Κυριακή, 05 Δεκεμβρίου 2021
Ανατ: 07:27
Δύση: 17:06
Σελ. 1 ημ.
339-26
13ος χρόνος, 5041η ημέρα
Έκδοση: 4η

ΔΑΝΙΗΛ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 (Β)


 
 

ΚΕΦΑΛΑΙΑ


 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 ΕΝ τῷ ἔτει τῷ δευτέρῳ τῆς βασιλείας Ναβουχοδονόσορ ἐνυπνιάσθη Ναβουχοδονόσορ ἐνύπνιον, καὶ ἐξέστη τὸ πνεῦμα αὐτοῦ, καὶ ὁ ὕπνος αὐτοῦ ἐγένετο ἀπ' αὐτοῦ. 1 Κατά το δεύτερον έτος της βασιλείας του, ο Ναβουχοδονόσορ είδεν ένα όνειρον τέτοιο, ώστε εταράχθη το πνεύμα του και έφυγεν ο ύπνος από αυτόν. 1 Κατὰ τὸ δεύτερον ἔτος τῆς βασιλείας του ὁ Ναβουχοδονόσορ εἶδεν ἕνα ὄνειρον, τὸ ὁποῖον τοῦ ἔφερε τόσην ταραχὴν καὶ σύγχυσιν εἰς τὸ πνεῦμα, ὥστε δὲν ἠμποροῦσε να κοιμηθῇ, διότι ὁ ὕπνος τὸν ἐγκατέλειψε.
2 καὶ εἶπεν ὁ βασιλεὺς καλέσαι τοὺς ἐπαοιδοὺς καὶ τοὺς μάγους καὶ τοὺς φαρμακοὺς καὶ τοὺς Χαλδαίους τοῦ ἀναγγεῖλαι τῷ βασιλεῖ τὰ ἐνύπνια αὐτοῦ, καὶ ἦλθαν καὶ ἔστησαν ἐνώπιον τοῦ βασιλέως. 2 Διέταξεν ο βασιλεύς να καλέσουν τους εξορκιστάς, τους μάγους, τους μάντεις, τους σοφούς γενικώς Χαλδαίους, δια να είπουν στον βασιλέα και να εξηγήσουν το όνειρόν του. Ηλθον αυτοί και παρουσιάσθησαν ενώπιον του βασιλέως. 2 Τότε ὁ βασιλιᾶς διέταξε νὰ καλέσονν τοὺς ἐξορκιστάς <οἱ ὁποῖοι μαγεύουν καὶ ἰατρεύουν μὲ ὠδές> καὶ τοὺς μάγους καὶ τοὺς φαρμακούς <θαυματοποιοὺς μάντεις καὶ γόητες> καὶ τοὺς ἱερεῖς - μάγους Χαλδαίους, ποὺ ἀνῆκαν εἰς τὴν ἀρχαίαν φυλὴν τοῦ Βαβυλωνιακοῦ ἔθνους, διὰ νὰ εἴπουν εἰς τὸν βασιλιᾶ τὸ περιεχόμενον καὶ τὴν σημασίαν ὅλων ὅσων εἶδεν εἰς τὸ ὄνειρόν του.Ὅλοι δὲ αὐτοὶ ἦλθαν καὶ παρουσιάσθησαν ἐνώπιον τοῦ βασιλιᾶ.
3 καὶ εἶπεν αὐτοῖς ὁ βασιλεύς· ἠνυπνιάσθην, καὶ ἐξέστη τὸ πνεῦμά μου τοῦ γνῶναι τὸ ἐνύπνιον. 3 Ο βασιλεύς τους είπεν· “είδα κάποιο όνειρόν και εταράχθη τόσον πολύ το πνεύμα μου, ώστε δεν το ενθυμούμαι πλέον”. 3 Τότε ὁ βασιλιᾶς εἶπεν εἰς αὐτούς: <Εἶδα ἕνα ὄνειρον, καὶ ἐταράχθη καὶ ἐσυγχύσθη τὸ πνεῦμα μου τόσον πολύ, ὥστε δὲν ἐνθυμοῦμαι τὸ περιεχόμενόν του>.
4 καὶ ἐλάλησαν οἰ Χαλδαῖοι τῷ βασιλεῖ συριστί· βασιλεῦ, εἰς τοὺς αἰῶνας ζῆθι· σὺ εἰπὸν τὸ ἐνύπνιον τοῖς παισί σου, καὶ τὴν σύγκρισιν ἀναγγελοῦμεν. 4 Οι Χαλδαίοι αυτοί είπαν προς τον βασιλέα εις την γλώσσαν την αραμαϊκήν· “βασιλεύ, στους αιώνας των αιώνων να ζήσης· αλλά ειπέ εις ημάς τους δούλους σου το όνειρόν σου και ημείς θα σου γνωστοποιήσωμεν την ερμηνείαν του”. 4 Καὶ οἱ Χαλδαίοι, δηλαδὴ ὅλες οἱ τάξεις τῶν μάγων, ὡμίλησαν εἰς τὸν βασιλιᾶ εἰς τὴν Ἀραμαϊκὴν καὶ τοῦ εἶπαν: <Βασιλιᾶ· εἴθε νὰ ζῇς εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων <νὰ μείνῃς ἀθάνατος>! Σὺ εἰπὲ εἰς ἡμᾶς τοὺς δούλους σου τὸ ὄνειρον ποὺ εἶδες, καὶ ἡμεῖς θὰ σοῦ ἀποκαλύψωμεν καὶ ἀνακοινώσωμεν τὴν ἑρμηνείαν του>.
5 ἀπεκρίθη ὁ βασιλεὺς τοῖς Χαλδαίοις· ὁ λόγος ἀπ' ἐμοῦ ἀπέστη· ἐὰν μὴ γνωρίσητέ μοι τὸ ἐνύπνιον καὶ τὴν σύγκρισιν αὐτοῦ, εἰς ἀπώλειαν ἔσεσθε, καὶ οἱ οἶκοι ὑμῶν διαρπαγήσονται· 5 Ο βασιλεύς απήντησεν στους Χαλδαίους· “έφυγεν ο λόγος από εμέ, ελησμόνησα το όνειρον. Εάν δεν μου φανερώσετε σεις, ποίον ήτο το όνειρόν μου και ποία είναι η ερμηνεία του, σεις μεν θα καταδικασθήτε εις θάνατον, τα δε σπίτια και η περιουσία σας θα διαρπαγούν. 5 Ὁ βασιλιᾶς ἀπάντησε εἰς τοὺς Χαλδαίους: <Τὸ ὄνειρον ποὺ εἶδα τὸ ἐλησμόνησα <ἤ, κατ' ἄλλην ἑρμηνείαν: Αὐτὴ εἶναι ἡ σταθερὴ καὶ ἀμετακλήτη ἀπόφασίς μου>· ἐὰν δὲν μου γνωρίσετε σεῖς τὸ ὄνειρον τὸ ὁποῖον εἶδα, καὶ δὲν μοῦ γνωστοποιήσετε τὴν ἑρμηνείαν του, θὰ θανατωθῆτε, τὰ δὲ σπίτια σας καὶ ἡ περιουσία σας θὰ κατασχεθοῦν καὶ θὰ διαρπαγοῦν.
6 ἐὰν δὲ τὸ ἐνύπνιον καὶ τὴν σύγκρισιν αὐτοῦ γνωρίσητέ μοι, δόματα καὶ δωρεὰς καὶ τιμὴν πολλὴν λήψεσθε παρ' ἐμοῦ· πλὴν τὸ ἐνύπνιον καὶ τὴν σύγκρισιν αὐτοῦ ἀπαγγείλατέ μοι. 6 Εάν όμως μου καταστήσετε γνωστόν το όνειρόν και την ερμηνείαν του, θα πάρετε από εμέ αμοιβάς, δώρα και μεγάλας τιμάς. Είπατέ μου, λοιπόν, το ενύπνιον και την ερμηνείαν του”. 6 Ἐὰν ὅμως μοῦ γνωρίσετε τὸ ὄνειρον καὶ τὴν ἑρμηνείαν του, θὰ λάβετε ἀπὸ ἐμὲ ἀμοιβὲς καὶ δῶρα καὶ μεγάλες τιμές.Λοιπόν· γνωρίσατέ μου τὸ ὄνειρον ποὺ εἶδα, καὶ τὴν ἑρμηνείαν του>.
