Πέμπτη, 07 Ιουλίου 2022
Ανατ: 06:10
Δύση: 20:51
Σελ. 9 ημ.
188-177
14ος χρόνος, 5255η ημέρα
Έκδοση: 4η

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11 (ΙΑ)


 
 

 
Αρχαίο κείμενο Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Ἦν δέ τις ἀσθενῶν Λάζαρος ἀπὸ Βηθανίας, ἐκ τῆς κώμης Μαρίας καὶ Μάρθας τῆς ἀδελφῆς αὐτῆς. 1 Ητο δε κάποιος ασθενής, ονόματι Λαζαρος, από την Βηθανίαν, από το χωρίον της Μαρίας και Μαρθας της αδελφής της. 1 Ήτο δὲ κάποιος ἀσθενής, ποὺ ἐλέγετο Λάζαρος καὶ κατήγετο ἀπὸ τὴν Βηθανίαν, ἀπὸ τὸ χωρίον Μαρίας καὶ τῆς Μάρθας τῆς ἀδελφῆς της.
2 ἦν δὲ Μαριὰμ ἡ ἀλείψασα τὸν Κύριον μύρῳ καὶ ἐκμάξασα τοὺς πόδας αὐτοῦ ταῖς θριξὶν αὐτῆς, ἧς ὁ ἀδελφὸς Λάζαρος ἠσθένει. 2 Η δε Μαρία ήτο εκείνη, που άλειψε τον Κυριον, ολίγας ημέρας προ της σταυρώσεως, με μύρον και εσπόγγισε τα πόδια του με τα μαλλιά της. Αυτής λοιπόν ο αδελφός Λαζαρος ήτο ασθενής. 2 Ἡ Μαρία δὲ ἦτο ἐκείνη, ποὺ ὀλίγον πρὸ τοῦ θανάτου του ἄλειψε τὸν Κύριον μὲ μύρον καὶ ἐσφόγγισε τοὺς πόδας του μὲ τὰ μαλλιά της. Τῆς Μαρίας αὐτῆς ὁ ἀδελφὸς Λάζαρος ἦτο ἄρρωστος.
3 ἀπέστειλαν οὖν αἱ ἀδελφαὶ πρὸς αὐτὸν λέγουσαι· Κύριε, ἴδε ὃν φιλεῖς ἀσθενεῖ. 3 Εστειλαν τότε αι δύο αδελφαί προς τον Ιησούν ανθρώπους να τον ειδοποιήσουν, οι οποίοι του είπαν εκ μέρους των· “Κυριε, ιδού αυτός, τον οποίον τόσον πολύ αγαπάς, είναι ασθενής”. 3 Ἔστειλαν λοιπὸν πρὸς αὐτὸν αἱ δύο ἀδελφαὶ ἀνθρώπους ἐξεπίτηδες νὰ τὸν εἰδοποιήσουν καὶ τοῦ εἶπαν· Κύριε, νά, αὐτός, ποὺ τόσον πολὺ ἀγαπᾷς, εἶναι ἄρρωστος.
4 ἀκούσας δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· Αὕτη ἡ ἀσθένεια οὐκ ἔστι πρὸς θάνατον, ἀλλ’ ὑπὲρ τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, ἵνα δοξασθῇ ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ δι’ αὐτῆς. 4 Οταν όμως ήκουσεν ο Ιησούς τούτο, είπεν· “αυτή η ασθένεια δεν είναι για θάνατο, αλλά δια να φανή η δόξα του Θεού και να δοξασθή ο Υιός του Θεού με την ασθένειαν αυτήν, διότι θα δοθή ευκαιρία άλλο μεγάλο θαύμα να πραγματοποιηθή”. 4 Ὅταν ὅμως ἤκουσε τοῦτο ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· Αὐτὴ ἡ ἀσθένεια δὲν θὰ καταλήξῃ εἰς ἀνεπανόρθωτον θάνατον, ἀλλὰ συνέβη διὰ νὰ ἐκλάμψῃ ἡ δόξα καὶ ἡ δύναμις τοῦ Θεοῦ· συνέβη δηλαδὴ διὰ νὰ δοξασθῇ διὰ τῆς ἀσθενείας αὐτῆς ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, διότι θὰ δοθῇ εὐκαιρία νὰ δείξῃ τὴν ὑπερφυσικὴν δύναμίν του καὶ νὰ ἐπιβεβαιώσῃ περιτράνως τὴν θείαν φύσιν καὶ ἀποστολήν του.
5 ἠγάπα δὲ ὁ Ἰησοῦς τὴν Μάρθαν καὶ τὴν ἀδελφὴν αὐτῆς καὶ τὸν Λάζαρον. 5 Ο δε Ιησούς αγαπούσε πολύ ολόκληρον αυτήν την οικογένειαν, δηλαδή την Μαρθαν και την αδελφήν της και τον Λαζαρον. 5 Ἠγάπα δὲ ὁ Ἰησοῦς τὴν Μάρθαν καὶ τὴν ἀδελφήν της καὶ τὸν Λάζαρον. Καὶ ἐὰν δὲν ἀνεχώρησεν ἀμέσως πρὸς ἐπίσκεψιν καὶ θεραπείαν τοῦ Λαζάρου, δὲν ἔπραξε τοῦτο ἐξ ἀδιαφορίας, ἀλλὰ διότι ἀπέβλεπεν εἰς τὴν φανέρωσιν τῆς δόξης καὶ δυνάμεως τοῦ Θεοῦ.
6 ὡς οὖν ἤκουσεν ὅτι ἀσθενεῖ, τότε μὲν ἔμεινεν ἐν ᾧ ἦν τόπῳ δύο ἡμέρας· 6 Οταν, λοιπόν, ήκουσεν ότι ο Λαζαρος ασθενεί, τότε μεν έμεινεν στον τόπον, όπου ευρίσκετο, δύο ακόμη ημέρας. 6 Ὅταν λοιπὸν ἤκουσεν ὅτι ὁ Λάζαρος ἀσθενεῖ, τότε μέν, ποὺ ὅλοι ὅσοι ἤξευραν τὴν ἀγάπην του πρὸς αὐτὸν θὰ ἐπερίμεναν νὰ ἀναχωρήσῃ ἀμέσως, παρέμεινεν ἐπὶ δύο ἀκόμη ἡμέρας εἰς τὸν τόπον, ὅπου εὑρίσκετο.
7 ἔπειτα μετὰ τοῦτο λέγει τοῖς μαθηταῖς· Ἄγωμεν εἰς τὴν Ἰουδαίαν πάλιν. 7 Επειτα, αφού επέρασε και αυτό το χρονικόν διάστημα, λέγει στους μαθητάς του· “ας πάμε πάλιν εις την Ιουδαίαν”. 7 Ἔπειτα δέ, ἀφοῦ ἐπέρασαν αἱ δύο ἡμέραι, εἶπεν εἰς τοὺς μαθητάς· Ἂς ὑπάγωμεν πάλιν εἰς τὴν Ἰουδαίαν.
