Δευτέρα, 04 Μαρτίου 2024
Ανατ: 06:53
Δύση: 18:22
Σελ. 24 ημ.
64-302
16ος χρόνος, 5861η ημέρα
Έκδοση: 4η

ΒΑΡΟΥΧ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 (Β)


 
 

ΚΕΦΑΛΑΙΑ


 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 ΚΑΙ ἔστησε Κύριος τὸν λόγον αὐτοῦ, ὃν ἐλάλησεν ἐφ᾿ ἡμᾶς καὶ ἐπὶ τοὺς δικαστὰς ἡμῶν τοὺς δικάσαντας τὸν ᾿Ισραὴλ καὶ ἐπὶ τοὺς βασιλεῖς ἡμῶν, καὶ ἐπὶ τοὺς ἄρχοντας ἡμῶν καὶ ἐπὶ ἄνθρωπον ᾿Ισραὴλ καὶ ᾿Ιούδα, 1 Εξεπλήρωσεν ο Κυριος και τούτον τον λόγον του, τον οποίον είπεν εναντίον μας και εναντίον των δικαστών μας, που εδίκαζον τον ισραηλιτικόν λαόν, και εναντίον των βασιλέων μας και εναντίον των αρχόντων μας και εναντίον όλων των Ισραηλιτών και των Ιουδαίων· 1 Διὰ τοῦτο ὁ Κύριος ἐξεπλήρωσε τὸν ἀπειλητικὸν λόγον ποὺ εἶχε διατυπώσει ἐναντίον μας καὶ ἐναντίον τῶν δικαστῶν μας, οἱ ὁποῖοι ἐδίκαζαν τὸν Ἰσραηλιτικὸν λαόν, καὶ ἐναντίον τῶν βασιλέων μας, καὶ ἐναντίον τῶν ἀρχόντων μας καὶ ἐναντίον τοῦ λαοῦ τοῦ Ἰσραὴλ καὶ τοῦ Ἰούδα.
2 τοῦ ἀγαγεῖν ἐφ᾿ ἡμᾶς κακὰ μεγάλα, ἃ οὐκ ἐποίησεν ὑποκάτω παντὸς τοῦ οὐρανοῦ καθὰ ἐποιήθη ἐν ῾Ιερουσαλήμ, κατὰ τὰ γεγραμμένα ἐν τῷ νόμῳ Μωυσῆ, 2 να επιφέρη εναντίον μας μεγάλας τιμωρίας και συμφοράς, όσας δεν έκαμε κανένας άλλος κάτω από τον ουρανόν εναντίον άλλου λαού, ωσάν αυτάς που συνέβησαν εις την Ιερουσαλήμ, σύμφωνα με όσα ο Μωϋσής είχε γράψει στον Νομον δια τας τιμωρίας των παρανόμων και των αποστατών, 2 Ἐξεπλήρωσε τὸν ἀπειλητικὸν λόγον μὲ τὸ νὰ ἐπιφέρῃ ἐναντίον μας τιμωρίες καὶ συμφορὲς μεγάλες, ἀντίστοιχες τῶν ὁποίων κανεὶς ἄλλος δὲν ἐπέφερε κάτω ἀπὸ τὸν οὐρανόν <εἰς τὸ πρόσωπον τῆς γῆς> ἐναντίον τῶν ἀνθρώπων, ὡσὰν αὐτὲς ποὺ ἐπροξένησε εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ, συμφορὲς οἱ ὁποῖες εἶναι σύμφωνες μὲ ὅσα εἶναι γραμμένα κατὰ τῶν ἀποστατῶν εἰς τὸν νόμον τοῦ Μωϋσῆ·
3 τοῦ φαγεῖν ἡμᾶς ἄνθρωπον σάρκας υἱοῦ αὐτοῦ καὶ ἄνθρωπον σάρκας θυγατρὸς αὐτοῦ. 3 ώστε να ευρεθούν άνθρωποι μεταξύ μας, να φάγουν ο ενας τας σάρκας του υιού του και άλλος τας σάρκας της θυγατρός του! 3 οἱ συμφορὲς ποὺ μᾶς εὑρῆκαν λόγῳ τῆς παρανομίας καὶ ἀποστασίας μας μᾶς ἔφεραν εἰς τόσον τρομερὰν καὶ δεινὴν θέσιν, ὥστε νὰ φάγωμεν ἄλλος μὲν τὶς σάρκες τοῦ υἱοῦ του καὶ ἄλλος τὶς σάρκες τῆς θυγατέρας του!
4 καὶ ἔδωκεν αὐτοὺς ὑποχειρίους πάσαις ταῖς βασιλείαις ταῖς κύκλῳ ἡμῶν εἰς ὀνειδισμὸν καὶ εἰς ἄβατον ἐν πᾶσι τοῖς λαοῖς τοῖς κύκλῳ, οὗ διέσπειρεν αὐτοὺς Κύριος ἐκεῖ. 4 Παρέδωκε τους Ισραηλίτας ο Κυριος υποχειρίους εις όλα τα βασίλεια τα κυκλω, ώστε να γίνωμεν αντικείμενον ονειδισμού, έρημοι και καταφρονημένοι μεταξύ όλων των κύκλω λαών, όπου ο Κυριος τους διεσκόρπισε. 4 Ἐπὶ πλέον ὁ Κύριος παρέδωκε τοὺς Ἰσραηλῖτες καὶ τοὺς ὑπέταξεν εἰς ὅλα τὰ γύρω ἀπὸ τὴν χώραν των βασίλεια, ὥστε νὰ καταντήσουν ἀντικείμενον χλευασμοῦ, χώρα ἔρημος, καὶ τὸ ὄνομά των περιφρονημένον καὶ παροιμιῶδες μεταξὺ ὅλων τῶν γύρω λαῶν, ἐν μέσῳ τῶν ὁποίων ὁ Κύριος τοὺς διεσκόρπισε.
