαδὴ ἀπὸ τὸν οὐρανόν, δὲν δύναται νὰ ἴδῃ τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ἀπολαύσῃ τὰ ἀγαθά της.
4 λέγει πρὸς αὐτὸν ὁ Νικόδημος· Πῶς δύναται ἄνθρωπος γεννηθῆναι γέρων ὤν; μὴ δύναται εἰς τὴν κοιλίαν τῆς μητρὸς αὐτοῦ δεύτερον εἰσελθεῖν καὶ γεννηθῆναι; 4 Λεγει προς αυτόν ο Νικόδημος· “πως είναι δυνατόν να γεννηθή πάλιν ο άνθρωπος, και μάλιστα όταν είναι γέρων; Μηπως ημπορεί να εισέλθη δια δευτέραν φοράν εις την κοιλίαν της μητρός του και να γεννηθή πάλιν;” 4 Λέγει πρὸς αὐτὸν ὁ Νικόδημος· Πῶς ἡμπορεῖ νὰ γεννηθῆ πάλιν ὁ ἄνθρωπος, ὅταν ἔχῃ πλέον γηράσει; Μήπως ἠμπορεῖ νὰ ἔμβῃ διὰ δευτέραν φορὰν εἰς τὴν κοιλίαν τῆς μητέρας του καὶ νὰ ξαναγεννηθῇ;
5 ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· Ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι, ἐὰν μή τις γεννηθῇ ἐξ ὕδατος καὶ Πνεύματος, οὐ δύναται εἰσελθεῖν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ. 5 Απήντησεν ο Ιησούς· “αληθώς σου λέγω, ότι εάν δεν αναγενηθή κανείς πνευματικώς από το νερό του βαπτίσματος και από την χάριν του Αγίου Πνεύματος, δεν ημπορεί να εισέλθη εις την βασιλείαν του Θεού. 5 Ἀπεκρίθη ὁ Ἰησοῦς· ἀληθῶς, ἀληθῶς, σοῦ λέγω ὅτι, ἐὰν δὲν γεννηθῇ κανεὶς πνευματικῶς ἀπό τὸ νερὸν τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος, καὶ ἀπὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, τὸ ὁποῖον ἀοράτως διὰ τοῦ νεροῦ τούτου ἐνεργεῖ τὴν ἀναγέννησιν τοῦ ἀνθρώπου, δὲν ἡμπορεῖ νὰ ἔμβῃ εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ.
6 τὸ γεγεννημένον ἐκ τῆς σαρκὸς σάρξ ἐστιν, καὶ τὸ γεγεννημένον ἐκ τοῦ Πνεύματος πνεῦμά ἐστι. 6 Καθε τι που έχει γεννηθή κατά τρόπον φυσικόν από την σάρκα, είναι και αυτό σαρκικόν, δηλαδή γεμάτο ατελείας και αδυναμίας. Και εκείνο που έχει γεννηθή από το Αγιον Πνεύμα, είναι πνευματική ύπαρξις, που θα απολαύση την βασιλείαν του Θεού. 6 Κάθε τι ποὺ ἔχει γεννηθῆ μὲ φυσικὴν γέννησιν ἀπὸ τὴν σάρκα, εἶναι καὶ αὐτὸ σαρκικόν, καὶ δὲν ἡμπορεῖ νὰ εἰσέλθη εἰς τὴν πνευματικὴν ταύτην βασιλείαν. Καὶ ἐκεῖνο, ποὺ ἔχει γεννηθῆ ἀπὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, εἶναι ὕπαρξις καὶ προσωπικότης πνευματική, καὶ αὐτὴ θὰ ἀπολαύσῃ τὴν πνευματικὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ.
7 μὴ θαυμάσῃς ὅτι εἶπόν σοι, δεῖ ὑμᾶς γεννηθῆναι ἄνωθεν. 7 Μη απορείς, διότι σου είπα ότι πρέπει όλοι σας να αναγεννηθήτε από την χάριν του Αγίου Πνεύματος, που κατεβαίνει εκ των άνω. 7 Μὴν ἀπορήσῃς, διότι σοῦ εἶπα· Πρέπει σεῖς ὅλοι νὰ γεννηθῆτε ἀπὸ τὴν χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ ὁποία καταβαίνει ἀπὸ τὸν οὐρανόν.
8 τὸ πνεῦμα ὅπου θέλει πνεῖ, καὶ τὴν φωνὴν αὐτοῦ ἀκούεις, ἀλλ’ οὐκ οἶδας πόθεν ἔρχεται καὶ ποῦ ὑπάγει· οὕτως ἐστὶ πᾶς ὁ γεγεννημένος ἐκ τοῦ Πνεύματος. 8 Ο αέρας όπου θέλει φύσα και ακούεις την βοήν του, αλλά δεν γνωρίζεις από που έρχεται και που θα καταλήξη. Ετσι γίνεται και με κάθε ένα, ο οποίος αναγεννάται από το Αγιον Πνεύμα. Ο τρόπος αυτής της αναγεννήσεως είναι ακατάληπτος το αποτέλεσμα όμως φανερόν”. 8 Ὁ ἄνεμος πνέει ὅπου θέλει, καὶ ἀκούεις τὴν βοήν του, ἀλλὰ δὲν ἡξεύρεις, ἀπὸ ποὺ ἀκριβῶς ἐξεκίνησε καὶ ποὺ θὰ σταματήσῃ. Ἔτσι γίνεται καὶ εἰς κάθε ἄνθρωπον, ποὺ ἀναγεννᾶται ἀπὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Ὁ τρόπος τῆς ἀναγεννήσεώς του μένει μυστηριώδης, ἡ ἐπενέργεια ὅμως τοῦ Πνεύματος εἶναι δραστικὴ καὶ τὸ ἀποτέλεσμα αὐτῆς γίνεται φανερόν.
