Τετάρτη, 17 Απριλίου 2024
Ανατ: 06:47
Δύση: 20:03
Σελ. 9 ημ.
108-258
16ος χρόνος, 5905η ημέρα
Έκδοση: 4η

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΑΚΩΒΟΥ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 (Δ)


 
 

ΚΕΦΑΛΑΙΑ


 
Αρχαίο κείμενο Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Πόθεν πόλεμοι καὶ πόθεν μάχαι ἐν ὑμῖν; οὐκ ἐντεῦθεν, ἐκ τῶν ἡδονῶν ὑμῶν τῶν στρατευομένων ἐν τοῖς μέλεσιν ὑμῶν; 1 Από που προέρχονται και γεννώνται μεταξύ σας εχθρικαί καταστάσεις, έριδες και συγκρούσεις; Δεν προέρχονται από αυτήν την αιτίαν, δηλαδή από τας εμπαθείς επιθυμίας αμαρτωλών ηδονών, αι οποίαι επιθυμίαι έχουν επιστρατευθή και διεξάγουν πόλεμον μέσα εις τα μέλη σας, δια να σας υποδουλώσουν εις την φαυλότητα; 1 Καὶ ἀφοῦ ὁμιλῶ περὶ ἀκαταστασίας καὶ συγχύσεως καὶ ταραχῆς, ἂς θέσω τώρα τὸ ἐρώτημα: Ἀπὸ ποὺ προέρχονται μεταξύ σας αἱ ἔριδες καὶ αἱ συγκρούσεις; Δὲν προέρχονται ἀπὸ τὴν αἰτίαν αὐτήν, ἤτοι ἀπὸ τὴν προσπάθειαν νὰ ἰκανοποιήσετε τὰς ἐφαμάρτους ἐπιθυμίας σας, ποὺ σηκώνουν ἐκστρατείαν καὶ πόλεμον μὲ ἕδραν καὶ φρούριόν των τὸ μέλη σας;
2 ἐπιθυμεῖτε, καὶ οὐκ ἔχετε· φονεύετε καὶ ζηλοῦτε, καὶ οὐ δύνασθε ἐπιτυχεῖν· μάχεσθε καὶ πολεμεῖτε, καὶ οὐκ ἔχετε, διὰ τὸ μὴ αἰτεῖσθαι ὑμᾶς· 2 Επιθυμείτε και δεν έχετε αυτό που επιθυμείτε. Και επάνω εις την επιθυμίαν σας να το αποκτήσετε, ημπορεί να φθάσετε ακόμη και μέχρι του φόνου. Φθονείτε και επιθυμείτε με εμπάθειαν και δεν ημπορείτε να επιτύχετε αυτό, που επιθυμείτε. Και το αποτέλεσμα είναι ότι καταλήγετε εις συγκρούσεις και εις εχθρικάς καταστάσεις. Και δεν έχετε αυτά που θέλετε, διότι δεν ζητείτε από τον Θεόν με πίστιν, ο,τι είναι καλόν και ωφέλιμον δια σας. 2 Ἐπιθυμεῖτε. Καὶ δὲν ἔχετε ἐκεῖνο, ποὺ ἰκανοποιεῖ τὰς ἐπιθυμίας σας. Καὶ ἐν τῇ προσπαθείᾳ: τοῦ νὰ τὸ ἀποκτήσετε, κινδυνεύετε νὰ φθάσετε καὶ μέχρι φόνου. Καὶ ἐπιθυμεῖτε μὲ σφοδρότητα καὶ δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἐπιτύχετε ἐκεῖνο, ποὺ ἐπιθυμεῖτε. Δι' αὐτὸ ἔρχεσθε εἰς συγκρούσεις καὶ ἔριδας. Καὶ δὲν ἔχετε, διότι δὲν ζητεῖτε ἀπὸ τὸν Θεόν διὰ προσευχῆς. Ἐθέσατε ὡς σκοπόν σας τὴν ἡδονὴν καὶ ἐξεκόψατε τὸν ἑαυτόν σας ἀπὸ τὸν Θεόν.
