Πέμπτη, 07 Ιουλίου 2022
Ανατ: 06:10
Δύση: 20:51
Σελ. 9 ημ.
188-177
14ος χρόνος, 5255η ημέρα
Έκδοση: 4η

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 (Β)


 
 

 
Αρχαίο κείμενο Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Καὶ τῇ ἡμέρᾳ τῇ τρίτῃ γάμος ἐγένετο ἐν Κανᾶ τῆς Γαλιλαίας, καὶ ἦν ἡ μήτηρ τοῦ Ἰησοῦ ἐκεῖ· 1 Και την τρίτην ημέραν, έπειτα από τα γεγονότα αυτά, έγινε γάμος εις την Κανά της Γαλιλαίας και ήτο εκεί και η μητέρα του Ιησού. 1 Καὶ τὴν τρίτην ἡμέραν μετὰ τὴν ἀναχώρησίν των ἀπὸ τὴν ἔρημον τοῦ Ἰορδάνου ἔγινε γάμος εἰς τὴν Κανᾶ τῆς Γαλιλαῖος καὶ ἦτο ἐκεῖ ἡ μητέρα τοῦ Ἰησοῦ.
2 ἐκλήθη δὲ καὶ ὁ Ἰησοῦς καὶ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ εἰς τὸν γάμον. 2 Προσεκλήθη και ο Ιησούς και οι μαθηταί του στον γάμον. 2 Προσεκλήθη δὲ καὶ ὁ Ἰησοῦς καὶ οἱ μαθηταί του εἰς τὸν γάμον.
3 καὶ ὑστερήσαντος οἴνου λέγει ἡ μήτηρ τοῦ Ἰησοῦ πρὸς αὐτόν· Οἶνον οὐκ ἔχουσιν. 3 Επειδή δε έλειψεν ο οίνος, λέγει η μητέρα του Ιησού προς αυτόν· “οίνον δεν έχουν”. 3 Καὶ ἐπειδὴ ἐν τῷ μεταξὺ ἔλειψεν ὁ οἶνος, λέγει ὁ μητέρα τοῦ Ἰησοῦ εἰς αὐτόν· Δὲν ἔχουν οἶνον.
4 λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Τί ἐμοὶ καὶ σοί, γύναι; οὔπω ἥκει ἡ ὥρα μου. 4 Της λέγει δε ο Ιησούς· “τι κοινόν υπάρχει, ω γύναι, μεταξύ εμού του Μεσσίου και σου, που με εγέννησες ως άνθρωπον; Δεν ήλθεν ακόμη η ώρα μου να κάμω θαύματα εμπρός στους ανθρώπους”. 4 Λέγει εἰς αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς· Τί κοινὸν ὑπάρχει, γυναῖκα, μεταξὺ ἐμοῦ, ποὺ τώρα ὡς Μεσσίας διαχειρίζομαι τὴν θείαν δύναμιν τοῦ Πατρός μου, καὶ σοῦ, ποὺ μὲ ἐγέννησες ὡς ἄνθρωπον; Δὲν ἦλθεν ἀκόμη ἡ ὥρα νὰ κάμω θαύματα καὶ νὰ φανερωθῶ δημοσίᾳ ὡς ὁ Μεσσίας.
5 λέγει ἡ μήτηρ αὐτοῦ τοῖς διακόνοις· Ὅ,τι ἂν λέγῃ ὑμῖν ποιήσατε. 5 Η μητέρα του από τον τόνον της φωνής του εκατάλαβε, ότι θα επραγματοποιούσε την παράκλησίν της και δι' αυτό είπεν στους υπηρέτας· “ο,τι σας πη κάμετέ το” 5 Οἱ λόγοι οὔτοι ἐν τούτοις ἐλέχθησαν εἰς τοιοῦτον τόνον, ὥστε ἡ Μαρία ἐκατάλαβεν, ὅτι θὰ εἱσήκουεν ὁ Ἰησοῦς τὸ αἴτημά της. Λέγει λοιπὸν εἰς τοὺς ὑπηρέτας· Συμμορφωθῆτε πρὸς τὰς ὁδηγίας του καὶ ὀ,τιδήποτε σᾶς εἴπῃ, κάμετέ το.