9 ἀπεκρίθη Νικόδημος καὶ εἶπεν αὐτῷ· Πῶς δύναται ταῦτα γενέσθαι; 9 Απήντησεν ο Νικόδημος και του είπε· “πως είναι δυνατόν να γίνουν αυτά;” 9 Ἀπεκρίθη ὁ Νικόδημος καὶ εἶπε εἰς αὐτόν· Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνουν αὐτὰ καὶ νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ πνευματικὴ αὐτὴ καὶ οὐράνια ἀναγέννησις;
10 ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ· Σὺ εἶ ὁ διδάσκαλος τοῦ Ἰσραὴλ καὶ ταῦτα οὐ γινώσκεις; 10 Απεκρίθη δε εις αυτόν ο Ιησούς· “συ είσαι ο επίσημος διδάσκαλος του Ισραήλ και δεν γνωρίζεις αυτά, δια τα οποία ομιλούν αι Γραφαί; 10 Ἀπεκρίθη ὁ Ἰησοῦς καὶ τοῦ εἶπε· Σὺ εἶσαι ἀνεγνωρισμένος διδάσκαλος τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ, καὶ δὲν γνωρίζεις αὐτά, διὰ τὰ ὁποῖα ἔκαμαν λόγον οἱ προφῆται;
11 ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι ὅτι ὃ οἴδαμεν λαλοῦμεν καὶ ὃ ἑωράκαμεν μαρτυροῦμεν, καὶ τὴν μαρτυρίαν ἡμῶν οὐ λαμβάνετε. 11 Αληθώς σου λέγω, ότι εκείνο που γνωρίζομεν καλά, λέγομεν· και αυτό που είδαμεν μαρτυρούμεν. Καθε τι που λέγομεν είναι η απόλυτος και καθαρά αλήθεια. Και όμως σεις δεν δέχεσθε την μαρτυρίαν μας. 11 Ἐν πάσῃ ἀληθείᾳ σοῦ λέγω, ὅτι ἐκεῖνο, ποῦ γνωρίζομεν καλά, αὐτὸ λέγομεν, καὶ περὶ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐξ ἀμέσου ἀντιλήψεως καὶ θεωρίας ἔχομεν ἴδει, περὶ αὐτοῦ μαρτυροῦμεν. Καὶ ὅμως δὲν δέχεσθε τὴν μαρτυρίαν μας.
12 εἰ τὰ ἐπίγεια εἶπον ὑμῖν καὶ οὐ πιστεύετε, πῶς ἐὰν εἴπω ὑμῖν τὰ ἐπουράνια πιστεύσετε; 12 Εάν σας είπα διδασκαλίας θείας, αι οποίαι σχετίζονται με όσα συμβαίνουν εις την γην και είναι επομένως εύκολον να τας εννοήσετε και όμως δεν τας πιστεύετε, πως, εάν σας είπω υψηλάς αληθείας, που αναφέρονται στον επουράνιον κόσμον, θα τας παραδεχθήτε και θα τας πιστέψετε; 12 Ἐὰν σᾶς εἶπα θείας μὲν ἀληθείας, ἀλλ’ αἱ ὁποῖαι ἀναφέρονται εἰς ἐκεῖνα, ποὺ συμβαίνουν ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ τῶν ὁποίων λαμβάνουν οἱ πιστοὶ πεῖραν ἐν τῇ ἐπιγείῳ ζωῇ των, καὶ ὅμως δὲν πιστεύετε εἰς αὐτάς, πῶς θὰ πιστεύσετε, ἐὰν σᾶς εἴπω ἀληθείας ὑψηλάς, ποὺ ἀναφέρονται εἰς οὐράνια μυστήρια;
13 καὶ οὐδεὶς ἀναβέβηκεν εἰς τὸν οὐρανὸν εἰ μὴ ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς, ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ὁ ὤν ἐν τῷ οὐρανῷ. 13 Κανείς δε δεν ανέβηκε στον ουρανόν, δια να μάθη εκεί και διδάξη εις σας αυτάς τας αληθείας, παρά μόνον αυτός που κατέβηκε από τον ουρανόν και έγινε δια της ενανθρωπήσεως υιός του ανθρώπου και ο όποιος εξακολουθεί, καθ' ον χρόνον ζη εις την γην, να είναι και στον ουρανόν ως Θεός. 13 Καὶ ὅμως μόνον ἀπὸ ἐμὲ θὰ μάθετε τὰ ἐπουράνια ταῦτα. Διότι κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους δὲν ἔχει ἀναβῇ εἰς τὸν οὐρανὸν διὰ νὰ μάθῃ τὰ ἐπουράνια καὶ νὰ σᾶς διδάξῃ περὶ αὐτῶν, παρὰ μόνον ἐκεῖνος, ποὺ κατέβη ἀπὸ τὸν οὐρανὸν καὶ ἔγινε διὰ τῆς ἐνανθρωπήσεως υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος, ἐνῷ τώρα εἶναι εἰς τὴν γῆν, ἐξακολουθεῖ ὡς πανταχοῦ παρὼν Θεός, νὰ εἶναι καὶ εἰς τὸν οὐρανόν.