3 αἰτεῖτε καὶ οὐ λαμβάνετε, διότι κακῶς αἰτεῖσθε, ἵνα ἐν ταῖς ἡδοναῖς ὑμῶν δαπανήσητε. 3 Μερικές όμως φορές ζητείτε από τον Θεόν και όμως δεν λαβάνετε, διότι ζητείτε προς κακόν και επιβλαβή σκοπόν, δια να διαθέσετε δηλαδή και εξοδεύσετε αυτό που ζητείτε εις απόλαυσιν αμαρτωλών ηδονών. 3 Ὑπάρχουν μεταξύ σας καὶ ἄλλοι, ποὺ ζητοῦν ἀπὸ τὸν Θεόν. Πρὸς αὐτοὺς τώρα ἀπευθύνομαι. Ζητεῖτε ἀπὸ τὸν Θεόν διὰ προσευχῆς καὶ δὲν λαμβάνετε, διότι ζητεῖτε πρὸς σκοπὸν κακόν, διὰ νὰ ἐξοδεύσετε ἐκεῖνο, ποὺ ζητεῖτε, πρὸς ἀπόλαυσιν τῶν ἡδονῶν σας.
4 μοιχοὶ καὶ μοιχαλίδες! οὐκ οἴδατε ὅτι ἡ φιλία τοῦ κόσμου ἔχθρα τοῦ Θεοῦ ἐστιν; ὃς ἂν οὖν βουληθῇ φίλος εἶναι τοῦ κόσμου, ἐχθρὸς τοῦ Θεοῦ καθίσταται. 4 Προδόται και προδότριαι, που καταπατείτε και μολύνετε την πίστιν και την αγάπην προς τον Χριστόν! Δεν γνωρίζετε ότι η αγάπη και η προσκόλλησις στον αμαρτωλόν κόσμον είναι έχθρα προς τον Θεόν; Οποιος θελήση να είναι φίλος του κόσμου, των αμαρτωλών διασκεδάσεων και ηδονών του κόσμου, γίνεται εχθρός του Θεού. 4 Προδόται καὶ προδότριαι τῆς ἀγάπης καὶ τῆς πίστεως, ποὺ ὀφείλομεν εἰς τὸν οὐράνιον Νυμφίον μας· δὲν γνωρίζετε, ὅτι ἡ προσκόλλησις εἰς τὰς ἡδονὰς καὶ τὰ ἀγαθὰ τοῦ κόσμου εἶναι ἔχθρα πρὸς τὸν Θεόν; Ὁποιοσδήποτε θελήσῃ νὰ εἶναι φίλος τοῦ κόσμου καὶ τῶν διασκεδάσεων καὶ ἡδονῶν του, γίνεται ἐχθρὸς τοῦ Θεοῦ.
5 ἢ δοκεῖτε ὅτι κενῶς ἡ γραφὴ λέγει, πρὸς φθόνον ἐπιποθεῖ τὸ Πνεῦμα ὃ κατῴκησεν ἐν ἡμῖν; 5 Η νομίζετε ότι μάταια και χωρίς κανένα νόημα λέγει η Γραφή, ότι με απέραντον αγάπην, που φθάνει σαν μέχρι ζηλοτυπίας και φθόνου, μας ποθεί το Πνεύμα το Αγιον, που έχει κατοικήσει μέσα μας; (Προδοσία εκ μέρους μας αυτής της αγίας αγάπης του εξεγείρει τον αποτροπιασμόν του και την οργήν του εναντίον μας). 5 Ἢ νομίζετε, ὅτι ματαίως καὶ ἄνευ σημασίας λέγει ἡ Γραφή, ὅτι μᾶς ζηλότυπεῖ καὶ μέχρι φθόνου μᾶς ποθεῖ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ποὺ κατῴκησε μέσα μας; Ὅταν λοιπὸν προδιδῶμεν τὴν ἀγάπην του καὶ προσκολλώμεθα εἰς τὰς ἡδονὰς τοῦ κόσμου, δὲν θὰ μᾶς μισήσῃ καὶ δὲν θὰ μᾶς ἀποστραφῇ;
6 μείζονα δὲ δίδωσι χάριν· διὸ λέγει· ὁ Θεὸς ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δὲ δίδωσι χάριν. 6 Εξ αντιθέτου, όταν μείνωμεν πιστοί εις την αγάπην του και αποκηρύξωμεν την αμαρτίαν του κόσμου, μας δίδει ακόμη μεγαλυτέραν χάριν, δι' αυτό και η Γραφή λέγει, ότι “ο Θεός αντιτάσσεται στους υπερηφάνους, που τον εγκαταλείπουν, δια να απολαύσουν αλαζονικώς τον κόσμον· ενώ αντιθέτως, δίδει χάριν στους ταπεινούς και τους υποταγμένους εις αυτόν”. 6 Ἐὰν ὅμως διακόψωμεν τὴν πρὸς τὸν Κόσμον φιλίαν, ὅσον περισσότερον μᾶς ἀγαπᾷ καὶ μᾶς ποθεῖ ὁ Θεός, τόσον μεγαλυτέρα θὰ εἶναὶ ἡ χάρις ποὺ θὰ μᾶς δίδῃ. Διὰ τοῦτο λέγει ἡ Γραφή· ὁ Θεὸς ἀντιτάσσεται πρὸς τοὺς ὑπερηφάνους, οἱ ὁποῖοι διὰ τὰς ἡδονάς των περιφρονοῦν τὸ θέλημά του καὶ προτιμοῦν τὸν κόσμον παρὰ τὸν Θεόν. Εἰς τοὺς ταπεινοὺς δέ, ποὺ ἀπαρνοῦνται τὰς ἡδονάς των καὶ τὸν κόσμον χάριν τοῦ Θεοῦ, δίδει χάριν.