6 ἦσαν δὲ ἐκεῖ ὑδρίαι λίθιναι ἓξ κείμεναι, κατὰ τὸν καθαρισμὸν τῶν Ἰουδαίων, χωροῦσαι ἀνὰ μετρητὰς δύο ἢ τρεῖς. 6 Υπήρχαν δε εκεί εξ λίθινες στάμνες, που σκοπόν είχαν να χρησιμοποιούνται δια να πλύνωνται, κατά την συνήθειάν των, οι Ιουδαίοι πριν φάγουν. Καθε μία δε από αυτάς εχωρούσε από δύο η τρεις μετρητάς, δηλαδή 35 έως 54 περίπου κιλά εκάστη. 6 Ἦσαν δὲ ἐκεῖ ἓξ λίθιναι στάμναι, αἱ ὁποῖαι εἶχαν τεθῆ σύμφωνα μὲ τὴν συνήθειαν, ποὺ εἶχαν οἱ Ἰουδαῖοι νὰ πλύνωνται καὶ νὰ καθαρίζωνται προτοῦ φάγουν. Ἡ κάθε μία δὲ ἀπὸ αὐτὰς ἐχωροῦσε δύο ἢ τρεῖς μετρητάς, δηλαδὴ περίπου ἑκατὸν κιλά.
7 λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Γεμίσατε τὰς ὑδρίας ὕδατος. καὶ ἐγέμισαν αὐτὰς ἕως ἄνω. 7 Λεγει εις αυτούς ο Ιησούς· “γεμίσατε τις στάμνες με νερό”. Και τας εγέμισαν έως επάνω. 7 Λέγει εἰς αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς· Γεμίσατε τὰς στάμνας νερό. Καὶ τὰς ἐγέμισαν ἐκεῖνοι ἕως ἐπάνω, ὥστε δὲν ἔμεινεν εἰς αὐτὰς χῶρος διὰ νὰ προστεθῇ εἰς τὸ νερὸν καὶ ἄλλο τίποτε.
8 καὶ λέγει αὐτοῖς· Ἀντλήσατε νῦν καὶ φέρετε τῷ ἀρχιτρικλίνῳ· καὶ ἤνεγκαν. 8 Και έπειτα τους είπε· “βγάλτε τώρα και φέρτε στον αρχιτρίκλινον, εις αυτόν που επιβλέπει τα του συμποσίου”. Και έφεραν. 8 Καὶ ὕστερα λέγει ὁ Ἰησοῦς εἰς αὐτούς· Βγάλετε τώρα ἀπὸ τὰς στάμνας καὶ φέρετε εἰς αὐτόν, ποὺ προεξάρχει εἰς τὸ τραπέζι καὶ φροντίζει διὰ τὸ συμπόσιον. Καὶ ἐκεῖνοι ἀμέσως ἔφεραν.
9 ὡς δὲ ἐγεύσατο ὁ ἀρχιτρίκλινος τὸ ὕδωρ οἶνον γεγενημένον - καὶ οὐκ ᾔδει πόθεν ἐστίν· οἱ δὲ διάκονοι ᾔδεισαν οἱ ἠντληκότες τὸ ὕδωρ - φωνεῖ τὸν νυμφίον ὁ ἀρχιτρίκλινος 9 Μολις δε εδοκίμασε ο αρχιτρίκλινος το νερό, που είχε γίνει κρασί-και δεν εγνώριζε αυτός από που προέρχεται· οι υπηρέται μόνον εγνώριζαν που είχαν βγάλει το νερό και γεμίσει τις στάμνες-φωνάζει τον γαμβρόν ο αρχιτρίκλινος 9 Καθὼς δὲ ἐδοκίμασεν ὁ ἀρχιτραπεζάριος τὸ νερόν, ποὺ εἶχε γίνει κρασί, - καὶ δὲν ἐγνώριζε ἀπὸ ποὺ εἶναι καὶ ποῖος ἔφερε τοῦτο, οἱ ὑπηρέται ὅμως, ποὺ εἶχαν βγάλει τὸ νερὸν καὶ ἐγέμισαν μὲ αὐτὸ τίς στάμνες, τὸ ἐγνωριζαν, - φωνάζει τὸν γαμβρὸν ὁ ἀρχιτραπεζάριος