14 καὶ καθὼς Μωϋσῆς ὕψωσε τὸν ὄφιν ἐν τῇ ἐρήμῳ, οὕτως ὑψωθῆναι δεῖ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου, 14 Οπως δε ο Μωϋσής εκρέμεσε υψηλά το χάλκινι φίδι εις την έρημον, δια να το αντικρύζουν με πίστιν οι Ισραηλίται και να σώζωνται από το θανατηφόρον δηλητήριον των φιδιών της ερήμου, έτσι, σύμφωνα με το πάνσοφον σχέδιον του Θεού, πρέπει να κρεμασθή και ο υιός του ανθρώπου επάνω στον σταυρόν. 14 Καὶ διὰ νὰ σοῦ ἀποκαλύψω καὶ ἄλλην ἄγνωστον καὶ ψυχοσωτήριον ἀλήθειαν, σοῦ λέγω· Ὅπως ἄλλοτε ὁ Μωϋσῆς ἐκρέμασεν ὑψηλὰ τὸ χάλκινο φίδι, διὰ νὰ σώζωνται δι’ αὐτοῦ οἱ Ἰσραηλῖται ἀπὸ τὰ θανατηφόρα δαγκώματα τῶν φιδιῶν τῆς ἐρήμου, ἔτσι σύμφωνα μὲ τὸ μυστηριῶδες σχέδιον τοῦ Θεοῦ πρέπει νὰ κρεμασθῇ ὑψηλὰ ἐπὶ τοῦ σταυροῦ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου προσλαμβάνων τὸ ὁμοίωμα τῆς ἁμαρτίας, ἀλλὰ μὴ ἔχων καμμίαν πραγματικὴν σχέσιν μὲ αὐτήν.
15 ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται ἀλλ’ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον. 15 Και τούτο, δια να μη καταδικασθή εις την αιωνίαν απώλειαν κανένας από εκείνους, που θα πιστεύσουν εις αυτόν, αλλά να κερδήση και να έχη την αιώνιον ζωήν. 15 Καὶ θὰ ὑψωθῇ ἐπὶ τοῦ σταυροῦ, διὰ νὰ μὴ χαθῇ εἰς τὸν αἰώνιον θάνατον κανένας ἀπὸ ἐκείνους, ποὺ πιστεύουν εἰς αὐτόν, ἀλλὰ νὰ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον.
16 Οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται ἀλλ’ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον. 16 Διότι τόσον πολύ ηγάπησεν ο Θεός τον βυθισμένον εις τας αμαρτίας κόσμον, ώστε παρέδωκεν εις σταυρικόν θάνατον τον μονογενή του Υιόν· δια να μη καταδικασθή εις την αιωνίαν απώλειαν κάθε ένας που θα πιστεύη εις αυτόν, αλλά να έχη ζωήν αιώνιον. 16 Μὴ σοῦ φαίνεται δὲ παράδοξον τὸ ὅτι πρόκειται διὰ τὴν σωτηρίαν σας νὰ ὑψωθῇ ἐπὶ τοῦ σταυροῦ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου. Διότι τόσον πολὺ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον τῶν ἀνθρώπων, ποὺ ἔζῃ εἰς τὴν ἁμαρτίαν, ὥστε παρέδωκεν εἰς θάνατον τὸν μονάκριβον Υἱόν του, διὰ νὰ μὴ χαθῇ εἰς αἰώνιον θάνατον καθένας, ποὺ πιστεύει εἰς αὐτόν, ἀλλὰ νὰ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον.
17 οὐ γὰρ ἀπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ εἰς τὸν κόσμον ἵνα κρίνῃ τὸν κόσμον, ἀλλ’ ἵνα σωθῇ ὁ κόσμος δι’ αὐτοῦ. 17 Διότι δεν έστειλεν ο Θεός τον Υιόν του στον κόσμον δια να κρίνη και καταδικάση τον κόσμον, αλλά δια να σωθή ο κόσμος με την θυσίαν αυτού. 17 Διότι δὲν ἀπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν Υἱόν του εἰς τὸ ἁμαρτωλὸν γένος τῶν ἀνθρώπων, διὰ νὰ κατακρίνῃ καὶ καταδικάσῃ τὸ γένος αὐτό, ὅπως φρονεῖτε σεῖς οἱ Ἰουδαῖοι περὶ τοῦ Μεσσίου, ὅτι θὰ σώσῃ μόνον τοὺς Ἰουδαίους καὶ θὰ κατακρίνῃ τὰ λοιπὰ ἔθνη. Ἀλλὰ τὸν ἀπέστειλε διὰ νὰ σωθῇ ὁλόκληρος ὁ κόσμος τῶν ἀνθρώπων δι’ αὐτοῦ.