7 Ὑποτάγητε οὖν τῷ Θεῷ. ἀντίστητε τῷ διαβόλῳ, καὶ φεύξεται ἀφ’ ὑμῶν· 7 Υποταχθήτε, λοιπόν, με ταπείνωσιν στον Θεόν. Αντισταθήτε στον διάβολον, που σας δελεάζει και σας φλογίζει με τας αμαρτωλάς ηδονάς του κόσμου, και θα φύγη μακρυά από σας νικημένος και εξευτελισμένος. 7 Ὑποταχθῆτε λοιπὸν ταπεινῶς εἰς τὸν Θεόν. Ἀντισταθῆτε εἰς τὸν διάβολον, ποὺ σᾶς πειράζει μὲ τὰς ἡδονὰς τοῦ κόσμου, καὶ θὰ φύγῃ οὗτος νικημένος, καὶ ἐντροπιασμένος μακρὰν ἀπὸ σᾶς.
8 ἐγγίσατε τῷ Θεῷ, καὶ ἐγγιεῖ ὑμῖν. καθαρίσατε χεῖρας ἁμαρτωλοί καὶ ἁγνίσατε καρδίας δίψυχοι. 8 Πλησιάστε κοντά στον Θεόν και ο Θεός θα πλησιάση κοντά εις σας. Αμαρτωλοί άνθρωποι, καθαρίσατε τα χέρια σας από κάθε αμαρτωλήν πράξιν και ενόχην, εξαγνίσατε το εσωτερικόν σας σεις οι δίγνωμοι, που κυμαίνεσθε μεταξύ Θεού και αμαρτωλού κόσμου. 8 Πλησιάσατε εἰς τὸν Θεόν καὶ θὰ πλησιάσῃ καὶ ὁ Θεὸς εἰς σᾶς. Καθαρίσατε ἀπὸ κάθε ἐνοχὴν τὴν ἐξωτερικὴν συμπεριφοράν σας, οἰ ἁμαρτωλοί, καὶ ἑξαγνίσατε τὸ ἐσωτερικόν σας, σεῖς οἱ δίβουλοι, ποὺ ἄλλοτε πηγαίνετε μὲ τὸν Θεόν καὶ ἄλλοτε μὲ τὸν κόσμον.
9 ταλαιπωρήσατε καὶ πενθήσατε καὶ κλαύσατε· ὁ γέλως ὑμῶν εἰς πένθος μεταστραφήτω καὶ ἡ χαρὰ εἰς κατήφειαν. 9 Συναισθανθήτε την αμαρτωλότητά σας και την ενόχην σας, μετανοήσατε, πενθήσατε και κλαύσατε, δια τας αθλιότητάς σας. Τα αμαρτωλά σας γέλοια μέσα εις τα ξεφαντώματα της αμαρτίας ας αλλάξουν και ας γίνουν λύπη και συντριβή μετανοίας, και η ψεύτικη χαρά του κόσμου ας μετατραπή εις συναίσθησιν και κατήφειαν. 9 Συναισθανθῆτε τὴν ἀθλιότητά σας καὶ λυπηθῆτε καὶ κλαύσατε μὲ συντριβὴν μετανοίας. Ὁ γέλως σας, ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸν ἡδονικόν σας βίον, ἂς μεταστροφῇ εἰς λύπην μετανοίας καὶ ἡ κοσμικὴ χαρά σας ἂς μετατροπῇ εἰς θλῖψιν.
10 ταπεινώθητε ἐνώπιον τοῦ Κυρίου, καὶ ὑψώσει ὑμᾶς. 10 Ταπεινωθήτε ενώπιον του Κυρίου και θα σας υψώση εις την παρούσαν ζωήν ως προσωπικότητα αρετής, θα σας δοξάση δε εις την μέλλουσαν. 10 Ταπεινωθῆτε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ θὰ σᾶς ὑψώσῃ εἰς μὲν τὴν παροῦσαν ζωὴν διὰ τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς ἠθικῆς τελειοποιήσεως, εἷς δὲ τὴν μέλλουσαν διὰ τῆς αἰωνίου του δόξης καὶ μακαριότητος.