5 καὶ ἐγενήθησαν ὑποκάτω καὶ οὐκ ἐπάνω, ὅτι ἡμάρτομεν Κυρίῳ Θεῷ ἡμῶν πρὸς τὸ μὴ ἀκούειν τῆς φωνῆς αὐτοῦ. 5 Και εγίναμεν έτσι υποχείριοι αντί να είμεθα κύριοι, διότι ημαρτήσαμεν εις Κυριον τον Θεόν μας, επειδή δεν υπηκούσαμεν εις τας εντολάς αυτού. 5 Μὲ ὅλα αὐτὰ ὑπετάγημεν, ἐγίναμε ὑπόδουλοι καὶ ὄχι νικηταί, δεσπόται καὶ κύριοι ἐπάνω ἀπὸ τοὺς ἄλλους, διότι ἁμαρτήσαμε ἐνώπιον Κυρίου τοῦ Θεοῦ μας, καθότι δὲν ἐπειθαρχήσαμεν εἰς τὴν φωνὴν τῶν ἁγίων ἐντολῶν του.
6 τῷ Κυρίῳ Θεῷ ἡμῶν ἡ δικαιοσύνη, ἡμῖν δὲ καὶ τοῖς πατράσιν ἡμῶν ἡ αἰσχύνη τῶν προσώπων ὡς ἡ ἡμέρα αὕτη. 6 Εις Κυριον τον Θεόν μας ανήκει και υπάρχει η δικαιοσύνη, εις ημάς δε και τους προγόνους μας η εντροπή και η καταισχύνη των προσώπων μας, όπως φανερώνει αυτή η ημέρα. 6 Εἰς τὸν Κύριον καὶ Θεόν μας ἀνήκει καὶ ὑπάρχει πάντοτε ἡ δικαιοσύνη <ἤ: Δίκαια ἐνήργησεν ἀπέναντι ἠμῶν τῶν ἀποστατῶν ὁ Θεός>, εἰς ἡμᾶς δὲ καὶ τοὺς πατέρας μας ἀνήκει ἡ καταισχύνῃ, ποὺ μᾶς ἀναγκάξει νὰ ρίπτωμεν κάτω κατακόκκινον τὸ πρόσωπόν μας, ὅπως συμβαίνει σήμερα! <ἤ: Δίκαια εἴμεθα σήμερα ταπεινωμένοι καὶ ὑπόδουλοι εἰς τὴν Βαβυλῶνα>.
7 ἃ ἐλάλησε Κύριος ἐφ᾿ ἡμᾶς, πάντα τὰ κακὰ ταῦτα ἦλθεν ἐφ᾿ ἡμᾶς. 7 Ολαι αι συμφοραί και αι τιμωρίαι, τας οποίας προανήγγειλεν ο Κυριος, όλαι αύται επεσσωρεύθησαν εις ημάς. 7 Ὅλες οἱ τιμωρίες καὶ οἱ συμφορές, τὶς ὁποῖες ἀπείλησε καὶ περὶ τῶν ὁποίων μᾶς προειδοποίησεν ὁ Κύριος, ὅλες αὐτὲς μᾶς ἐκτύπησαν.
8 καὶ οὐκ ἐδεήθημεν τοῦ προσώπου Κυρίου τοῦ ἀποστρέψαι ἕκαστον ἀπὸ τῶν νοημάτων τῆς καρδίας αὐτῶν τῆς πονηρᾶς. 8 Δεν παρεκαλέσαμεν δε τον Κυριον εν μετανοία να μας βοηθήση, ώστε ο καθένας από ημάς να απομακρυνθή από τας αμαρτωλάς σκέψεις της διεφθαρμένης καρδίας του. 8 Παρ' ὅλα αὐτὰ δὲν ἱκετεύσαμεν τὸν Κύριον, ὥστε μὲ τὴν βοήθειάν του νὰ ἀπομακρυνθῇ ὁ καθένας μας ἀπὸ τὶς ἔνοχες, ἁμαρτωλὲς σκέψεις τῆς διεφθαρμένης καρδίας του.
9 καὶ ἐγρηγόρησε Κύριος ἐπὶ τοῖς κακοῖς, καὶ ἐπήγαγε Κύριος ἐφ᾿ ἡμᾶς, ὅτι δίκαιος ὁ Κύριος ἐπὶ πάντα τὰ ἔργα αὐτοῦ, ἃ ἐνετείλατο ἡμῖν. 9 Και έτσι ο Κυριος ηγρύπνησε δια τας τιμωρίας ημών και τας επέφερεν εναντίον μας, διότι ο Κυριος είναι δίκαιος εις όλα αυτού τα έργα, τα οποία μας έχει διατάξει. 9 Ἕνεκα τῆς ἐπιμόνου αὐτῆς ἀποστασίας μας ὁ Κύριος ἀγρύπνησε εἰς τὶς τιμωρίες, τὶς ὁποῖες καὶ ἐπέφερεν ἐναντίον μας, διότι ὁ Κύριος εἶναι δίκαιος εἰς ὅλα τὰ ἔργα του, τὰ ὁποῖα μᾶς ἔχει δώσει ἐντολὴν νὰ πράττωμεν.
