Τετάρτη, 06 Ιουλίου 2022
Ανατ: 06:09
Δύση: 20:52
Σελ. 8 ημ.
187-178
14ος χρόνος, 5254η ημέρα
Έκδοση: 4η

ΣΟΦΟΝΙΑΣ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 (Γ)


 
 

ΚΕΦΑΛΑΙΑ


 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Ω ἡ ἐπιφανὴς καὶ ἀπολελυτρωμένη, ἡ πόλις ἡ περιστερά· 1 Αλλά και η Ιερουσαλήμ η επιφανής, αυτή που εγλύτωσε χάρις εις την προστασίαν του Κυρίου από πολλούς κινδύνους, η πόλις που ωμοίαζε με περιστεράν, 1 Ώ ἡ ἐπίσημος καὶ πολυθρύλητος πόλις «ἡ Ἱερουσαλήμ», ἡ πόλις, ἡ ὁποία ὁμοιάζει μὲ περιστεράν, διότι εἶναι πολὺ εὐπρεπὴς καὶ ὡραία, καὶ ἀπήλαυσε πολλὲς φορὲς σωτηρίαν καὶ πνευματικὰ χαρίσματα ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ!
2 οὐκ εἰσήκουσε φωνῆς, οὐκ ἐδέξατο παιδείαν, ἐπὶ τῷ Κυρίῳ οὐκ ἐπεποίθει καὶ πρὸς τὸν Θεὸν αὐτῆς οὐκ ἤγγισεν. 2 δεν υπήκουσεν εις την φωνήν του Κυρίου. Δεν εδέχθη την παιδαγωγίαν του Θεού, δεν εστήριξε την πεποίθησίν της στον Κυριον, δεν επλησίασε με πίστιν και ευλάβειαν τον Θεόν της. 2 Δὲν ὑπήκουσεν εἰς τὴν φωνὴν τοῦ Κυρίου, δὲν ἐδέχθη τὸν νόμον, ποὺ τὴν ἐσωφρόνιζε καὶ τὴν ἐπαιδαγωγοῦσε εἰς τὴν ἐν γένει ἀρετὴν δὲν ἐστήριξε τὴν πεποίθησιν καὶ τὴν ἐλπίδα της εἰς τὸν παντοδύναμον Κύριον, καὶ εἰς τὸν Θεόν της δὲν ἐπλησίασε μὲ εὐλάβειαν.
3 οἱ ἄρχοντες αὐτῆς ἐν αὐτῇ ὡς λέοντες ὠρυόμενοι· οἱ κριταὶ αὐτῆς ὡς λύκοι τῆς ᾿Αραβίας, οὐχ ὑπελίποντο εἰς τὸ πρωΐ· 3 Οι άρχοντές της εντός αυτής ομοιάζουν με ωρυομένους λέοντας, που επιτίθενται κατά των θυμάτων των. Οι δικασταί της ομοιάζουν με τους αιμοβόρους και αχορτάστους λύκους της Αραβίας, οι οποίοι δεν αφήνουν τίποτε δια το πρωϊ. 3 Οἱ ἄρχοντές της περιφέρονται εἰς αὐτὴν ὡσὰν πεινασμένα λιοντάρια, ποὺ βρυχῶνται. Οἱ δικασταί της εἶναι βίαιοι καὶ παράνομοι, ὁμοιάζοντες πρὸς τοὺς ἀγρίους καὶ ὁρμητικοὺς λύκους τῆς Ἀραβίας, οἱ ὁποῖοι, λόγῳ τῆς λαιμαργίας καὶ ἀπληστίας των, καταβροχθίζουν ἀμέσως ὅλην τὴν τροφήν των, χωρὶς νὰ ἀφήνουν τίποτε διὰ τὸ πρωῒ τῆς ἑπομένης ἡμέρας.