8 λέγουσιν αὐτῷ οἱ μαθηταί· Ραββί, νῦν ἐζήτουν σε λιθάσαι οἱ Ἰουδαῖοι, καὶ πάλιν ὑπάγεις ἐκεῖ; 8 Οι μαθηταί όμως του είπαν· “Διδάσκαλε, τώρα προ ολίγου εζητούσαν οι Ιουδαίοι να σε λιθοβολήσουν και συ πηγαίνεις πάλιν εκεί;” 8 Ἀλλὰ τότε οἱ μαθηταί, οἱ ὁποῖοι εἶχον φοβηθῆ ἀπὸ τὴν ἀντίδρασιν, ποὺ συνήντησεν ὁ Ἰησοῦς εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα, τοῦ εἶπαν· Διδάσκαλε, πρὸ ὀλίγου ἐζήτουν οἱ Ἰουδαῖοι νὰ σὲ λιθοβολήσουν καὶ πάλιν πηγαίνεις ἐκεῖ;
9 ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· Οὐχὶ δώδεκά εἰσιν ὧραι τῆς ἡμέρας; ἐάν τις περιπατῇ ἐν τῇ ἡμέρᾳ, οὐ προσκόπτει, ὅτι τὸ φῶς τοῦ κόσμου τούτου βλέπει· 9 Απήντησεν ο Ιησούς· “δώδεκα δεν είναι αι ώραι της ημέρας; Οποιος περιπατεί κατά το διάστημα της ημέρας, δεν σκοντάπτει, διότι βλέπει με το φως του κόσμου τούτου. (Η ημέρα της ζωής μου εξακολουθεί ακόμη και εγώ προχωρώ στο έργον μου με βεβαιότητα και ασφάλειαν). 9 Ἀπεκρίθη ὁ Ἰησοῦς· Δὲν εἶναι δώδεκα αἱ ὧραι τῆς ἡμέρας; Ἐὰν κανεὶς περιπατῇ κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἡμέρας, δὲν σκοντάπτει, ἀλλὰ βαδίζει ἀσφαλῶς, διότι βλέπει τὸν ἥλιον, ὁ ὁποῖος φωτίζει τὸν κόσμον τοῦτον τὸν ὑλικόν. Οὕτω καὶ ἐγὼ ἔχω ἐπακριβῶς ὡρισμένον ἀπὸ τὸν Πατέρα μου τὸν χρόνον τῆς ἐπὶ γῆς ἀποστολῆς μου. Καὶ οἱ Ἰουδαῖοι δὲν δύνανται νὰ μοῦ ἀφαιρέσουν οὔτε δευτερόλεπτον ἐκ τοῦ χρόνου τούτου. Δὲν διατρέχω λοιπὸν κανένα κίνδυνον ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους, ἐφ’ ὅσον ἀκολουθῶ τὸν δρόμον, ὁ ὁποῖος φωτίζεται ἀπὸ τὸ θέλημα τοῦ Πατρός μου, ἀλλὰ καὶ σεῖς, ἐφόσον μὲ ἀκολουθεῖτε, δὲν διατρέχετε μαζί μου κανένα κίνδυνον, διότι ἐγὼ ὡς ἥλιος τῆς δικαιοσύνης θὰ φωτίζω τὸν δρόμον σας καὶ θὰ ἀσφαλίζω τὴν πορείαν σας.
10 ἐὰν δέ τις περιπατῇ ἐν τῇ νυκτί, προσκόπτει, ὅτι τὸ φῶς οὐκ ἔστιν ἐν αὐτῷ. 10 Εάν όμως κανείς περιπατή κατά την νύκτα, σκοντάπτει, διότι δεν υπάρχει εις αυτόν φως να τον φωτίζη. (Εις το σκοτάδι της αγνοίας και της πλάνης βαδίζουν όλοι όσοι επιμένουν εις την απιστίαν των και δεν θέλουν να δεχθούν το φως, που εγώ τους προσφέρω)”. 10 Ἐὰν ὅμως κανεὶς περιπατῇ κατὰ τὴν νύκτα,σκοντάπτει,διότι τὸ φῶς δὲν ὑπάρχει εἰς αὐτὸν διὰ νὰ τὸν φωτίζῃ. Οὕτω καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ μείνουν εἰς τὸ φῶς τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, θὰ σκοντάψουν καὶ θὰ πέσουν.
11 ταῦτα εἶπε, καὶ μετὰ τοῦτο λέγει αὐτοῖς· Λάζαρος ὁ φίλος ἡμῶν κεκοίμηται· ἀλλὰ πορεύομαι ἵνα ἐξυπνήσω αὐτόν· 11 Αυτά είπε και έπειτα τους λέγει· “ο Λαζαρος, ο φίλος μας, έχει κοιμηθή· αλλά εγώ πηγαίνω να τον εξυπνήσω”. 11 Ταῦτα εἶπεν ὁ Ἰησοῦς, καὶ ὕστερον ἀπὸ ὀλίγον λέγει εἰς αὐτούς· Ὁ φίλος μας Λάζαρος ἔχει κοιμηθῇ. Ἀλλὰ πηγαίνω διὰ νὰ τὸν ἐξυπνήσω.
12 εἶπον οὖν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ· Κύριε, εἰ κεκοίμηται, σωθήσεται. 12 Οι μαθηταί, επειδή ενόμισαν ότι πρόκειται περί φυσικού ύπνου, του είπαν· “Κυριε, εάν έχη κοιμηθή, αυτό είναι δείγμα ότι πηγαίνει καλύτερα και θα σωθή από την ασθένειάν του”. 12 Ὅταν λοιπὸν ἤκουσαν οἱ μαθηταί του, ὅτι ὁ Λάζαρος ἐκοιμήθη, νομίσαντες ὅτι ἐπρόκειτο περὶ φυσικοῦ ὕπνου, τοῦ εἶπαν· Κύριε, ἐὰν ἔχῃ κοιμηθῇ, ὁ ὀργανισμός του διὰ τῆς ἀναπαύσεως τοῦ ὕπνου θὰ ἔχῃ ἀναλάβει καὶ συνεπῶς ὁ Λάζαρος θὰ γίνῃ καλά. Πρὸς τί νὰ τὸν ἐξυπνήσωμεν;
13 εἰρήκει δὲ ὁ Ἰησοῦς περὶ τοῦ θανάτου αὐτοῦ· ἐκεῖνοι δὲ ἔδοξαν ὅτι περὶ τῆς κοιμήσεως τοῦ ὕπνου λέγει. 13 Ο Ιησούς όμως ωμιλούσε δια τον θάνατον του Λαζάρου. Αλλ' έκείνοι ενόμισαν ότι ομιλεί περί του φυσικού ύπνου. 13 Ὁ Ἰησοῦς ὅμως εἶχεν εἴπει διὰ τὸν θάνατον τοῦ Λαζάρου· ἐκεῖνοι δὲ ἐνόμισαν, ὅτι λέγει διὰ τὴν ἀποκοίμησιν τοῦ ὕπνου.