10 καὶ οὐκ ἠκούσαμεν τῆς φωνῆς αὐτοῦ πορεύεσθαι τοῖς προστάγμασι Κυρίου, οἷς ἔδωκε κατὰ πρόσωπον ἡμῶν. - 10 Ημείς όμως δεν υπηκούσαμεν εις την φωνήν του, να πορευθώμεν σύμφωνα με τα προστάγματα του Κυρίου, τα οποία αυτός έδωκεν ενώπιόν μας. 10 Ἐμεῖς ὅμως δὲν ὑπακούσομε εἰς τὴν φωνήν του, ὥστε νὰ ζῶμεν καὶ νὰ συμπεριφερώμεθα σύμφωνα μὲ τὶς ἐντολὲς καὶ τὰ προστάγματα τοῦ Κυρίου, τὰ ὁποῖα ἔδωκεν ἐνώπιόν μας>.
11 Καὶ νῦν, Κύριε ὁ Θεὸς ᾿Ισραήλ, ὃς ἐξήγαγες τὸν λαόν σου ἐκ γῆς Αἰγύπτου ἐν χειρὶ κραταιᾷ καὶ ἐν σημείοις καὶ ἐν τέρασι καὶ ἐν δυνάμει μεγάλῃ καὶ ἐν βραχίονι ὑψηλῷ καὶ ἐποίησας σεαυτῷ ὄνομα ὡς ἡ ἡμέρα αὕτη, 11 Και τώρα, Κυριε, συ, ο Θεός του Ισραήλ, ο οποίος έβγαλες άλλοτε ελεύθερον τον λαόν σου από την χώραν της Αιγύπτου με την κραταιάν χείρα σου, με σημεία και με τέρατα, με δύναμιν μεγάλην και ακατανίκητον, με τον παντοδύναμον βραχίονά σου και κατέστησες έτσι ένδοξον το Ονομά σου μεταξύ των λαών, όπως μαρτυρεί και η ημέρα αυτή, 11 <Καὶ τώρα, Κύριε Θεὲ τοῦ Ἰσραήλ, Σὺ ὁ ὁποῖος ἐξήγαγες καὶ ἐλευθέρωσες τὸν λαόν σου ἀπὸ τὴν χώραν τῆς Αἰγύπτου μὲ τὴν ἰσχυρὰν χεῖρα σου, μὲ σημάδια καὶ θαύματα μεγάλα καὶ μὲ ἔργα καταπληκτικά, ποὺ προκαλοῦν τρόμον, καὶ μὲ συγκλονιστικὲς ὑπερφυσικὲς ἐνέργειες· μὲ δύναμιν ἀκαταγώνιστον καὶ μὲ βραχίονα ὑψηλόν, ποὺ ὑψώνεται ἐπάνω ἀπὸ κάθε ἀντίστασιν, τὴν ὁποίαν κατασυντρίβει· μὲ ὅλα δὲ αὐτὰ κατέστησες φοβερὸν καὶ ἔνδοξον τὸ Ὄνομά σου, ὅπως φανερώνει καὶ ἡ ἡμέρα αὐτή <ἤ: Ὅπως τοῦτο ἀναγνωρίζεται μέχρι σήμερα>·
12 ἡμάρτομεν, ἠσεβήσαμεν, ἠδικήσαμεν, Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἐπὶ πᾶσι τοῖς δικαιώμασί σου. 12 ομολογούμεν ότι υπεπέσαμεν εις αμαρτίας, εδείξαμεν ασέβειαν απέναντί σου, διεπράξαμεν αδικίας, Κυριε ο Θεός ημών, παρεβήμεν όλας τας εντολάς σου. 12 ὁμολογοῦμεν ταπεινὰ ὅτι ἁμαρτήσαμε εἰς Σὲ καὶ ἐδείξαμεν ἀσέβειαν καὶ διεπράξαμεν ἀδικήματα πολλά, Κύριε ὁ Θεὸς ἠμῶν, μὲ τὸ νὰ παραβῶμεν τὶς ἐντολές σου καὶ τὸν νόμον σου.
13 ἀποστραφήτω ὁ θυμός σου ἀφ᾿ ἡμῶν, ὅτι κατελείφθημεν ὀλίγοι ἐν τοῖς ἔθνεσιν, οὗ διέσπειρας ἡμᾶς ἐκεῖ. 13 Αλλά ας απομακρυνθή από ημάς ο δίκαιος θυμός σου, διότι ολίγοι απεμείναμεν εις τα έθνη, όπου μας έχεις διασκορπίσει. 13 Ἂς ἀποστραφῇ, ἂς φυγαδευθῇ ὁ δίκαιος θυμός σου ἀπὸ ἡμᾶς, διότι ἔχομεν ἀπομείνει ὀλίγοι μεταξὺ τῶν εἰδωλολατρικῶν ἐθνῶν, ἐν μέσῳ τῶν ὁποίων μᾶς ἔχεις διασκορπίσει.
