Κυριακή, 05 Δεκεμβρίου 2021
Ανατ: 07:27
Δύση: 17:06
Σελ. 1 ημ.
339-26
13ος χρόνος, 5041η ημέρα
Έκδοση: 4η

ΔΑΝΙΗΛ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9 (Θ)


 
 

ΚΕΦΑΛΑΙΑ


 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 ΕΝ τῷ πρώτῳ ἔτει Δαρείου τοῦ υἱοῦ ᾿Ασουήρου ἀπὸ τοῦ σπέρματος τῶν Μήδων, ὃς ἐβασίλευσεν ἐπὶ βασιλείαν Χαλδαίων, 1 Κατά το πρώτον έτος της βασιλείας του Δαρείου, Βασιλέως των Χαλδαίων, ο οποίος ήτο υιός του Ασουήρου, από το γένος των Μηδων, 1 Κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος τῆς βασιλείας τοῦ Δαρείου, υἱοῦ τοῦ Ἀσουήρου, ποὺ κατήγετο ἀπὸ τὴν φυλὴν τῶν Μήδων, καὶ ὁ ὁποῖος <Δαρεῖος> ἐβασίλευσεν <ὡς ἐκπρόσωπος ἄλλον> εἰς τὸ βασίλειον τῶν Χαλδαίων·
2 ἐν ἔτει ἑνὶ τῆς βασιλείας αὐτοῦ ἐγὼ Δανιὴλ συνῆκα ἐν ταῖς βίβλοις τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐτῶν, ὃς ἐγενήθη λόγος Κυρίου πρὸς ῾Ιερεμίαν τὸν προφήτην εἰς συμπλήρωσιν ἐρημώσεως ῾Ιερουσαλήμ, ἑβδομήκοντα ἔτη. 2 κατά το πρώτον, λοιπόν, έτος της βασιλείας του, εγώ, ο Δανιήλ εμελέτησα με πολλήν προσοχήν τα ιερά βιβλία και ειδικώτερα το σημείον εκείνο, το οποίον ανεφέρετο στον αριθμόν των ετών, που είχεν αποκαλυφθή εις τυν προφήτην Ιερεμίαν δια λόγου Θεού, και σύμφωνα προς τον οποίον προφητικόν λόγον, θα διαρκούσε η ερήμωση της Ιερουσαλήμ επί εδδομηκοντα έτη. 2 κατὰ τὸ πρῶτον λοιπὸν ἔτος τῆς βασιλείας του ἐγὼ ὁ Δανιὴλ ἐνόησα ἀπὸ τὴν προσεκτικὴν μελέτην τῶν ἱερῶν βιβλίων ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐτῶν - ὅπως ἀπεκαλύφθη ἀπὸ τὸν Θεὸν εἰς τὸν προφήτην Ἱερεμίαν - κατὰ τὰ ὁποῖα θὰ διαρκοῦσε ἡ ἐρήμωσις τῆς Ἱερουσαλήμ, ἦσαν ἑβδομῆντα ἔτη.
3 καὶ ἔδωκα τὸ πρόσωπόν μου πρὸς Κύριον τὸν Θεὸν τοῦ ἐκζητῆσαι προσευχὴν καὶ δεήσεις ἐν νηστείαις καὶ σάκκῳ καὶ σποδῷ· 3 Εστρεψα τότε εγώ το πρόσωπόν μου και την καρδίαν μου προς Κυριον τον Θεόν, δια να του υποβαλω θερμήν προσευχήν και ικεσίας, με νηστείας, φορών σάκκον και καθήμενος επάνω εις στάκτην. 3 Τότε ἐτόλμησα νὰ στρέψω μὲ ἁγίαν προσμονὴν καὶ ἐγκαρτέρησιν τὸ πρόσωπόν μου καὶ τὴν καρδιά μου πρὸς Κύριον τὸν Θεόν, διὰ νὰ προσευχηθῶ καὶ νὰ τὸν ἱκετεύσω μὲ νηστεῖες, μὲ συντριβὴν καὶ μετάνοιαν, φορώντας τρίχινον πένθιμον ἔνδυμα καὶ καθισμένος ἐπάνω εἰς στάχτην.
4 καὶ προσευξάμην πρὸς Κύριον τὸν Θεόν μου καὶ ἐξωμολογησάμην καὶ εἶπα· Κύριε ὁ Θεὸς ὁ μέγας καὶ θαυμαστός, ὁ φυλάσσων τὴν διαθήκην σου καὶ τὸ ἔλεός σου τοῖς ἀγαπῶσί σε καὶ τοῖς φυλάσσουσι τὰς ἐντολάς σου, 4 Προσηυχήθην προς Κυριον τον Θεόν μου, αφήκα να εκχυθή το περιεχόμενον της καρδίας μου και είπα προς αυτόν· “Κυριε, συ που είσαι ο μέγας και θαυμαστός Θεός, ο οποίος τηρείς την διαθήκην σου και το έλεός σου εις εκείνους, που σε αγαπούν και προσπαθούν να τηρούν τας εντολάς σου, άκουσε την εξομολόγησίν μου. 4 Καὶ προσευχήθηκα πρὸς Κύριον τὸν Θεόν μου, ἐξομολογούμενος δὲ τὸ ἐσωτερικὸν περιεχόμενον τῆς καρδιᾶς μου εἶπα πρὸς Αὐτόν: <Κύριε, Σὺ ὁ ὁποῖος εἶσαι ὁ Θεὸς ὁ μέγας καὶ θαυμαστός, Σὺ ὁ ὁποῖος τηρεῖς τὴν διαθήκην σου <μένεις πιστὸς εἰς τὶς ὑποσχέσεις σου> καὶ τὸ ἔλεός σου εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι Σὲ ἀγαποῦν καὶ ἐφαρμόζουν τὶς ἐντολὲς καὶ τὰ προστάγματά σου,
5 ἡμάρτομεν, ἠδικήσαμεν, ἠνομήσαμεν καὶ ἀπέστημεν καὶ ἐξεκλίναμεν ἀπὸ τῶν ἐντολῶν σου καὶ ἀπὸ τῶν κριμάτων σου. 5 Ημαρτήσαμεν πράγματι, διεπράξαμεν αδικίας, παρέβημεν τον Νομον σου, απεμακρύνθημεν από σέ, εξεκλίναμεν από τας εντολάς σου και από τα προστάγματά σου. 5 <ὁμολογοῦμεν ὅτι> ἁμαρτήσαμε, διεπράξαμεν ἀδικίες, ἔχομεν παραβῆ τὸν ἅγιον νόμον σου καὶ ἀπεστατήσαμεν ἀπὸ Σὲ καὶ παρεξεκλίναμεν ἀπὸ τὶς ἅγιες ἔντολές σου καὶ ἀπὸ τὶς ἀποφάνσεις καὶ τὶς δίκαιες κρίσεις σου.