14 τότε οὖν εἶπεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς παρρησίᾳ· Λάζαρος ἀπέθανε, 14 Τοτε, λοιπόν, τους είπε ο Ιησούς καθαρά· “ο Λαζαρος απέθανε. 14 Τότε λοιπὸν τοὺς εἶπεν ὁ Ἰησοῦς καθαρά· Ὁ Λάζαρος ἀπέθανε,
15 καὶ χαίρω δι’ ὑμᾶς, ἵνα πιστεύσητε, ὅτι οὐκ ἤμην ἐκεῖ· ἀλλ’ ἄγωμεν πρὸς αὐτόν. 15 Και χαίρω για σας, διότι αυτό το γεγονός θα σας κάμη να πιστεύσετε περισσότερον. Χαίρω διότι δεν ήμουν εκεί κατά την διάρκειαν της ασθενείας του, δια να του δώσω την υγείαν, αλλά πηγαίνω τώρα που είναι νεκρός, δια να τον αναστήσω και να ίδετε έτσι και σεις ένα άλλο μεγάλο θαύμα. Αλλά ας πάμε προς αυτόν”. 15 καὶ χαίρω διὰ σᾶς, διὰ νὰ στηριχθῆτε περισσότερον εἰς τὴν πίστιν. Χαίρω, διότι δὲν ἤμουν ἐκεῖ, ὁπότε θὰ τὸν ἐθεράπευον προτοῦ ἀποθάνῃ καὶ δὲν θὰ ἐγίνετο τὸ θαῦμα τῆς ἀναστάσεώς του, ποὺ θὰ σᾶς στηρίξῃ εἰς τὴν πίστιν. Ἀλλ’ ἀς ὑπάγωμεν εἰς αὐτόν.
16 εἶπεν οὖν Θωμᾶς ὁ λεγόμενος Δίδυμος τοῖς συμμαθηταῖς· Ἄγωμεν καὶ ἡμεῖς ἵνα ἀποθάνωμεν μετ’ αὐτοῦ. 16 Τοτε, λοιπόν, ο Θωμάς-ο οποίος εις την ελληνικήν λέγεται Διδυμος-είπεν στους συμμαθητάς του· “ας πάμε και ημείς εκεί όπου περιμένουν οι εχθροί του να τον φονεύσουν, δια να πεθάνωμε μαζή του”. 16 Κατόπιν λοιπὸν τῆς προτροπῆς αὐτῆς τοῦ Κυρίου, ὅπως ἀναχωρήσουν διὰ τὴν Βηθανίαν, εἶπεν εἰς τοὺς συμμαθητάς του ὁ Θωμᾶς, τὸν ὁποῖον, ἐκεῖνοι ποὺ ὡμίλουν τὴν ἑλληνικὴν καὶ μετέφραζον τὸ ὄνομά του εἰς τὴν γλῶσσαν αὐτῶν, τὸν ἔλεγαν Δίδυμον· ἀφοῦ θέλει νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὸ μέρος, ὅπου οἱ ἐχθροί του ζητοῦν νὰ τὸν φονεύσουν, ἀς ὑπάγωμεν καὶ ἡμεῖς ἐκεῖ διὰ νὰ ἀποθάνωμεν μαζί του.
17 Ἐλθὼν οὖν ὁ Ἰησοῦς εὗρεν αὐτὸν τέσσαρας ἡμέρας ἤδη ἔχοντα ἐν τῷ μνημείῳ. 17 Οταν, λοιπόν, ήλθεν ο Ιησούς, ευρήκε τον Λαζαρον να έχη τέσσαρας πλέον ημέρας μέσα στον τάφον. 17 Ὅταν λοιπὸν ἦλθεν εἰς τὴν Βηθανίαν ὁ Ἰησοῦς, εὗρε πλέον πεθαμένον τὸν Λάζαρον καὶ νὰ ἔχῃ τέσσαρας ἡμέρας μέσα εἰς τὸν τάφον.
18 ἦν δὲ ἡ Βηθανία ἐγγὺς τῶν Ἱεροσολύμων ὡς ἀπὸ σταδίων δεκαπέντε. 18 Η δε Βηθανία ευρίσκετο κοντά εις τα Ιεροσόλυμα, τρία περίπου χιλιόμετρα. 18 Ἦτο δὲ ἡ Βηθανία πλησίον τῶν Ἱεροσολύμων εἰς ἀπόστασιν περίπου δεκαπέντε παλαιῶν σταδίων, ἤτοι ὀλιγώτερον ἀπὸ τρία στάδια σημερινά.
19 καὶ πολλοὶ ἐκ τῶν Ἰουδαίων ἐληλύθεισαν πρὸς τὰς περὶ Μάρθαν καὶ Μαρίαν ἵνα παραμυθήσωνται αὐτὰς περὶ τοῦ ἀδελφοῦ αὐτῶν. 19 Και πολλοί από τους Ιουδαίους είχαν έλθει προς τας αδελφάς, Μαρθαν και Μαρίαν, που τας εσυντρόφευαν κατά τας ημέρας εκείνας και άλλοι, δια να τας παρηγορήσουν δια τον θάνατον του αδελφού των. 19 Καὶ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἐχθρευομένους τὸν Ἰησοῦν Ἰουδαίους εἶχον ἔλθει πρὸς τὰς συντροφευμένας καὶ ἀπὸ ἄλλους Μάρθαν καὶ Μαρίαν, διὰ νὰ παρηγορήσουν αὐτὰς διὰ τὸν ἀδελφόν τους.
20 ἡ οὖν Μάρθα ὡς ἤκουσεν ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἔρχεται, ὑπήντησεν αὐτῷ· Μαρία δὲ ἐν τῷ οἴκῳ ἐκαθέζετο. 20 Η Μαρθα λοιπόν μόλις άκουσε, ότι έρχεται ο Ιησούς, έτρεξε αμέσως να τον συναντήση. Η δε Μαρία έμενεν στο σπίτι. 20 Ἡ Μάρθα λοιπὸν εὐθὺς ὅταν ἤκουσεν, ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἦλθεν, ἔτρεξε καὶ τὸν προϋπάντησεν ἔξω ἀπὸ τὸ χωρίον. Ἡ Μαρία δὲ ἐν τῷ μεταξὺ ἐκάθητο εἰς τὸ σπίτι.
21 εἶπεν οὖν ἡ Μάρθα πρὸς τὸν Ἰησοῦν· Κύριε, εἰ ἦς ὧδε, ὁ ἀδελφός μου οὐκ ἂν ἐτεθνήκει. 21 Είπε, λοιπόν, η Μαρθα προς τον Ιησούν· “Κυριε, εάν ήσουνα εδώ, δεν θα επέθαινεν ο αδελφός μου. 21 Ὅταν λοιπὸν ἡ Μάρθα συνήντησε τὸν Ἰησοῦν, εἶπε πρὸς αὐτόν· Κύριε, ἐὰν ἤσουν ἐδῶ, δὲν θὰ εἶχεν ἀποθάνει ὁ ἀδελφός μου.
22 ἀλλὰ καὶ νῦν οἶδα ὅτι ὅσα ἂν αἰτήσῃ τὸν Θεὸν, δώσει σοι ὁ Θεός. 22 Αλλά και τώρα, ξέρω ότι όσα και αν ζητήσης από τον Θεόν, θα σου τα δώση ο Θεός”. 22 Ἀλλὰ καὶ τώρα, ποὺ ὁ ἀδελφός μου εἶναι πεθαμένος, γνωρίζω, ὅτι ὅσα καὶ ἄν ζητήσῃς ἀπὸ τὸν Θεόν, θὰ σοῦ τὰ δώσῃ ὁ Θεός.
23 λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Ἀναστήσεται ὁ ἀδελφός σου. 23 Λεγει εις αυτήν ο Ιησούς· “θα αναστηθή ο αδελφός σου”. 23 Λέγει πρὸς αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς· θὰ ἀναστηθῇ ὁ ἀδελφός σου.