18 ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν οὐ κρίνεται· ὁ δὲ μὴ πιστεύων ἤδη κέκριται, ὅτι μὴ πεπίστευκεν εἰς τὸ ὄνομα τοῦ μονογενοῦς υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. 18 Καθε ένας που πιστεύει εις αυτόν, εις οποιοδήποτε έθνος και αν ανήκη, δεν καταδικάζεται. Οποιος όμως δεν πιστεύει, έχει καταδικασθή από τώρα, ακριβώς διότι δεν επίστεψε στο όνομα του μονογενούς Υιού του Θεού, και με την απιστίαν του απέκλεισεν αυτός μόνος τον εαυτόν του από την σωτηρίαν. 18 Ὅποιος πιστεύει εἰς αὐτὸν εἴτε Ἰουδαῖος εἶναι, εἴτε ἐθνικός, δὲν κατακρίνεται· ὅποιος ὅμως δὲν πιστεύει, ἔχει κατακριθῇ μόνος του ἀπὸ τώρα, διότι δὲν ἔχει πιστεύσει εἰς τὸ ὄνομα τοῦ μονογενοῦς Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ διὰ τῆς ἀπιστίας του ἀπέκλεισε μόνος τὸν ἑαυτόν του ἀπὸ τὸν προσκαλοῦντα αὐτὸν εἰς σωτηρίαν Λυτρωτήν.
19 αὕτη δέ ἐστιν ἡ κρίσις, ὅτι τὸ φῶς ἐλήλυθεν εἰς τὸν κόσμον καὶ ἠγάπησαν οἱ ἄνθρωποι μᾶλλον τὸ σκότος ἢ τὸ φῶς, ἦν γὰρ πονηρὰ αὐτῶν τὰ ἔργα. 19 Αυτή δε είναι και η αιτία της καταδίκης των απίστων· ότι δηλαδή το φως, ο Υιός του Θεού, ήλθεν στον κόσμον, αλλά οι άνθρωποι ηγάπησαν και έδωσαν μάλλον την καρδιά τους στο σκοτάδι και όχι στο φως. Και τούτο, διότι τα έργα των ήσαν πονηρά. 19 Ὁ λόγος λοιπὸν καὶ ἡ αἰτία, διὰ τὴν ὁποίαν κρίνονται καὶ καταδικάζονται οἱ ἄπιστοι, εἶναι οὗτος, ὅτι τὸ φῶς τῆς ἀληθείας, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ἦλθεν εἰς τὸν κόσμον, ἀλλ’ οἱ ἄνθρωποι ἐπροτίμησαν τὸ σκοτάδι τῆς πλάνης καὶ ὄχι τὸ φῶς. Καὶ ἔκαμαν τὴν προτίμησιν αὐτήν, διότι ἦσαν πονηρὰ τὰ ἔργα τους.
20 πᾶς γὰρ ὁ φαῦλα πράσσων μισεῖ τὸ φῶς καὶ οὐκ ἔρχεται πρὸς τὸ φῶς, ἵνα μὴ ἐλεγχθῇ τὰ ἔργα αὐτοῦ· 20 Διότι κάθε ένας που αμετανοήτως πράττει έργα κακά και διεστραμμένα, αντιπαθεί και αποστρέφεται το φως και δεν έρχεται στο φως, δια να μη φανερωθούν τα φαύλα έργα του. 20 Διότι καθένας, ποὺ ἐπιμένει νὰ πράττῃ ἔργα πονηρὰ καὶ κακά, δὲν ἀδιαφορεῖ ἁπλῶς, ἀλλ’ ἀποστρέφεται τὸ φῶς καὶ δὲν ἔρχεται εἰς τὸ φῶς, διὰ νὰ μὴ γίνῃ φανερὰ ἡ ἀσχημία καὶ ἡ φαυλότης τῶν ἔργων του καὶ προκληθῇ οὕτως ἡ ἀποδοκιμασία του καὶ ἡ ἐξέγερσις τῆς συνειδήσεώς του.
21 ὁ δὲ ποιῶν τὴν ἀλήθειαν ἔρχεται πρὸς τὸ φῶς, ἵνα φανερωθῇ αὐτοῦ τὰ ἔργα, ὅτι ἐν Θεῷ ἐστιν εἰργασμένα. 21 Καθένας δε που ζη και πράττει σύμφωνα με την αλήθειαν του Θεού, έρχεται στο φως, πλησιάζει με εμπιστοσύνην στον Κυριον Ιησούν, δια να φανερωθή η ποιότης και η αξία των έργων του, να πληροφορηθή δε και ο ίδιος ότι πράγματι αυτά έχουν γίνει σύμφωνα με το θέλημα του Θεού”. 21 Ἐκεῖνος ὅμως ποὺ πράττει τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλει τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀλήθεια, ὅπως ἀλήθεια εἶναι καὶ αὐτὸς ὁ Θεός, ἔρχεται κοντὰ εἰς τὸ φῶς καὶ πλησιάζει εἰς τὸν Ἰησοῦν παραδιδόμενος εἰς αὐτὸν μετὰ πάσης ἐμπιστοσύνης. Πράττει δὲ τοῦτο, διότι θέλει νὰ γίνῃ φανερὰ ἡ ποιότης καὶ ἡ ἠθικὴ ἀξία τῶν ἔργων του, διὰ νὰ βεβαιωθῇ ἔτσι καὶ αὐτὸς καὶ πληροφορηθῇ ἡ συνείδησίς του, ὅτι τὰ ἔργα αὐτὰ ἔχουν γίνει σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.