10 καὶ λέγει αὐτῷ· Πᾶς ἄνθρωπος πρῶτον τὸν καλὸν οἶνον τίθησι, καὶ ὅταν μεθυσθῶσι, τότε τὸν ἐλάσσω· σὺ τετήρηκας τὸν καλὸν οἶνον ἕως ἄρτι. 10 και λέγει εις αυτόν· “κάθε άνθρωπος που κάμνει τραπέζι βάζει, σύμφωνα με την συνήθειαν που υπάρχει, πρώτα το καλό κρασί και όταν οι άνθρωποι πιουν μέχρι μέθης, τότε προσφέρει το κατώτερον. Συ όμως εφύλαξες το εκλεκτό κρασί έως αυτήν την στιγμήν”. 10 καὶ λέγει εἰς αὐτόν· Κάθε ἄνθρωπος, ποὺ καλεῖ τραπέζι, βάνει εἰς τοὺς καλεσμένους πρῶτον τὸ καλὸ κρασί, καὶ ὅταν αὐτοὶ ἔμβουν εἰς εὐθυμίαν, ὁπότε ζητοῦν πλέον ποσότητα κρασιοῦ καὶ ὄχι τόσον πολὺ ποιότητα, τότε παρουσιάζει τὸ κατώτερον. Σὺ ἐφύλαξες τὸ καλὸ καὶ ἐκλεκτὸ κρασὶ ἕως τὴν στιγμὴν αὐτήν.
11 Ταύτην ἐποίησεν τὴν ἀρχὴν τῶν σημείων ὁ Ἰησοῦς ἐν Κανᾶ τῆς Γαλιλαίας καὶ ἐφανέρωσε τὴν δόξαν αὐτοῦ, καὶ ἐπίστευσαν εἰς αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ. 11 Αυτό το θαύμα έκαμε ως αρχήν των θαυμάτων του ο Ιησούς εις την Κανά της Γαλιλαίας και εφανέρωσε το μεγαλείον της θείας εξουσίας του και επίστευσαν εις αυτόν οι μαθηταί του. 11 Ἀπὸ τὸ θαῦμα αὐτὸ ἔκαμεν εἰς τὴν Κανᾶ τῆς Γαλιλαίας τὴν ἔναρξιν τῶν ἀποδεικτικῶν θαυμάτων του ὁ Ἰησοῦς καὶ ἐφανέρωσε τὴν δόξαν καὶ τὸ μεγαλεῖον τῆς θείας δυνάμεως καὶ ἐξουσίας του, καὶ μὲ αὐτὸ ἐστηρίχθησαν οἱ μαθηταί του εἰς τὴν πίστιν τους πρὸς αὐτόν.
12 Μετὰ τοῦτο κατέβη εἰς Καπερναοὺμ αὐτὸς καὶ ἡ μήτηρ αὐτοῦ καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ καὶ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ, καὶ ἐκεῖ ἔμεινεν οὐ πολλὰς ἡμέρας. 12 Υστερα από το γεγονός αυτό κατέβηκε εις την Καπερναούμ, αυτός και η μητέρα του και οι θεωρούμενοι από τους άλλους ως αδελφοί του και οι μαθηταί αυτού και εκεί έμειναν ολίγας ημέρας. 12 Ὕστερα ἀπὸ τὸ θαῦμα τοῦτο κατέβη εἰς τὴν Καπερναοὺμ αὐτὸς καὶ ἡ μητέρα του καὶ αὐτοί, ποὺ ἐνομίζοντο ἀπὸ τὸν πολὺν κόσμον ἀδελφοί του, καὶ οἱ μαθηταί του καὶ ἔμειναν ἐκεῖ ὅχι πολλὰς ἡμέρας.
13 Καὶ ἐγγὺς ἦν τὸ πάσχα τῶν Ἰουδαίων, καὶ ἀνέβη εἰς Ἱεροσόλυμα ὁ Ἰησοῦς. 13 Επλησίαζε δε το Πασχα των Ιουδαίων και ανέβηκε ο Ιησούς εις τα Ιεροσόλυμα. 13 Καὶ ἐπλησίαζε τὸ Πάσχα τῶν Ἰουδαίων, καὶ ἀνέβη ὁ Ἰησοῦς εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα.