24 λέγει αὐτῷ Μάρθα· Οἶδα ὅτι ἀναστήσεται ἐν τῇ ἀναστάσει ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ. 24 Είπε τότε εις αυτόν η Μαρθα· “ξέρω ότι θα αναστηθή κατά την γενικήν ανάστασιν, κατά την μεγάλην εκείνην και επίσημον ημέραν”. 24 Εἶπε τότε πρὸς αὐτὸν ἡ Μάρθα· Γνωρίζω, ὅτι ὁ ἀδελφός μου θὰ ἀναστηθῇ κατὰ τὴν ἀνάστασιν, ποὺ θὰ γίνῃ εἰς τὴν πιὸ τελευταίαν καὶ ἐσχάτην ἡμέραν τοῦ προσκαίρου αὐτοῦ αἰῶνος, ὕστερα ἀπὸ τὴν ὁποίαν θὰ ἐπακολουθήσῃ ὁ μέλλων ἔνδοξος καὶ ἀτελείωτος αἰών.
25 εἶπεν αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Ἐγώ εἰμι ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή. 25 Της είπεν ο Ιησούς· “εγώ είμαι η ανάστασις και η ζωη. 25 Εἶπεν εἰς αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς· Ἐγὼ εἶμαι ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή. Ἔχω τὴν δύναμιν νὰ ἀνασταίνω, διότι εἶμαι ἐγὼ ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς.
26 ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ, κἂν ἀποθάνῃ, ζήσεται· καὶ πᾶς ὁ ζῶν καὶ πιστεύων εἰς ἐμὲ οὐ μὴ ἀποθάνῃ εἰς τὸν αἰῶνα. πιστεύεις τοῦτο; 26 Εκείνος που πιστεύει εις εμέ, και αν πεθάνη σωματικώς, θα ζήση πνευματικώς εις την μακαρίαν ζωήν, θα λάβη δε αναστημένον, άφθαρτον και αιώνιον το σώμα του. Και καθένας που ζη εις την παρούσαν ζωήν και πιστεύει εις εμέ, δεν θα πεθάνη ποτέ, αλλά θα ζη πνευματικώς στον αιώνα, ο δε σωματικός του θάνατος θα είναι η γέφυρα, που θα τον μεταφέρη εις την αιωνιότητα. Πιστεύς τούτο;” 26 Ἐκεῖνος ποὺ πιστεύει εἰς ἐμέ, καὶ ἀν ἀποθάνῃ σωματικῶς, ὅπως ἀπέθανεν ὁ ἀδελφός σου, θὰ ζήσῃ, διότι ἐκτὸς τῆς οὐρανίας καὶ πνευματικῆς ζωῆς, τὴν ὁποίαν ἀπὸ τώρα θὰ μεταδώσω εἰς τὴν ψυχήν του, ἐν καιρῷ θὰ ἀναστηθῇ οὗτος ἀπὸ ἐμὲ καὶ κατὰ τὸ σῶμα. Καὶ καθένας ἐξ ἐκείνων, ποὺ δὲν ἀπέθαναν ἀκόμη, ἀλλὰ ζοῦν τὴν ἐπίγειον ζωήν, ἐφ’ ὅσον πιστεύει εἰς ἐμέ, θὰ ἀντιμετωπίσῃ γεμᾶτος ἀφοβίαν τὸν πρόσκαιρον θάνατον, τὸν ὁποῖον οἱ μακρὰν ἐμοῦ ἄνθρωποι τρέμουν καὶ φοβοῦνται, ἐπειδὴ δὲ θὰ μένῃ πάντοτε ἐνωμένος μὲ τὸν Θεόν, δὲν θὰ δοκιμάσῃ ποτὲ πνευματικὸν θάνατον, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ ὁ πραγματικὸς καὶ ἀνεπανόρθωτος θάνατος. Τὸ πιστεύεις αὐτό;
27 λέγει αὐτῷ· Ναί, Κύριε, ἐγὼ πεπίστευκα ὅτι σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ ὁ εἰς τὸν κόσμον ἐρχόμενος. 27 Είπε εις αυτόν η Μαρθα· “ναι, Κυριε, εγώ έχω πιστεύσει ότι συ είσαι ο Χριστός, ο Υιός του Θεού, ο οποίος σύμφωνα με τας προφητείας θα ήρχετο στον κόσμον, δια να σώση τον κόσμον. Δι' αυτό και πιστεύω όλα όσα λέγεις”. 27 Λέγει εἰς αὐτὸν ἡ Μάρθα· Ναί, Κύριε· ἐγὼ ἔχω πρὸ πολλοῦ πιστεύσει, ὅτι σὺ εἶσαι ὁ Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος σύμφωνα πρὸς τὰς θείας ὑποσχέσεις καὶ προφητείας ἐπρόκειτο νὰ ἔλθῃ εἰς τὸν κόσμον. Ἐφ’ ὅσον δὲ ἔχω πεποίθησιν, ὅτι σὺ εἶσαι ὁ Χριστός, πιστεύω καὶ εἰς ὅσα κατὰ τὴν στιγμὴν αὐτὴν λέγεις καὶ διακηρύττεις διὰ τὸν ἑαυτόν σου.
28 καὶ ταῦτα εἰποῦσα ἀπῆλθε καὶ ἐφώνησε Μαρίαν τὴν ἀδελφὴν αὐτῆς λάθρᾳ εἰποῦσα· Ὁ διδάσκαλος πάρεστι καὶ φωνεῖ σε. 28 Και αφού είπεν αυτά έφυγε, εκάλεσε την αδελφήν της και της είπε κρυφά· “ο Διδάσκαλος είναι εδώ και σε φωνάζει”. 28 Καὶ ἀφοῦ εἶπε ταῦτα ἔφυγε καὶ ἐφώναξε τὴν ἀδελφήν της Μαρίαν, εἰς τὴν ὁποίαν εἶπε κρυφά· Ὁ Διδάσκαλος εἶναι ἐδῶ καὶ σὲ φωνάζει.
29 ἐκείνη ὡς ἤκουσεν, ἐγείρεται ταχὺ καὶ ἔρχεται πρὸς αὐτόν. 29 Εκείνη μόλις ήκουσε, αμέσως σηκώνεται και έρχεται εις συνάντησίν του. 29 Ἐκείνη ἀμέσως, καθὼς ἤκουσε τοῦτο, σηκώνεται γρήγορα καὶ ἔρχεται πρὸς συνάντησιν αὐτοῦ.
30 οὔπω δὲ ἐληλύθει ὁ Ἰησοῦς εἰς τὴν κώμην, ἀλλ’ ἦν ἐν τῷ τόπῳ ὅπου ὑπήντησεν αὐτῷ ἡ Μάρθα. 30 Ο δε Ιησούς δεν είχεν εισέλθει άκομα στο χωρίον, αλλά έμεινε στον τόπον, όπου τον είχε προϋπαντήσει η Μαρθα. 30 Ἐν τῷ μεταξὺ ὅμως ὁ Ἰησοῦς δὲν εἶχεν ἔλθει ἀκόμη μέσα εἰς τὸ χωρίον, ἀλλ’ ἦτο εἰς τὸ μέρος, ὅπου τὸν εἶχεν ὑποδεχθῇ ἡ Μάρθα, ἐπιθυμῶν, ἵνα μόνος μετὰ τῶν μαθητῶν του καὶ τῶν δύο ἀδελφῶν τοῦ Λαζάρου ἐπισκεφθῇ τὸν τάφον αὐτοῦ.