22 Μετὰ ταῦτα ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς καὶ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ εἰς τὴν Ἰουδαίαν γῆν, καὶ ἐκεῖ διέτριβεν μετ’ αὐτῶν καὶ ἐβάπτιζεν. 22 Υστερα από αυτά, που συνέβησαν εις τα Ιεροσόλυμα, ήλθεν ο Ιησούς και οι μαθηταί του εις την άλλην περιοχήν της Ιουδαίας και εκεί έμενε μαζή τους και εβάπτιζε δια μέσω αυτών εκείνους που ήρχοντο με την διάθεσιν να πιστεύσουν εις αυτόν. 22 Ὕστερον ἀπὸ αὐτά, ποὺ συνέβησαν εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα, ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς καὶ οἱ μαθηταί του εἰς τὴν χώραν τῆς Ἰουδαίας καὶ ἔμεινεν ἐκεῖ μαζὶ μὲ αὐτοὺς καὶ ἔβαπτιζε δι’ μέσου τῶν μαθητῶν του, οἱ ὁποῖοι εἰς τοὺς προσερχομένους νὰ βαπτισθοῦν ἐδείκνυον τὸν φανερωθέντα Μεσσίαν.
23 ἦν δὲ καὶ Ἰωάννης βαπτίζων ἐν Αἰνὼν ἐγγὺς τοῦ Σαλείμ, ὅτι ὕδατα πολλὰ ἦν ἐκεῖ, καὶ παρεγίνοντο καὶ ἐβαπτίζοντο· 23 Ο δε Ιωάννης εβάπτιζε τότε εις την πηγήν Αινών, πλησίον της πόλεως Σαλείμ, διότι εκεί ήσαν πολλά ύδατα, και ήρχοντο άνθρωποι και εβαπτίζοντο. 23 Ἐξηκολούθει δὲ καὶ ὁ Ἰωάννης νὰ βαπτίζῃ εἰς τὴν πηγὴν Αἰνὼν πλησίον τῆς πόλεως Σαλείμ. Καὶ εἶχε προτιμήσει ὁ Ἰωάννης τὴν Αἰνών, διότι ἦσαν ἐκεῖ ἄφθονα νερά, καὶ ἤρχοντο καὶ ἐβαπτίζοντο.
24 οὔπω γὰρ ἦν βεβλημένος εἰς τὴν φυλακὴν ὁ Ἰωάννης. 24 Δεν είχε δε ακόμη συλληφθή και φυλακισθή από τον Ηρώδην ο Ιωάννης. 24 Ἐσυνεχίζετο λοιπόν ἀκόμη ἡ δράσις καὶ τὸ βάπτισμα τοῦ Ἰωάννου, διότι οὗτος δὲν εἶχεν ἀκόμη ριφθῇ εἰς τὴν φυλακήν.
25 Ἐγένετο οὖν ζήτησις ἐκ τῶν μαθητῶν Ἰωάννου μετὰ Ἰουδαίου περὶ καθαρισμοῦ. 25 Εγινε λοιπόν συζήτησις από τους μαθητάς του Ιωάννου με κάποιον Ιουδαίον δια τον καθαρισμόν, τον οποίον το βάπτισμα των μαθητών του Χριστού και το βάπτισμα του Ιωάννου έδιδεν στους ανθρώπους. 25 Ἐπειδὴ λοιπὸν καὶ ὁ Ἰωάννης καὶ οἱ μαθηταὶ τοῦ Ἰησοῦ ἐβάπτιζον, ἔγινε συζήτησις ἀπὸ τοὺς μαθητὰς τοῦ Ἰωάννου μὲ κάποιον Ἰουδαῖον διὰ τὸν καθαρισμόν, τὸν ὁποῖον τὰ βαπτίσματα ταῦτα ἔδιδαν.
26 καὶ ἦλθον πρὸς τὸν Ἰωάννην καὶ εἶπον αὐτῷ· Ραββί, ὃς ἦν μετὰ σοῦ πέραν τοῦ Ἰορδάνου, ᾧ σὺ μεμαρτύρηκας, ἴδε οὗτος βαπτίζει καὶ πάντες ἔρχονται πρὸς αὐτόν. 26 Και ήλθαν προς τον Ιωάννην οι μαθηταί του μαζή με τον Ιουδαίον και του είπαν· “διδάσκαλε, αυτός, που ήτο μαζή σου πέραν από τον Ιορδάνην και δια τον οποίον συ εμαρτύρησες και εβεβαίωσες περί της αποστολής του στους ανθρώπους, κύτταξε βαπτίζει τώρα και όλοι πηγαίνουν εις αυτόν”. 26 Καὶ ἐπειδὴ οἱ μαθηταὶ αὐτοὶ δὲν ἠμπόρεσαν νὰ πείσουν τὸν Ἰουδαῖον διὰ τὴν ἀξίαν τοῦ βαπτίσματος τοῦ Ἰωάννου, ἦλθαν εἰς αὐτὸν καὶ τοῦ εἶπαν· Διδάσκαλε, ἐκεῖνος ποὺ ἦτο μαζί σου πέραν ἀπὸ τὸν Ἰορδάνην, διὰ τὸν ὁποῖον σὺ ἔδωκες μαρτυρίαν καὶ τὸν ἀνέδειξες μὲ τὰς συστάσεις, ποὺ ἔκαμες δι’ αὐτὸν εἰς τοὺς ἀνθρώπους, κύτταξε αὐτὸς τώρα βαπτίζει καὶ ὅλοι πηγαίνουν εἰς αὐτόν.