4 οἱ προφῆται αὐτῆς πνευματοφόροι, ἄνδρες καταφρονηταί· ἱερεῖς αὐτῆς βεβηλοῦσι τὰ ἅγια καὶ ἀσεβοῦσι νόμον· 4 Οι παρουσιαζόμενοι ως προφήται της είναι κενοί περιεχομένου, ασκιά φουσκωμένα από αέρα, άνθρωποι που καταφρονούν τον Θεόν και τας εντολάς του. Οι ιερείς της μολύνουν τα άγια του ναού, φέρονται με ασεβειαν απέναντι του νόμου του Κυρίου. 4 Οἱ ψευδοπροφῆται της δὲν ἔχουν κανένα περιεχόμενον, εἶναι ἀερολόγοι, φουσκωμένα ἀσκιά, κομπασταὶ καὶ ἀπατεῶνες, λαλοῦν δὲ ἐπικίνδυνα, διότι περιφρονοῦν τὸν ἅγιον Θεὸν καὶ τὸν σωτήριον νόμον του. Οἱ ἱερεῖς της, ἀντὶ νὰ εἶναι τὸ ἐκλεκτόν γένος, μολύνουν τὸν ἅγιον τόπον τοῦ Ναοῦ μὲ τὰ μιαρὰ ἔργα των, δείχνουν ἀσέβειαν εἰς τὸν ἅγιον νόμον τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν παραβιάζουν.
5 ὁ δὲ Κύριος δίκαιος ἐν μέσῳ αὐτῆς καὶ οὐ μὴ ποιήσῃ ἄδικον· πρωΐ πρωΐ δώσει κρίμα αὐτοῦ εἰς φῶς καὶ οὐκ ἀπεκρύβη καὶ οὐκ ἔγνω ἀδικίαν ἐν ἀπαιτήσει καὶ οὐκ εἰς νεῖκος ἀδικίαν. 5 Ο δε Κυριος, δίκαιος πάντοτε, ευρίσκεται εν μέσω αυτής και δεν θα αδικήση κανένα. Πρωϊ-πρωϊ ωσάν φως θα ανατείλη την δικαιοσύνην του, δεν θα την αποκρύψη από κανένα. Δεν θα ανεχθή όμως την αχόρταστον και θρασείαν αδικίαν· δεν θα επιτρέψη να επικρατήση αυτή πλήρως και μέχρι τέλους. 5 Παρ’ ὅλην αὐτὴν τὴν ἀδικίαν καὶ ἁμαρτίαν, ὁ πάντοτε δίκαιος Κύριος κατασκηνώνει εἰς αὐτήν, μεταξὺ τοῦ λαοῦ της καὶ δὲν πρόκειται νὰ ἀδικήσῃ κανένα. Θὰ ἐπιφέρῃ πολὺ γρήγορα καὶ φανερὰ τὴν τιμωρίαν εἰς ἐκείνους, ποὺ τολμοῦν νὰ ἐργάζωνται τὰ τόσον πολλὰ κακά· δὲν θὰ ἀποκρύψῃ ἀπὸ κανένα τὴν δικαιοσύνην του. Ὅλα αὐτὰ θὰ τὰ κάμῃ, διότι δὲν θὰ ἀνεχθῇ τὸ θράσος τῆς ἀδικίας καὶ δὲν θὰ τὴν ἀφήσῃ, οὔτε θὰ τὴν ἀνεχθῇ νὰ ἐπικρατήσῃ ἀπολύτως, μέχρι τέλους.