14 εἰσάκουσον, Κύριε, τῆς προσευχῆς ἡμῶν καὶ τῆς δεήσεως ἡμῶν καὶ ἐξελοῦ ἡμᾶς ἕνεκέν σου καὶ δὸς ἡμῖν χάριν κατὰ πρόσωπον τῶν ἀποικισάντων ἡμᾶς, 14 Ακουσε, Κυριε, και κάμε δεκτήν την προσευχήν μας και την δέησίν μας και εν τη απείρω σου καλωσύνη γλύτωσέ μας από τας συμφοράς αυτάς και δος μας την χάριν σου ενώπιον αυτών, οι οποίοι μας έχουν μετοικήσει αιχμαλώτους, 14 Κάμε ἀκουστήν, Κύριε, τὴν προσευχήν μας καὶ τὴν δέησιν καὶ ἱκεσίαν μας, καὶ γλύτωσε καὶ ἐλευθέρωσέ μας ἀπὸ τὶς συμφορὲς διὰ τὸ Ὄνομά σου, πρὸς δόξαν τῆς χρηστότητος καὶ τῆς φιλανθρωπίας σου, μὲ τὶς ὁποῖες εἶσαι γνωστὸς εἰς τοὺς ἀνθρώπους, καὶ δῶσε εἰς ἡμᾶς χάριν, ὥστε νὰ μὴ μᾶς κακομεταχειρίζομαι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι μᾶς ἔφεραν ὡς αἰχμαλώτους εἰς τὴν χώραν των·
15 ἵνα γνῷ πᾶσα ἡ γῆ, ὅτι σὺ Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὅτι τὸ ὄνομά σου ἐπεκλήθη ἐπὶ ᾿Ισραὴλ καὶ ἐπὶ τὸ γένος αὐτοῦ. 15 δια να μάθουν όλοι οι άνθρωποι της οικουμένης, ότι συ είσαι ο Κυριος και Θεός μας, ότι το Ονομά σου έχει επικληθή επάνω στον Ιακώβ και στους απογόνους του. 15 διὰ νὰ μάθουν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι τῆς γῆς ὅτι Σὺ εἶσαι ὁ Κύριος ὁ Θεός μας, ὅτι τὸ Ὄνομά σου φέρει ἐπάνω του καὶ τὸ ἐπικαλεῖται ὁ Ἰακὼβ καὶ οἱ ἀπόγονοί του.
16 Κύριε, κάτιδε ἐκ τοῦ οἴκου τοῦ ἁγίου σου καὶ ἐννόησον εἰς ἡμᾶς· καὶ κλίνον, Κύριε, τὸ οὖς σου καὶ ἄκουσον· 16 Από τον άγιόν σου ναόν ρίψε, Κυριε, ένα βλέμμα εις ημάς και ίδε το κατάντημά μας, έχε μας στον νουν σου. Κλίνε, Κυριε, το αυτί σου και άκουσέ μας. 16 Κύριε, ρῖψε εἰς ἡμᾶς βλέμμα συμπαθείας ἀπὸ τὸ ἅγιον κατοικητήριόν σου, τὸν οὐρανόν, καὶ σκέψου μας, ἔχε μας εἰς τὴν διάνοιάν σου. Σκύψε, Κύριε, ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ οὐρανοῦ, πλησίασε τὸ αὐτί σου εἰς τὸ στόμα μας καὶ ἄκουσε τὴν προσευχήν μας.
17 ἄνοιξον, Κύριε, ὀφθαλμούς σου καὶ ἰδέ, ὅτι οὐχ οἱ τεθνηκότες ἐν τῷ ᾅδῃ, ὧν ἐλήφθη τὸ πνεῦμα αὐτῶν ἀπὸ τῶν σπλάγχνων αὐτῶν, δώσουσι δόξαν καὶ δικαίωμα τῷ Κυρίῳ· 17 Ανοιξε, Κυριε, τους οφθαλμούς σου και ιδέ προς ημάς, διότι δεν θα δώσουν δόξαν και δικαίωσιν στο Ονομά σου εκείνοι, οι οποίοι απέθαναν και ευρίσκονται στον άδην· αυτοί, των οποίων έλλειψε πλέον από τα σπλάγχνα των η πνοή της ζωής. 17 Ἄνοιξε, Κύριε, τοὺς ὀφθαλμούς σου καὶ κύτταξε· διότι δὲν θὰ ἀποδώσουν δόξαν καὶ τιμὴν εἰς Σέ, τὸν Κύριον, οὔτε θὰ ὑμνήσουν καὶ θὰ ἀναγνωρίσουν πρεπόντως τὴν δικαιοσύνην σου αὐτοὶ ποὺ ἔχουν ἀποθάνει καὶ εὑρίσκονται εἰς τὸν ἅδην, αὐτοὶ τῶν ὁποίων ἡ πνοὴ τῆς ζωῆς ἔχει ἀφαιρεθῇ πλέον ἀπὸ τὸ σῶμα.