7 ἀπεκρίθησαν δεύτερον καὶ εἶπαν· ὁ βασιλεὺς εἰπάτω τὸ ἐνύπνιον τοῖς παισὶν αὐτοῦ, καὶ τὴν σύγκρισιν αὐτοῦ ἀναγγελοῦμεν. 7 Οι μάγοι απεκρίθησαν πάλιν και είπαν· “ο βασιλεύς ας είπη εις ημάς τους δούλους του το ενύπνιόν του και ημείς θα καταστήσωμεν εις αυτόν γνωστήν την ερμηνείαν του”. 7 Οἱ Χαλδαῖοι ἀπεκρίθησαν διὰ δευτέραν φορὰν καὶ τοῦ εἶπαν: <Ἂς εἰπῇ ὁ βασιλιᾶς τὸ ὄνειρόν του εἰς ἡμᾶς τοὺς δούλους του, καὶ ἡμεῖς θὰ τοῦ ἀποκαλύψωμεν καὶ θὰ τοῦ ἀνακοινώσωμεν τὴν ἑρμηνείαν του>.
8 καὶ ἀπεκρίθη ὁ βασιλεὺς καὶ εἶπεν· ἐπ' ἀληθείας οἶδα ἐγὼ ὅτι καιρὸν ὑμεῖς ἐξαγοράζετε, καθότι εἴδετε ὅτι ἀπέστη ἀπ' ἐμοῦ τὸ ρῆμα. 8 Ο βασιλεύς απήντησε· “βλέπω πολύ καλά, ότι σεις θέλετε να κερδίζετε καιρόν, διότι ξέρετε, ότι εκείνο που είπα, ότι εξέχασα το όνειρον. Και ξέρετε ποιά είναι η απόφασίς μου. 8 Ἀλλ’ ὁ βασιλιᾶς ἀνταπάντησε καὶ εἶπε: <Διαπιστώνω χωρὶς ἀμφιβολίαν ὅτι σεῖς προσπαθεῖτε νὰ κερδίζετε διὰ τῆς ἀναβολῆς χρόνον <διὰ νὰ μὴ θανατωθῆτε>, διότι διεπιστώσατε <ἐκεῖνο ποὺ σᾶς εἶπα> ὅτι ἐλησμόνησα τὸ ὄνειρον ποὺ εἶδα.
9 ἐὰν οὖν τὸ ἐνύπνιον μὴ ἀναγγείλητέ μοι, οἶδα ὅτι ρῆμα ψευδὲς καὶ διεφθαρμένον συνέθεσθε εἰπεῖν ἐνώπιόν μου, ἕως οὗ ὁ καιρὸς παρέλθῃ· τὸ ἐνύπνιόν μου εἴπατέ μοι, καὶ γνώσομαι ὅτι τὴν σύγκρισιν αὐτοῦ ἀναγγελεῖτέ μοι. 9 Εάν, λοιπόν, δεν μου αναγγείλετε το όνειρόν μου, έχω σχηματίσει βεβαίαν την πεποίθησιν, ότι ψευδείς και δολίους λόγους έχετε συμφωνήσει να μου πήτε, έως ότου πέραση καιρός. Λοιπόν, είπατέ μου το όνειρόν μου και ετσι θα μάθω και θα πεισθώ, ότι έχετε την δύναμιν να μου πήτε και την ορθήν ερμηνείαν του”. 9 Ἐὰν λοιπὸν δὲν μοῦ γνωρίσετε τὸ ὄνειρον <καὶ δὲν μοῦ ἀποκαλύψετε τὴν ἑρμηνείαν του>, ἔχω σχηματίσει σταθερὰν τὴν πεποίθησιν ὅτι συνεφωνήσατε μεταξύ σας νὰ μοῦ εἰπῆτε λόγια παραπλανητικὰ καὶ ἀνειλικρινῆ, μέχρις ὅτου περάσῃ ὁ καιρὸς καὶ λησμονηθῇ ἡ ὑπόθεσις αὐτή.Λοιπὸν μὴ καθυστερεῖτε γνωρίσατέ μου τὸ ὄνειρον ποὺ εἶδα, καὶ τότε ἐγὼ θὰ βεβαιωθῶ ὅτι θὰ μοῦ γνωστοποιήσετε καὶ τὴν ἑρμηνείαν του>.
10 ἀπεκρίθησαν οἱ Χαλδαῖοι ἐνώπιον τοῦ βασιλέως καὶ λέγουσιν· οὐκ ἔστιν ἄνθρωπος ἐπὶ τῆς ξηρᾶς, ὅστις τὸ ρῆμα τοῦ βασιλέως δυνήσεται γνωρίσαι, καθότι πᾶς βασιλεὺς μέγας καὶ ἄρχων ρῆμα τοιοῦτον οὐκ ἐπερωτᾷ ἐπαοιδόν, μάγον καὶ Χαλδαῖον· 10 Οι Χαλδαίοι απεκρίθησαν προς τον βασιλέα και είπαν· “δεν υπάρχει άνθρωπος εις όλην την γην, ο οποίος θα ημπορέση να αποκάλυψη το πράγμα αυτό, που ζητεί ο βασιλεύς. Διότι κανείς μέγας βασιλεύς, κανένας άρχων κατώτερος δεν εζήτησε ποτέ τέτοιο πράγμα, δεν απηύθυνέ ποτέ τέτοιαν ερώτησιν εις εξορκιστάς, μάγους, μάντεις και σοφούς Χαλδαίους (αστρολόγους). 10 Οἱ Χαλδαίοι, ἀδυνατοῦντες νὰ ἐκπληρώσουν τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ βασιλιᾶ, ἀπεκρίθησαν καὶ τοῦ εἶπαν: <Δὲν ὑπάρχει κανεὶς ἄνθρωπος ἐπάνω εἰς τὴν γῆν ὁ ὁποῖος θὰ ἠμπορέσῃ νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ βασιλιᾶ καὶ νὰ δώσῃ λύσιν εἰς τὸ πρόβλημά του.Διὰ τοῦτο κανεὶς μεγάλος βασιλιᾶς καὶ ἰσχυρὸς ἄρχοντας <ἢ διοικητής> δὲν ἐπεχείρησε νὰ θέσῃ ποτὲ τέτοιο ἐρώτημα εἰς ἐξορκιστήν <ποὺ μαγεύει καὶ ἰατρεύει μὲ ὠδές>, εἰς μάγον καὶ εἰς Χαλδαῖον <ἱερέα - μάγον Χαλδαῖον, ποὺ ἀνήκει εἰς τὴν ἀρχαίαν φυλὴν τοῦ Βαβυλωνιακοῦ ἔθνους>.
11 ὅτι ὁ λόγος, ὃν ὁ βασιλεὺς ἐπερωτᾷ, βαρύς, καὶ ἕτερος οὐκ ἔστιν, ὃς ἀναγγελεῖ αὐτὸν ἐνώπιον τοῦ βασιλέως, ἀλλ' οἱ θεοί, ὧν οὐκ ἔστιν ἡ κατοικία μετὰ πάσης σαρκός. 11 Διότι η απαίτησις αυτή του βασιλέως είναι βαρεία και δυσκολωτάτη και δεν υπάρχει κανένας άλλος, ο οποίος θα καταστήση γνωστόν στον βασιλέα το όνειρόν του πλην από τους θεούς, οι οποίοι όμως δεν κατοικούν ανάμεσά μας, ώστε να τους ερωτήσωμεν”. 11 Διότι ἡ ἀπαίτησις τοῦ βασιλιᾶ εἶναι μεγάλη καὶ πολὺ δύσκολη, καὶ δὲν ὑπάρχει κανεὶς ἄλλος ὁ ὁποῖος νὰ γνωρίζῃ καὶ νὰ ἠμπορῇ νὰ ἀποκαλύψῃ τὸ ὄνειρον καὶ τὸ περιεχόμενόν του εἰς τὸν βασιλιᾶ, παρὰ μόνον οἱ θεοί, οἱ ὁποῖοι ὅμως δὲν κατοικοῦν μεταξὺ ἠμῶν τῶν θνητῶν ἀνθρώπων>.
12 τότε ὁ βασιλεὺς ἐν θυμῷ καὶ ὀργῇ εἶπεν ἀπολέσαι πάντας τοὺς σοφοὺς Βαβυλῶνος· 12 Τοτε ο βασιλεύς κυριευθείς από μεγάλον θυμόν και επάνω εις την έκρηξιν της οργής του διέταξε να εξολοθρεύσουν όλους τους σοφούς της Βαβυλώνος. 12 Τότε ὁ βασιλιᾶς Ναβουχοδονόσορ ἐκυριεύθη ἀπὸ μεγάλον θυμὸν καὶ ἐπάνω εἰς τὴν ὀργήν του διέταξε νὰ θανατώσουν ὅλους τοὺς σοφοὺς τῆς Βαβυλῶνος, δηλαδὴ τοὺς ἐπαοιδούς, μάγους, φαρμακοὺς καὶ Χαλδαίους.