31 οἱ οὖν Ἰουδαῖοι οἱ ὄντες μετ’ αὐτῆς ἐν τῇ οἰκίᾳ καὶ παραμυθούμενοι αὐτήν, ἰδόντες τὴν Μαρίαν ὅτι ταχέως ἀνέστη καὶ ἐξῆλθεν, ἠκολούθησαν αὐτῇ, λέγοντες ὅτι ὑπάγει εἰς τὸ μνημεῖον ἵνα κλαύσῃ ἐκεῖ. 31 Οι Ιουδαίοι, λοιπόν, που ήσαν μαζή της στο σπίτι και την παρηγορούσαν, όταν είδαν την Μαρίαν ότι εσηκώθη γρήγορα και εβγήκε έξω, την ηκολούθησαν λέγοντες ότι πηγαίνει στο μνημείον, δια να κλάψη εκεί τον αδελφόν της. 31 Οἱ Ἰουδαῖοι λοιπόν, ποὺ ἦσαν μαζὶ μὲ τὴν Μαρίαν εἰς τὸ σπίτι καὶ τὴν παρηγοροῦσαν, ὅταν εἶδαν τὴν Μαρίαν, ὅτι ἐσηκώθη γρήγορα καὶ ἐβγῆκεν ἀπὸ τὸ σπίτι μὲ κατεύθυνσιν, ποὺ θὰ τὴν ἔφερεν ἔξω ἀπὸ τὸ χωρίον, τὴν ἠκολούθησαν λέγοντες, ὅτι πηγαίνει εἰς τὸ μνημεῖον διὰ νὰ κλαύσῃ ἐκεῖ.
32 ἡ οὖν Μαρία ὡς ἦλθεν ὅπου ἦν Ἰησοῦς, ἰδοῦσα αὐτὸν ἔπεσεν αὐτοῦ εἰς τοὺς πόδας λέγουσα αὐτῷ· Κύριε, εἰ ἦς ὧδε, οὐκ ἄν ἀπέθανέ μου ὁ ἀδελφός. 32 Η Μαρία όμως αμέσως μόλις ήρθε στον τόπον, όπου ευρίσκετο ο Ιησούς, όταν τον είδε, έπεσεν εις τα πόδια του και του έλεγε “Κυριε, εάν ήσουνα εδώ, δεν θα μου επέθαινε ο αδελφός”. 32 Ὅταν λοιπὸν ἡ Μαρία ἦλθεν ἐκεῖ, ποὺ ἦτο ὁ Ἰησοῦς, μόλις τὸν εἶδεν, ἔπεσεν εἰς τὰ πόδια του καὶ τοῦ εἶπε· Κύριε, ἐὰν ἤσουν ἐδῶ, δὲν θὰ μοῦ ἐπέθαινεν ὁ ἀγαπημένος ἀδελφός, διότι θὰ τὸν ἐθεράπευες.
33 Ἰησοῦς οὖν ὡς εἶδεν αὐτὴν κλαίουσαν καὶ τοὺς συνελθόντας αὐτῇ Ἰουδαίους κλαίοντας, ἐνεβριμήσατο τῷ πνεύματι καὶ ἐτάραξεν ἑαυτόν, 33 Ο Ιησούς όταν είδε αυτήν να κλαίη και τους Ιουδαίους, που είχαν έλθει μαζή της, να κλαίουν επίσης, επεβλήθη με μεγάλην δύναμιν επί του εσωτερικού του, δια να κρατήση την συγκίνησιν, η οποία τον επλημμύριζε 33 Ὁ Ἰησοῦς λοιπόν, ὅταν εἶδεν αὐτὴν νὰ κλαίῃ καθὼς καὶ τοὺς Ἰουδαίους, οἱ ὁποῖοι ἦλθαν μαζί της, νὰ κλαίουν καὶ αὐτοί, ἐπέπληξε τὸ ἐσωτερικὸν τῆς ψυχῆς του συγκρατῶν τὴν συγκίνησίν του καὶ ἀντέδρασεν ἐντόνως ἐπιβαλλόμενος ἐπὶ τοῦ ἑαυτοῦ του.
34 καὶ εἶπε· Ποῦ τεθείκατε αὐτόν; 34 και είπε με φωνήν ήρεμον· “που τον έχετε βάλει;” 34 Καὶ μὲ φωνὴν ἤρεμον καὶ μὴ διακοπτομένην ἀπὸ λυγμοὺς εἶπε· Ποὺ τὸν ἔχετε βάλει;
35 λέγουσιν αὐτῷ· Κύριε, ἔρχου καὶ ἴδε. ἐδάκρυσεν ὁ Ἰησοῦς. 35 Και εκείνοι του λέγουν· “Κυριε, έλα να ιδής”. Και καθώς επήγαιναν, εδάκρυσεν ο Ιησούς από συμπάθειαν δια τον βαθύν πόνον των δύο αδελφών. 35 Εἶπαν οἱ παριστάμενοι εἰς αὐτόν· Κύριε, ἔλα νὰ ἰδῇς. Καθὼς δὲ ἐπήγαινε εἰς τὸν τάφον, ἐκ συμπαθείας πρὸς τὴν θλῖψιν τῶν δύο ἀδελφῶν, ἐδάκρυσεν ὁ Ἰησοῦς.
36 ἔλεγον οὖν οἱ Ἰουδαῖοι· Ἴδε πῶς ἐφίλει αὐτόν· 36 Οι Ιουδαίοι, όταν είδαν τα δάκρυα αυτά έλεγαν· “για κύτταξε, πόσον πολύ τον αγαπούσε!” 36 Ὅταν λοιπὸν οἱ Ἰουδαῖοι τὸν εἶδαν νὰ δακρύῃ ἔλεγον· Κύτταξε πόσον τὸν ἀγαποῦσε!
37 τινὲς δὲ ἐξ αὐτῶν εἶπον· Οὐκ ἐδύνατο οὗτος, ὁ ἀνοίξας τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ, ποιῆσαι ἵνα καὶ οὗτος μὴ ἀποθάνῃ; 37 Μερικοί δε από αυτούς είπαν· “αυτός που ήνοιξε τα μάτια του εκ γενετής τυφλού, δεν ημπορούσε να κάμη κάτι ενωρίτερα, δια να μη αποθάνη και αυτός; Διατί και εδώ δεν έκανε θαύμα, θεραπεύων την ασθένειαν του φίλου του; Εξαντλήθηκε η δύναμίς του;” 37 Μερικοὶ ὅμως ἀπὸ αὐτοὺς ἔλαβαν ἀφορμὴν νὰ ἐκδηλώσουν τὴν δυσμένειάν των καὶ εἶπον· Δὲν εἶχε τὴν δύναμιν αὐτός, ποὺ ἤνοιξε τὰ μάτια τοῦ τυφλοῦ, νὰ κάμῃ ἐγκαίρως ὅ,τι ἐχρειάζετο, ὥστε καὶ αὐτὸς νὰ μὴ ἀποθάνῃ;
38 Ἰησοῦς οὖν, πάλιν ἐμβριμώμενος ἐν ἑαυτῷ, ἔρχεται εἰς τὸ μνημεῖον· ἦν δὲ σπήλαιον, καὶ λίθος ἐπέκειτο ἐπ’ αὐτῷ. 38 Ο Ιησούς, λοιπόν, επιβαλλόμενος συνεχώς επί του εαυτού του, δια να μη εκδηλωθή η συγκίνησίς του, έρχεται στο μνημείον. Αυτό δε ήτο ένα σπήλαιον και εις την είσοδόν του είχε τοποθετηθή ένας βαρύς λίθος. 38 Ὁ Ἰησοῦς λοιπόν, ἐνῷ πάλιν ἐπέπληττε μέσα του τὴν συγκίνησίν του διὰ νὰ συγκρατήσῃ αὐτήν, ἦλθεν εἰς τὸ μνημεῖον. Ἦτο δὲ τὸ μνημεῖον σπήλαιον ἀνοιγμένον εἰς βράχον καὶ λίθος βαρὺς εἶχε τεθῇ εἰς τὸ στόμιον του.