6 ἐν διαφθορᾷ κατέσπασα ὑπερηφάνους, ἠφανίσθησαν γωνίαι αὐτῶν· ἐξερημώσω τὰς ὁδοὺς αὐτῶν τὸ παράπαν τοῦ μὴ διοδεύειν· ἐξέλιπον αἱ πόλεις αὐτῶν παρὰ τὸ μηδένα ὑπάρχειν μηδὲ κατοικεῖν. 6 Εκρήμνισα εις καταστροφήν τους υπερηφάνους, εξηφανίσθησαν και εκονιορτοποιήθησαν οι ισχυροί των πύργοι. Θα κάμω εντελώς ερήμους τους δρόμους, ώστε κανείς απολύτως να μη διαβαίνη από αυτούς. Αι πόλεις των θα εκλείψουν· κανείς δεν θα υπάρχη εις αυτάς, κανείς δεν θα κατοική εκεί. 6 Ἐκρήμνισα καὶ παρέδωκα εἰς καταστροφὴν τοὺς ὑπερηφάνους καὶ ὑβριστάς· ἐξηφάνισα τοὺς ὑψηλοὺς πύργους, ποὺ ἦσαν κτισμένοι εἰς τὶς γωνίες τῶν τειχῶν των. Θὰ ἐρημώσω ἐντελῶς τοὺς δρόμους των, ὥστε νὰ μὴ διέρχεται ἀπὸ αὐτοὺς κανεὶς ἀπολύτως· θὰ ἀφανίσω ἐντελῶς τὶς πόλεις των, διότι κανεὶς δὲν θὰ ὑπάρχῃ πλέον εἰς αὐτές, οὔτε θὰ κατοικῇ εἰς αὐτές.
7 εἶπα· πλὴν φοβεῖσθέ με καὶ δέξασθε παιδείαν, καὶ οὐ μὴ ἐξολοθρευθῆτε ἐξ ὀφθαλμῶν αὐτῆς, πάντα ὅσα ἐξεδίκησα ἐπ᾿ αὐτήν· ἑτοιμάζου, ὄρθρισον, ἔφθαρται πᾶσα ἡ ἐπιφυλλὶς αὐτῶν. - 7 Αλλά εγώ ο Θεός προς τους ευσεβείς είπα· Σεις όμως να με ευλαβήσθε, να δεχθήτε προθύμως τας παιδαγωγικάς μου τιμωρίας και έτσι δεν θα εξολοθρευθήτε από τα μάτια της πόλεως, παρ' όλα όσα εγώ έστειλα προς τιμωρίαν της. Ετοιμάσου, λοιπόν, ξύπνα πρωϊ-πρωϊ, διότι έχουν πλέον καταστραφή οι πονηροί άρχοντες και όλαι αι παραφυάδες των. 7 Ἀλλὰ πρὸς τοὺς εὐσεβεῖς Ἰουδαίους τῆς Ἱερουσαλὴμ εἶπα: Σεῖς ὅμως νὰ μὲ σέβεσθε βαθύτατα, νὰ μὲ εὐλαβῆσθε καὶ νὰ δεχθῆτε ταπεινὰ τὶς παιδαγωγικὲς τιμωρίες τῆς ἀγάπης μου, καὶ δὲν θὰ ἐξολοθρευθῆτε ἀπὸ τὰ μάτια τῆς Ἱερουσαλὴμ ἐξ αἰτίας ὅλων, ὅσα ἀπείλησα ἐναντίον της. Λοιπόν, ἐτοιμάσου· ξύπνα πρωΐ - πρωΐ, δεῖξε πολὺ γρήγορα ἔργα μετανοίας καὶ διορθώσεως· ἔχουν καταστραφῇ καὶ τὰ τελευταῖα ὑπόλοιπα τῶν κακῶν ἀρχόντων τῆς Ἱερουσαλήμ.