13 καὶ τὸ δόγμα ἐξῆλθε, καὶ οἱ σοφοὶ ἀπεκτέννοντο, καὶ ἐζήτησαν Δανιὴλ καὶ τοὺς φίλους αὐτοῦ ἀνελεῖν. 13 Η βασιλική διαταγή εξεδόθη και ήρχισαν αι εκτελέσεις των σοφών. Εζήτησαν δε να εύρουν τον Δανιήλ και τους φίλους του, δια να φονεύσουν και εκείνους. 13 Τὸ βασιλικὸν διάταγμα ἐξεδόθη, καὶ οἱ σοφοὶ ἄρχισαν νὰ φονεύωνται <ἤ, κατ' ἄλλην ἑρμηνείαν: Ὅταν τὸ βασιλικὸν διάταγμα περὶ ἐκτελέσεως τῶν σοφῶν ἐξεδόθη>· τότε ἀνεζήτησαν τὸν Δανιὴλ καὶ τοὺς φίλους του, διὰ νὰ φονεύσουν καὶ αὐτούς.
14 τότε Δανιὴλ ἀπεκρίθη βουλὴν καὶ γνώμην τῷ ᾿Αριὼχ τῷ ἀρχιμαγείρῳ τοῦ βασιλέως, ὃς ἐξῆλθεν ἀναιρεῖν τοὺς σοφοὺς Βαβυλῶνος· 14 Τοτε ο Δανιήλ ωμίλησε με σοφίαν και σύνεσιν στον Αριώχ, τον αρχιμάγειρον του βασιλέως, ο οποίος εξήλθε, δια να φονεύση τους σοφούς της Βαβυλώνος. 14 Τότε ὁ Δανιὴλ ἀπάντησε μὲ φρόνησιν καὶ εὐφυΐαν, προσοχὴν καὶ διάκρισιν εἰς τὸν Ἀριώχ, τὸν ἀρχιμάγειρον τοῦ βασιλιᾶ, ὁ ὁποῖος ἐξῆλθε διὰ νὰ φονεύσῃ τοὺς σοφοὺς τῆς Βαβυλῶνος.
15 ἄρχων τοῦ βασιλέως, περὶ τίνος ἐξῆλθεν ἡ γνώμη ἡ ἀναιδὴς ἐκ προσώπου τοῦ βασιλέως; ἐγνώρισε δὲ ὁ ᾿Αριὼχ τὸ ρῆμα τῷ Δανιήλ. 15 “Ω άρχον του βασιλέως, διατί εξεδόθη αυτή η ασεβής και σκληρά διαταγή εκ μέρους του βασιλέως;” Ο Αριώχ κατέστησε γνωστήν στον Δανιήλ την υπόθεσιν αυτήν. 15 <Ἄρχοντα τοῦ βασιλιᾶ· διὰ ποῖον λόγον ἐξεδόθη ἡ σκληρὰ αὐτὴ ἀπόφασις καὶ διαταγὴ ἀπὸ τὸν βασιλιᾶ;> Ὁ Ἀριὼχ ἔδωκεν ἐξηγήσεις καὶ ἔκαμε γνωστὴν εἰς τὸν Δανιὴλ τὴν ὅλην ὑπόθεσιν.
16 καὶ Δανιὴλ εἰσῆλθε καὶ ἠξίωσε τὸν βασιλέα, ὅπως χρόνον δῷ αὐτῷ, καὶ τὴν σύγκρισιν αὐτοῦ ἀναγγείλῃ τῷ βασιλεῖ. 16 Τοτε ο Δανιήλ εισήλθεν εις τα ανάκτορα και παρεκάλεσε τον βασιλέα, να δώση μικρόν χρονικόν διάστημα εις αυτόν και του υπεσχέθη, ότι θα του γνωστοποίηση και το όνειρον και την ερμηνείαν. 16 Τότε ὁ Δανιὴλ εἰσῆλθεν εἰς τὰ ἀνάκτορα καὶ ἐζήτησεν ἀπὸ τὸν βασιλιᾶ νὰ τοῦ δώσῃ ὀλίγον χρόνον, νὰ παράσχῃ ὀλίγην ἀναβολὴν τῆς ἐκτελέσεως τῆς διαταγῆς, αὐτὸς δὲ <ὑπεσχέθη ὅτι> θὰ ἀποκαλύψῃ εἰς τὸν βασιλιᾶ τὸ ὄνειρον ποὺ εἶδε, καὶ τὴν ἑρμηνείαν του.
17 καὶ εἰσῆλθε Δανιὴλ εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ καὶ τῷ ᾿Ανανίᾳ καὶ τῷ Μισαὴλ καὶ τῷ ᾿Αζαρίᾳ τοῖς φίλοις αὐτοῦ τὸ ρῆμα ἐγνώρισε· 17 Ο Δανιήλ εισήλθε κατόπιν στον οίκον του και κατέστησε γνωστήν την υπόθεσιν αυτήν στον Ανανίαν, τον Μισαήλ και τον Αζαρίαν. 17 Κατόπιν τοῦτον ὁ Δανιὴλ ἐμβῆκε εἰς τὸ διαμέρισμά του, ποὺ εὑρίσκετο εἰς τὸ ἀνάκτορον, καὶ ἐγνωστοποίησε τὰ συμφαίνοντα εἰς τὸν Ἀνανίαν, τὸν Μισαὴλ καὶ τὸν Ἀζαρίαν, τοὺς φίλους του.
18 καὶ οἰκτιρμοὺς ἐζήτουν παρὰ τοῦ Θεοῦ τοῦ οὐρανοῦ ὑπὲρ τοῦ μυστηρίου τούτου, ὅπως ἂν μὴ ἀπόλωνται Δανιὴλ καὶ οἱ φίλοι αὐτοῦ μετὰ τῶν ἐπιλοίπων σοφῶν Βαβυλῶνος. 18 Αμέσως και οι τέσσαρες μαζή παρακαλούσαν τον οικτίρμονα Θεόν του ουρανού, να αποκαλύψη το μυστηριώδες όνειρον του βασιλέως και την ερμηνείαν του, δια να μη καταδικασθούν εις θάνατον ο Δανιήλ και οι φίλοι του μαζή με τους άλλους σοφούς της Βαβυλώνος. 18 Ὁ Δανιὴλ καὶ οἱ τρεῖς φίλοι του ἐζητοῦσαν μὲ προσευχήν, συμπάθειαν καὶ εὐσπλαγχνίαν ἀπὸ τὸν μόνον ἀληθινὸν καὶ ζωντανὸν Θεόν, τὸν Θεὸν τοῦ οὐρανοῦ, νὰ τοὺς ἀποκαλύψῃ τὸ μυστηριῶδες ὄνειρον καὶ τὸ νόημά του, ὥστε νὰ μὴ θανατωθοῦν ὁ Δανιὴλ καί οἰ φίλοι του μαζὶ μὲ τοὺς ὑπολοίπους σοφοὺς τῆς Βαβυλῶνος.
19 τότε τῷ Δανιὴλ ἐν ὁράματι τῆς νυκτὸς τὸ μυστήριον ἀπεκαλύφθη· καὶ εὐλόγησε τὸν Θεὸν τοῦ οὐρανοῦ Δανιὴλ 19 Τοτε με όραμα της νυκτός απεκαλύφθη στον Δανιήλ το μυστηριώδες όνειρον του βασιλέως. Ο Δανιήλ εδόξασε τον Θεόν του ουρανού 19 Κατόπιν τούτου ἀπεκαλύφθη εἰς τὸν Δανιὴλ εἰς ὀπτασίαν, τὴν ὁποίαν εἶδε κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς νύκτας, τὸ μυστηριῶδες ὄνειρον.Καὶ ὁ Δανιὴλ ἐδοξολόγησε τὸν μόνον ἀληθινὸν καὶ ζωντανὸν Θεόν, τὸν Θεὸν τοῦ οὐρανοῦ,
20 καὶ εἶπεν· εἴη τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ εὐλογημένον ἀπὸ τοῦ αἰῶνος καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος, ὅτι ἡ σοφία καὶ ἡ σύνεσις αὐτοῦ ἐστι· 20 και είπεν· “ας είναι δοξασμένον το όνομα του Κυρίου στους αιώνας των αιώνων, διότι εις αυτόν ανήκει και υπάρχει πάσα σοφία και σύνεσις. 20 καὶ εἶπεν: <Ἂς εἶναι τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου δοξασμένον καὶ εὐλογημένον ἀπὸ τὸν αἰῶνα τῆς παρούσης ζωῆς καὶ μέχρι τὸν ἀτελεύτητον αἰῶνα τοῦ μέλλοντος <δηλαδή: Αἰωνίως καὶ ἀτελευτήτως>, διότι ἡ ἄπειρος σοφία καὶ γνῶσις ἀνήκουν εἰς Αὐτόν!