27 ἀπεκρίθη Ἰωάννης καὶ εἶπεν· Οὐ δύναται ἄνθρωπος λαμβάνειν οὐδὲν ἐὰν μὴ ᾖ δεδομένον αὐτῷ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ. 27 Απεκρίθη ο Ιωάννης και είπε· “τίποτε δεν ημπορεί να πάρη ο άνθρωπος εάν δεν του έχη δοθή από τον ουρανόν. 27 Ἀπεκρίθη ὁ Ἰωάννης καὶ εἶπε· Τίποτε δὲν μπορεῖ νὰ λάβῃ ὁ ἄνθρωπος, ἐὰν δὲν τοῦ ἔχῃ δοθῆ τοῦτο ἀπὸ τὸν ἐν οὐρανοῖς Θεόν. Ἀπὸ τὸν Θεὸν λοιπὸν ἔλαβε καὶ ὁ Ἰησοῦς τὴν προτίμησιν καὶ τἠν δόξαν αὐτήν, τὴν ὁποίαν οἱ ἄνθρωποι τοῦ ἀποδίδουν, ἀλλὰ καὶ ἐγὼ τὸ περιωρισμένον μέτρον τῆς τιμῆς καὶ τῆς δράσεως, διὰ τὸ ὁποῖον παραπονεῖσθε.
28 αὐτοὶ ὑμεῖς μοι μαρτυρεῖτε ὅτι εἶπον· οὐκ εἰμὶ ἐγὼ ὁ Χριστός, ἀλλ’ ὅτι Ἀπεσταλμένος εἰμὶ ἔμπροσθεν ἐκείνου. 28 Σεις, άλωστε, οι ίδιοι που με ηκούσατε, επιβεβαιώνετε ότι εγώ είπα· Δεν είμαι εγώ ο Χριστός, αλλ' ότι εγώ είμαι απεσταλμένος από τον Θεόν ενωρίτερα από εκείνον, δια να προπαρασκευάσω τους ανθρώπους. 28 Σεῖς οἱ ἴδιοι μὲ ἠκούσατε καὶ εἶσθε μάρτυρές μου, ὅτι εἶπα· Δὲν εἶμαι ἐγὼ ὁ Χριστός, ἀλλ’ ὅτι εἶμαι ἀπεσταλμένος ἀπὸ τὸν Θεὸν προτήτερα ἀπὸ ἐκεῖνον ὡς πρόδρομός του. Διατὶ λοιπὸν τώρα δυσαρεστεῖσθε, ἐπειδὴ βλέπετε τὸν Χριστὸν νὰ εὐδοκιμῇ περισσότερον ἀπὸ ἐμέ;
29 ὁ ἔχων τὴν νύμφην νυμφίος ἐστίν· ὁ δὲ φίλος τοῦ νυμφίου, ὁ ἑστηκὼς καὶ ἀκούων αὐτοῦ, χαρᾷ χαίρει διὰ τὴν φωνὴν τοῦ νυμφίου. αὕτη οὖν ἡ χαρὰ ἡ ἐμὴ πεπλήρωται. 29 Επειτα δε μη λησμονείτε ότι αυτός που έλαβε και έχει την νύμφην είναι ο νυμφίος, ο δε φίλος του νυμφίου, ο οποίος κατά τον γάμον στέκεται κοντά εις αυτόν και τον ακούει, χαίρει παρά πολύ δια τα λόγια, με τα οποία ο νυμφίος εκδηλώνει την χαράν του. Αυτή, λοιπόν, είναι η ιδική μου χαρά, να βλέπω τον νυμφίον ευχαριστημένον και η οποία χαρά μου είναι πλήρης και τελεία. (Ο Χριστός είναι ο νυμφίος, νύμφη η Εκκλησία. Χαίρω βαθύτατα, διότι βλέπω τους ανθρώπους, που θα ενταχθούν εις την Εκκλησίαν του, να τον ακολουθούν). 29 Μὴ παραξενεύεσθε, ἐὰν ὅλοι πηγαίνουν εἰς αὐτὸν καὶ τὸν ἀκολουθοῦν. Ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ἀκολουθεῖ ἡ νύμφη καὶ πηγαίνει εἰς αὐτὸν ὡς ἰδική του, εἶναι ὁ γαμβρός· ὁ φίλος δὲ τοῦ γαμβροῦ, ὁ παράνυμφος καὶ κουμπάρος, ποὺ ἐμεσίτευσεν εἰς τὸ συνοικέσιον καὶ κατὰ τὸν γάμον στέκεται κοντά του καὶ τὸν ἀκούει, χαίρει ὑπερβολικὰ διὰ τὴν φωνήν, μὲ τὴν ὁποίαν ὁ γαμβρός ἐκδηλώνει τὴν ἀγάπην του πρὸς τὴν νύμφην καὶ τὴν εὐχαρίστησίν του διὰ τὸν γάμον του μετ’ αὐτῆς. Χαίρω λοιπὸν καὶ ἐγὼ ὡς φίλος τοῦ οὐρανίου γαμβροῦ, εἰς τὸν ὁποῖον πηγαίνουν τώρα ὅλοι, οἱ ὁποῖοι μετ’ ὀλίγον θὰ ἀποτελέσουν τὴν νύμφην του, τὴν Ἐκκλησίαν. Καὶ αὐτὴ ἡ χαρὰ ποὺ δοκιμάζω, διότι ἐπέτυχεν ὁ πνευματικὸς αὐτὸς γάμος εἰς τὸν ὁποῖον ἐμεσίτευσα, εἶναι πλήρης καὶ τελεία.