6 καὶ οὐκ εἰσηκούσαμεν τῶν δούλων σου τῶν προφητῶν, οἳ ἐλάλουν ἐν τῷ ὀνόματί σου πρὸς τοὺς βασιλεῖς ἡμῶν καὶ ἄρχοντας ἡμῶν καὶ πατέρας ἡμῶν, καὶ πρὸς πάντα τὸν λαὸν τῆς γῆς. 6 Δεν υπηκούσαμεν στους δούλους σου τους προφήτας, οι οποίοι εξ ονόματός σου ωμιλούσαν προς τους βασιλείς και προς τους άρχοντας ημών και τους προγόνους ημών και προς όλον τον ισραηλιτικόν λαόν της χώρας. 6 Καὶ δὲν ὑπακούσαμε εἰς τοὺς δούλους σου τοὺς Προφήτας, οἱ ὁποῖοι ὡμιλοῦσαν ἐξ ὀνόματός σου πρὸς τοὺς βασιλεῖς μας καὶ πρὸς τοὺς ἄρχοντάς μας καὶ πρὸς τοὺς προγόνους μας καὶ πρὸς ὅλον τὸν λαὸν τῆς χώρας μας.
7 σοὶ Κύριε ἡ δικαιοσύνη, καὶ ἡμῖν ἡ αἰσχύνη τοῦ προσώπου ὡς ἡ ἡμέρα αὕτη, ἀνδρὶ ᾿Ιούδα καὶ τοῖς ἐνοικοῦσιν ἐν ῾Ιερουσαλὴμ καὶ παντὶ ᾿Ισραήλ, τοῖς ἐγγὺς καὶ τοῖς μακρὰν ἐν πάσῃ τῇ γῇ, οὗ διέσπειρας αὐτοὺς ἐκεῖ, ἐν ἀθεσίᾳ αὐτῶν, ᾗ ἠθέτησαν. 7 Εις σέ, Κυριε, υπάρχει η δικαιοσύνη και εις ημάς η καταισχύνη εις τα πρόσωπά μας, όπως μαρτυρεί η περίοδος αυτή της δουλείας μας· εις κάθε Ιουδαίον, εις αυτούς που κατοικούν την Ιερουσαλήμ, εις κάθε Ισραηλίτην, εις όλους όσοι ευρίσκονται πλησίον η μακράν, εις όλα τα μέρη, όπου συ, εν τη δικαιοσύνη σου, τους διεσκόρπισες, εξ αιτίας των παραβάσεων, τας οποίας αυτοί διέπραξαν. 7 Εἰς Σέ, Κύριε, ἀνήκει καὶ ὑπάρχει ἡ δικαιοσύνη, ἐνῷ εἰς ἡμᾶς ἡ καταισχύνῃ, ἡ ὁποία μᾶς ἀναγκάζει νὰ ρίπτωμεν κάτω κατακόκκινον ἀπὸ ἐντροπὴν τὸ πρόσωπόν μας, ὅπως μαρτυρεῖ ἡ περίοδος αὐτὴ τῆς αἰχμαλωσίας καὶ δουλείας μας εἰς τοὺς Βαβυλωνίους· εἰς ἡμᾶς, δηλαδὴ εἰς κάθε Ἰουδαῖον, καὶ εἰς αὐτοὺς ποὺ κατοικοῦν εἰς τὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ εἰς ὅλους τοὺς Ἰσραηλίτες καὶ εἰς αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται πλησίον ἢ μακριὰ εἰς ὅλες τὶς χῶρες τῆς γῆς, ὅπου τοὺς διεσκόρπισες ἐξ αἰτίας τῆς προδοσίας, ἀπιστίας καὶ παραβάσεως τῶν ἱερῶν συνθηκῶν, ποὺ διέπραξαν.
8 ἐν σοὶ Κύριέ ἐστιν ἡμῶν ἡ δικαιοσύνη καὶ ἡμῖν ἡ αἰσχύνη τοῦ προσώπου καὶ τοῖς βασιλεῦσιν ἡμῶν καὶ τοῖς ἄρχουσιν ἡμῶν καὶ τοῖς πατράσιν ἡμῶν, οἵτινες ἡμάρτομέν σοι. 8 Εις σέ, Κυριε, υπάρχει η δικαιοσύνη, της οποίας και ημείς τιμωρούμενοι λαμβάνομεν πείραν. Εις ημάς δε υπάρχει η καταισχύνη του προσώπου μας· στους βασιλείς μας, στους άρχοντας μας, στους προγόνους μας, εις όλους μας, οι οποίοι ημαρτήσαμεν απέναντί σου. 8 Εἰς Σέ, Κύριε, ἀνήκει καὶ ὑπάρχει ἡ δικαιοσύνη διὰ τὴν τιμωρίαν μας, ἐνῷ εἰς ἡμᾶς ἡ καταισχύνῃ, ἡ ὁποία μᾶς ἀναγκάζει νὰ ρίπτωμεν κάτω κατακόκκινον τὸ πρόσωπον μᾶς, καθὼς καὶ εἰς τοὺς βασιλεῖς μας καὶ εἰς τοὺς ἄρχοντάς μας καὶ εἰς τοὺς προγόνους μας <κατ’ ἄλλους: Τοὺς ἱερεῖς μας>, εἰς ὅλους μας οἱ ὁποῖοι ἁμαρτήσαμε εἰς Σέ.