39 λέγει ὁ Ἰησοῦς· Ἄρατε τὸν λίθον. λέγει αὐτῷ ἡ ἀδελφὴ τοῦ τεθνηκότος Μάρθα· Κύριε, ἤδη ὄζει· τεταρταῖος γάρ ἐστι. 39 Λεγει ο Ιησούς· “σηκώστε τον λίθον αυτόν”. Του λέγει η αδελφή του νεκρού, η Μαρθα· “Κυριε, μυρίζει πλέον, διότι είναι τέσσαρες ημέρες αποθαμένος”. 39 Εἶπε τότε ὁ Ἰησοῦς· Σηκώσατε τὸν λίθον. Λέγει εἰς αὐτὸν ἡ ἀδελφὴ τοῦ ἀποθαμένου, ἡ Μάρθα, Κύριε βρωμᾷ πλέον· διότι εἶναι τεσσάρων ἡμερῶν νεκρός.
40 λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Οὐκ εἶπόν σοι ὅτι ἐὰν πιστεύσῃς, ὄψει τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ; 40 Της λέγει ο Ιησούς· “δεν σου είπα ότι εάν πιστεύσης, θα ίδης την δόξαν και το μεγαλείον του Θεού, όπως αυτά φαίνονται εις τα μεγάλα θαύματα που κάνω;” 40 Λέγει εἰς αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς· Δὲν σοῦ εἶπα, ὅτι ἐὰν πιστεύσῃς, θὰ ἴδῃς διὰ τῆς ἀναστάσεως τοῦ ἀδελφοῦ σου, ἡ ὁποία θὰ εἶναι σύμβολον καὶ προμήνυμα τῆς κοινῆς ἀναστάσεως πάντων τῶν ἀνθρώπων, τὸν ἔνδοξον θρίαμβον τῆς παντοδυναμίας τοῦ Θεοῦ κατὰ τοῦ θανάτου;
41 ἦραν οὖν τὸν λίθον οὗ ἦν ὁ τεθνηκὼς κείμενος. ὁ δὲ Ἰησοῦς ἦρε τοὺς ὀφθαλμοὺς ἄνω καὶ εἶπε· Πάτερ, εὐχαριστῶ σοι ὅτι ἤκουσάς μου. 41 Επήραν, λοιπόν, τον λίθον από την είσοδον του σπηλαίου, όπου είχε τεθή ο πεθαμένος. Ο δε Ιησούς εσήκωσε τα μάτια του επάνω και είπε· “Πατερ μου, σ' ευχαριστώ, διότι με ήκουσες και θα γίνη και τούτο το θαύμα. 41 Κατόπιν λοιπὸν ἀπὸ τὴν παρατήρησιν αὐτὴν τοῦ Κυρίου ἐσήκωσαν τὸν λίθον ἀπὸ τὸ στόμιον τοῦ σπηλαίου, ὅπου εὑρίσκετο ὁ πεθαμένος. Ὁ Ἰησοῦς δὲ ὕψωσε τότε τοὺς ὀφθαλμούς του πρὸς τὸν οὐρανὸν καὶ εἶπε· Πάτερ, εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ συντελεσθῇ ἀμέσως τὸ θαῦμα καὶ σὲ εὐχαριστῶ, διότι μὲ ἤκουσες.
42 ἐγὼ δὲ ᾔδειν ὅτι πάντοτέ μου ἀκούεις· ἀλλὰ διὰ τὸν ὄχλον τὸν περιεστῶτα εἶπον, ἵνα πιστεύσωσιν ὅτι σύ με ἀπέστειλας. 42 Εγώ εγνώριζα πολύ καλά ότι πάντοτε με ακούεις, αλλά είπα αυτό, δια να ακούση ο λαός που στέκεται εδώ γύρω και να πιστέψουν ότι συ με έχεις στείλει”. 42 Ἐγὼ δὲ ἐγνώριζον, ὅτι πάντοτε μὲ ἀκούεις· ἀλλὰ εἶπον μεγαλοφώνως τὸ Εὐχαριστῶ, διὰ νὰ ἀκούσῃ ὁ λαός, ποὺ στέκεται γύρω μου, καὶ ἔτσι βλέποντες πόσην πεποίθησιν ἔχω ἐκ προτέρου ὅτι θὰ εἰσακουσθῶ, πιστεύσουν, ὅταν θὰ ἐπακολουθήσῃ τὸ θαῦμα, ὅτι σὺ μὲ ἀπέστειλας.
43 καὶ ταῦτα εἰπὼν φωνῇ μεγάλῃ ἐκραύγασε· Λάζαρε, δεῦρο ἔξω. 43 Και αφού είπεν αυτά εφώναξε με μεγάλην φωνήν· “Λαζαρε έβγα έξω”. 43 Καὶ ἀφοῦ εἶπε ταῦτα, δεικνύων τὴν κυριαρχικὴν ἐξουσίαν του καὶ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θανάτου, ἐφώναξε μὲ φωνὴν μεγάλην· Λάζαρε, ἔβγα ἔξω.
44 καὶ ἐξῆλθεν ὁ τεθνηκὼς δεδεμένος τοὺς πόδας καὶ τὰς χεῖρας κειρίαις καὶ ἡ ὄψις αὐτοῦ σουδαρίῳ περιεδέδετο. λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Λύσατε αὐτὸν καὶ ἄφετε ὑπάγειν. 44 Και αμέσως εβγήκεν ο πεθαμένος. Είχε δε τα πόδια και τα χέρια τυλιγμένα με λωρίδες από σεντόνι και το πρόσωπον τυλιγμένο με ένα ειδός πετσέτας, όπως εσυνήθιζαν να σαβανώνουν τότε οι Εβραίοι τους νεκρούς των. Λεγει εις αυτούς ο Ιησούς· “λύστε τον και αφήστε τον μόνον, χωρίς κανείς να τον βοηθήση, δια να υπάγη στο σπίτι”. 44 Καὶ ἐβγῆκεν ἀπὸ τὸ μνημεῖον ὁ ἀποθαμένος μὲ δεμένους δι’ ἐπιδέσμων τοὺς πόδας καὶ τὰς χεῖρας του, καὶ τὸ πρόσωπόν του εἶχε τριγύρω δεθῆ καὶ σκεπασθῆ μὲ φακιόλιον. Εἶπε δὲ τότε ὁ Ἰησοῦς εἰς ἐκείνους, ποὺ παρευρίσκοντο ἐκεῖ· Λύσατέ τον καὶ ἀφήσατέ τον μόνον καὶ χωρὶς βοηθὸν νὰ ὑπάγῃ εἰς τὸ σπίτι του.