8 Διὰ τοῦτο ὑπόμεινόν με, λέγει Κύριος, εἰς ἡμέραν ἀναστάσεώς μου εἰς μαρτύριον· διότι τὸ κρίμα μου εἰς συναγωγὰς ἐθνῶν τοῦ εἰσδέξασθαι βασιλεῖς, τοῦ ἐκχέαι ἐπ᾿ αὐτοὺς πᾶσαν ὀργὴν θυμοῦ μου· διότι ἐν πυρὶ ζήλου μου καταναλωθήσεται πᾶσα ἡ γῆ. 8 Δια τούτο δείξε υπομονήν, περίμενέ με, λέγει ο Κυριος, έως την ημέραν, κατά την οποίαν θα εξεγερθώ εναντίον αυτών ως μάρτυς κατηγορίας και καταδίκης των. Διότι έχω ήδη αποφασίσει να συγκεντρώσω τα ειδωλολατρικά έθνη με τους βασιλείς των, δια να εκχύσω εναντίον αυτών όλην την οργήν του θυμού μου. Με το πυρ της αγανακτήσεώς μου θα καταστραφή όλη η χώρα. 8 Μὴ νομίσῃς ὅτι ἀδιαφορῶ δι' ὅσα συμβαίνουν μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων δὲν ἀδιαφορῶ καθόλου! Διὰ τοῦτο ἀνάμεινε μὲ καρτερικὴν ἐλπίδα τὴν προστασίαν καὶ ἐπέμβασίν μου, λέγει ὁ Κύριος, μέχρι τῆς ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐπιβεβαιωθῇ» ἡ ὑπόσχεσίς μου, ὅτι θὰ τοὺς βοηθήσω. Διότι ἡ δικαία ἀπόφασίς μου εἶναι νὰ συνάξω ἀπὸ παντοῦ τὰ εἰδωλολατρικὰ ἔθνη· θὰ ἀφήσω νὰ συγκεντρωθοῦν οἱ βασιλεῖς των καὶ τότε θὰ ἐπιτρέψω νὰ χυθῇ ἐπάνω των ὅλη ἡ ὀργή, ὅλη ἡ λαύρα τοῦ θυμοῦ μου. Διότι μὲ τὴν φωτιὰ τῆς δικαίας ἀγανακτήσεώς μου θὰ καταστραφῇ ὅλη ἡ γῆ.
9 ὅτι τότε μεταστρέψω ἐπὶ λαοὺς γλῶσσαν εἰς γενεὰν αὐτῆς τοῦ ἐπικαλεῖσθαι πάντας τὸ ὄνομα Κυρίου τοῦ δουλεύειν αὐτῷ ὑπὸ ζυγὸν ἕνα. 9 Τοτε δε θα μεταβάλω τας γλώσσας των λαών εις μίαν, την αρχικήν γλώσσαν, ώστε όλοι να επικαλούνται το όνομα του Κυρίου και να υπηρετούν αυτόν υπό ένα ζυγόν. 9 Διότι τότε τὴν γλῶσσαν τῶν λαῶν, ποὺ ἦσαν συνηθισμένοι εἰς τὴν πολυθεΐαν καὶ ἐπεκαλοῦντο ὄχι τὸν Ἕνα Θεόν, ἀλλὰ πολλοὺς θεούς, θὰ τὴν μεταστρέψω· θὰ τὴν καθαρίσω καὶ θὰ τὴν καταστήσω ἐκλεκτήν, ὥστε ὅλοι αὐτοὶ οἱ λαοὶ νὰ ἐπικαλοῦνται πλέον τὸ ἅγιον ὄνομα τοῦ Κυρίου, τοῦ Ἑνὸς καὶ μόνου ἀληθινοῦ Θεοῦ· ὅλοι δὲ κάτω ἀπὸ ἕνα ζυγόν, τὸν ἰδικόν μου, καὶ μὲ τὴν εὐλαβῆ τήρησιν τῶν θείων ἐντολῶν νὰ δουλεύουν μὲ φόβον καὶ βαθὺν σεβασμὸν εἰς Ἐμέ, τὸν Κύριον.