18 ἀλλὰ ἡ ψυχὴ ἡ λυπουμένη ἐπὶ τὸ μέγεθος, ὃ βαδίζει κύπτον καὶ ἀσθενοῦν καὶ οἱ ὀφθαλμοὶ οἱ ἐκλείποντες καὶ ἡ ψυχὴ ἡ πεινῶσα δώσουσί σοι δόξαν καὶ δικαιοσύνην, Κύριε. 18 Αλλά η συντετριμμένη από την λύπην ψυχή, η οποία από το βάρος των αμαρτιών και των τιμωριών βαδίζει σκυφτή και αδύναμος με θολωμένους από τα δάκρυα οφθαλμούς και ο πεινασμένος άνθρωπος, αυτοί θα σε δοξολογήσουν, Κυριε, και θα διαλαλήσουν την δικαιοσύνην σου. 18 Ἀλλ’ ἡ ψυχή, ἡ ὁποία πονεῖ, λυπεῖται, συντρίβεται διὰ τὸ πλῆθος καὶ τὸ μέγεθος τῶν ἁμαρτιῶν καὶ τῶν τιμωριῶν, καὶ κάτω ἀπὸ τὸ βάρος τοῦτο βαδίζει κυρτωμένη καὶ ἀδύνατη, καὶ οἱ ὀφθαλμοί, οἱ ὁποῖοι τρεμοσβήνουν θολωμένοι ἀπὸ τὰ δάκρυα τῶν θλίψεων, καὶ ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος δοκιμάζεται καὶ πεινᾷ, αὐτοὶ θὰ Σὲ δοξολογήσουν, Κύριε, θὰ ἀναγνωρίσουν πρεπόντως καὶ θὰ διακηρύξουν τὴν δικαιοσύνην σου.
19 ὅτι οὐκ ἐπὶ τὰ δικαιώματα τῶν πατέρων ἡμῶν καὶ τῶν βασιλέων ἡμῶν ἡμεῖς καταβάλλομεν τὸν ἔλεον ἡμῶν κατὰ πρόσωπόν σου, Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, 19 Σου υποβάλλομεν την ικετήριον αυτήν προς το έλεός σου δέησιν, στηριζόμενοι οχι εις τας δικαιοσύνας των προγόνων μας και των βασιλέων μας, αλλά στο έλεός σου, Κυριε ο Θεός ημών. 19 Ὑποβάλλομεν εἰς Σέ, Κύριε ὁ Θεὸς ἠμῶν, τὴν θερμὴν παράκλησιν καὶ ἱκεσίαν μας, ὄχι διότι στηριζόμεθα εἰς τὴν δικαιοσύνην, τὴν ἀξιομισθίαν καὶ τὴν ἀρετὴν τῶν προγόνων καὶ τῶν βασιλέων μας.
20 ὅτι ἐνῆκας τὸν θυμόν σου καὶ τὴν ὀργήν σου ἐφ᾿ ἡμᾶς, καθάπερ ἐλάλησας ἐν χειρὶ τῶν παίδων σου τῶν προφητῶν λέγων· 20 Διότι συ εν τη δικαιοσύνη σου εξαπέλυσες τον θυμόν σου και την οργήν σου εναντίον μας, όπως άλλωστε είχες προαναγγείλει δια μέσου των δούλων σου, των προφητών, λέγων· 20 Ὄχι δι' αὐτά· διότι ἄφησες νὰ ἐκσπάσῃ ὁ δίκαιος θυμός σου καὶ ἡ ὀργή σου ἐναντίον μας, ὅπως ἀκριβῶς εἶχες προαναγγείλει καὶ ἀπειλήσει διὰ τῶν δούλων σου τῶν Προφητῶν, διὰ τῶν ὁποίων παρήγγειλες:
21 οὕτως εἶπε Κύριος· κλίνατε τὸν ὦμον ὑμῶν ἐργάσασθαι τῷ βασιλεῖ Βαβυλῶνος καὶ καθίσατε ἐπὶ τὴν γῆν, ἣν δέδωκα τοῖς πατράσιν ὑμῶν· 21 έτσι είπεν ο Κυριος· Σκύψατε τον ώμον σας, δια να εργασθήτε υποτεταγμένοι στον βασιλέα της Βαβυλώνος, ώστε να ημπορέσετε να παραμείνετε εις την χώαν, την οποίαν εγώ έδωκα στους προγόνους σας. 21 Ἔτσι εἶπεν ὁ Κύριος: <Σκύψατε τὸν ὦμον σας, ὑποταγῆτε, διὰ νὰ ἐργασθῆτε ὡς ὑπήκοοι καὶ ὑπόδουλοι εἰς τὸν βασιλιᾶ τῆς Βαβυλῶνος, καὶ ἔτσι θὰ ἠμπορέσετε νὰ παραμείνετε εἰς τὴν χώραν, τὴν ὁποῖον ἔχω δώσει εἰς τοὺς προπάτορές σας.
