❌
Παρασκευή, 24 Ιουλίου 2026

Αγία Χριστίνα η μεγαλομάρτυς, Άγιος Θεόφιλος ο Νεομάρτυρας από τη Ζάκυνθο
Χριστίνης μεγαλομάρτυρος (†300). Ἀθηναγόρου τοῦ ἀπολογητοῦ, Θεοφίλου νεομάρτυρος (†1635).
Ἀπόστολος
Εὐαγγέλιον


ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α' ΙΑ´ 8 - 28


8 οὐ γάρ ἐστιν ἀνὴρ ἐκ γυναικός, ἀλλὰ γυνὴ ἐξ ἀνδρός· 9 καὶ γὰρ οὐκ ἐκτίσθη ἀνὴρ διὰ τὴν γυναῖκα, ἀλλὰ γυνὴ διὰ τὸν ἄνδρα. 10 διὰ τοῦτο ὀφείλει ἡ γυνὴ ἐξουσίαν ἔχειν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς διὰ τοὺς ἀγγέλους. 11 πλὴν οὔτε ἀνὴρ χωρὶς γυναικὸς οὔτε γυνὴ χωρὶς ἀνδρὸς ἐν Κυρίῳ· 12 ὥσπερ γὰρ ἡ γυνὴ ἐκ τοῦ ἀνδρός, οὕτω καὶ ὁ ἀνὴρ διὰ τῆς γυναικός, τὰ δὲ πάντα ἐκ τοῦ Θεοῦ. 13 ἐν ὑμῖν αὐτοῖς κρίνατε· πρέπον ἐστὶ γυναῖκα ἀκατακάλυπτον τῷ Θεῷ προσεύχεσθαι; 14 ἢ οὐδὲ αὐτὴ ἡ φύσις διδάσκει ὑμᾶς ὅτι ἀνὴρ μὲν ἐὰν κομᾷ, ἀτιμία αὐτῷ ἐστι, 15 γυνὴ δὲ ἐὰν κομᾷ δόξα αὐτῇ ἐστιν; ὅτι ἡ κόμη ἀντὶ περιβολαίου δέδοται αὐτῇ. 16 Εἰ δέ τις δοκεῖ φιλόνεικος εἶναι, ἡμεῖς τοιαύτην συνήθειαν οὐκ ἔχομεν, οὐδὲ αἱ ἐκκλησίαι τοῦ Θεοῦ. 17 Τοῦτο δὲ παραγγέλλων οὐκ ἐπαινῶ, ὅτι οὐκ εἰς τὸ κρεῖττον, ἀλλ’ εἰς τὸ ἧττον συνέρχεσθε. 18 πρῶτον μὲν γὰρ συνερχομένων ὑμῶν ἐν ἐκκλησίᾳ ἀκούω σχίσματα ἐν ὑμῖν ὑπάρχειν καὶ μέρος τι πιστεύω· 19 δεῖ γὰρ καὶ αἱρέσεις ἐν ὑμῖν εἶναι, ἵνα οἱ δόκιμοι φανεροὶ γένωνται ἐν ὑμῖν. 20 συνερχομένων οὖν ὑμῶν ἐπὶ τὸ αὐτὸ οὐκ ἔστι κυριακὸν δεῖπνον φαγεῖν· 21 ἕκαστος γὰρ τὸ ἴδιον δεῖπνον προσλαμβάνει ἐν τῷ φαγεῖν, καὶ ὃς μὲν πεινᾷ, ὃς δὲ μεθύει. 22 μὴ γὰρ οἰκίας οὐκ ἔχετε εἰς τὸ ἐσθίειν καὶ πίνειν; ἢ τῆς ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ καταφρονεῖτε, καὶ καταισχύνετε τοὺς μὴ ἔχοντας; τί ὑμῖν εἴπω; ἐπαινέσω ὑμᾶς ἐν τούτῳ; οὐκ ἐπαινῶ. 23 Ἐγὼ γὰρ παρέλαβον ἀπὸ τοῦ Κυρίου, ὃ καὶ παρέδωκα ὑμῖν, ὅτι ὁ Κύριος Ἰησοῦς ἐν τῇ νυκτὶ ᾗ παρεδίδοτο ἔλαβεν ἄρτον καὶ εὐχαριστήσας ἔκλασε καὶ εἶπε· 24 λάβετε, φάγετε· τοῦτό μού ἐστι τὸ σῶμα τὸ ὑπὲρ ὑμῶν κλώμενον· τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν. 25 ὡσαύτως καὶ τὸ ποτήριον μετὰ τὸ δειπνῆσαι λέγων· τοῦτο τὸ ποτήριον ἡ καινὴ διαθήκη ἐστὶν ἐν τῷ ἐμῷ αἵματι· τοῦτο ποιεῖτε, ὁσάκις ἂν πίνητε, εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν. 26 ὁσάκις γὰρ ἂν ἐσθίητε τὸν ἄρτον τοῦτον καὶ τὸ ποτήριον τοῦτο πίνητε, τὸν θάνατον τοῦ Κυρίου καταγγέλλετε, ἄχρις οὗ ἂν ἔλθῃ. 27 ὥστε ὃς ἂν ἐσθίῃ τὸν ἄρτον τοῦτον ἢ πίνῃ τὸ ποτήριον τοῦ Κυρίου ἀναξίως, ἔνοχος ἔσται τοῦ σώματος καὶ τοῦ αἵματος τοῦ Κυρίου. 28 δοκιμαζέτω δὲ ἄνθρωπος ἑαυτόν, καὶ οὕτως ἐκ τοῦ ἄρτου ἐσθιέτω καὶ ἐκ τοῦ ποτηρίου πινέτω·

ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α' ΙΑ´ 8 - 28


8 Πράγματι δὲ ὁ ἄνδρας εἶναι ὑπεροχώτερος ἀπὸ τὴν γυναῖκα, διότι δὲν ἔγινεν ὁ ἄνδρας ἀπὸ τὴν γυναῖκα, ἀλλ’ ἡ γυναῖκα ἔγινεν ἀπὸ τὸν ἄνδρα. 9 Καὶ ἐπὶ πλέον δὲν ἐκτίσθη ὁ ἄνδρας διὰ νὰ βοηθῇ τὴν γυναῖκα, ἀλλ’ ἡ γυναῖκα ἐπλάσθη πρὸς χάριν καὶ βοήθειαν τοῦ ἀνδρός. 10 Διὰ τοῦτο ὀφείλει ἡ γυναῖκα ἀπὸ συστολὴν καὶ ἐντροπὴν πρὸς τοὺς ἀγγέλους, ποὺ ἀοράτως εἶναι παρόντες, νὰ ἔχῃ ἐπὶ τῆς κεφαλῆς της κάλυμμα, τὸ ὁποῖον εἶναι σύμβολον τῆς ἐξουσίας, ποὺ ἔχει ἐπ’ αὐτῆς ὁ ἄνδρας. 11 Πλὴν ὅμως μὴ νομίσετε, ὅτι ἡ ἐξουσία αὐτὴ τοῦ ἀνδρὸς εἶναι ἀπεριόριστος. Διότι μετὰ τὴν δημιουργίαν τῶν πρωτοπλάστων, οὔτε ἄνδρας γεννᾶται χωρὶς γυναῖκα, οὔτε γυναῖκα χωρὶς ἄνδρα, σύμφωνα μὲ τοὺς νόμους, ποὺ ὥρισεν ὁ Κύριος. 12 Διότι καθὼς ἡ γυναῖκα προῆλθεν ἀπὸ τὸν ἄνδρα, ἔτσι ἀπὸ τότε καὶ ὁ ἄνδρας γεννᾶται διὰ μέσου τῆς γυναικός, ὅλα δὲ τὰ κτίσματα καὶ μαζὶ μὲ αὐτὰ καὶ ὁ ἄνδρας, ἔχουν τὴν ἀρχήν των καὶ τὴν ὕπαρξίν των ἀπὸ τὸν Θεόν. 13 Ἂς κάμῃ μόνος του καθένας ἀπὸ σᾶς ὀρθὴν καὶ δικαίαν κρίσιν. Εἶναι πρέπον γυναῖκα νὰ προσεύχεται εἰς τὸν Θεόν, χωρὶς νὰ φέρῃ κάλυμμα ἐπὶ τῆς κεφαλῆς; 14 Ἢ μήπως καὶ αὐτὴ ἡ φύσις, ἡ ὁποία δίδει τὰ μακρυὰ καὶ πολλὰ μαλλιὰ περισσότερον εἰς τὴν γυναῖκα, δὲν σᾶς διδάσκει ὅτι ὁ ἄνδρας μέν, ἐὰν τρέφῃ μαλλιὰ σὰν τὴν γυναῖκα, εἶναι τοῦτο ἐντροπὴ δι’ αὐτόν· 15 ἡ γυναῖκα δέ, ἐὰν τρέφῃ μαλλιά, εἶναι τοῦτο εἰς αὐτὴν στολισμός; Διότι τὰ μακρυὰ μαλλιὰ τῆς ἔχουν δοθῆ σὰν ἕνα φυσικὸν πέπλον. 16 Ἐὰν ὅμως ὕστερα ἀπὸ ὅσα εἴπαμεν, νομίζῃ κανεὶς καὶ φαντάζεται, πῶς ἠμπορεῖ νὰ δημιουργῇ ζητήματα καὶ νὰ γίνεται φιλόνεικος, ἂς γνωρίζῃ οὗτος, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τέτοιαν συνήθειαν, νὰ εἶναι δηλαδὴ κατὰ τὰς ὥρας τῆς λατρείας χωρὶς κάλυμμα ἡ γυναῖκα. Ἀλλ’ οὔτε καὶ αἱ Ἐκκλησίαι τοῦ Θεοῦ ἔχουν τέτοιαν συνήθειαν. Ἔρχομαι τώρα εἰς ἄλλην ἀταξίαν σας. 17 Ἡ παραγγελία δὲ αὐτή, ποὺ πρόκειται νὰ σᾶς κάμω, δὲν εἶναι πρὸς ἔπαινόν σας. Διότι συναθροίζεσθε ὄχι διὰ τὸ καλύτερον, διὰ νὰ ὠφελῆτε δηλαδὴ καὶ οἰκοδομῆτε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, ἀλλὰ συναθροίζεσθε διὰ τὸ χειρότερον, δηλαδὴ διὰ νὰ βλάπτεσθε πνευματικῶς. 18 Διότι πρῶτον μέν, ὅταν συναθροίζεσθε εἰς σύναξιν ἐκκλησιαστικήν, ἀκούω ὅτι μεταξύ σας ὑπάρχουν διαιρέσεις φατριαστικοί, καὶ ἕνα μέρος ἀπὸ ὅσα ἀκούω, τὸ πιστεύω. 19 Τὸ πιστεύω δέ, διότι εἶναι φυσικὸν νὰ ὑπάρχουν μεταξύ σας καὶ διαιρέσεις. Εἶσθε ἄνθρωποι μὲ ἐλαττώματα καὶ ἀδυναμίας καὶ ὁ Θεὸς ἐπιτρέπει νὰ ἐκδηλώνωνται αἱ ἀδυναμίαι σας αὐταί, διὰ νὰ γίνουν φανεροὶ μεταξύ σας ἐκεῖνοι, ποὺ ἔχουν δοκιμασμένην ἀγάπην, καὶ δὲν παρασύρονται εἰς φατριασμούς, ἀπὸ τὸ παράδειγμά τους δὲ νὰ διδαχθοῦν καὶ οἰ ἄλλοι. 