10 ἐκ περάτων ποταμῶν Αἰθιοπίας προσδέξομαι ἐν διεσπαρμένοις μου, οἴσουσι θυσίας μοι. 10 Από τα πέρατα των ποταμών της Αιθιοπίας, από τα άκρα της γης, θα δεχθώ ευμενώς από τους διεσπαρμένους εκεί πιστούς εις εμέ εθνικούς λαούς, και αυτοί θα μου προσφέρουν θυσίας. 10 Τοὺς ἐθνικούς, ποὺ θὰ ἐπιστρέφουν καὶ θὰ προέρχωνται ἀπὸ τὰ ἀπομεμακρυσμένα μέρη, ἀπὸ τὰ ὁποῖα τρέχουν οἱ ποταμοὶ τῆς Αἰθιοπίας, θὰ τοὺς δεχθῶ· αὐτοὶ εἶναι ὅσοι ἐθνικοὶ λαοὶ ἔχουν πιστεύσει ἀπὸ τοὺς εὐσεβεῖς κήρυκας, ποὺ ἔχουν σκορπισθῆ ἀπὸ Ἐμέ. Αὐτοὶ θὰ μοῦ προσφέρουν θυσίες ὡς δεῖγμα ἀφοσιώσεως καὶ ὑποταγῆς των εἰς Ἐμέ.
11 ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ οὐ μὴ καταισχυνθῇς ἐκ πάντων τῶν ἐπιτηδευμάτων σου, ὧν ἠσέβησας εἰς ἐμέ· ὅτι τότε περιελῶ ἀπὸ σοῦ τὰ φαυλίσματα τῆς ὕβρεώς σου, καὶ οὐκέτι μὴ προσθῇς τοῦ μεγαλαυχῆσαι ἐπὶ τὸ ὄρος τὸ ἅγιόν μου. 11 Κατά την ευλογημένην εκείνην εποχήν της λυτρώσεως δεν θα κυριευθής από αισχύνην εξ αιτίας των αμαρτωλών έργων σου, με τα οποία άλλοτε εδειξες την ασέβειάν σου προς εμέ. Τοτε εγώ θα αφαιρέσω από σε όλας τας φαύλας πράξεις της υπερηφάνειάς σου· θα γίνης ταπεινόφρων και δεν θα κομπάζης πλέον στο άγιόν μου όρος. 11 Κατὰ τὴν εὐλογημένην καὶ μακαρίαν ἐκείνην ἐποχὴν τῆς ἀπελευθερώσεως καὶ ἐπιστροφῆς δὲν θὰ ἐντραπῇς δι’ ὅσα ἁμάρτησες καὶ μὲ ὅσα ἔδειξες τὴν ἀσέβειαν καὶ τὴν παρανομίαν σου εἰς Ἐμέ. Διότι τότε θὰ ἀφαιρέσω ἀπὸ σὲ τὸν ἐξευτελισμὸν τῆς ἐγωϊστικῆς καὶ ἀσεβοῦς περιφρονήσεώς σου πρὸς Ἐμε· καὶ πλέον δὲν θὰ κομπάζῃς, δὲν θὰ φέρεσαι ἐπιδεικτικὰ εἰς τὸ ἅγιον ὄρος μου «τὴν Σιών», ὅπου εὑρίσκετο ὁ παλαιὸς μεγαλοπρεπὴς ἅγιος Ναός μου.