22 καὶ ἐὰν μὴ ἀκούσητε τῆς φωνῆς Κυρίου ἐργάσασθαι τῷ βασιλεῖ Βαβυλῶνος, 22 Εάν όμως δεν υπακούετε εις την φωνήν του Κυρίου, να εργασθήτε εν υποταγή στον βασιλέα της Βαβυλώνος, 22 Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ὑπακούσετε εἰς τὴν φωνὴν τοῦ Κυρίου, διὰ νὰ ἐργασθῆτε ὡς ὑπήκοοι εἰς τὸν βασιλιᾶ τῆς Βαβυλῶνος,
23 ἐκλείψειν ποιήσω ἐκ πόλεων ᾿Ιούδα καὶ ἔξωθεν ῾Ιερουσαλὴμ φωνὴν εὐφροσύνης καὶ φωνὴν χαρμοσύνης, φωνὴν νυμφίου καὶ φωνὴν νύμφης, καὶ ἔσται πᾶσα ἡ γῆ εἰς ἄβατον ἀπὸ ἐνοικούντων. 23 τότε εγώ θα φέρω έτσι τα πράγματα και θα κάμω, ώστε να λείψη από τας πόλεις της Ιουδαίας και από τας οδούς της Ιερουσαλήμ κάθε φωνή αγαλλιάσεως και χαράς, χαρμόσυνος φωνή νυμφίου και νύμφης. Ολη δε η χώρα θα μείνη έρημος και άβατος από τους κατοίκους. 23 τότε Ἐγὼ <ὁ Θεός> θὰ ἐνεργήσω ἔτσι, ὥστε νὰ ἐξαφανισθῇ ἀπὸ τὶς πόλεις τοῦ Ἰούδα καὶ ἀπὸ τοὺς δρόμους τῆς Ἱερουσαλὴμ ἡ φωνὴ ἐκείνων ποὺ εὐφραίνονται καὶ ἡ φωνὴ ἐκείνων ποὺ χαίρουν καὶ ἡ χαρούμενη φωνὴ τοῦ γαμβροῦ καὶ ἡ φωνὴ τῆς νύμφης· ὁλόκληρη δὲ ἡ χώρα θὰ καταστροφῇ καὶ θὰ καταντήσῃ ἄβατος καὶ ἔρημος ἀπὸ κατοίκους>.
24 καὶ οὐκ ἠκούσαμεν τῆς φωνῆς σου ἐργάσασθαι τῷ βασιλεῖ Βαβυλῶνος, καὶ ἔστησας τοὺς λόγους σου, οὓς ἐλάλησας ἐν χερσὶ τῶν παίδων σου τῶν προφητῶν, τοῦ ἐξενεχθῆναι τὰ ὀστᾶ βασιλέων ἡμῶν καὶ τὰ ὀστᾶ τῶν πατέρων ἡμῶν ἐκ τοῦ τόπου αὐτῶν, 24 Ημείς όμως δεν υπηκούσαμεν εις την εντολήν σου, να εργασθώμεν εν υποταγή στον βασιλέα της Βαβυλώνος και έτσι συ εξεπλήρωσες τους απειλητικούς λόγους σου, τους οποίους είπες εναντίον μας δια μέσου των δούλων σου, των προφητών, ότι δηλαδή θα επέλθουν εναντίον μας αι δίκαιαι τιμωρίαι, και αυτά ακόμη τα οστά των βασιλέων και τα οστά των προγονων μας θα εξαχθούν από τους τάφους των! 24 Δὲν ὑπακούσαμε ὅμως εἰς τὴν ἐντολήν σου νὰ ὑποταγῶμεν καὶ νὰ ἐργασθῶμεν εἰς τὸν βασιλιᾶ τῆς Βαβυλῶνος· καὶ ἔτσι σὺ ἐξεπλήρωσες τοὺς ἀπειλητικοὺς λόγους σου, τοὺς ὁποίους ἐξήγγειλες μέσῳ τῶν δούλων σου, τῶν Προφητῶν, ὅτι τὰ ὀστᾶ τῶν βασιλέων μας καὶ τὰ ὀστᾶ τῶν προγόνων θὰ ξεθαφτοῦν καὶ θὰ ἀνασυρθοῦν ἀπὸ τοὺς τάφους των καὶ θὰ βεβηλωθοῦν ἐκ μέρους τῶν κατακτητῶν!
25 καὶ ἰδού ἐστιν ἐξερριμμένα τῷ καύματι τῆς ἡμέρας καὶ τῷ παγετῷ τῆς νυκτός, καὶ ἀπεθάνοσαν ἐν πόνοις πονηροῖς, ἐν λιμῷ καὶ ἐν ρομφαίᾳ καὶ ἐν ἀποστολῇ. 25 Και ιδού ότι πράγματι αυτά ερρίφθησαν και εσκορπίσθησαν έξω εκτεθειμένα στο καύμα της ημέρας και στον παγετόν της νυκτός. Οι δε πατέρες μας απέθανον εν μέσω φοβερών αθλιοτήτων και τιμωριών, με λιμόν και με ρομφαίαν και με αιχμαλωσίαν. 25 Καὶ πράγματι, ἰδού! Αὐτὰ εἶναι ριγμένα καὶ σκορπισμένα ἔξω ἀπὸ τοὺς τάφους, ἐκτεθειμένα εἰς τὸν καύσωνα τῆς ἡμέρας καὶ εἰς τὴν παγωνιὰ τῆς νύκτας. Καὶ οἱ πατέρες μας ἀπέθαναν μέσα εἰς ὀδυνηρὲς ἀγωνίες καὶ ἀθλιότητες ἀπὸ πεῖναν, ἀπὸ τὸ πλατὺ καὶ μεγάλο ἀμφίστομον σπαθὶ καὶ τὴν αἰχμαλωσίαν.
26 καὶ ἔθηκας τὸν οἶκον, οὗ ἐπεκλήθη τὸ ὄνομά σου ἐπ᾿ αὐτῷ, ὡς ἡ ἡμέρα αὕτη, διὰ πονηρίαν οἴκου ᾿Ισραὴλ καὶ οἴκου ᾿Ιούδα. - 26 Και κατέστησες τον ναόν, όπου επεκαλείτο το Ονομά σου, όπως είναι σήμερα, κρημνισμένος και εγκαταλελειμμένος εξ αιτίας της κακίας των Ισραηλιτών και των Ιουδαίων. 26 Καὶ παρεχώρησες ὥστε νὰ καταντήσῃ ὁ Ναός, ὅπου ἐπεκαλούμεθα τὸ Ὄνομά σου, εἰς τὴν κατάστασιν ποὺ εἶναι σήμερα, ἔρημος καὶ ἐγκαταλελειμμένος λόγῳ τῆς ἀσεβείας, τῆς ἀποστασίας καὶ ἁμαρτωλότητος τῶν Ἰσραηλιτῶν καὶ τῶν Ἰουδαίων.