14 καὶ εὗρεν ἐν τῷ ἱερῷ τοὺς πωλοῦντας βόας καὶ πρόβατα καὶ περιστερὰς καὶ τοὺς κερματιστὰς καθημένους, 14 Και ευρήκε στο ιερόν, δηλαδή μέσα εις τας αυλάς του ναού, αυτούς που επωλούσαν βώδια και πρόβατα και περιστέρια, όπως επίσης και τους αργυραμοιβούς, που εκάθηντο κοντά εις τα τραπέζια των, δια να ανταλλάσουν τα ξένα νομίσματα των προσκυνητών με εβραϊκά. 14 Καὶ εὗρε μέσα εἰς τὸν ἱερὸν περίβολον τοῦ ναοῦ ἀνθρώπους, ποὺ ἐπωλοῦσαν βώδια καὶ πρόβατα καὶ περιστέρια δι’ ἐκείνους, ποὺ θὰ προσέφεραν μὲ αὐτὰ θυσίας. Εὗρεν ἀκόμη καὶ τοὺς ἀργυραμοιβούς, ποὺ ἀντήλλασσαν τὰ ξένα νομίσματα τῶν προσκυνητῶν μὲ Ἰουδαϊκά, νὰ κάθηνται κοντὰ εἰς τὰ τραπέζια τους.
15 καὶ ποιήσας φραγέλλιον ἐκ σχοινίων πάντας ἐξέβαλεν ἐκ τοῦ ἱεροῦ, τά τε πρόβατα καὶ τοὺς βόας, καὶ τῶν κολλυβιστῶν ἐξέχεεν τὸ κέρμα καὶ τὰς τραπέζας ἀνέτρεψε, 15 Και αφού έκαμε φραγγέλλιον από σχοινιά, έβγαλε έξω από την αυλήν όλους και τα πρόβατα και τα βόδια, των δε αργυραμοιβών εσκόρπισε κάτω τα νομίσματα και αναποδογύρισε τα τραπέζια των. 15 Καὶ ἀφοῦ ἐτοίμασε μαστίγιον ἀπὸ σχοινία, ἔβγαλεν ἔξω ὅλους ἀπὸ τὸν περίβολον, μαζὶ δὲ μὲ αὐτοὺς καὶ τὰ πρόβατα καὶ τὰ βώδια, καὶ τῶν ἀργυραμοιβῶν ἐσκόρπισε κάτω τὰ νομίσματα καὶ ἀναποδογύρισε τὰ τραπέζια.
16 καὶ τοῖς τὰς περιστερὰς πωλοῦσιν εἶπεν· Ἄρατε ταῦτα ἐντεῦθεν· μὴ ποιεῖτε τὸν οἶκον τοῦ πατρός μου οἶκον ἐμπορίου. 16 Εις εκείνους δε που επωλούσαν τα περιστέρια είπε· “πάρετέ τα από εδώ και μη κάμνετε τον οίκον του Πατρός μου, οίκον εμπορίου”. 16 Καὶ εἰς ἐκείνους ποὺ ἐπωλοῦσαν τὰ περιστέρια εἶπε· Σηκώσατε τὰ ἀπ’ ἐδῶ. Μὴ μεταβάλλετε τὸ σπίτι τοῦ πατέρα μου εἰς ἐμπορικὸν κατάστημα.
17 Ἐμνήσθησαν δὲ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ὅτι γεγραμμένον ἐστίν, Ὁ ζῆλος τοῦ οἴκου σου καταφάγεταί με. 17 Εθυμήθηκαν δε τότε οι μαθηταί του αυτό, που είχε γραφή στους ψαλμούς· “ο ζήλος, πάτερ μου, δια την δόξαν του οίκου σου, ως άλλη φωτιά θα με καταφάγη”. 17 Ἐνεθυμήθησαν δὲ οἱ μαθηταί του, ὅτι εἶχε γραφῆ εἰς τοὺς Ψαλμούς· Ὁ ζῆλος, Πάτερ μου, τὸν ὁποῖον ἔχω διὰ τὴν δόξαν τοῦ οἴκου σου, σὰν ἄλλη φωτιὰ θὰ καταφλέξῃ καὶ θὰ καταφάγῃ ὁλόκληρον τὸ ἐσωτερικόν μου.