12 καὶ ὑπολείψομαι ἐν σοὶ λαὸν πρᾳΰν καὶ ταπεινόν, καὶ εὐλαβηθήσονται ἀπὸ τοῦ ὀνόματος Κυρίου 12 Εγώ δε θα αφήσω να κατοική εις την περιοχήν σου λαός πράος και ταπεινός, άνθρωποι οι οποίοι θα ευλαβούνται το όνομα του Κυρίου, 12 Θὰ ἀφήσω δὲ νὰ κατοικῇ εἰς σὲ λαὸς πρᾶος καὶ ταπεινὸς καὶ ὄχι μωρός, ἀνόητος καὶ ἄσοφος, ὅπως προηγουμένως· ἄνθρωποι ποὺ θὰ εὐλαβοῦνται βαθιὰ τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου,
13 οἱ κατάλοιποι τοῦ ᾿Ισραὴλ καὶ οὐ ποιήσουσιν ἀδικίαν καὶ οὐ λαλήσουσι μάταια, καὶ οὐ μὴ εὑρεθῇ ἐν τῷ στόματι αὐτῶν γλῶσσα δολία, διότι αὐτοὶ νεμήσονται καὶ κοιτασθήσονται, καὶ οὐκ ἔσται ὁ ἐκφοβῶν αὐτούς. - 13 οι απομείναντες και επανελθόντες από την αιχμαλωσίαν Ισραηλίται, δεν θα διαπράττουν πλέον αδικίας, δεν θα λέγουν ματαιολογίας, δεν θα υπάρχη στο στόμα των γλώσσα δολία. Θα νέμωνται ειρηνικοί τα αγαθά της γης, θα αναπαύονται ήσυχοι και δεν θα υπάρχη κανείς, που θα τους φοβίζη. 13 ὅσοι Ἰσραηλῖται ἀπέμειναν καὶ ἐπέστρεψαν ἀπὸ τὴν Βαβυλώνιον αἰχμαλωσίαν αὐτοὶ δὲν θὰ ἐργάζωνται τὴν ἀδικίαν, θὰ ὁμιλοῦν δὲ μόνον ὀρθά, δίκαια καὶ βέβαια· δὲν θὰ ὑπάρχῃ εἰς τὸ στόμα των γλῶσσα, ποὺ θὰ πλέκῃ δόλους, ἀπάτες καὶ πανουργίες. Αὐτοὶ θὰ ἀπολαμβάνουν ἥσυχοι τὰ ἀγαθὰ τῆς γῆς, θὰ κοιμοῦνται καὶ θὰ ἀναπαύωνται εἰρηνικοί, χωρὶς να ὑπάρχῃ κανείς, ὁ ὁποῖος θὰ τοὺς τρομάζῃ καὶ θὰ τοὺς φοβίζῃ.
14 Χαῖρε σφόδρα, θύγατερ Σιών, κήρυσσε, θύγατερ ῾Ιερουσαλήμ· εὐφραίνου καὶ κατατέρπου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου, θύγατερ ῾Ιερουσαλήμ. 14 Χαίρε παρά πολύ, κόρη μου Σιών, κήρυξε αυτήν την χαράν σου, ω θυγάτηρ μου Ιερουσαλήμ. Ευφραίνου, απόλαυσε με όλην σου την καρδίαν τας πλέον μεγάλας και ωραίας τέρψεις, κόρη μου Ιερουσαλήμ. 14 Χαῖρε πάρα πολύ, Ἱερουσαλήμ, κόρη τοῦ ὄρους Σιών, κήρυσσε τὴν μεγάλην καὶ ἀπερίγραπτον χαράν σου, ἀγαπημένη θυγατέρα μου Ἱερουσαλήμ· εὐφραίνου, σκίρτα ἀπὸ πολλὴν ἀγαλλίασιν καὶ ἄφατον χαρὰν μὲ ὅλην τὴν δύναμιν τῆς καρδιᾶς σου, κόρη μου Ἱερουσαλήμ.
15 περιεῖλε Κύριος τὰ ἀδικήματά σου, λελύτρωταί σε ἐκ χειρὸς ἐχθρῶν σου· βασιλεὺς ᾿Ισραὴλ Κύριος ἐν μέσῳ σου, οὐκ ὄψῃ κακὰ οὐκέτι. 15 Διότι ο Κυριος αφήρεσε πλέον τα αδικήματά σου, σε έχει λυτρώσει από τας χείρας των εχθρών σου. Ο Κυριος, ο βασιλεύς του ισραηλιτικού λαού, ευρίσκεται εν μέσω σου. Δεν θα ίδης πλέον συμφοράς και θλίψεις. 15 Ὁ Κύριος ἀφήρεσε πλέον καὶ ἀμνήστευσε τὰ ἀδικήματά σου, σὲ ἔχει λυτρώσει ἀπὸ τὰ χέρια τῶν ἐχθρῶν σου· τώρα ὁ Κύριος, ὁ βασιλιᾶς τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ, κατοικεῖ εἰς τὸ μέσον σου· δὲν ἔχεις πλέον τίποτε νὰ φοβηθῇς, δὲν θὰ ἰδῇς πλέον συμφορές.