21 καὶ αὐτὸς ἀλλοιοῖ καιροὺς καὶ χρόνους, καθιστᾷ βασιλεῖς καὶ μεθιστᾷ, διδοὺς σοφίαν τοῖς σοφοῖς καὶ φρόνησιν τοῖς εἰδόσι σύνεσιν· 21 Αυτός μεταβάλλει εποχάς και χρόνους. Ανεβάζει στους θρόνους και καταβιβάζει από θρόνους βασιλείς. Αυτός δίδει σοφίαν στους σοφούς, σύνεσιν και ορθοφροσύνην στους συνετούς. 21 Καὶ Αὐτὸς κυβερνᾷ καὶ μεταβάλλει ἐποχὲς καὶ χρόνους· Αὐτὸς ἀναδεικνύει, ἐνθρονίζει βασιλεῖς καὶ ἐκθρονίζει, δίδει σοφίαν εἰς τοὺς σοφοὺς καὶ γνῶσιν εἰς τοὺς συνετοὺς καὶ γνωστικούς.
22 αὐτὸς ἀποκαλύπτει βαθέα καὶ ἀπόκρυφα, γινώσκων τὰ ἐν τῷ σκότει, καὶ τὸ φῶς μετ' αὐτοῦ ἐστι· 22 Αυτός αποκαλύπτει τα βαθειά και απόκρυφα γεγονότα και νοήματα. Αυτός γνωρίζει και τα στο σκότος τελεσιουργούμενα έργα, διότι μαζή με αυτόν υπάρχει το φως. 22 Αὐτὸς ἀποκαλύπτει τὰ βαθιὰ καὶ ἀπρόσιτα καὶ τὰ ὅλως διόλου κρυφὰ καὶ μυστικὰ γεγονότα· Αὐτὸς ὡς παντογνώστης γνωρίζει ὅσα συμβαίνουν μέσα εἰς τὸ σκοτάδι, διότι μαζί του παραμένει καὶ κατοικεῖ τὸ φῶς.
23 σοί, ὁ Θεὸς τῶν πατέρων μου, ἐξομολογοῦμαι καὶ αἰνῶ, ὅτι σοφίαν καὶ δύναμιν δέδωκάς μοι καὶ νῦν ἐγνώρισάς μοι ἃ ἠξιώσαμεν παρὰ σοῦ καὶ τὸ ὅραμα τοῦ βασιλέως ἐγνώρισάς μοι. 23 Εις σέ, Θεέ των πατέρων μου, αναπέμπω δοξολογίαν και αίνεσιν, διότι μου έδωσες σοφίαν και δύναμιν. Κατέστησες εις εμέ γνωστά αυτά, τα οποία δια της προσευχής σου εζήτησα, το όνειρον, δηλαδή, του βασιλέως και την ερμηνείαν αυτού”. 23 Εἰς Σέ, ποὺ εἶσαι ὁ Θεὸς τῶν πατέρων μου, ἀναπέμπω δοξολογίαν καὶ ὕμνον, διότι μοῦ ἔχεις δώσει σοφίαν καὶ δύναμιν, τώρα δὲ μοῦ ἐγνλωρισες καὶ μοῦ ἀπεκάλυψες ὅσα ἐζητήσαμεν διὰ τῆς προσευχῆς ἀπὸ Σέ, δηλαδὴ μᾶς ἀπεκάλυψες τὸ περιεχόμενον καὶ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ ὀνείρου τοῦ βασιλιᾶ>.
24 καὶ ἦλθε Δανιὴλ πρὸς ᾿Αριώχ, ὃν κατέστησεν ὁ βασιλεὺς ἀπολέσαι τοὺς σοφοὺς Βαβυλῶνος, καὶ εἶπεν αὐτῷ· τοὺς σοφοὺς Βαβυλῶνος μὴ ἀπολέσῃς, εἰσάγαγε δέ με ἐνώπιον τοῦ βασιλέως, καὶ τὴν σύγκρισιν τῷ βασιλεῖ ἀναγγελῶ. 24 Ο Δανιήλ παρουσιάσθη τότε στον Αριώχ, τον οποίον ο βασιλεύς είχε καταστήσει υπεύθυνον δια την εκτέλεσιν όλων των σοφών της Βαβυλώνος και του είπε· “μη θανατώσης τους σοφούς της Βαβυλώνος, άλλα οδήγησέ με αμέσως ενώπιον του βασιλέως και εγώ θα αποκαλύψω στον βασιλέα το όνειρόν του και την ερμηνείαν”. 24 Μετὰ τὴν ἀποκάλυψιν αὐτὴν ἀπὸ τὸν Θεόν, ὁ Δανιὴλ ἦλθεν εἰς τὸν ἀρχιμάγειρα Ἀριώχ, τὸν ὁποῖον ὁ βασιλιᾶς εἶχε καταστήσει ὑπεύθυνον διὰ νὰ θανατώσῃ καὶ ἀφανίσῃ τοὺς σοφοὺς τῆς Βαβυλῶνος <ἐπαοιδούς, μάγους, φαρμακούς, Χαλδαίους>, καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν: <Τοὺς σοφοὺς τῆς Βαβυλῶνος μὴ τοὺς θανατώσῃς· ἀλλ' ὁδήγησε καὶ παρουσίασέ με ἐνώπιόν του βασιλιᾶ, ἐγὼ δὲ θὰ ἀποκαλύψω εἰς αὐτὸν τὸ περιεχόμενον καὶ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ ὀνείρου>.
25 τότε ᾿Αριὼχ ἐν σπουδῇ εἰσήγαγε τὸν Δανιὴλ ἐνώπιον τοῦ βασιλέως καὶ εἶπεν αὐτῷ· εὕρηκα ἄνδρα ἐκ τῶν υἱῶν τῆς αἰχμαλωσίας τῆς ᾿Ιουδαίας, ὅστις τὸ σύγκριμα τῷ βασιλεῖ ἀναγγελεῖ. 25 Τοτε ο Αριώχ έσπευσε και ωδήγησε τον Δανιήλ ενώπιον του βασιλέως, στον οποίον και είπεν· “ευρήκα άνδρα μεταξύ των Ιουδαίων αιχμαλώτων, ο οποίος θα αναγγείλη στον βασιλέα το όνειρον και την ερμηνείαν του ονείρου”. 25 Τότε ὁ Ἀριὼχ ὠδήγησεν ἐπειγόντως τὸν Δανιὴλ καὶ τὸν παρουσίασεν ἐνώπιον τοῦ βασιλιᾶ καὶ εἶπεν εἰς αὐτόν: <Εὑρῆκα ἕνα ἄνδρα μεταξὺ τῶν Ἰουδαίων αἰχμαλώτων, ὁ ὁποῖος θὰ εἰπῇ καὶ θὰ ἑρμηνεύσῃ τὸ ὄνειρον τοῦ βασιλιᾶ>.