30 ἐκεῖνον δεῖ αὐξάνειν, ἐμὲ δὲ ἐλαττοῦσθαι. 30 Εκείνος πρέπει να αυξάνη, εγώ δε, ο πρόδρομός του, να μικραίνω, ώστε όλοι πλέον να ακολουθούν εκείνον και όχι εμέ. 30 Σύμφωνα μὲ τὸ σχέδιον τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἀπεστάλην, ἐκεῖνος πρέπει νὰ αὐξάνῃ εἰς ἐπιρροὴν καὶ δόξαν, ἐγὼ δὲ νὰ μικραίνω, ὥστε ὅλοι νὰ μὴ ἀκολουθοῦν πλέον ἐμὲ, ἀλλ’ ἐκεῖνον.
31 Ὁ ἄνωθεν ἐρχόμενος ἐπάνω πάντων ἐστίν. ὁ ὢν ἐκ τῆς γῆς ἐκ τῆς γῆς ἐστιν καὶ ἐκ τῆς γῆς λαλεῖ· ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἐρχόμενος ἐπάνω πάντων ἐστί, 31 Εκείνος που έρχεται από τον ουρανόν, δηλαδή ο Χριστός, είναι επάνω από όλους. Εκείνος δε που είναι από την γην, όπως είμαι εγώ, από γονείς που είναι επίσης της γης, ομιλεί περί του θελήματος και των έργων του Θεού, σαν άνθρωπος εκ της γης, δηλαδή ατελώς. Εκείνος όμως που έρχεται από τον ουρανόν είναι ανώτερος από όλους. 31 Ἐκεῖνος, ποὺ ἔρχεται ἀπ’ ἐπάνω καὶ κατάγεται ἀπὸ τὸν οὐρανόν, εἶναι ἀνώτερος ἀπὸ ὅλους. Ἐκεῖνος, ποὺ ἐγεννήθη εἰς τὴν γῆν ἀπὸ γονεῖς, ποὺ ἔζησαν εἰς τὴν γῆν, ὅπως εἶμαι ἐγώ, εἶναι ἀπὸ τὴν γῆν καὶ ὁμιλεῖ περὶ τῶν οὐρανίων τόσον μόνον, ὅσον ἠμπορεῖ ἀπὸ τὴν γῆν νὰ τὰ διακρίνῃ καὶ νὰ τὰ γνωρίσῃ. Ἐκεῖνος, ποὺ ἔρχεται ἀπὸ τοὺς οὐρανούς, ὅπως εἶναι ὁ Ἰησοῦς, εἶναι ἀνώτερος ἀπὸ ὅλους.
32 καὶ ὃ ἑώρακεν καὶ ἤκουσεν, τοῦτο μαρτυρεῖ, καὶ τὴν μαρτυρίαν αὐτοῦ οὐδεὶς λαμβάνει. 32 Και αυτό που είδε και ήκουσε και το γνωρίζει άριστα και κάλλιστα, αυτό και με απόλυτον βεβαιότητα και σαφήνειαν κηρύσσει. Αλλά την μαρτυρίαν αυτού ολίγοι την δέχονται. 32 Καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λόγῳ τῆς σχέσεώς του πρὸς τὸν ὲν οὐρανοῖς Πατέρα του ἔχει ἴδει μόνος αὐτὸς καὶ ἤκουσε παρ’ αὐτοῦ καὶ τὸ ἠξεύρει καλά, ὅπως κανένας ἄλλος, αὐτὸ μαρτυρεῖ. Δυστυχῶς ὅμως τὴν μαρτυρίαν του πολὺ ὀλίγοι τὴν πιστεύουν καὶ τὴν δέχονται.