16 ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἐρεῖ Κύριος τῇ ῾Ιερουσαλήμ· θάρσει, Σιών, μὴ παρείσθωσαν αἱ χεῖρές σου· 16 Κατά την ωραίαν και χαρμόσυνον εκείνην εποχήν ο Κυριος θα είπη προς την Ιερουσαλήμ· Εχε θάρρος Σιών, ας μη παραλύσουν από φόβον και δειλίαν τα χέρια σου. 16 Κατὰ τὴν μακαρίαν, εἰρηνικὴν καὶ εὐφρόσυνον ἐκείνην ἐποχὴν ὁ Κύριος θὰ εἴπῃ εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ: Ἔχε θάρρος, Σιὼν ἂς μὴ πέσουν κάτω καὶ ἂς μὴ παραλύσουν τὰ χέρια σου ἀπὸ δειλίαν καὶ φόβον.
17 Κύριος ὁ Θεός σου ἐν σοί, δύνατὸς σώσει σε, ἐπάξει ἐπὶ σὲ εὐφροσύνην καὶ καινιεῖ σε ἐν τῇ ἀγαπήσει αὐτοῦ καὶ εὐφρανθήσεται ἐπὶ σὲ ἐν τέρψει ὡς ἐν ἡμέρᾳ ἑορτῆς. 17 Διότι, Κυριος ο Θεός σου, που ευρίσκεται εις την περιοχήν σου, είναι ισχυρός και θα σε σώση. Θα σε πλημμυρίση με ευφροσύνην, θα σε ανακαινίση με την άπειρον αγάπην του. Θα ευφρανθή και ο ίδιος δια την ίδικήν σου χαράν και ευφροσύνην, όπως κατά τας χαρμοσύνους ημέρας των πανηγύρεων. 17 Ὁ Κύριος καὶ Θεός σου, ποὺ εὑρίσκεται εἰς τὸ μέσον σου, εἶναι παντοδύναμος καὶ θὰ σὲ σώσῃ· θὰ φέρῃ εἰς σὲ εὐφροσύνην, ἀγαλλίασιν, τέρψιν· θὰ σὲ ξεκαινουργώσῃ μὲ τὴν ἄπειρον ἀγάπην του. Θὰ εὐφραίνεται δὲ καὶ Αὐτὸς διὰ σέ, Ἱερουσαλήμ, μὲ τὴν ἰδίαν ἀγαλλίασιν καὶ τέρψιν, ποὺ αἰσθάνεται κανεὶς κατὰ τὶς εὐφρόσυνες ἑορτὲς καὶ τὰ χαρμόσυνα πανηγύρια.
18 καὶ συνάξω τοὺς συντετριμμένους σου. οὐαί, τίς ἔλαβεν ἐπ᾿ αὐτὴν ὀνειδισμόν; 18 Θα συγκεντρώσω, λέγει ο Κυριος, όλους τους συντετριμμένους, που θα έχουν επανέλθει από την εξορίαν. Αλλοίμονον! Ποιός όμως ετόλμησε και ύβρισε και εξηυτέλισε την πόλιν αυτήν; Θα τιμωρηθή. 18 Καὶ θὰ συναθροίσω, λέγει ὁ Κύριος, ὅσους ἔχουν συντριβῆ ἀπὸ τὶς κακουχίες τῆς ἐξορίας. Ἀλλοίμονον! Ποῖος ἐτόλμησε νὰ μεμφθῇ, νὰ ὑβρίσῃ, νὰ κατηγορήσῃ τὴν θυγατέρα μου Ἱερουσαλήμ; Αὐτὸς θὰ τιμωρηθῇ.