45 Πολλοὶ οὖν ἐκ τῶν Ἰουδαίων, οἱ ἐλθόντες πρὸς τὴν Μαρίαν καὶ θεασάμενοι ἃ ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς, ἐπίστευσαν εἰς αὐτόν. 45 Πολλοί τότε από τους Ιουδαίους, που είχαν έλθει να επισκεφθούν και παρηγορήσουν την Μαρίαν, όταν είδαν τα μεγάλα εκείνα θαύματα, που έκαμεν ο Ιησούς, επίστευσαν εις αυτόν. 45 Μετὰ τὸ θαῦμα τοῦτο λοιπὸν πολλοὶ ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους, αὐτοὶ δηλαδὴ ποὺ ἦλθον πρὸς ἐπίσκεψιν τῆς Μαρίας καὶ εἶδαν μὲ τὰ μάτια των ἐκεῖνα, ποὺ ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς, ἐπίστευσαν εἰς αὐτόν.
46 τινὲς δὲ ἐξ αὐτῶν ἀπῆλθον πρὸς τοὺς Φαρισαίους καὶ εἶπον αὐτοῖς ἃ ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς. 46 Μερικοί όμως άλλοι από αυτούς, μοχθηροί και άπιστοι, επήγαν στους Φαρισαίους και τους εγνωστοποίησαν όλα όσα έκαμεν εκεί ο Ιησούς. 46 Μερικοὶ ὅμως ἀπὸ αὐτούς, ποὺ εὑρέθησαν νὰ εἶναι ἐκεῖ καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν ἔτρεφον ἀγαθὰς διαθέσεις διὰ τὸν Ἰησοῦν, ἐπῆγαν εἰς τοὺς Φαρισαίους καὶ τοὺς εἶπαν ὅλα τὰ περιστατικὰ καὶ τὰς λεπτομερείας τοῦ θαύματος, ποὺ ἔκαμεν ὁ Ἰησοῦς.
47 συνήγαγον οὖν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι συνέδριον καὶ ἔλεγον· Τί ποιοῦμεν, ὅτι οὗτος ὁ ἄνθρωπος πολλὰ σημεῖα ποιεῖ; 47 Τοτε, λοιπόν, οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι εκάλεσαν εις συνεδρίασιν τα μέλη του συνεδρίου και έλεγαν· “τι κάνομεν τώρα; Πολλοί θα πιστεύσουν εις αυτόν, διότι ο άνθρωπος αυτός κάνει πολλά θαύματα. 47 Κατόπιν τούτου λοιπὸν συνεκάλεσαν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι εἰς σύσκεψιν τὰ μέλη τοῦ συνεδρίου καὶ ἔλεγον· Τί θὰ κάμωμεν; Ὁ κίνδυνος, ποὺ μᾶς παρουσιάζεται, εἶναι μεγάλος, διότι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἐνεργεῖ πολλὰ θαύματα.
48 ἐὰν ἀφῶμεν αὐτὸν οὕτω, πάντες πιστεύσουσιν εἰς αὐτόν, καὶ ἐλεύσονται οἱ Ρωμαῖοι καὶ ἀροῦσιν ἡμῶν καὶ τὸν τόπον καὶ τὸ ἔθνος. 48 Εάν τον αφήσωμεν έτσι ελεύθερον, θα εξακολουθή να κάνη θαύματα και όλοι οι Ιουδαίοι θα πιστεύσουν ότι είναι ο Μεσσίας και ο βασιλεύς των. Είναι δε βέβαιον, ότι θα παρασυθούν εις επανάστασιν και τότε οι Ρωμαίοι θα έλθουν εναντίον μας και θα καταλάβουν και την Ιερουσαλήμ και όλον το έθνος μας και θα μας υποδουλώσουν πλήρως εις την εξουσίαν των”. 48 Ἐὰν ἀφήσωμεν αὐτὸν ἐλεύθερον, ὅπως τὸν εἶχαμεν ἕως τώρα, ὅλοι θὰ πιστεύσουν εἰς αὐτόν, ὅτι εἶναι ὁ Μεσσίας, καὶ ἑπόμενον εἶναι νὰ γίνῃ κάποια ἐπανάστασις. Καὶ τότε θὰ ἔλθουν οἱ Ρωμαῖοι καὶ θὰ μᾶς πάρουν καὶ τὸν τόπον τοῦ ναοῦ τὸν ἅγιον καὶ τὴν ἀνεξαρτησίαν τοῦ ἔθνους μας θὰ καταλύσουν.
49 εἷς δέ τις ἐξ αὐτῶν Καϊάφας, ἀρχιερεὺς ὢν τοῦ ἐνιαυτοῦ ἐκείνου, εἶπεν αὐτοῖς· Ὑμεῖς οὐκ οἴδατε οὐδέν, 49 Ενας δε από αυτούς, Καϊάφας ονόματι, που ήτο αρχιερεύς κατά το ιστορικόν εκείνο έτος, τους είπε· “σεις δεν ξέρετε τίποτε 49 Κάποιος δὲ ἀπὸ αὐτούς, ἕνας ποὺ ἐκαλεῖτο Καϊάφας, ὁ ὁποῖος ἦτο ἀρχιερεὺς τοῦ ἀξιομνημονεύτου καὶ σωτηριώδους ἐκείνου ἔτους, εἶπεν εἰς αὐτούς· Λόγῳ τῆς ἀτολμίας καὶ ἀβουλίας σας δὲν ἠξεύρετε τίποτε ἀπὸ ἐκεῖνα, ποὺ πρέπει νὰ γίνουν.
50 οὐδὲ διαλογίζεσθε ὅτι συμφέρει ὑμῖν ἵνα εἷς ἄνθρωπος ἀποθάνῃ ὑπὲρ τοῦ λαοῦ καὶ μὴ ὅλον τὸ ἔθνος ἀπόληται. 50 ούτε και συλλογίζεσθε ότι μας συμφέρει να θανατωθή ένας άνθρωπος δια τον λαόν και να μη χαθή ολόκληρον το έθνος”. 50 Οὔτε σᾶς περνᾷ ἀπὸ τὸν νοῦν, ὅτι μᾶς συμφέρει νὰ θανατωθῇ ἕνας ἄνθρωπος διὰ τὸν ἐκλεκτὸν λαὸν τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ μὴ χαθῇ ὁλόκληρον τὸ ἔθνος διὰ τῆς ὑποδουλώσεώς του εὶς τοὺς Ρωμαίους.