26 καὶ ἀπεκρίθη ὁ βασιλεὺς καὶ εἶπε τῷ Δανιήλ, οὗ τὸ ὄνομα Βαλτάσαρ· εἰ δύνασαί μοι ἀναγγεῖλαι τὸ ἐνύπνιον, ὃ εἶδον, καὶ τὴν σύγκρισιν αὐτοῦ; 26 Ο βασιλεύς απήντησε και είπε τότε στον Δανιήλ, του οποίου το όνομα ήτο Βαλτάσαρ· “πράγματι ημπορείς να μου φανερώσης το όνειρον, το οποίον είδον, και την ερμηνείαν του ονείρου αυτού;” 26 Καὶ ὁ βασιλιᾶς ἀπάντησε καὶ εἶπε πρὸς τὸν Δανιήλ, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα ἦταν Βαλτάσαρ: <Ἠμπορεῖς πράγματι νὰ μοῦ εἰπῇς καὶ νὰ μοῦ φανερώσῃς τὸ ὄνειρον τὸ ὁποῖον εἶδα, καὶ τὴν ἑρμηνείαν του;>
27 καὶ ἀπεκρίθη Δανιὴλ ἐνώπιον τοῦ βασιλέως καὶ εἶπε· τὸ μυστήριον, ὃ ὁ βασιλεὺς ἐπερωτᾷ, οὐκ ἔστι σοφῶν, μάγων, ἐπαοιδῶν, γαζαρηνῶν ἀναγγεῖλαι τῷ βαασιλεῖ, 27 Ο Δανιήλ απήντησε προς τον βασιλέα και του είπεν· “η λύσις του μυστηρίου, την οποίαν ο βασιλεύς ζητεί να του απαγγείλουν, δεν είναι έργον των σοφών, των μάγων, των εξορκιστών και των αστρολόγων· 27 Καὶ ὁ Δανιήλ, ἀτενίζων τὸν βασιλιᾶ, ἀπεκρίθη καὶ εἶπε: <Τὸ μυστηριῶδες ὄνειρον καὶ ἡ ἑρμηνεία του, περὶ τοῦ ὁποίου ὁ βασιλιᾶς ἐρωτᾷ μὲ ἐνδιαφέρον νὰ μάθῃ, δὲν εἶναι ἔργον σοφῶν, μάγων, ἐξορκιστῶν, ἀστρολόγων νὰ τοῦ τὸ ἀναγγείλουν καὶ νὰ τοῦ τὸ ἐρμηνεύσουν
28 ἀλλ' ἤ ἐστι Θεὸς ἐν οὐρανῷ ἀποκαλύπτων μυστήρια καὶ ἐγνώρισε τῷ βασιλεῖ Ναβουχοδονόσορ ἃ δεῖ γενέσθαι ἐπ' ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν. τὸ ἐνύπνιόν σου καὶ αἱ ὁράσεις τῆς κεφαλῆς σου ἐπὶ τῆς κοίτης σου, τοῦτό ἐστι. 28 αλλά έργον του Θεού, ο οποίος κατοικεί στους ουρανούς. Αυτός αποκαλύπτει τα μυστήριά του και αυτός εγνώρισε στον βασιλέα Ναβουχοδονόσορα εκείνα, τα οποία μέλλουν να συμβούν κατά τους τελευταίους χρόνους. Το όνειρόν σου, βασιλεύ, και αι οράσεις τας οποίας είδεν η διάνοιά σου, ενώ ευρισκεσο εις την κλίνην σου, είναι τα εξής· 28 ἀλλ' ὑπάρχει ὁ μόνος ἀληθινὸς καὶ ζωντανὸς Θεὸς εἰς τὸν οὐρανόν, ὁ ὁποῖος φανερώνει καὶ ἀποκαλύπτει μυστήρια καὶ Αὐτὸς ἐγνωστοποίησεν εἰς τὸν βασιλιᾶ Ναβουχοδονόσορα αὐτὰ τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ συμβοῦν κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους <κατὰ τὶς ἔσχατες ἡμέρες, μέχρι τῆς ἐποχῆς τὸν Μεσσία>.Λοιπόν· τὸ ὄνειρόν σου καὶ οἱ ὁράσεις ποὺ εἶδες μὲ τὶς διανοητικές σου δυνάμεις, ἐνῷ ἐκοιμᾶσο, εἶναι τὸ ἀκόλουθον:
29 σύ, βασιλεῦ, οἱ διαλογισμοί σου ἐπὶ τῆς κοίτης σου ἀνέβησαν τί δεῖ γενέσθαι μετὰ ταῦτα, καὶ ὁ ἀποκαλύπτων μυστήρια ἐγνώρισέ σοι ἃ δεῖ γενέσθαι. 29 Συ, βασιλεύ, καθώς ήσουνα εξηπλωμένος εις την κλίνην σου, εσκέπτεσο, τι θα γίνη στο μέλλον· και ο Θεός, ο οποίος φανερώνει τα μυστήρια, σου κατέστησε γνωστόν, τι μέλλει να γίνη στο μέλλον. 29 Σύ, βασιλιᾶ, ἐνῷ ἤσουν ξαπλωμένος εἰς τὸ κρεββάτι σου, ἐσκέπτεσο τί θὰ συμβῇ εἰς τὸ μέλλον σχετικῶς μὲ τὴν πορείαν τῆς αὐτοκρατορίας σου· καὶ ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος κατοικεῖ εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ὁ ὁποῖος φανερώνει καὶ ἀποκαλύπτει μυστήρια, συγκατέβη καὶ ἐγνωστοποίησεν εἰς σὲ αὐτὰ τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ συμβοῦν.
30 καὶ ἐμοὶ δὲ οὐκ ἐν σοφίᾳ τῇ οὔσῃ ἐν ἐμοὶ παρὰ πάντας τοὺς ζῶντας τὸ μυστήριον τοῦτο ἀπεκαλύφθη, ἀλλ' ἕνεκεν τοῦ τὴν σύγκρισιν τῷ βασιλεῖ γνωρίσαι, ἵνα τοὺς διαλογισμοὺς τῆς καρδίας σου γνῷς. 30 Εις εμέ, χωρίς να έχω εγώ σοφίαν μεγαλυτέραν από όλους τους άλλους σοφούς, εφανερώθη το μυστήριον αυτό. Εφανερώθη εκ του Θεού, δια να καταστήσω γνωστήν στον βασιλέα την ερμηνείαν του ονείρου και δια να πάρης έτσι απάντησιν στους διαλογισμούς οι οποίοι απασχολούσαν και απασχολούν την διάνοιάν σου. 30 Εἰς ἐμὲ δὲ ἀπεκαλύφθη τὸ μυστηριῶδες τοῦτο ὄνειρον, ὄχι διότι ὑπάρχει εἰς ἐμὲ σοφία ἢ ἱκανότης περισσότερη ἀπὸ ὅση ὑπάρχει εἰς ἄλλους ἀνθρώπους, ἀλλὰ δι' αὐτὸν καὶ μόνον τὸν σκοπόν <μοῦ ἀπεκαλύφθη τοῦτο ἀπὸ τὸν Θεόν> διὰ νὰ γνωστοποιήσω εἰς τὸν βασιλιᾶ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ ὀνείρου, ὥστε νὰ ἐννοήσῃς καὶ λάβῃς ἀπάντησιν εἰς τὶς σκέψεις, τὶς ἀπορίες καὶ τὰ ἐρωτήματα τῆς διανοίας σου>.
31 σύ, βασιλεῦ, ἐθεώρεις, καὶ ἰδοὺ εἰκὼν μία, μεγάλη ἡ εἰκὼν ἐκείνη, καὶ ἡ πρόσοψις αὐτῆς ὑπερφερής, ἑστῶσα πρὸ προσώπου σου, καὶ ἡ ὅρασις αὐτῆς φοβερά· 31 Συ, λοιπόν, βασιλεύ, έβλεπες και ιδού έμπροσθέν σου ένα άγαλμα, ένα μεγάλο άγαλμα. Η όψις αυτού ήτο εξοχος και υπερήφανος. Το άγαλμα ίστατο όρθιον ενώπιόν σου και η εμφάνισίς του επροξένει φόβον. 31 <Σύ, βασιλιᾶ, ἔβλεπες εἰς τὸ ὄνειρόν σου, καὶ ἰδού! Ἐμπρός σου εὑρίσκετο ἕνα ἄγαλμα· μεγάλο ἦταν τὸ ἄγαλμα ἐκεῖνο, καὶ ἡ ὄψις του ὑπερεῖχεν, ἦταν ἔξοχη, ὑπερήφανη.Τὸ ἄγαλμα ἐστέκετο ἐνώπιόν σου, καὶ ἡ θέα του ἦταν φοβερή!