9 Κυρίῳ τῷ Θεῷ ἡμῶν οἱ οἰκτιρμοὶ καὶ οἱ ἱλασμοί, ὅτι ἀπέστημεν 9 Αλλά εις σε τον Κυριον και Θεόν μας υπάρχει η ευσπλαγχνία και το έλεος δι' ημάς, οι οποίοι επανεστατήσαμεν απέναντί σου. 9 Εἰς Σὲ ὅμως τὸν Κύριον καὶ Θεόν μας ὑπάρχουν ἡ συμπάθεια, ἡ εὐσπλαγχνία, τὰ ἐλέη, ἡ ἄφεσις τῶν ἁμαρτιῶν, διότι ὁμολογοῦμεν ὅτι ἀπεστατήσαμε ἀπὸ Σέ·
10 καὶ οὐκ εἰσηκούσαμεν τῆς φωνῆς Κυρίου τοῦ Θεοῦ ἡμῶν πορεύεσθαι ἐν τοῖς νόμοις αὐτοῦ, οἷς ἔδωκε κατὰ πρόσωπον ἡμῶν ἐν χερσὶ τῶν δούλων αὐτοῦ τῶν προφητῶν. 10 Δεν υπηκούσαμεν εις την φωνήν του Κυρίου και Θεού μας, να πορευθώμεν και να ζήσωμεν σύμφωνα με τους νόμους, τους οποίους αυτός έδωκε δια μέσου των δούλων του, των προφητών. 10 καὶ δὲν ὑπακούσαμε εἰς τὴν φωνὴν Κυρίου τοῦ Θεοῦ μας, ἡ ὁποία μᾶς ἐκαλοῦσε νὰ ζήσωμεν σύμφωνα μὲ τοὺς νόμους του, τοὺς ὁποίους ἔθεσεν ἐνώπιόν μας μέσῳ τῶν δούλων του τῶν Προφητῶν>.
11 καὶ πᾶς ᾿Ισραὴλ παρέβησαν τὸν νόμον σου καὶ ἐξέκλιναν τοῦ μὴ ἀκοῦσαι τῆς φωνῆς σου, καὶ ἐπῆλθεν ἐφ' ἡμᾶς ἡ κατάρα καὶ ὁ ὅρκος ὁ γεγραμμένος ἐν νόμῳ Μωυσέως δούλου τοῦ Θεοῦ, ὅτι ἡμάρτομεν αὐτῷ. 11 Ολοι οι Ισραηλίται παρέβησαν τον Νομον σου, παρεξέκλιναν, ώστε να μην υπακούσουν εις την ιδικήν σου φωνήν· και έτσι έπεσεν επάνω μας η κατάρα, η ένορκος διακήρυξις σου του Θεού περί της τιμωρίας των αμαρτωλών, που είναι γραμμένη στον νόμον του Μωϋσέως, του δούλου του Θεού, διότι ημείς ημαρτήσαμεν απέναντι του Θεού. 11 <Ὅλοι οἱ Ἰσραηλῖται παρέβησαν τὸν νόμον σου καὶ παρεξέκλιναν, ἐφάνησαν ὅλως διόλου ἀπρόθυμοι εἰς τὸ νὰ ὑπακούσουν εἰς τὴν φωνήν σου· διὰ τοῦτο ἔπεσεν ἐπάνω μας ἡ κατάρα καὶ ἡ ἔνορκος θεία διακήρυξις περὶ τῆς τιμωρίας τῶν ἁμαρτωλῶν, ἡ ὁποία εἶναι γραμμένη εἰς τὸν Νόμον τοῦ Μωϋσῆ, τοῦ δούλου τοῦ Θεοῦ, διότι ἁμαρτήσαμε εἰς Αὐτόν <τὸν Θεόν>.
12 καὶ ἔστησε τοὺς λόγους αὐτοῦ, οὓς ἐλάλησεν ἐφ' ἡμᾶς καὶ ἐπὶ τοὺς κριτὰς ἡμῶν, οἳ ἔκρινον ἡμᾶς, ἐπαγαγεῖν ἐφ' ἡμᾶς κακὰ μεγάλα, οἷα οὐ γέγονεν ὑποκάτω παντὸς τοῦ οὐρανοῦ κατὰ τὰ γενόμενα ἐν ῾Ιερουσαλήμ. 12 Εξεπλήρωσε τους λόγους, τους οποίους είχεν είπει εναντίον ημών, εναντίον των δικαστών, οι οποίοι μας εδίκαζαν· ότι θα επιφέρη εναντίον μας κακά μεγάλα, τέτοια τα οποία δεν είχαν γίνει άλλοτε κάτω από τον ουρανόν, ωσάν αυτά τα οποία συνέβησαν εις βάρος της Ιερουσαλήμ. 12 Καὶ ἐξεπλήρωσε <ἔφερεν εἰς πέρας> τοὺς λόγους του, τοὺς ὁποίους εἶπε <τίς ἀπειλές, μὲ τὶς ὁποῖες εἶχεν ἀπειλήσει> ὅτι θὰ ἐπιφέρῃ ἐναντίον μας καὶ ἐναντίον τῶν δικαστῶν μας, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἐδίκαζαν <ἐξεπλήρωσε δηλαδὴ τὶς ἀπειλές του> ὅτι θὰ ἐπιφέρῃ ἐναντίον μας μεγάλα κακά· τόσον μεγάλα καὶ τέτοια, ὁποία δὲν εἶχαν γίνει ποτὲ ἄλλοτε εἰς τὸ πρόσωπον τῆς γῆς, κάτω ἀπὸ τὸν οὐρανὸν ὁλόκληρον, ὡσὰν ἐκεῖνα ποὺ συνέβησαν εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ.