51 τοῦτο δὲ ἀφ’ ἑαυτοῦ οὐκ εἶπεν, ἀλλὰ ἀρχιερεὺς ὢν τοῦ ἐνιαυτοῦ ἐκείνου προεφήτευσεν ὅτι ἔμελλεν ὁ Ἰησοῦς ἀποθνήσκειν ὑπὲρ τοῦ ἔθνους, 51 Και είπε τούτο, αυτήν την αλήθειαν, όχι από τον ευατόν του, αλλά επειδή ήτο αρχιερεύς κατά το έτος εκείνο, επροφήτευσε, χωρίς να το καταλάβη, ότι έμελλε πράγματι ο Ιησούς, σύμφωνα με το σχέδιον του Θεού, να αποθάνη δια την σωτηρίαν του έθνους. 51 Τοῦτο δὲ δὲν τὸ εἶπεν ἀπὸ τὸν ἑαυτόν του, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἦτο ἀρχιερεὺς τοῦ ἀξιομνημονεύτου καὶ σωτηριώδους ἐκείνου ἔτους, ἐπροφήτευσεν, ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἦτο προωρισμένον, σύμφωνα μὲ τὸ σχέδιον τοῦ Θεοῦ, νὰ ἀποθάνῃ διὰ τὸ καλὸν καὶ τὴν σωτηρίαν τοῦ Ἰουδαϊκοῦ ἔθνους.
52 καὶ οὐχ ὑπὲρ τοῦ ἔθνους μόνον, ἀλλ’ ἵνα καὶ τὰ τέκνα τοῦ Θεοῦ τὰ διεσκορπισμένα συναγάγῃ εἰς ἕν. 52 Και όχι μόνον δια την σωτηρίαν του Ιουδαϊκού έθνους, αλλά και δια να συναθροίση εις μίαν ποίμνην όλους τους διασκορπισμένους εις την οικουμένην καλοπροαιρέτους εθνικούς, οι οποίοι με την πίστιν εις αυτόν θα εγίνοντο τέκνα του Θεού. 52 Καὶ θὰ ἀπέθνησκεν ὅχι μόνον διὰ τὸ καλὸν καὶ τὴν σωτηρίαν τοῦ Ἰουδαϊκοῦ ἔθνους, ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ συναθροίσῃ εἰς ἕνα ποίμνιον καὶ σῶμα τοὺς διασκορπισμένους εἰς ὅλον τὸν κόσμον καλοπροαιρέτους ἐθνικούς, οἱ ὁποῖοι ἔμελλον διὰ τῆς πίστεως νὰ γίνουν τέκνα τοῦ Θεοῦ.
53 ἀπ’ ἐκείνης οὖν τῆς ἡμέρας συνεβουλεύσαντο ἵνα ἀποκτείνωσιν αὐτόν. 53 Υστερα, λοιπόν, από την ημέραν εκείνην, που είπε αυτά τα λόγια ο Καϊάφας, επήραν πλέον οριστικήν την απόφασιν τα μέλη του συνεδρίου να τον θανατώσουν. 53 Ὕστερα λοιπὸν ἀπὸ τοὺς λόγους αὐτοὺς τοῦ Καϊάφα, ἀπεφάσισαν ἀπὸ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ὅλοι των νὰ τὸν θανατώσουν.
54 Ἰησοῦς οὖν οὐκέτι παρρησίᾳ περιεπάτει ἐν τοῖς Ἰουδαίοις, ἀλλὰ ἀπῆλθεν ἐκεῖθεν εἰς τὴν χώραν ἐγγὺς τῆς ἐρήμου, εἰς Ἐφραὶμ λεγομένην πόλιν, κἀκεῖ διέτριβε μετὰ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ. 54 Δια τούτο και ο Ιησούς δεν επεριπατούσε πλέον φανερά μεταξύ των Ιουδαίων, αλλά ανεχώρησεν από εκεί και ήλθεν εις μίαν περιοχήν πλησίον της ερήμου και συγκεκριμένα εις μίαν πόλιν, που ελέγετο Εφραίμ. Και εκεί έμενε με τους μαθητάς του. 54 Ἐξ αἰτίας λοιπὸν τῶν φονικῶν τούτων διαθέσεων καὶ σχεδίων τῶν ἐχθρῶν του ὁ Ἰησοῦς δὲν ἐπεριπάτει πλέον φανερὰ καὶ ἐλεύθερα μεταξὺ τῶν Ἰουδαίων, ποὺ τὸν ἐμίσουν, ἀλλ’ ἀνεχώρησεν ἀπ’ ἐκεῖ καὶ ἦλθεν εἰς τὴν χώραν, ἡ ὁποία κεῖται πλησίον τῆς έρήμου, εἰς μίαν πόλιν, ποὺ ἐλέγετο Ἐφραίμ, καὶ ἐκεῖ ἔμενε μαζὶ μὲ τοὺς μαθητάς του.
55 ἦν δὲ ἐγγὺς τὸ πάσχα τῶν Ἰουδαίων, καὶ ἀνέβησαν πολλοὶ εἰς Ἱεροσόλυμα ἐκ τῆς χώρας πρὸ τοῦ πάσχα ἵνα ἁγνίσωσιν ἑαυτούς. 55 Επλησίαζε δε το πάσχα των Ιουδαίων και πολλοί από τα διάφορα μέρη της Παλαιστίνης ανέβηκαν εις τα Ιεροσόλυμα, δια να εξαγνισθούν και καθαρισθούν από τον μολυσμόν της αμαρτίας προ του πάσχα, με διαφόρους τελετάς και θυσίας, όπως εσυνήθιζαν. 55 Ἐπλησίαζε δὲ τὸ Πάσχα τῶν Ἰουδαίων καὶ πολλοὶ ἀπὸ τὰ διάφορα μέρη τῆς Παλαιστίνης ἀνέβησαν εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα πρὸ τοῦ Πάσχα διὰ νὰ ἑξαγνισθοῦν μὲ τὰς τελετάς, εἰς τὰς ὁποίας ἐσυνηθίζετο νὰ ὑποβάλλωνται πρὸ τῆς ἑορτῆς.
56 ἐζήτουν οὖν τὸν Ἰησοῦν καὶ ἔλεγον μετ’ ἀλλήλων ἐν τῷ ἱερῷ ἑστηκότες· Τί δοκεῖ ὑμῖν; ὅτι οὐ μὴ ἔλθῃ εἰς τὴν ἑορτήν; 56 Αναζητούσαν, λοιπόν, τον Ιησούν και έλεγαν μεταξύ των καθώς εσύχναζαν και εστέκοντο εις τας αυλάς του ναού· “τι νομίζετε; Ταχα δεν θα έλθη εις την εορτήν;” 56 Ἐζητοῦσαν λοιπὸν τὸν Ἰησοῦν, ὅπως καὶ ἄλλοτε καὶ ἔλεγον μεταξύ των ἱστάμενοι εἰς τὸν ἱερὸν περίβολον τοῦ ναοῦ· Τί ἰδέαν ἔχετε; Νομίζετε, ὅτι δὲν θὰ ἔλθῃ εἰς τὴν ἑορτήν;
57 δεδώκεισαν δὲ καὶ οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι ἐντολὴν ἵνα ἐάν τις γνῶ ποῦ ἐστι, μηνύσῃ, ὅπως πιάσωσιν αὐτόν. 57 Είχαν δε δώσει εντολήν οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι, εάν κανείς μάθη που είναι ο Ιησούς, να το καταστήση γνωστόν εις αυτούς, δια να τον συλλάβουν. 57 Εἶχαν δώσει δὲ ἐντολὴν καὶ οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι, ἐὰν κανεὶς μάθῃ τὸν τόπον, ὅπου ἦτο ὁ Ἰησοῦς, νὰ δώσῃ μήνυμα καὶ εἴδησιν περὶ τούτου, διὰ νὰ τὸν συλλάβουν.