32 εἰκών, ἧς ἡ κεφαλὴ χρυσίου χρηστοῦ, αἱ χεῖρες καὶ τὸ στῆθος καὶ οἱ βραχίονες αὐτῆς ἀργυροῖ, ἡ κοιλία καὶ οἱ μηροὶ χαλκοῖ, 32 Αυτού του αγάλματος η κεφαλή ήτο από καθαρόν χρυσόν, τα χέρια και το στήθος και οι βραχίονές του ήσαν αργυρά. Η κοιλία και οι μηροί ήσαν χάλκινοι αι δε κνήμαι του ήσαν σιδηραί. 32 Ἡ κεφαλὴ τοῦ πελωρίου τούτου ἀγάλματος ἦταν κατασκευασμένη ἀπὸ καθαρὸ χρυσάφι· τὰ χέρια καὶ τὸ στῆθος καὶ οἱ βραχίονές του ἦσαν ἀσημένιοι· ἡ κοιλία καὶ οἱ μηροὶ ἦσαν χάλκινοι·
33 αἱ κνῆμαι σιδηραῖ, οἱ πόδες μέρος τι σιδηροῦν καὶ μέρος τι ὀστράκινον. 33 Τα δε πόδια του ήσαν εν μέρει σιδερένια και εν μέρει πήλινα. 33 οἱ κνῆμες ἦσαν σιδερένιες, καὶ τὰ πόδια του ἦσαν ἕνα μέρος σιδερένια καὶ ἕνα μέρος πήλινα.
34 ἐθεώρεις ἕως οὗ ἐτμήθη λίθος ἐξ ὄρους ἄνευ χειρῶν καὶ ἐπάταξε τὴν εἰκόνα ἐπὶ τοὺς πόδας τοὺς σιδηροῦς καὶ ὀστρακίνους καὶ ἐλέπτυνεν αὐτοὺς εἰς τέλος. 34 Εβλεπες κατάπληκτος, βασιλεύ, το άγαλμα αυτό, μέχρις ότου απεκόπη, χωρίς την επέμβασιν καμμιάς ανθρωπίνης χειρός, ένας λίθος από όρος, εκτύπησε το άγαλμα αυτό στους πόδας τους σιδερένιους και τους πηλίνους και το συνέτριψεν εξ ολοκλήρου. 34 Ἔβλεπες τὸ ἄγαλμα τοῦτο <βασιλιᾶ> καὶ τὸ παρατηροῦσες ἐκστατικός, μέχρις ὅτου λίθος ἀπεκόπη ἀπὸ ὄρος χωρὶς τὴν ἐπέμβασιν ἀνθρωπίνου χεριοῦ καὶ ἐκτύπησε τὸ ἄγαλμα εἰς τὰ πόδια, ποὺ ἦσαν ἀπὸ σίδηρον καὶ πηλόν, καὶ τὰ συνέτριψεν ἐξ ὁλοκλήρου.
35 τότε ἐλεπτύνθησαν εἰς ἅπαξ τὸ ὄστρακον, ὁ σίδηρος, ὁ χαλκός, ὁ ἄργυρος, ὁ χρυσός, καὶ ἐγένετο ὡσεὶ κονιορτὸς ἀπὸ ἅλωνος θερινῆς· καὶ ἐξῇρεν αὐτὰ τὸ πλῆθος τοῦ πνεύματος, καὶ τόπος οὐχ εὑρέθη αὐτοῖς· καὶ ὁ λίθος ὁ πατάξας τὴν εἰκόνα ἐγενήθη ὄρος μέγα καὶ ἐπλήρωσε πᾶσαν τὴν γῆν. 35 Τοτε συνετρίβησαν δια μιας μαζή με τα σιδερένια και πήλινα πόδια ο χαλκός, ο άργυρος και ο χρυσός του αγάλματος και έγιναν κονιορτός, ωσάν τον κονιορτόν του αλωνιού κατά το θέρος. Ισχυρός δε άνεμος διεσκόρπισε τον κονιορτόν, χωρίς να αφήση ούτε ίχνος από αυτά. Ο δε λίθος εκείνος, που εκτύπησε το άγαλμα, έγινε μέγα όρος και εγέμισεν όλην την γην. 35 Ταυτοχρόνως συνετρίβησαν διὰ μιᾶς ὁ πηλός, ὁ σίδηρος, ὁ χαλκός, ὁ ἄργυρος, ὁ χρυσὸς καὶ ἔγιναν ὡσὰν σκόνη ἀπὸ ψιλὸν καὶ τριμμένον ἄχυρον εἰς ἁλῶνι κατὰ τὸ θέρος.Ἄνεμος δὲ ἰσχυρὸς διεσκόρπισε τὸν κορνιαχτὸν καὶ τὰ ἐξηφάνισε, χωρὶς νὰ ἀφήσῃ κανένα ἴχνος ἀπὸ αὐτά.Ὁ δὲ λίθος, ὁ ὁποῖος ἐκτύπησε τὸ πελώριον ἄγαλμα, ἔγινε ὄρος τεράστιον καὶ ἐγέμισεν ὁλόκληρον τὴν γῆν>.
36 τοῦτό ἐστι τὸ ἐνύπνιον καὶ τὴν σύγκρισιν αὐτοῦ ἐροῦμεν ἐνώπιον τοῦ βασιλέως. 36 Ιδού, βασιλεύ, ποίον ήτο το όνειρόν σου. Θα είπωμεν τώρα ενώπιον του βασιλέως και την ερμηνείαν του. 36 <Αὐτὸ ἦταν τὸ ὄνειρον <τὸ ὁποῖον εἶδες, βασιλιᾶ>.Τώρα λοιπὸν θὰ εἰποῦμε ἐνώπιον τοῦ βασιλιᾶ τὴν ἑρμηνείαν, τὸ νόημά του.
37 σύ, βασιλεῦ, βασιλεὺς βασιλέων, ᾧ ὁ Θεὸς τοῦ οὐρανοῦ βασιλείαν ἰσχυρὰν καὶ κραταιὰν καὶ ἔντιμον ἔδωκεν, 37 Συ, βασιλεύ, ο βασιλεύς των βασιλέων, συ είσαι εκείνος, στον οποίον παρέδωκεν ο Θεός του ουρανού βασιλείαν ισχυράν, κραταιάν, ένδοξον και τιμημένην. Και έτσι βασιλεύεις 37 Σύ, βασιλιᾶ, ὁ ὁποῖος εἶσαι <βασιλεὺς βασιλέων>· σύ, εἰς τὸν ὁποῖον ὁ μόνος ἀληθινὸς καὶ ζῶν Θεὸς τοῦ οὐρανοῦ ἔδωκε βασιλείαν <μοναρχίαν> ἰσχυράν, κραταιὰν καὶ ἔνδοξον, ὥστε νὰ ἐξουσιάζῃς ὡς κυρίαρχος μονάρχης
38 ἐν παντὶ τόπῳ, ὅπου κατοικοῦσιν οἱ υἱοὶ τῶν ἀνθρώπων, θηρία τε ἁγροῦ καὶ πετεινὰ οὐρανοῦ καὶ ἰχθύας τῆς θαλάσσης ἔδωκεν ἐν τῇ χειρί σου καὶ κατέστησέ σε κύριον πάντων, σὺ εἶ ἡ κεφαλὴ ἡ χρυσῆ. 38 εις κάθε περιοχήν, ότου κατοικούν άνθρωποι και θηρία της υπαίθρου, πτηνά του ουρανού και ιχθύες της θαλάσσης. Εις τα χέρια τα δικά σου παρέδωκεν αυτά ο Θεός και σε κατέστησε κύριον όλων αυτών. Λοιπόν, βασιλεύ, συ είσαι η χρυσή κεφαλή του αγάλματος. 38 εἰς κάθε τόπον εἰς τὸν ὁποῖον κατοικοῦν οἱ ἄνθρωποι καὶ τὰ ἄγρια θηρία τοῦ δάσους καὶ τὰ πτηνὰ τοῦ οὐρανοῦ καὶ οἱ ἰχθύες τῆς θαλάσσης· σύ, λοιπόν, εἰς τὰ χέρια τοῦ ὁποίου ὁ Θεὸς παρέδωκεν ὅλα αὐτὰ καὶ σὲ κατέστησε κυρίαρχον καὶ ἐξουσιαστὴν ὅλων αὐτῶν, σὺ εἶσαι ἡ χρυσὴ κεφαλὴ τοῦ ἀγάλματος!
39 καὶ ὀπίσω σου ἀναστήσεται βασιλεία ἑτέρα ἥττων σου καὶ βασιλεία τρίτη, ἥτις ἐστὶν ὁ χαλκός, ἣ κυριεύσει πάσης τῆς γῆς. 39 Επειτα από σε θα αναφανή μία βασιλεία μικροτέρα από την ίδικήν σου και έπειτα από αυτήν θα έλθη τρίτη βασιλεία, η οποία συμβολίζεται με τον χαλικόν του αγάλματος και θα επεκτείνη την κυριαρχίαν της επί όλης της γης. 39 Καὶ ἔπειτα ἀπὸ σὲ θὰ ἔλθῃ ἄλλη, δεύτερη βασιλεία, κατώτερη εἰς δύναμιν ἀπὸ τὴν ἰδικήν σου, καὶ ἔπειτα ἀπὸ αὐτὴν ἄλλη, τρίτη βασιλεία, ἡ ὁποία συμβολίζεται διὰ τοῦ χαλκοῦ τοῦ πελωρίου ἀγάλματος· ἡ βασιλεία αὐτὴ θὰ κυριαρχήσῃ ἐφ' ὅλης τῆς γῆς.