18 ἀπεκρίθησαν οὖν οἱ Ἰουδαῖοι καὶ εἶπον αὐτῷ· Τί σημεῖον δεικνύεις ἡμῖν, ὅτι ταῦτα ποιεῖς; 18 Του ωμίλησαν τότε οι Ιουδαίοι και του είπαν· “ποίον σημείον συ μας δείχνεις και ποίαν απόδειξιν μας παρουσιάζεις, ότι έχεις την εξουσίαν να κάμνης αυτά;” 18 Ὕστερον λοιπὸν ἀπὸ αὐτά, ποὺ ἔκαμεν εἰς τὸ ἱερόν, ἔλαβαν τὸν λόγον οἱ Ἰουδαῖοι καὶ τοῦ εἶπαν· Ποῖον σημεῖον ἔχεις νὰ δείξῃς, ποὺ νὰ μαρτυρῇ καὶ νὰ ἐπιβεβαιώνῃ, ὅτι ἔχεις πράγματι ἐξουσίαν νὰ πράττῃς αὐτά;
19 ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Λύσατε τὸν ναὸν τοῦτον, καὶ ἐν τρισὶν ἡμέραις ἐγερῶ αὐτόν. 19 Απήντησεν ο Ιησούς και τους είπε· “κρημνίσατε τον ναόν τούτον και εγώ εις τρεις ημέρας θα τον ανοικοδομήσω”. (Και ενοούσε· Θανατώσατε σστον ναόν του σώματός μου, και εγώ μετά τρεις ημέρας θα αναστηθώ από τον τάφον). 19 Ἀπεκρίθη δὲ ὁ Ἰησοῦς καὶ τοὺς εἶπε· Κρημνίσατε τὸν ναὸν αὐτὸν καὶ εἰς τρεῖς ἡμέρας θὰ τὸν ἀνεγείρω μὲ μόνην τὴν δύναμίν μου, διότι θὰ ἀναστηθῶ ἐκ τοῦ τάφου ζωντανὸς ναὸς τοῦ Θεοῦ καὶ ἀθάνατος κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας μου, ἡ ὁποία θὰ ἀντικαταστήσῃ διὰ παντὸς τὸν ναόν σας, ποὺ θὰ καταστροφῇ·
20 εἶπον οὖν οἱ Ἰουδαῖοι· Τεσσαράκοντα καὶ ἓξ ἔτεσιν ᾠκοδομήθη ὁ ναὸς οὗτος, καὶ σὺ ἐν τρισὶν ἡμέραις ἐγερεῖς αὐτόν; 20 Είπαν λοιπόν, οι Ιουδαίοι· “σαράντα εξ χρόνια εχρειάσθησαν, δια να κτισθή ο ναός αυτός και συ λέγεις, ότι θα τον ανοικοδομήσης έντος τριών ημερών;” 20 Εἶπον λοιπὸν οἱ Ἰουδαῖοι· Ἐχρειάσθησαν σαρανταὲξ χρόνια διὰ νὰ κτισθῇ ὁ ναὸς αὐτός, καὶ σὺ θὰ τὸν κτίσῃς μέσα εἰς τρεῖς ἡμέρας;
21 ἐκεῖνος δὲ ἔλεγε περὶ τοῦ ναοῦ τοῦ σώματος αὐτοῦ. 21 Εκείνος όμως έλεγε δια τον ναόν του σώματός του. 21 Ἐκεῖνος ὅμως ἔλεγε διὰ τὸν ἀσυγκρίτως λαμπρότερον καὶ ἁγιώτερον ναὸν τοῦ σώματός του, βεβαιώνων προφητικῶς, ὅτι μετὰ τὸν σταυρικὸν θάνατόν του θὰ ἀνέσταινε τὸν ναὸν τοῦτον ζωντανὸν ἐκ τοῦ τάφου.