13 καθὼς γέγραπται ἐν τῷ νόμῳ Μωυσῆ, πάντα τὰ κακὰ ταῦτα ἦλθεν ἐφ' ἡμᾶς, καὶ οὐκ ἐδεήθημεν τοῦ προσώπου Κυρίου τοῦ Θεοῦ ἡμῶν ἀποστρέψαι ἀπὸ τῶν ἀδικιῶν ἡμῶν καὶ τοῦ συνιέναι ἐν πάσῃ ἀληθείᾳ σου. 13 Οπως είναι γραμμένον στον νόμον του Μωϋσέως, όλα αυτά τα κακά έπεσαν επάνω μας και ημείς δεν εσυνετίσθημεν, δεν μετενοήσαμεν, δεν απεμακρύνθημεν από τας αδικίας μας, δεν προσεπαθήσαμεν να κατανοήσωμεν και να ζήσωμεν σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, και δεν ικετεύσαμεν με θερμάς δεήσστον Κυριον, 13 Ὅπως ἔχει γραφῆ εἰς τὸν Νόμον τοῦ Μωϋσῆ, ὅλες αὐτὲς οἱ τιμωρίες ἦλθαν ἐπάνω μας· παρ' ὅλα δὲ αὐτὰ ἡμεῖς δὲν ἐσπεύσαμεν νὰ ἱκετεύσωμεν τὸν Κύριον καὶ Θεόν μας, ἀπομακρυνόμενοι καὶ ἀπαρνούμενοι τὶς ἀδικίες μας, καὶ νὰ γνωρίσωμεν, νὰ συνετισθῶμεν καὶ φρονηματισθῶμεν προσέχοντες εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειάν σου.
14 καὶ ἐγρηγόρησε Κύριος καὶ ἐπήγαγεν αὐτὰ ἐφ' ἡμᾶς, ὅτι δίκαιος Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν ἐπὶ πᾶσαν τὴν ποίησιν αὐτοῦ, ἣν ἐποίησε, καὶ οὐκ εἰσηκούσαμεν τῆς φωνῆς αὐτοῦ. 14 Και όμως ο Κυριος ηγρύπνησε δι' ημάς και επέφερε τας παιδαγωγικάς αυτάς τιμωρίας εναντίον μας, διότι ο Κυριος ο Θεός μας είναι δίκαιος εις όλα τα έργα, τα οποία πραγματοποιεί. Ημείς όμως και πάλιν δεν υπηκούσαμεν εις την φωνήν του. 14 Ὅμως ὁ Κύριος ἀγρύπνησε <παρακολουθοῦσε ἀγρύπνως τὶς ἀδικίες μας> καὶ εἰς τὴν κατάλληλον ὥραν ἐπέφερεν ὄλες αὐτὲς τὶς παιδαγωγικὲς τιμωρίες ἐναντίον μας, διότι ὁ Κύριος καὶ Θεός μας εἶναι δίκαιος εἰς ὅλα τὰ ἔργα τὰ ὁποῖα ἐργάζεται, καὶ εἰς ὅλες τὶς πρὸς ἡμᾶς ἐνέργειές του.Ὅμως ἡμεῖς δὲν ὑπακούσομε εἰς τὴν φωνήν του>.
15 καὶ νῦν, Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὃς ἐξήγαγες τὸν λαόν σου ἐκ γῆς Αἰγύπτου ἐν χειρὶ κραταιᾷ καὶ ἐποίησας σεαυτῷ ὄνομα ὡς ἡ ἡμέρα αὕτη, ἡμάρτομεν, ἠνομήσαμεν. 15 Και τώρα, Κυριε ο Θεός μας, συ ο οποίος εβγαλες ελεύθερον τον λαόν σου από την χώραν της Αιγύπτου με ακατανίκητοι δύναμιν και κατέστησες ένδοξον και περίφημον το Ονομά σου μέχρι και της σημερινής ημέρας, άκουσε την προσευχήν μας. Ομολογούμεν ότι ημαρτήσαμεν, ότι παρέβημεν τον Νομον σου. 15 <Καὶ τώρα, λοιπόν, Κύριε ὁ Θεὸς ἠμῶν, Σὺ ὁ ὁποῖος ἐλευθέρωσες τὸν λαόν σου ἀπὸ τὴν δουλείαν τῆς χώρας τῆς Αἰγύπτου μὲ δύναμιν ἀκαταγώνιστον καὶ κατέστησες ἔνδοξον καὶ περίφημον τὸ ὄνομά σου μέχρι καὶ τῆς σημερινῆς ἡμέρας, <ἀπευθυνόμεθα εἰς Σὲ καὶ ὁμολογοῦμεν ἐν μετανοίᾳ ὅτι> ἁμαρτήσαμε εἰς Σὲ καὶ ἀνομήσαμε.
16 Κύριε, ἐν πάσῃ ἐλεημοσύνῃ σου ἀποστραφήτω δὴ ὁ θυμός σου καὶ ἡ ὀργή σου ἀπὸ τῆς πόλεώς σου ῾Ιερουσαλὴμ ὄρους ἁγίου σου, ὅτι ἡμάρτομεν, καὶ ἐν ταῖς ἀδικίαις ἡμῶν καὶ τῶν πατέρων ἡμῶν ῾Ιερουσαλὴμ καὶ ὁ λαός σου εἰς ὀνειδισμὸν ἐγένετο ἐν πᾶσι τοῖς περικύκλῳ ἡμῶν. 16 Αλλά, Κυριε, συ ο οποίος έχεις πάσαν ελεημοσύνην και άπειρον το έλεος, ας αποστροφή τώρα ο θυμός και η οργή σου από την πόλιν σου την Ιερουσαλήμ, από το άγιόν σου όρος, όπου ο ναός και το θυσιαστήριων. Διότι ημείς ημαρτήσαμεν και εξ αιτίας των ιδικών μας αδικιών και των αδικιών, που είχαν διαπράξει οι πατέρες μας και ο ισραηλιτικός λαός, παρεδόθη η Ιερουσαλήμ εις ονειδισμόν εις όλους τους κύκλω λαούς. 16 Κύριε, χάρις εἰς τὸ ἄφθονον καὶ ἄπειρον ἔλεός σου ἂς ἀποστραφῇ λοιπὸν ὁ δίκαιος θυμὸς καὶ ἡ ὀργή σου ἀπὸ τὴν πόλιν σου Ἱερουσαλήμ, τὸ ἅγιον ὄρος σου <ὅπου εἶναι κτισμένος ὁ Ναὸς καὶ τὸ θυσιαστήριον>, διότι ἁμαρτήσαμε.Λόγῳ δὲ τῶν ἰδικῶν μας ἁμαρτιῶν καὶ ἀδικιῶν καὶ τῶν ἁμαρτιῶν τῶν προγόνων μας ἡ Ἱερουσαλὴμ καὶ ὁ λαός σου ἔγιναν ὄνειδος, περίγελως καὶ χλεύη εἰς ὅλα τὰ τριγύρω μας ἔθνη.