40 καὶ βασιλεία τετάρτη, ἥτις ἔσται ἰσχυρὰ ὡς σίδηρος· ὃν τρόπον ὁ σίδηρος λεπτύνει καὶ δαμάζει πάντα, οὕτως πάντα λεπτυνεῖ καὶ δαμάσει. 40 Επειτα από αυτήν θα έλθη τετάρτη βασιλεία, η οποία θα είναι ισχυρά όπως ο σίδηρος. Οπως δε ο σίδηρος συντρίβει και δαμάζει τα πάντα, έτσι και η βασιλεία αυτή θα συντρίψη και θα υποτάξη τους πάντας υπό την κυριαρχίαν της. 40 Ἔπειτα ἀπὸ αὐτὴν θὰ ἀκολουθήσῃ τετάρτη βασιλεία, ἡ ὁποία θὰ εἶναι ἰσχυρὰ ὅπως ὁ σίδηρος.Ὅπως ὁ σίδηρος συντρίβει, κονιορτοποιεῖ, δαμάζει καὶ ὑποτάσσει τὰ πάντα, κατὰ παρόμοιον τρόπον καὶ ἡ τετάρτη αὐτὴ βασιλεία θὰ συντρίψῃ, θὰ νικήσῃ καὶ θὰ ὑποτάξη ὅλες τὶς προηγούμενες βασιλεῖες.
41 καὶ ὅτι εἶδες τοὺς πόδας καὶ τοὺς δακτύλους μέρος μέν τι ὀστράκινον μέρος δέ τι σιδηροῦν, βασιλεία διῃρημένη ἔσται, καὶ ἀπὸ τῆς ρίζης τῆς σιδηρᾶς ἔσται ἐν αὐτῇ, ὃν τρόπον εἶδες τὸν σίδηρον ἀναμεμειγμένον τῷ ὀστράκῳ· 41 Είδες τους πόδας και τα δάκτυλα του αγάλματος, να είναι εν μέρει πήλινοι και εν μέρει σιδερένιοι. Τούτο σημαίνει, ότι η βασιλεία αυτή δεν θα έχη ενότητα, αλλά θα είναι διηρημένη. Και εις αυτήν ταύτην την ως σίδηρον βάσιν της θα υπάρχη η διαίρεσις και οχι η συνοχή, όπως είδες τον σίδηρον και τον πηλόν όχι συγκεκολλημένα εις ένα σώμα, αλλά αναμεμιγμένα χωρίς συνοχήν μεταξύ των. 41 Τὸ ὅτι δὲ εἶδες τὰ πόδια καὶ τὰ δάκτυλα τοῦ ἀγάλματος νὰ εἶναι ἐν μέρει μὲν πήλινα, ἐν μέρει δὲ σιδερένια, τοῦτο σημαίνει ὅτι ἡ βασιλεία αὐτὴ δὲν θὰ εἶναι συμπαγής, ἀλλὰ διηρημένη καὶ διχασμένη· ὅμως εἰς τὴν βασιλείαν αὐτὴν θὰ ὑπάρχῃ κάτι ἀπὸ τὴν στερεότητα <τὴν ρίζαν> τοῦ σιδήρου, ὅπως εἶδες τὸν σίδηρον νὰ εἶναι ἀναμεμειγμένος, χωρὶς ὅμως στερεὰν συνοχήν, μὲ τὸν πηλὸν <δηλαδή: Ἡ βασιλεία αὐτὴ θὰ εἶναι ἀνομοιογενής· θὰ ἀποτελῆται ἀπὸ λαοὺς ἰσχυρούς, ἀλλὰ καὶ ἀδυνάτους>.
42 καὶ οἱ δάκτυλοι τῶν ποδῶν μέρος μέν τι σιδηροῦν μέρος δέ τι ὀστράκινον, μέρος τι τῆς βασιλείας ἔσται ἰσχυρὸν καὶ ἀπ' αὐτῆς ἔσται συντριβόμενον. 42 Οι δάκτυλοι των ποδών ήσαν εν μέρει σιδερένιοι και εν μέρει πήλινοι. Αυτό σημαίνει ότι τμήμα τι της βασιλείας αυτής θα είναι ισχυρόν, ενώ το άλλο τμήμα θα είναι εύθραυστον. 42 Τὰ δάκτυλα τῶν ποδιῶν τοῦ ἀγάλματος ἦσαν ἐν μέρει σιδερένια, ἐν μέρει δὲ πήλινα· τοῦτο σημαίνει ὅτι ἕνα τμῆμα τῆς τετάρτης αὐτῆς βασιλείας θὰ εἶναι ἰσχυρόν <ὅπως ὁ σίδηρος> καὶ ἄλλο τμῆμα τῆς θὰ εἶναι εὔθραυστον.
43 ὅτι εἶδες τὸν σίδηρον ἀναμεμειγμένον τῷ ὀστράκῳ, συμμειγεῖς ἔσονται ἐν σπέρματι ἀνθρώπων καὶ οὐκ ἔσονται προσκολλώμενοι οὗτος μετὰ τούτου, καθὼς ὁ σίδηρος οὐκ ἀναμείγνυται μετὰ τοῦ ὀστράκου. 43 Είδες τον σίδηρον ανακατωμένον με τον πηλόν. Αυτό σημαίνει, ότι ανακατεμένοι θα είναι οι λαοί, που θα αποτελούν αυτήν την βασιλείαν. Δεν θα έχουν στενόν σύνδεσμον ο ένας με τον άλλον, ώστε να αποτελούν μίαν ενότητα. Θα είναι, όπως ο σίδηρος, που δεν αναμιγνύεται με τον πηλόν και δεν αποτελεί αδιάσπαστον ενότητα. 43 Τὸ ὅτι εἶδες τὸν σίδηρον νὰ εἶναι ἀναμεμειγμένος μὲ τὸν πηλόν, τοῦτο σημαίνει ὅτι οἱ λαοὶ ποὺ ἀποτελοῦν τὴν τετάρτην βασιλείαν θὰ εἶναι ἀνάμεικτοι.Δὲν θὰ συνδέωνται ὅμως στενά, κατὰ τρόπον συμπαγῆ, ὁ ἕνας μὲ τὸν ἄλλον, ὅπως ἀκριβῶς ὁ σίδηρος δὲν ἀναμειγνύεται καὶ δὲν συνενώνεται στενὰ μὲ τὸν πηλόν.
44 καὶ ἐν ταῖς ἡμέραις τῶν βασιλέων ἐκείνων ἀναστήσει ὁ Θεὸς τοῦ οὐρανοῦ βασιλείαν, ἥτις εἰς τοὺς αἰῶνας οὐ διαφθαρήσεται, καὶ ἡ βασιλεία αὐτοῦ λαῷ ἑτέρῳ οὐχ ὑπολειφθήσεται· λεπτυνεῖ καὶ λικμήσει πάσας τὰς βασιλείας, καὶ αὐτὴ ἀναστήσεται εἰς τοὺς αἰῶνας. 44 Κατά την εποχήν των βασιλέων της τετάρτης βασιλείας, ο Θεός του ουρανού θα αναδείξη μίαν άλλην βασιλείαν, η οποία στους αιώνας των αιώνων δεν θα καταστραφή. Και έτσι η βασιλεία αυτή του Θεού δεν θα λείψη, δεν θα δώση τόπον εις άλλην βασιλείαν. Θα συντρίψη δέ, και θα θρυμματίση και θα λιχνίση όλας τας άλλας βασιλείας· και αυτή θα υψωθή, θα εκταθή και θα υπάρχη στους αιώνας των αιώνων. 44 Καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν τῶν βασιλέων τῆς τετάρτης ἐκείνης βασιλείας ὁ Θεὸς τοῦ οὐρανοῦ θὰ ἀναστήσῃ βασιλείαν, ἡ ὁποία οὐδέποτε θὰ καταστροφή, καὶ τοιουτοτρόπως ἡ αἰωνία αὐτὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ δὲν θὰ καταλυθῇ, ὥστε νὰ περιέλθῃ εἰς τὰ χέρια ἄλλου βασιλείου, τὸ ὁποῖον θὰ τὴν διαδεχθῇ.Ἢ βασιλεία αὐτὴ τοῦ Θεοῦ θὰ συντρίψῃ, θὰ θρυμματίσῃ καὶ θὰ λιχνίσῃ ὅλες τὶς βασιλεῖες τοῦ κόσμου, ἐνῷ αὐτὴ θὰ ὑψωθῆ, θὰ κυριαρχήσῃ παντοῦ καὶ θὰ ὑπάρχῃ πάντοτε εἰς τοὺς ἀτελευτήτους αἰῶνας τῶν αἰώνων!