27 Καὶ ἐποίησας εἰς ἡμᾶς, Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, κατὰ πᾶσα ἐπιείκειάν σου καὶ κατὰ πάντα οἰκτιρμόν σου τὸν μέγαν, 27 Και εν τούτοις είχες φερθή συ, Κυριε ο Θεός μας, προς ημάς σύμφωνα με όλην σου την επιείκειαν και με όλους τους μεγάλους οικτιρμούς σου, 27 Καὶ ὅμως Σὺ ἐφέρθης ἀπέναντί μας, Κύριε ὁ Θεὸς ἠμῶν, ὄχι μὲ αὐστηρότητα, ἀλλὰ σύμφωνα μὲ τὴν συνήθη θαυμαστὴν ἐπιείκειάν σου καὶ σύμφωνα μὲ τοὺς ἀπείρους οἰκτιρμούς σου,
28 καθὰ ἐλάλησας ἐν χειρὶ παιδός σου Μωυσῆ, ἐν ἡμέρᾳ ἐντειλαμένου σου αὐτῷ γράψαι τὸν νόμον σου ἐναντίον υἱῶν ᾿Ισραὴλ λέγων· 28 όπως ωμίλησες δια μέσου του δούλου σου του Μωϋσέως κατά την ημέραν, κατά την οποίαν του έδωσες την εντολήν να γράψη τον Νομον σου ενώπιον των Ισραηλιτών λέγων· 28 ὅπως ὑπεσχέθης διὰ τοῦ δούλου σου Μωϋσῆ, κατὰ τὴν ἡμέραν ποὺ τὸν διέταξες νὰ καταγράψῃ τὸν νόμον σου ἐνώπιον τῶν Ἰσραηλιτῶν, λέγων:
29 ἐὰν μὴ ἀκούσητε τῆς φωνῆς μου, εἰ μὴν ἡ βόμβησις ἡ μεγάλη ἡ πολλὴ αὕτη ἀποστρέψει εἰς μικρὰν ἐν τοῖς ἔθνεσιν, οὗ διασπερῶ αὐτοὺς ἐκεῖ· 29 Εάν δεν υπακούσετε εις την φωνήν μου, τότε ο μεγάλος και αναρίθμητος αυτός λαός, που βομδεί, θα γίνη ελάχιστος μεταξύ των εθνών, όπου εγώ θα τους διασκορπίσω. 29 <Ἐὰν δὲν ὑπακούσετε εἰς τὴν φωνήν μου, αὐτὸ τὸ μεγάλο καὶ ἀμέτρητον πλῆθος, τὸ σμῆνος τοῦτο τοῦ λαοῦ θὰ ἐλαττωθῇ ὁπωσδήποτε καὶ θὰ καταντήσῃ ἐλαχίστη μειονότης μεταξὺ τῶν ἐθνῶν, ὅπου θὰ τοὺς διασκορπίσω.
30 ὅτι ἔγνων ὅτι οὐ μὴ ἀκούσωσί μου, ὅτι λαὸς σκληροτράχηλός ἐστι. καὶ ἐπιστρέψουσιν ἐπὶ καρδίαν αὐτῶν ἐν γῇ ἀποικισμοῦ αὐτῶν 30 Αυτά τα προαναγγέλλω, είπες, διότι γνωρίζω ότι οι Ισραηλίται δεν θα ακούσουν την φωνήν μου διότι είναι λαός σκληροτράχηλος και αμετανόητος. Εάν όμως εις την εξορίαν ευρισκόμενοι συναισθανθούν την αμαρτωλότητά των και συνέλθουν στον εαυτόν των 30 Αὐτὰ δὲ τὰ προλέγω, ἐπειδὴ γνωρίζω ὅτι δὲν θὰ πειθαρχήσουν εἰς Ἐμέ, διότι εἶναι λαὸς ποὺ ἔχει σκληρὸν καὶ ἄκαμπτον τὸν τράχηλόν του καὶ δὲν ὑποτάσσεται. Ἀλλ' εἰς τὴν χώραν, ὅπου θὰ αἰχμαλωτισθοῦν καὶ θὰ ἐξορισθοῦν, θὰ συναισθανθοῦν τὸ μεγάλο ἁμάρτημά των καὶ θὰ συνέλθουν καὶ θὰ μετανοήσουν.
31 καὶ γνώσονται ὅτι ἐγὼ Κύριος ὁ Θεὸς αὐτῶν. καὶ δώσω αὐτοῖς καρδίαν καὶ ὦτα ἀκούοντα, 31 και αναγνωρίσουν ότι εγώ είμαι Κυριος ο Θεός των, εγώ τότε θα δώσω εις αυτούς καρδίαν αγνήν και συνετήν, αυτιά πρόθυμα να ακούουν. 31 Θὰ ἀναγνωρίσουν δὲ καὶ θὰ ὁμολογήσουν ὅτι Ἐγὼ εἶμαι Κύριος ὁ Θεός των. Τότε θὰ δώσω καὶ Ἐγὼ εἰς αὐτοὺς καρδίαν συνετὴν καὶ πρόθυμον νὰ ὑπακούῃ, καὶ αὐτιὰ ἀνοικτὰ καὶ ἕτοιμα νὰ ἀκούουν.