17 καὶ νῦν εἰσάκουσον, Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, τῆς προσευχῆς τοῦ δούλου σου καὶ τῶν δεήσεων αὐτοῦ καὶ ἐπίφανον τὸ πρόσωπόν σου ἐπὶ τὸ ἁγίασμά σου τὸ ἔρημον ἕνεκέν σου, Κύριε· 17 Και τώρα, Κυριε ο Θεός ημών, άκουσε την προσευχήν του δούλου σου και τας θερμάς ικεσίας, που σου απευθύνει. Ας φανή ευμενές το πρόσωπόν σου προς τον έρημον ναόν σου, ένεκέν σου, Κυριε. 17 Καὶ τώρα, λοιπόν, εἰσάκουσε, Κύριε ὁ Θεὸς ἠμῶν, τὴν προσευχὴν τοῦ δούλου σου καὶ τὶς δεήσεις καὶ παρακλήσεις μου, καὶ ἐμφάνισε εὐμενὲς τὸ πρόσωπόν σου εἰς τὸν ἔρημον Ναόν σου, ἕνεκα Σοῦ, Κύριε.
18 κλῖνον ὁ Θεός μου τὸ οὗς σου καὶ ἄκουσον· ἄνοιξον τοὺς ὀφθαλμούς σου καὶ ἰδὲ τὸν ἀφανισμὸν ἡμῶν καὶ τῆς πόλεώς σου, ἐφ' ἧς ἐπικέκληται τὸ ὄνομά σου ἐπ' αὐτῆς, ὅτι οὐκ ἐπὶ ταῖς δικαιοσύναις ἡμῶν ριπτοῦμεν τὸν οἰκτιρμὸν ἡμῶν ἐνώπιόν σου, ἀλλ' ἐπὶ τοὺς οἰκτιρμούς σου τοὺς πολλούς, Κύριε. 18 Κλίνε, Κυριε, το αυτί σου και άκουσε την προσευχήν μου. Ανοιξε, Κυριε, τους οφθαλμούς σου και ιδέ τον εξαφανισμόν και ημών και της πόλεώς σου, εις την οποίαν πόλιν ηκούετο και εδοξάζετο το Ονομά σου. Δεν προσπίπτομεν ενώπιόν σου και δεν σε παρακαλούμεν να μας λυπηθής χάρις εις τας δικαιοσύνας μας, αλλά χάρις στους πολλούς οικτιρμούς σου, Κυριε. 18 Σκύψε, Θεέ μου, ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ οὐρανοῦ, πλησίασε τὸ αὐτί σου εἰς τὸ στόμα μου καὶ ἄκουσε τὴν προσευχήν μου.Ἀνοιξε τοὺς ὀφθαλμούς σου καὶ ἰδὲ τὴν τελείαν καταστροφήν μας καὶ τὸν ἀφανισμὸν τῆς πόλεώς σου <Ἱερουσαλήμ>, εἰς τὴν ὁποίαν ἐγίνετο ἐπίκλησις τοῦ ὀνόματός σου.Διότι Σὲ ἱκετεύομεν προσπίπτοντες ἐνώπιόν σου, ὄχι στηριζόμενοι εἰς τὶς ἀρετές μας, ἀλλ’ εἰς τοὺς πολλοὺς οἰκτιρμούς σου, Κύριε!
19 εἰσάκουσον, Κύριε, ἱλάσθητι Κύριε, πρόσχες Κύριε καὶ ποίησον· μὴ χρονίσῃς ἕνεκέν σου, ὁ Θεός μου, ὅτι τὸ ὄνομά σου ἐπικέκληται ἐπὶ τὴν πόλιν σου καὶ ἐπὶ τὸν λαόν σου. - 19 Ακουσε Κυριε, την προσευχήν μας. Δείξε στοργήν και έλεος προς ημάς. Στρέψε την προσοχήν σου και κάμε ο,τι πρέπει δια την σωτηρίαν μας. Εφ' όσον είσαι Θεός του ελέους, μη βραδύνης, Κυριε, διότι το Ονομά σου ανεφέρετο και εδοξάζετο εις την πόλιν σου την Ιερουσαλήμ, όπως και στον λαόν σου”. 19 Εἰσάκουσε, Κύριε, τὴν προσευχήν μου.Δεῖξε, Κύριε, ἔλεος καὶ συμπάθειαν.Εὐδόκησε νὰ προσέξῃς τὴν φωνήν μας, Κύριε, καὶ νὰ ἐργασθῇς τὴν σωτηρίαν μας.Μὴ βραδύνῃς ἕνεκα τοῦ ἐλέους καὶ τῶν οἰκτιρμῶν σου, Θεέ μου, διότι τὸ ὄνομά σου ἀνεφέρετο ἀκαταπαύστως καὶ ἐδοξάζετο εἰς τὴν πόλιν σου <Ἱερουσαλήμ> καὶ εἰς τὸν λαόν σου>.