22 ὅτε οὖν ἠγέρθη ἐκ νεκρῶν, ἐμνήσθησαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ὅτι τοῦτο ἔλεγε, καὶ ἐπίστευσαν τῇ γραφῇ καὶ τῷ λόγῳ ὃν εἶπεν ὁ Ἰησοῦς. 22 Οταν δε ανεστήθη εκ νεκρών, εθυμήθηκαν οι μαθηταί του ότι τούτο ακριβώς, το θαυμαστόν γεγονός ενοούσε τότε και επίστευσαν εις την Αγίαν Γραφήν, που είχε προφητεύσει την ανάστασιν, και στον λόγον, τον οποίον είχε πει κατά την περίστασιν εκείνην ο Ιησούς. 22 Ὅταν λοιπὸν ἀνεστήθη ἐκ νεκρῶν, ἐνεθυμήθησαν οἱ μαθηταί του, ὅτι εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν ἔλεγε περὶ τῆς ἐκ νεκρῶν ἀναστάσεως του, καὶ ἐνισχύθη ἡ πίστις των τόσον εἰς τὴν Ἁγίαν Γραφήν, ὅπου εἶχε προφητευθῇ ἡ ἀνάστασις αὐτή, ὅσον καὶ εἰς τὸν λόγον τὸν ὁποῖον εἶπεν ὁ Ἰησοῦς.
23 Ὡς δὲ ἦν ἐν τοῖς Ἱεροσολύμοις ἐν τῷ πάσχα ἐν τῇ ἑορτῇ, πολλοὶ ἐπίστευσαν εἰς τὸ ὄνομα αὐτοῦ, θεωροῦντες αὐτοῦ τὰ σημεῖα ἃ ἐποίει· 23 Οταν δε ευρίσκετο εις τα Ιεροσόλυμα κατά την εορτήν του πάσχα, πολλοί επίστευσαν εις αυτόν ως Μεσσίαν διότι έβλεπαν τα θαύματα που έκανε και τα οποία απεδείκνυαν την θείαν αποστολήν του. 23 Ὅταν δὲ ἦτο εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα κατὰ τὴν ἑορτὴν τοῦ Πάσχα, κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν λαμπρῶν καὶ πανηγυρικῶν τελετῶν τῆς ἑορτῆς, ποὺ διέθετον εὐλαβῶς τοὺς προσκυνητάς, πολλοὶ ἐπίστευσαν εἰς τὸ ὄνομά του ὡς Μεσσίου, ἐπειδὴ ἔβλεπον τὰ θαύματα, τὰ ὁποῖα ὡς ἀποδείξεις καὶ σημάδια τῆς θείας τοῦ ἀποστολῆς ἔκανεν.
24 αὐτὸς δὲ Ἰησοῦς οὐκ ἐπίστευεν ἑαυτὸν αὐτοῖς διὰ τὸ αὐτὸν γινώσκειν πάντας, 24 Ο ίδιος όμως ο Ιησούς δεν ενεπιστεύετο εις αυτούς τον ευατόν του και τα υψηλά νοήματα της διδασκαλίας του, διότι αυτός εγνώριζε καλά όλους, τον άστατον δηλαδή χαρακτήρα των, τας προκαταλήψεις και τας ατελείας των. 24 Ὁ ἴδιος ὅμως ὁ Ἰησοῦς δὲν ἤρχετο εἰς μεγάλην οἰκειότητα πρὸς αὐτοὺς καὶ δὲν ἐνεπιστεύετο τὸν ἑαυτόν του καὶ τὰ μυστήρια τῆς διδασκαλίας του εἰς αὐτούς, διότι αὐτὸς ἐγνώριζε καλὰ ὅλους καὶ ἤξευρε πόσον ἄστατος ἦτο ὁ ἐνθουσιασμός των.
25 καὶ ὅτι οὐ χρείαν εἶχεν ἵνα τις μαρτυρήσῃ περὶ τοῦ ἀνθρώπου· αὐτὸς γὰρ ἐγίνωσκε τί ἦν ἐν τῷ ἀνθρώπῳ. 25 Και δεν είχεν ανάγκην να τον κατατοπίση κανείς και τον πληροφορήση περί του ανθρώπου, διότι αυτός ο ίδιος εγνώριζε πολύ καλά, τι υπήρχε μέσα στον κάθε άνθρωπον. 25 Καὶ δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ τοῦ δώσῃ κανένας ἄλλος μαρτυρίαν καὶ πληροφορίαν δι’ οἰονδηποτε ἄγνωστον ἄνθρωπον διότι ὁ ἴδιος ἐγνώριζε καλά, τί εἶχε μέσα του ὁ κάθε ἄνθρωπος.