11 Μὴ καταλαλεῖτε ἀλλήλων, ἀδελφοί, ὁ καταλαλῶν ἀδελφοῦ καὶ κρίνων τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ καταλαλεῖ νόμου καὶ κρίνει νόμον· εἰ δὲ νόμον κρίνεις, οὐκ εἶ ποιητὴς νόμου, ἀλλὰ κριτής. 11 Αδελφοί, μη κατηγορείτε και μη κατακρίνετε ο ένας τον άλλον. Διότι εκείνος που κατηγορεί και κατακρίνει και καταδικάζει τον αδελφόν του, κατηγορεί και καταδικάζει τον θείον Νομον, τον Νομον της αγάπης και της καλωσύνης. Εάν δε με την συμπεριφοράν σου αυτήν καταδικάζης τον νόμον της αγάπης, που απαγορεύει την κατάκρισιν, τότε δεν είσαι πλέον τηρητής του νόμου, αλλά θρασύς κριτής και επικριτής του νόμου. 11 Ἐπειδὴ δὲ καὶ τὸ νὰ κατακρίνῃ ὁ ἕνας τὸν ἄλλον γίνεται αἰτία ψυχρότητος καὶ συγκρούσεων, δι’ αὐτὸ μὴ κατηγορεῖτε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, ἀδελφοί. Ἐκεῖνος, ποὺ κατηγορεῖ καὶ καταδικάζει τὸν ἀδελφόν του, κατηγορεῖ ὡς μὴ ὀρθὸν τὸν θεῖον νόμον καὶ καταδικάζει καὶ καταφρονεῖ τὸν θεῖον νόμον τῆς ἀγάπης. Ἐὰν δὲ καταδικάζῃς τὸν νόμον τῆς ἀγάπης, ποὺ σοῦ ἀπαγορεύει καὶ τὴν κατάκρισιν τοῦ πλησίον, θέτεις τὸν ἑαυτόν σου παραπάνω ἀπὸ τὸν νόμον. Δὲν εἶσαι πλέον ἐκτελεστὴς τοῦ νόμου, ποὺ ὑποχρεοῦσαι νὰ φυλάττῃς αὐτόν, ἀλλὰ κάνεις τὸν ἑαυτόν σου κριτὴν μὲ τὴν θρασεῖαν ἀξίωσιν νὰ ἔχῃς δικαιώματα ἐπὶ τοῦ νόμου, ὥστε καὶ νὰ καταργῇς αὐτόν.
12 εἷς ἐστιν ὁ νομοθέτης καὶ κριτής, ὁ δυνάμενος σῶσαι καὶ ἀπολέσαι· σὺ δὲ τίς εἶ ὃς κρίνεις τὸν ἕτερον; 12 Ενας όμως είναι ο νομοθέτης, που έχει το δικαίωμα να νομοθετή το ορθόν και να κρίνη κάθε παραβάτην, ο δίκαιος Θεός, ο οποίος έχει την δύναμιν και να σώση και να καταδικάση εις απώλειαν. Συ δε, ασήμαντε άνθρωπε, ποίος είσαι, που τολμάς να κρίνης και να κατακρίνης τον άλλον; 12 Ἕνας ὅμως εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ ἔχει ἀπόλυτον δικαίωμα νὰ νομοθετῇ καὶ νὰ κρίνῃ κάθε παραβάτην, ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος ἔχει καὶ τὴν δύναμιν νὰ σώσῃ καὶ νὰ παραδώσῃ εἰς τὴν ἀπώλειαν. Σὺ δέ, μικρὲ καὶ τιποτένιε ἄνθρωπε, ποῖος εἶσαι ποὺ κατακρίνεις τὸν ἄλλον;
13 Ἄγε νῦν οἱ λέγοντες· σήμερον καὶ αὔριον πορευσόμεθα εἰς τήνδε τὴν πόλιν καὶ ποιήσομεν ἐκεῖ ἐνιαυτὸν ἕνα καὶ ἐμπορευσόμεθα καὶ κερδήσομεν· 13 Ελάτε τώρα σεις, που χωρίς να λογαριάζετε τον Θεόν λέτε· “σήμερα η αύριον θα πάμε εις αυτήν την πόλιν και θα μείνωμεν εκεί ένα έτος και θα επιδοθώμεν στο εμπόριον και θα κερδήσωμεν χρήματα”. 13 Λησμονεῖς, ὅτι ἐξαρτώμεθα ἐξ ὁλοκλήρου ἀπὸ τὸν Θεόν, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ ὁ ἀπόλυτος κύριος τῆς ζωῆς τοῦ καθενός μας; Ἐλᾶτε τώρα σεῖς, ποὺ λέγετε· σήμερον ἢ αὔριον θὰ ὑπάγωμεν εἰς αὐτὴν τὴν πόλιν καὶ θὰ μείνωμεν ἐκεῖ ἓν ἔτος καὶ θὰ ἐμπορευθῶμεν καὶ θὰ κερδήσωμεν.