32 καὶ αἰνέσουσί με ἐν γῇ ἀποικισμοῦ αὐτῶν καὶ μνησθήσονται τοῦ ὀνόματός μου 32 Τοτε δε θα με δοξολογήσουν εις την χώραν της εξορίας των και θα ενθυμηθούν το Ονομά μου. 32 Καὶ τότε εἰς τὴν χώραν τῆς ἐξορίας καὶ τῆς αἰχμαλωσίας των θὰ ἀναπέμψουν εἰς Ἐμὲ ὕμνους καὶ ἐπαίνους καὶ θὰ ἐνθυμηθοῦν τὸ ὄνομά μου.
33 καὶ ἀποστρέψουσιν ἀπὸ τοῦ νώτου αὐτῶν τοῦ σκληροῦ καὶ ἀπὸ πονηρῶν πραγμάτων αὐτῶν, ὅτι μνησθήσονται τῆς ὁδοῦ πατέρων αὐτῶν τῶν ἁμαρτόντων ἔναντι Κυρίου. 33 Θα παύσουν πλέον να έχουν σκληρόν και ανυπότακτον τον τράχηλον, θα απομακρυνθούν από τα πονηρά έργα των, διότι θα αναμνησθούν το κατάντημα και την τύχην των πατέρων των, οι οποίοι είχαν αμαρτήσει ενώπιον εμού, του Κυρίου. 33 Τότε θὰ παύσουν πλέον ἀπὸ τοῦ νὰ εἶναι ἀνυπάκουοι, νὰ ἔχουν σκληρὸν καὶ ἄκαμπτον τὸν τράχηλόν των καὶ τὴν ράχην των, καὶ θὰ ἐπιστρέφουν ἐν μετανοίᾳ ἀπὸ τὰ πονηρά των ἔργα, διότι θὰ ἐνθυμηθοῦν τὴν ἁμαρτωλὴν ζωὴν καὶ συμπεριφορὰν τῶν πατέρων των, οἱ ὁποῖοι ἁμάρτησαν ἐνώπιον Ἐμοῦ, τοῦ Κυρίου.
34 καὶ ἀποστρέψω αὐτοὺς εἰς τὴν γῆν, ἣν ὤμοσα τοῖς πατράσιν αὐτῶν, τῷ ῾Αβραὰμ καὶ τῷ ᾿Ισαὰκ καὶ τῷ ᾿Ιακώβ, καὶ κυριεύσουσιν αὐτῆς· καὶ πληθυνῶ αὐτούς, καὶ οὐ μὴ σμικρυνθῶσι· 34 Τοτε δε συνετισμένους και εν μετάνοία θα τους επαναφέρω εγώ εις την χώραν, την οποίαν ωρκίσθην να δώσω στον Αβραάμ, τον Ισαάκ και τον Ιακώβ και θα γίνουν πλέον κύριοι και ιδιοκτήται αυτής. Θα τους πληθύνω και δεν θα ολιγοστεύσουν. 34 Καὶ τότε θὰ τοὺς ἐπιστρέφω καὶ θὰ τοὺς ἀποκαταστήσω εἰς τὴν χώραν, τὴν ὁποίαν ὠρκίσθηκα νὰ δώσω εἰς τοὺς προπάτορές των, τὸν Ἀβραὰμ καὶ τὸν Ἰσαὰκ καὶ τὸν Ἰακώβ, καὶ θὰ γίνουν πλέον κύριοι καὶ κάτοχοι τῆς γῆς αὐτῆς. Θὰ τοὺς αὐξήσω δὲ καὶ θὰ τοὺς πληθύνω, καὶ πλέον δὲν θὰ ὀλιγοστεύσουν.
35 καὶ στήσω αὐτοῖς διαθήκην αἰώνιον τοῦ εἶναί με αὐτοῖς εἰς Θεὸν καὶ αὐτοὶ ἔσονταί μοι εἰς λαόν· καὶ οὐ κινήσω ἔτι τὸν λαόν μου ᾿Ισραὴλ ἀπὸ τῆς γῆς, ἧς ἔδωκα αὐτοῖς. 35 Θα συνάψω και θα επικυρώσω συμφωνίαν αιωνίαν με αυτούς, δια να είμαι εις αυτούς ο Θεός των και αυτοί να είναι δι' εμέ ο λαός. Δεν θα μετακινήσω πλέον τον λαόν μου τον ισραηλιτικόν από την χώραν, την οποίαν εγώ έχω δώσει εις αυτούς. 35 Θὰ συνάψω δὲ μαζί των συμφωνίαν αἰώνων, διὰ να εἶμαι εἰς αὐτοὺς ὁ Θεός των καὶ αὐτοὶ νὰ εἶναι εἰς Ἐμὲ λαὸς ἐκλεκτός. Καὶ οὐδέποτε πλέον θὰ μετακινήσω τὸν Ἰσραηλιτικὸν λαόν μου ἀπὸ τὴν χώραν, τὴν ὁποίαν Ἐγὼ τοὺς ἔχω δώσει>.