45 ὃν τρόπον εἶδες ὅτι ἀπὸ ὄρους ἐτμήθη λίθος ἄνευ χειρῶν καὶ ἐλέπτυνε τὸ ὄστρακον, τὸν σίδηρον, τὸν χαλκόν, τὸν ἄργυρον, τὸν χρυσόν, ὁ Θεὸς ὁ μέγας ἐγνώρισε τῷ βασιλεῖ ἃ δεῖ γενέσθαι μετὰ ταῦτα, καὶ ἀληθινὸν τὸ ἐνύπνιον, καὶ πιστὴ ἡ σύγκρισις αὐτοῦ. 45 Οπως είδες, βασιλεύ, ότι, δηλαδή, χωρίς την επέμβασιν ανθρωπίνης χειρός εκόπη ένας λίθος από όρος και συνέτριψε τον πηλόν, τον σίδηρον, τον χαλκόν, τον άργυρον και τον χρυσόν, έτσι ο μέγας Θεός απεκαλυψεν στον βασιλέα τον Ναβουχοδονόσορα, τι θα γίνη στο μέλλον σχετικώς με τας διαφόρους βασιλείας. Το όνειρον είναι αληθινόν και η ερμηνεία αυτού πιστή και ακριβής”. 45 Καθὼς ἀκριβῶς εἶδες, βασιλιᾶ, ὅτι ἀπὸ ὄρος ἀπεκόπη λίθος χωρὶς τὴν ἐπέμβασιν ἀνθρωπίνων χεριῶν καὶ συνέτριψε καὶ ἐθρυμμάτισε τὸν πηλόν, τὸν σίδηρον, τὸν χαλκόν, τὸν ἄργυρον καὶ τὸν χρυσόν, <ἔτσι> ὁ Θεὸς ὁ μέγας καὶ παντοδύναμος συγκατέβη καὶ ἐγνωστοποίησεν εἰς τὸν βασιλιᾶ αὐτὰ τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ συμβοῦν κατὰ τὴν ἐποχὴν ποὺ θὰ ἀκολουθήσῃ εὐθὺς ἔπειτα ἀπὸ αὐτὸν καὶ εἰς τὸ ἀπώτερον μέλλον.Τὸ ὄνειρον δὲ <ποὺ εἶδες> εἶναι ἀληθινόν, περιέχει μήνυμα σπουδαῖον, θεῖον ἡ δὲ ἑρμηνεία του εἶναι πιστὴ καὶ βεβαία>.
46 τότε ὁ βασιλεὺς Ναβουχοδονόσορ ἔπεσεν ἐπὶ πρόσωπον καὶ τῷ Δανιὴλ προσεκύνησε καὶ μαναὰ καὶ εὐωδίας εἶπε σπεῖσαι αὐτῷ. 46 Τοτε ο βασιλεύς ο Ναβουχοδονόσορ έπεσε πρηνής στο έδαφος και προσκύνησε τον Δανιήλ και διέταξε να προσφέρουν προς χάριν αυτού αναιμάκτους θυσίας και ευώδη θυμιάματα. 46 Ὅταν ὁ βασιλιᾶς Ναβουχοδονόσορ ἄκουσε τὸ ὄνειρον καὶ τὴν ἑρμηνείαν του, ἔπεσε πρηνὴς εἰς τὴν γῆν καὶ ἐπροσκύνησε μὲ σεβασμὸν τὸν Δανιήλ· διέταξε δὲ νὰ προσφέρουν εἰς τὸν Θεόν, ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Δανιήλ, θυσίαν ἀναίμακτον καὶ εὐώδη θυμιάματα.
47 καὶ ἀποκριθεὶς ὁ βασιλεὺς εἶπε τῷ Δανιήλ· ἐπ' ἀληθείας ὁ Θεὸς ὑμῶν αὐτός ἐστι Θεὸς θεῶν καὶ κύριος τῶν βασιλέων καὶ ἀποκαλύπτων μυστήρια, ὅτι ἠδυνήθης ἀποκαλύψαι τὸ μυστήριον τοῦτο. 47 Είπε δε ο βασιλεύς στον Δανιήλ· “πράγματι ο Θεός σας αυτός είναι ο Θεός των θεών και ο Κυριος των βασιλέων, ο οποίος φανερώνει μυστήρια, διότι συ μόνος με την δύναμιν του Θεού σου ημπόρεσες να μου αποκάλυψης το μυστηριώδες τούτο γεγονός”. 47 Ἀπεκρίθη δὲ ὁ βασιλιᾶς εἰς τὸν Δανιὴλ καὶ εἶπε: <Πραγματικὰ καὶ ἀληθινὰ ὁ Θεός σας εἶναι ὁ Θεὸς τῶν ἄλλων ποὺ θεωροῦνται θεοί, καὶ ὁ κύριος καὶ ἄρχων τῶν βασιλέων, καὶ αὐτὸς ὁ ὁποῖος φανερώνει καὶ ἀποκαλύπτει μυστήρια, καθ’ ὅσον μόνον σὺ ἠμπόρεσες νὰ μοῦ ἀποκαλύψῃς καὶ νὰ μοῦ ἑρμηνεύσῃς τὸ μυστηριῶδες αὐτὸ ὄνειρον ποὺ εἶδα>.
48 καὶ ἐμεγάλυνεν ὁ βασιλεὺς τὸν Δανιὴλ καὶ δόματα μεγάλα καὶ πολλὰ ἔδωκεν αὐτῷ καὶ κατέστησεν αὐτὸν ἐπὶ πάσης χώρας Βαβυλῶνος καὶ ἄρχοντα σατραπῶν ἐπὶ πάντας τοὺς σοφοὺς Βαβυλῶνος. 48 Ο βασιλεύς ετίμησε και εδόξασε τον Δανιήλ, του προσέφερε μεγάλας δωρεάς, τον κατέστησεν αρχηγόν όλης της χώρας της Βαβυλώνος, άρχοντα των σατραπών και όλων των σοφών της Βαβυλώνος. 48 Ὁ βασιλιᾶς ἐτίμησε πολὺ καὶ ἐδόξασε τὸν Δανιήλ, τοῦ ἔδωκε δὲ βαρύτιμα καὶ πολλὰ δῶρα· καὶ τὸν κατέστησε κυβερνήτην καὶ διοικητὴν ὁλοκλήρου τῆς ἐπαρχίας Βαβυλῶνος καὶ ἄρχοντα - προϊστάμενον τῶν σατραπῶν καὶ ὅλων τῶν σοφῶν τῆς Βαβυλῶνος.
49 καὶ Δανιὴλ ᾐτήσατο παρὰ τοῦ βασιλέως, καὶ κατέστησεν ἐπὶ τὰ ἔργα τῆς χώρας Βαβυλῶνος τὸν Σεδράχ, Μισὰχ καὶ ᾿Αβδεναγώ· καὶ Δανιὴλ ἦν ἐν τῇ αὐλῇ τοῦ βασιλέως. 49 Ο Δανιήλ εζήτησε παρά του βασιλέως και διώρισεν άρχοντας δια τα έργα της περιοχής Βαβυλώνος τον Σεδράχ, Μισάχ και Αβδεναγώ. Ο δε Δανιήλ έμεινεν εις την αυλήν του βασιλέως. 49 Ὁ δὲ Δανιὴλ ἐζήτησεν ἀπὸ τὸν βασιλιᾶ, ὁ ὁποῖος καὶ διώρισεν ὡς ὑπευθύνους διοικητὰς διὰ τὶς ὑποθέσεις τῆς ἐπαρχίας τῆς Βαβυλῶνος τὸν Σεδράχ, Μισὰχ καὶ Ἀβδεναγώ.Ὁ ἴδιος δὲ ὁ Δανιὴλ παρέμεινεν εἰς τὴν ἀνακτορικὴν αὐλὴν ὡς αὐλάρχης καὶ ἰδιαίτερος τοῦ βασιλιᾶ.