20 Καὶ ἔτι ἐμοῦ λαλοῦντος καὶ προσευχομένου καὶ ἐξαγορεύοντος τὰς ἁμαρτίας μου καὶ τὰς ἁμαρτίας τοῦ λαοῦ μου ᾿Ισραὴλ καὶ ριπτοῦντος τὸν ἔλεόν μου ἐναντίον τοῦ Κυρίου τοῦ Θεοῦ μου περὶ τοῦ ὄρους τοῦ ἁγίου 20 Ενῷ εγώ συνέχιζα ακόμη να ομιλώ προς τον Θεόν και προσηυχόμην προς αυτόν, εξαμολογούμενος τας αμαρτίας μου και τας αμαρτίας του ισραηλιτικού μου λαού και επιρρίπτων τον εαυτόν μου στο έλεος Κυρίου του Θεού μου δια την απελεύθερωσιν του αγίου του όρους, 20 Ἐνῷ δὲ ἐγὼ ὁ Δανιὴλ συνέχιζα νὰ ὁμιλῶ καὶ νὰ προσεύχωμαι εἰς τὸν Θεὸν καὶ νὰ ἐξομολογοῦμαι ἐνώπιόν του τὶς ἁμαρτίες μου καὶ τὶς ἁμαρτίες τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ μου καὶ νὰ ρίπτω τὸν ἑαυτόν μου εἰς τὸ ἔλεος τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ μου διὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν καὶ τὴν δόξαν τοῦ ἁγίου τοῦ ὄρους·
21 καὶ ἔτι ἐμοῦ λαλοῦντος ἐν τῇ προσευχῇ καὶ ἰδοὺ ἀνὴρ Γαβριήλ, ὃν εἶδον ἐν τῇ ὁράσει ἐν τῇ ἀρχῇ, πετόμενος καὶ ἥψατό μου ὡσεὶ ὥραν θυσίας ἑσπερινῆς. 21 ενώ, λοιπόν, εγώ ακόμη δια της προσευχής ωμιλούσα προς τον Κυριον, ιδού, ένας ανήρ, ο Γαβριήλ, τον οποίον είχον ίδει και στο προηγούμενον όραμα, πετώντας ήλθε κοντά μου κατά την ώραν της εσπερινής θυσίας, 21 ἐνῷ ἐπίσης ἐγὼ συνέχιζα ἀκόμη νὰ ὁμιλῶ εἰς τὸν Θεὸν προσευχόμενος, ἰδού! Ὁ ἄνδρας Γαβριήλ, τὸν ὁποῖον εἶδα ἀρχικῶς εἰς τὴν προηγουμένων ὅρασιν, κατέβη πρὸς ἐμὲ μὲ γρήγορον πέταγμα καὶ μὲ ἄγγισε κατὰ τὴν ὥραν τῆς ἐσπερινῆς θυσίας.
22 καὶ συνέτισέ με καὶ ἐλάλησε μετ' ἐμοῦ καὶ εἶπε· Δανιήλ, νῦν ἐξῆλθον συμβιβάσαι σε σύνεσιν· 22 μου ωμίλησε και μου εδωσε να εννοήσω μερικά πράγματα, που δεν τα είχα κατανοήσει προηγουμένως. “Δανιήλ, μου είπε, εγώ ήλθα να σε κατατοπίσω και να σου δώσω να εννοήσης. 22 Μοῦ διάνοιξε τὸν νοῦν, μὲ ἐφώτισε καὶ μοῦ ἔδωκε σύνεσιν καὶ σοφίαν, ὡμίλησε δὲ μαζί μου καὶ μοῦ εἶπε: <Δανιήλ, τώρα ἦλθα νὰ σὲ διαφωτίσω, νὰ σὲ διδάξω σοφίαν καὶ νὰ σοῦ δώσω σύνεσιν.
23 ἐν ἀρχῇ τῆς δεήσεώς σου ἐξῆλθε λόγος, καὶ ἐγὼ ἦλθον τοῦ ἀναγγεῖλαί σοι. ὅτι ἀνὴρ ἐπιθυμιῶν εἶ σύ· καὶ ἐννοήθητι ἐν τῷ ρήματι καὶ σύνες ἐν τῇ ὀπτασίᾳ. 23 Οταν ήρχισες να προσεύχεσαι, εβγήκεν από το στόμα σου παράκλησις. Και ιδού, εγώ ήλθα να απαντήσω εις αυτά που εζητούσες. Διότι συ είσαι ανήρ ευγενών και αγίων επιθυμιών. Πρόσεξε, λοιπόν, στους λόγους μου, δια να εννοήσης με σύνεσιν αυτά, που είδες και ήκουσες στο όραμα. 23 Εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς παρακλήσεως καὶ τῆς ἱκεσίας σου ἐδόθη διαταγὴ ἀπὸ τὸν θρόνον τοῦ Θεοῦ <πρὸς τοὺς ἀγγέλους>, καὶ ἐγὼ ἦλθα νὰ σοῦ δώσω ἀπάντησιν εἰς ὅσα ἐζητοῦσες ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ νὰ σοῦ προείπω ὅσα θὰ γίνουν εἰς τὸ μέλλον διότι σὺ εἶσαι ἄνθρωπος ἰδιαιτέρως ἀγαπητός <ἐκλεκτός> τοῦ Θεοῦ, μὲ εὐγενεῖς πόθους καὶ ἀγαθὲς ἐπιθυμίες.Πρόσεξε, λοιπόν, ἐννόησε τὸ βαθὺ νόημα τοῦ λόγου τὸν ὁποῖον θὰ σοῦ εἰπῶ, καὶ κατανόησε ἀκριβῶς τὸ περιεχόμενον τῆς ὁράσεως ποὺ θὰ σοῦ ἀποκαλύψω αἰνιγματωδῶς>.