14 οἵτινες οὐκ ἐπίστασθε τὸ τῆς αὔριον· ποία γὰρ ἡ ζωὴ ὑμῶν; ἀτμὶς γὰρ ἔσται ἡ πρὸς ὀλίγον φαινομένη, ἔπειτα δὲ καὶ ἀφανιζομένη· 14 Τα λέγετε αυτά σεις, οι οποίοι δεν γνωρίζετε τι θα συμβή όχι μετά ένα έτος, αλλ' ούτε κατά την αυριανήν ημέραν. Διότι τι είναι η ζωή σας, την οποίαν θέλετε να θεωρήτε ατελείωτον; Είναι ένας λεπτός αχνός, που φαίνεται για λίγες στιγμές και αμέσως έπειτα διαλύεται και αφανίζεται. 14 Κάνετε τὰ σχέδια αὐτὰ σεῖς, ποὺ δὲν ἠξεύρετε, τί θὰ συμβῇ κατὰ τὴν αὐριανὴν ἡμέραν. Διότι τί εἶναι ἡ ζωή σας; Τιποτένια. εἶναι ἕνας λεπτὸς ἀτμός, ὁ ὁποῖος φαίνεται ὀλίγας στιγμάς, ἔπειτα δὲ ἀφανίζεται.
15 ἀντὶ τοῦ λέγειν ὑμᾶς, ἐὰν ὁ Κύριος θελήσῃ, καὶ ζήσομεν καὶ ποιήσομεν τοῦτο ἢ ἐκεῖνο. 15 Σχεδιάζετε και λέγετε, ότι επί ένα έτος θα πάτε και θα κάμετε και θα κερδήσετε, αντί να λέτε, εάν ο Κυριος θελήση και ζήσωμεν, τότε και θα κάμωμεν τούτο και εκείνο. 15 Λέγετε, ὅτι θὰ ὑπάγωμεν καὶ θὰ ἐμπορευθῶμεν καὶ θὰ κερδήσωμεν, ἀντὶ νὰ λέγετε, ἐὰν ὁ Κύριος θελήσῃ, καὶ θὰ ζήσωμεν καὶ θὰ κάμωμεν τοῦτο ἢ ἐκεῖνο.
16 νῦν δὲ καυχᾶσθε ἐν ταῖς ἀλαζονείαις ὑμῶν· πᾶσα καύχησις τοιαύτη πονηρά ἐστιν. 16 Τωρα δε, παραμερίζοντες τον Θεόν, καυχάσθε εις τα αλαζονικά σας σχέδια και εις τας ματαιοδόξους επιχειρήσεις σας. Καθε τέτοια καύχησις είναι κακή και αμαρτωλή. 16 Τώρα δὲ ἀντὶ νὰ ταπεινωθῆτε καὶ ἀναγνωρίσετε τὴν ἑξάρτησίν σας ἀπὸ τὸν Θεόν, καυχᾶσθε διὰ τὰς ἐπιχειρήσεις ποὺ κάνετε μὲ ματαιόδοξον αὐτοπεποίθησιν. Κάθε τέτοια καύχησις εἶναι κακὴ καὶ ἐφάμαρτος.
17 εἰδότι οὖν καλὸν ποιεῖν καὶ μὴ ποιοῦντι, ἁμαρτία αὐτῷ ἐστιν. 17 Ηκούσατε αυτά που σας είπα και εμάθατε ποιό είναι το καλόν. Αλλά μη λησμονείτε, ότι εκείνος που γνωρίζει ποίον είναι το καλόν, έχει δε και την δύναμιν να το πραγματοποιήση, και δεν το κάμνει, διαπράττει αμαρτίαν. 17 Ἀπὸ αὐτά, ποὺ σᾶς εἶπα, ἐμαθατε, ποῖον εἶναι τὸ ὀρθὸν καὶ τὸ καλόν. Προσέξατε λοιπὸν νὰ συμμορφωθῆτε πρὸς αὐτά. Διότι ἐκεῖνος, ποὺ γνωρίζει κάτι καλὸν καὶ δὲν τὸ πράττει, ἁμαρτάνει.