19 ἰδοὺ ἐγὼ ποιῶ ἐν σοὶ ἕνεκέν σου ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, λέγει Κύριος, καὶ σώσω τὴν ἐκπεπιεσμένην, καὶ τὴν ἀπωσμένην εἰσδέξομαι, καὶ θήσομαι αὐτοὺς εἰς καύχημα καὶ ὀνομαστοὺς ἐν πάσῃ τῇ γῇ. 19 Ιδού, εγώ θα κάμω θαυμαστά έργα κατά την εποχήν εκείνην προς χάριν σου, λέγει ο Κυριος. Θα σώσω την καταπιεσθείσαν πόλιν από τους εχθρούς. Θα υποδεχθώ με στοργήν τους από την εξορίαν επανερχομένους Ιοραηλίτας. Θα τους αναδείξω και θα τους καταστήσω καύχημα και ονομαστούς εις όλην την οικουμένην. 19 Νά! Ἐγὼ θὰ ἐργασθῶ εἰς σέ «ἢ πρὸς χάριν σου» κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην θαύματα, λέγει ὁ παντοκράτωρ Κύριος· θὰ σώσω τὴν Ἱερουσαλήμ, ἡ ὁποία ἔχει καταπιεσθῆ ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς, θὰ ἐπαναφέρω δὲ καὶ θὰ ὑποδεχθῶ ὅσους εἶχαν ὁδηγηθῆ εἰς τὴν ἐξορίαν καὶ τώρα ἐπιστρέφουν. Αὐτοὺς δὲ τοὺς πρώην περιφρονημένους αἰχμαλώτους θὰ τοὺς τιμήσω, θὰ τοὺς καταστήσω καύχημα, ἐνδόξους καὶ ὀνομαστοὺς εἰς ὅλον τὸν κόσμον.
20 καὶ καταισχυνθήσονται ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ὅταν καλῶς ὑμῖν ποιήσω, καὶ ἐν τῷ καιρῷ, ὅταν εἰσδέξωμαι ὑμᾶς· διότι δώσω ὑμᾶς ὀνομαστοὺς καὶ εἰς καύχημα ἐν πᾶσι τοῖς λαοῖς τῆς γῆς ἐν τῷ ἐπιστρέφειν με τήν αἰχμαλωσίαν ὑμῶν ἐνώπιον ὑμῶν, λέγει Κύριος. 20 Ολοι δε οι εχθροί σου κατά την εποχήν εκείνην θα καταισχυνθούν, όταν εγώ πλουσίως σας ευεργετήσω και σας δοξάσω κατά τον καιρόν εκείνον, που θα σας υποδεχθώ επανερχομένους από την εξορίαν. Θα σας κάμω ονομαστούς και ενδόξους μεταξύ όλων των λαών της γης, όταν θα επαναφέρω ενώπιόν σας ελευθέρους και λυτρωμένους τους εκ της αιχμαλωσίας, λέγει ο Κυριος. 20 Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην οἱ ἐχθροί σου θὰ κατεντροπιασθοῦν, ὅταν σᾶς εὐεργετήσω μὲ τέτοιον θαυμαστὸν τρόπον, καὶ κατὰ τὴν ἐποχήν, ποὺ θὰ σᾶς ὑποδεχθῶ μὲ ἀγάπην, ὅταν θὰ ἐπιστρέφετε ἀπὸ τὴν ἐξορίαν. Διότι θὰ σᾶς καταστήσω ἐνδόξους, ὀνομαστοὺς καὶ καύχημα μεταξὺ ὅλων τῶν λαῶν τῆς γῆς, ὅταν θὰ ἐπιστρέψω καὶ θὰ ἀποκαταστήσω ἐνώπιόν σας ἐλευθέρους καὶ εὐτυχισμένους τοὺς πρώην αἰχμαλώτους σας, λέγει ὁ Κύριος.