24 ἑβδομήκοντα ἑβδομάδες συνετμήθησαν ἐπὶ τὸν λαόν σου καὶ ἐπὶ τὴν πόλιν τὴν ἁγίαν σου τοῦ συντελεσθῆναι ἁμαρτίαν καὶ τοῦ σφραγίσαι ἁμαρτίας καὶ ἀπαλεῖψαι τὰς ἀνομίας καὶ τοῦ ἐξιλάσασθαι ἀδικίας καὶ τοῦ ἀγαγεῖν δικαιοσύνην αἰώνιον καὶ τοῦ σφραγίσαι ὅρασιν καὶ προφήτην καὶ τοῦ χρῖσαι ἅγιον ἁγίων. 24 Εις εβδομήκοντα εβδομάδας ετών περιωρίσθησαν αι συμφοραί και αι θλίψστου λαού σου και της αγίας σου πόλεως της Ιερουσαλήμ, δια να τεθή τέρμα εις τας αμαρτίας σας, δια να τεθή σφραγίς τέρματος εις την αμαρτίαν, δια να εξαλειφθούν όλαι αι παρανομίαι των ανθρώπων, δια να εξιλεωθούν ενώπιον του Θεού αι αδικίαι και να αποκατασταθή αιωνία δικαιοσύνη, και δια να τεθή τέρμα και σφραγίς πλέον εις κάθε χριστολογικήν προφητείαν, εις κάθε χριστολογικόν προφήτην, διότι τότε θα χρισθή προφήτης ο αγιώτατος από όλους τους προφήτας. 24 <Ἑβδομῆντα ἑβδομάδες ἐτῶν <490 ἔτη> ἔχουν καθορισθῆ σχετικῶς μὲ τὸν λαόν σου καὶ τὴν ἁγίαν σοῦ πόλιν, τὴν Ἱερουσαλήμ, ὥστε <μετὰ τὴν παρέλευσιν τῶν ἑβδομῆντα αὐτῶν ἑβδομάδων> νὰ τεθῇ τέλος εἰς τὶς παραβάσεις καὶ τὶς ἁμαρτίες <νὰ συμπληρωθῇ ἡ ἀποστασία>· νὰ τεθῇ σφραγῖδα τέρματος εἰς τὴν ἁμαρτίαν, νὰ ἑξαλειφθοῦν οἱ ἀνομίες καὶ νὰ ἐξιλεωθοῦν οἱ ἀδικίες· νὰ ἔλθῃ <ἀποκατασταθῇ> δὲ αἰώνια δικαιοσύνη καὶ νὰ λάβῃ τέλος, νὰ κλεισθῇ, ἐκπληρωθῇ καὶ σφραγισθῇ κάθε εἴδους δρᾶσις <ἡ ὁποία ἀναφέρεται εἰς τὸν Μεσσίαν Χριστόν>· καὶ νὰ σιγήσῃ κάθε <χριστολογικός> Προφήτης καὶ νά <ἤ: Διότι τότε θά> χρισθῇ ὁ κατ’ ἐξοχὴν Ἅγιος, ὁ ἁγιώτατος ὅλων τῶν ἁγίων <ὁ Μεσσίας, ὁ Δεσπότης Χριστός>.
25 καὶ γνώσῃ καὶ συνήσεις· ἀπὸ ἐξόδου λόγου τοῦ ἀποκριθῆναι καὶ τοῦ οἰκοδομῆσαι ῾Ιερουσαλὴμ ἕως χριστοῦ ἡγουμένου ἑβδομάδες ἑπτὰ καὶ ἑβδομάδες ἑξηκονταδύο· καὶ ἐπιστρέψει καὶ οἰκοδομηθήσεται πλατεῖα καὶ τεῖχος, καὶ ἐκκενωθήσονται οἱ καιροί. 25 Μαθε και κατανόησε καλά, ότι από την ημέραν, που θα εκδοθή διάταγμα δια την ανοικοδόμησιν της Ιερουσαλήμ, μέχρι της ημέρας που θα εμφανισθή ο αρχών, ο οποίος θα έχη χρισθή από εμέ, θα περάσουν επτά εδοομάδες ετών και άλλαι εξήκοντα δύο εβδομάδες ετών. Μετά τας πρώτας επτά εβδομάδας θα επιστρέψουν οι Ιουδαίοι αιχμάλωτοι και θα ανοικοδομηθη η πλατεία και το τείχος της πόλεως και θα πραγματοποιηθούν έτσι οι πρώτοι καιροί. 25 Συνεπῶς, μάθε, κατανόησε καλὰ τοῦτο: Ἀπὸ τὴν στιγμὴν ποὺ θὰ ἀκουσθῇ ὁ λόγος <ἤ: Ἀπὸ τότε ποὺ θὰ ἐκδοθῇ τὸ διάταγμα>, ὁ ὁποῖος θὰ ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐπάνοδον καὶ ἀνοικοδόμησιν τῆς Ἱερουσαλήμ, μέχρι τῶν χρόνων τῆς ἐμφανίσεως τοῦ Ἀρχηγοῦ, ὁ ὁποῖος θὰ χρισθῇ ἀπὸ Ἐμέ, θὰ περάσουν ἑπτὰ ἑβδομάδες ἔτων <49 ἔτη> καὶ ἄλλες ἑξῆντα δύο ἑβδομάδες ἔτων <434 ἔτη>.Καί <μετὰ τὶς πρῶτες ἑπτὰ ἑβδομάδες ἐτῶν> θὰ ἐπιστρέψῃ ὁ Ἰουδαϊκὸς λαός, ὁ ὁποῖος ζῇ τώρα εἰς τὴν αἰχμαλωσίαν, καὶ θὰ ἀνοικοδομηθοῦν πλατεῖες καὶ τείχη <τῆς Ἱερουσαλήμ>, κάτω <ὅμως> ἀπὸ δυσκολίες καὶ ἀγωνιώδεις περιστάσεις.