33 ὁ λαβὼν αὐτοῦ τὴν μαρτυρίαν ἐσφράγισεν ὅτι ὁ Θεὸς ἀληθής ἐστιν. 33 Εκείνος δε που επίστευσε και εδέχθη αυτήν την διδασκαλίαν, αυτός έβαλε την σφραγίδα του και υπέγραψε με το όνομά του τους λόγους του Υιού και απεσταλμένου του Θεού και επεβεβαίωσε έτσι ότι ο Θεός είναι πάντοτε αληθινός. 33 Ἐκεῖνος, ποὺ ἐπίστευσεν εἰς τὴν μαρτυρίαν του καὶ ἐνεκολπώθη τὴν διδασκαλίαν του, αὐτὸς ἔβαλε τὴν σφραγίδα του ὑποκάτω ἀπὸ τοὺς λόγους τούτους τοῦ υἱοῦ καὶ ἀπεσταλμένου τοῦ Θεοῦ καὶ ἐπεβεβαίωσεν ἐπισήμως, ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ἀληθὴς καὶ δὲν ψεύδεται.
34 ὃν γὰρ ἀπέστειλεν ὁ Θεὸς, τὰ ῥήματα τοῦ Θεοῦ λαλεῖ· οὐ γὰρ ἐκ μέτρου δίδωσιν ὁ Θεὸς τὸ Πνεῦμα. 34 Και ότι αυτός, τον οποίον ο Θεός απέστειλε, δηλαδή ο Ιησούς Χριστός, διδάσκει το λόγια του Θεού αλάνθαστα και πλήρη, διότι ο Θεός δεν έδωσεν εις αυτόν περιωρισμένον τον φωτισμόν και την ενέργειαν του Αγίου Πνεύματος, όπως στους προφήτας, αλλά έδωκεν εις αυτόν αυτό τούτο το Αγιον Πνεύμα. 34 Ἐπεβεβαίωσε δὲ οὗτος διὰ τῆς πίστεως ταύτης, ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ἀληθής, διότι ὁ Ἰησοῦς Χριστός, τὸν ὁποῖον ἀπέστειλεν ὁ Θεός, δὲν λέγει τίποτε τὸ ἰδικόν του, ἀλλὰ λαλεῖ τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ. Διδάσκει δὲ αὐτὰ ἀλανθάστως, διότι ὁ Θεὸς δὲν ἔδωκε καὶ εἰς αὐτὸν τὸ Πνεῦμα, ὅπως ἄλλοτε εἰς τοὺς προφήτας μὲ μέτρον καὶ εἰς ὡρισμένας στιγμὰς τῆς ζωῆς των, ἀλλὰ τοῦ τὸ ἔδωκεν ἀφθόνως, συνεχῶς καὶ ἀπεριορίστως, καὶ συνεπῶς αὐτὸς κατέχει τἠν πλήρη καὶ ἀπόλυτον θείαν ἀποκάλυψιν καὶ διδάσκει ἀκριβῶς τὴν διδασκαλίαν τοῦ Θεοῦ.
35 ὁ πατὴρ ἀγαπᾷ τὸν υἱόν, καὶ πάντα δέδωκεν ἐν τῇ χειρὶ αὐτοῦ. 35 Και τούτο, διότι ο Πατήρ αγαπά τον Υιόν και από τότε που ο Υιός έγινε άνθρωπος του έχει δώσει όλα υπό την εξουσίαν του, ώστε και ως άνθρωπος να δύναται να ενεργή και να πράττη και να διαχειρίζεται τα πάντα προς σωτηρίαν των ανθρώπων. 35 Ναί· τοῦ ἔδωκεν ὁλόκληρον τὸ Πνεῦμα, διότι ὁ Πατὴρ ἀγάπησε τὸν Υἱόν, καὶ λόγῳ τῆς ἀγάπης του ταύτης, ἀπὸ τότε ποὺ ὁ Υἱός του ἔγινεν ἄνθρωπος, ἔχει δώσει ὅλα εἰς τὴν ἐξουσίαν του, ὥστε νὰ τὰ ὁρίζῃ καὶ ὡς ἄνθρωπος καὶ νᾳ ἔχῃ δικαίωμα νὰ διαθέτῃ ταῦτα πρὸς σωτηρίαν τῶν ἀνθρώπων.
36 ὁ πιστεύων εἰς τὸν υἱὸν ἔχει ζωὴν αἰώνιον· ὁ δὲ ἀπειθῶν τῷ υἱῷ οὐκ ὄψεται ζωήν, ἀλλ’ ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ μένει ἐπ’ αὐτόν. 36 Ετσι δε καθένας που πιστεύει στον Υιόν, έχει εξασφαλίσει την αιωνίαν ζωήν. Εκείνος δε που δεν πιστεύει και δεν υπακούει στον Υιόν, δεν θα ίδη την μακαρίαν ζωήν, αλλά η οργή του Θεού θα μένη συνεχώς επάνω του”. 36 Πράγματι δὲ ἐκεῖνος, ποὺ πιστεύει εἰς τὸν Υἱόν, ἔχει ἀπὸ τὸν παρόντα βίον ζωήν αἰώνιον. Ἐκεῖνος δὲ πού, ἕνεκα τῆς ἀπιστίας του, ἀπειθεῖ εἰς τὸν Υἱόν, ὄχι μόνον δὲν θὰ κληρονομήσῃ, ἀλλ’ οὐδὲ θὰ ἴδῃ ποτὲ τὴν μακαρίαν ζωήν, καὶ ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ μένει διαπαντὸς ἐπάνω του, τιμωροῦσα καὶ κολάζουσα αὐτὸν αἰωνίως.