26 καὶ μετὰ τὰς ἑβδομάδας τὰς ἑξηκονταδύο ἐξολοθρευθήσεται χρῖσμα, καὶ κρίμα οὐκ ἔστιν ἐν αὐτῷ· καὶ τὴν πόλιν καὶ τὸ ἅγιον διαφθερεῖ σὺν τῷ ἡγουμένῳ τῷ ἐρχομένῳ καὶ ἐκκοπήσονται ἐν κατακλυσμῷ, καὶ ἕως τέλους πολέμου συντετμημένου τάξει ἀφανισμοῖς. 26 Μετά δε την παρέλευσιν των εξήντα δύο εβδομάδων ετών, θα θανατωθή ο χριστός. Κυρίου, ο Σωτήρ, χωρίς να υπάρχη καμμία απολύτως αμαρτία και αιτία θανάτου δι' αυτόν. Η πόλις της Ιερουσαλήμ και ο άγιος ναός θα καταστραφούν μαζή με τους ηγουμένους, τους άρχοντας της εποχής εκείνης. Οι κάτοικοι θα κατακλυσθούν από συμφοράς και ένας ξένος λαός θα αναλάβη πάλεμον κατά του Ισραήλ, μέχρι δε τέλους του πολέμου θα επιφέρη φοβεράς καταστροφάς και τρομερούς αφανισμούς. 26 Καὶ μετὰ τὶς ἑξῆντα δύο ἑβδομάδες ἔτων <434 ἔτη> θὰ θανατωθῇ Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος φέρει τὸ καθ’ αὐτὸ χρῖσμα, ὁ Χριστὸς Κυρίου, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ εἰς αὐτὸν καμμία ἐνοχὴ ἁμαρτίας <ἤ: Θὰ πληγῇ μὲ θάνατον, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει θάνατος δι’ Αὐτόν· η, κατ’ ἄλλους: Θὰ πληγῇ μὲ θάνατον, ὁ δὲ λαὸς ὁ ὁποῖος τὸν ἀρνήθηκε καὶ τὸν ἀπέρριψε δὲν θὰ ὑπάρχῃ πλέον>.Καὶ ὁ λαὸς ἐνὸς ἡγεμόνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἔλθῃ, θὰ καταστρέψῃ τὴν πόλιν <Ἱερουσαλήμ> καὶ τὸ θυσιαστήριον <τὸν Ναόν> <ἤ, κατ’ ἄλλους: Ἡ πόλις καὶ τὸ θυσιαστήριον θὰ καταστραφοῦν μαζὶ μὲ τοὺς ἄρχοντας τῶν χρόνων ἐκείνων>.Οἱ κάτοικοι τῆς Ἱερουσαλὴμ καὶ τὸ θυσιαστήριον θὰ ὑποστοῦν τέτοιαν πανωλεθρίαν, ὡσὰν νὰ ἔχουν κατακλυσθῇ ἀπὸ αἰφνιδίαν θύελλαν καὶ ἀπροσδόκητον πλημμύραν! Μέχρι δὲ τὸ τέλος τοῦ αἰφνιδίου τούτου πολέμου, ὁ ὁποῖος θὰ σαρώσῃ καὶ θὰ ἀφανίσῃ τὰ πάντα, θὰ ἰσχύῃ διάταγμα ἐρημώσεως <ἢ κατ’ ἄλλους: Τὸ τέλος τοῦ ἡγεμόνος ἐκείνου, ὁ ὁποῖος θὰ ἔλθῃ, θὰ εἶναι ἡ καταστροφή, μέχρι δὲ τὸ τέλος θὰ ὑπάρχῃ πόλεμος καὶ καταστραφή, πράγματα ποὺ ἔχουν ἐξαγγελθῇ ἀπὸ τὸν Θεόν>.
27 καὶ δυναμώσει διαθήκην πολλοῖς, ἑβδομὰς μία· καὶ ἐν τῷ ἡμίσει τῆς ἑβδομάδος ἀρθήσεταί μου θυσία καὶ σπονδή, καὶ ἐπὶ τὸ ἱερὸν βδέλυγμα τῶν ἐρημώσεων, καὶ ἕως τῆς συντελείας καιροῦ συντέλεια δοθήσεται ἐπὶ τὴν ἐρήμωσιν. 27 Κατά μίαν εβδομάδα ετών ο Χριστός θα συνάψη και θα καταστήση ισχυράν και έγκυρον μίαν νέον διαθήκην. Κατά δε το μέσον της εβδομάδος αυτής, που θα προσφερθή η μεγάλη θυσία του λυτρωτού Χριστού, θα τεθή οριστικόν πλέον τέρμα εις τας παλαιάς θυσίας και σπονδάς. Εις δε τον ναόν μου και τον λαόν του Ισραήλ, θα εισέλθουν βδελυραί δυνάμεις καταστροφής και ερημώσεως. Τέρμα δε εις την καταστροφήν θα τεθή όταν συμπληρωθή ο ωρισμένος χρόνος. 27 Καὶ τότε <ὁ Χριστός> θὰ συνάψῃ νέαν ἰσχυρὰν διαθήκην διὰ πολλούς, ἐπὶ μίαν ἑβδομάδα <ἑπτὰ ἔτη>· καὶ κατὰ τὸ μέσον τῆς ἑβδομάδος αὐτῆς <εἰς τὰ 3, 1/2 ἔτη, ὅταν θὰ προσφερθῇ ἡ σταυρικὴ θυσία τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ> θὰ παύσουν πλέον ἀπὸ τοῦ νὰ προσφέρωνται εἰς Ἐμὲ οἱ παλαιὲς αἱματηρὲς καὶ ἀναίμακτες θυσίες.Εἰς δὲ τὸν Ναόν <τὸ ἱερὸν ἤ: <Τὸ πτερύγιον> = τὴν κορνίζαν τῆς στέγης τοῦ Ναοῦ> θὰ εἰσαχθοῦν πράγματα βέβηλα, σιχαμερὰ εἴδωλα, πράξεις βδελυρὲς καὶ ἀπεχθεῖς, ποὺ θὰ προκαλέσουν τὴν ἐρήμωσιν.Τοῦτο δὲ θὰ διαρκέσῃ μέχρις ὅτου ἡ καθωρισμένη <ἀπὸ τὸν Θεόν> ὁλοκληρωτικὴ τελικὴ καταστροφὴ καὶ κρίσις καλύψουν ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἐρημώνει τὴν χώραν <ἤ, κατ' ἄλλους: Μέχρις ὅτου τελειώσῃ ὁ χρόνος ὁ ὁποῖος ἔχει ὁρισθῇ διὰ τὴν ἐρήμωσιν καὶ καταστροφὴν αὐτήν>.