20 Ὅταν συναθροίζεσθε εἰς τὸν αὐτὸν τόπον τῆς λατρείας μὲ τὰς διαιρέσεις σας αὐτάς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φάγετε ἀκατακρίτως καὶ πρὸς ὠφέλειάν σας τὸ δεῖπνον, ποὺ ὁ Κύριος συνέστησε. Τρώγετε δὲ βέβαια δεῖπνον καὶ τώρα, ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι βεβήλωσις τοῦ ἱεροῦ δείπνου, ποὺ μᾶς παρέδωκεν ὁ Κύριος. 21 Διότι καθένας σας, χωρὶς νὰ περιμένῃ τοὺς ἄλλους, καὶ μάλιστα τοὺς πτωχοὺς ἐκ τῶν ἀδελφῶν, προλαμβάνει αὐτοὺς εἰς τὸ φαγητὸν καὶ τρώγει μόνος του καὶ χωρὶς αὐτοὺς τὸ ἰδικόν του δεῖπνον. Καὶ ἔτσι συμβαίνει ἄλλος μὲν πτωχότερος νὰ πεινᾷ, ἄλλος δὲ πλουσιώτερος νὰ μεθᾷ. 22 Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ γίνεται αὐτό, οὔτε ὑπάρχει δικαιολογία δι’ αὐτό. Διότι, μήπως δὲν ἔχετε σπίτια διὰ νὰ τρώγετε καὶ νὰ πίνετε; Ἢ καταφρονεῖτε τὴν σύναξιν τῶν πιστῶν, ποὺ ἀποτελεῖ τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ, καὶ καταντροπιάζετε ἐκείνους, ποὺ δὲν ἔχουν; Τί νὰ σᾶς εἴπω; Νὰ σᾶς ἐπαινέσω δι’ αὐτό; Δὲν σᾶς ἐπαινῶ. 23 Καὶ δὲν σᾶς ἐπαινῶ, διότι ἐγὼ παρέλαβα ἀπὸ τὸν Κύριον τὸ ἐντελῶς ἀντίθετον ἀπὸ ἐκεῖνο, ποὺ κάνετε σεῖς. Παρέλαβα δηλαδὴ ἐκεῖνο, ποὺ σᾶς παρέδωκα· ὅτι ὁ Κύριος Ἰησοῦς τὴν νύκτα, ποὺ παρεδίδετο, ἔλαβεν ἄρτον καὶ ἀφοῦ ἔκαμε εὐχαριστήριον προσευχήν, ἔκοψε εἰς τεμάχια τὸν ἄρτον καὶ εἶπε: 24 Λάβετε, φάγετε· τοῦτο εἶναι τὸ σῶμα μου, ποὺ θυσιάζεται καὶ τὴν στιγμὴν αὐτὴν κόπτεται εἰς κομμάτια πρὸς χάριν σας καὶ πρὸς σωτηρίαν σας. Τοῦτο, ποὺ κάνω τώρα μαζί σας, νὰ τὸ κάνετε συνεχῶς διὰ νὰ ἐνθυμῆσθε μετ’ εὐγνωμοσύνης τὴν θυσίαν τοῦ σταυροῦ, ποὺ τὴν ἐπρόσφερα διὰ νὰ σᾶς σώσω. 25 Ὠσαύτως ἐπῆρε καὶ τὸ ποτήριον, ἀφοῦ ἐτελείωσε τὸ δεῖπνον, καὶ εἶπε: Τοῦτο τὸ ποτήριον ἐμπεριέχει τὸ αἷμα μου καὶ εἶναι δι’ αὐτὸ ἡ νέα διαθήκη, ποὺ συνάπτεται καὶ ἐπισφραγίζεται μὲ τὸ αἷμα μου. Νὰ κάνετε τοῦτο πάντοτε διὰ νὰ ἐνθυμῆσθε ἐμὲ καὶ τὴν θυσίαν μου. Καὶ θὰ κάνετε τὴν ἀνάμνησιν αὐτήν, κάθε φορὰ ποὺ θὰ πίνετε ἀπὸ τὸ ἁγιασμένον αὐτὸ ποτήριον. 26 Θὰ κάνετε δὲ μὲ τὸ ἱερὸν αὐτὸ καὶ μυστηριῶδες δεῖπνον τὴν ἀνάμνησιν τοῦ Κυρίου, διότι κάθε φορὰ ποὺ τρώγετε τὸν ἄρτον αὐτὸν καὶ πίνετε τὸ ποτήριον τοῦτο, κηρύττετε καὶ ὁμολογεῖτε δημοσίᾳ μὲ πίστιν καὶ εὐγνωμοσύνην τὸν θάνατον, ποὺ διὰ τὴν σωτηρίαν τῶν ἀνθρώπων ὑπέστη ὁ Κύριος. Καὶ ἔτσι ἡ ὁμολογία αὐτὴ καὶ ἡ ἀνάμνησις τοῦ σταυρικοῦ θανάτου τοῦ Κυρίου θὰ γίνεται συνεχῶς καὶ ἀδιακόπως, μέχρις ὅτου ἔλθῃ ὁ Κύριος κατὰ τὴν δευτέραν του παρουσίαν. 27 Ὥστε ὁποιοσδήποτε τρώγει τὸν ἄρτον αὐτὸν καὶ πίνει τὸ ποτήριον τῆς κοινωνίας τοῦ Κυρίου ἀναξίως, θὰ εἶναι ἔνοχος δι’ ἀσέβειαν καὶ βεβήλωσιν, τὴν ὁποίαν ἀποτολμᾷ εἰς τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ Κυρίου. 28 Ἂς ἐξετάζῃ δὲ κάθε ἄνθρωπος μὲ προσοχὴν τὸν ἑαυτόν του καὶ ἀφοῦ προετοιμασθῇ μὲ τὴν ἐξέτασιν αὐτήν, τότε ἂς τρώγῃ ἀπὸ τὸν καθαγιασμένον ἄρτον καὶ ἂς πίνῃ ἀπὸ τὸ καθαγιασμένον ποτήριον.

ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α' ΙΑ´ 8 - 28


8 Είναι άλλωστε ανώτερος ο άνδρας από την γυναίκα, όπως φαίνεται και εκ του γεγονότος, ότι δεν έγινε ο άνδρας από την γυναίκα, αλλά η γυναίκα από τον άνδρα. 9 Και διότι επί πλέον δεν επλάσθη από τον Θεόν ο άνδρας δια να βοηθή την γυναίκα και να υποτάσσεται εις αυτήν, αλλ' η γυναίκα επλάσθη, δια να υπηρετή τον άνδρα και να φέρεται με σεβασμόν και υποταγήν εις αυτόν. 10 Δι' αυτό, επειδή δηλαδή ο Χριστός είναι κεφαλή του ανδρός, ο δε άνδρας είναι κεφαλή της γυναικός, οφείλει η γυναίκα να έχη επί της κεγαλής της, ως σύμβολον της υποταγής της στον άνδραν, το κάλυμμα, τουλάχιστον και δια λόγους εντροπής προς τους αγγέλους (οι οποίοι είναι αοράτως παρόντες μεταξύ μας και οι οποίοι όταν παρίστανται ενώπιον του Θεού καλύπτουν από σεβασμόν τα πρόσωπα αυτών). 11 Αλλά μη λησμονείτε, ότι ούτε ο άνδρας, μετά την δημιουργίαν, γεννάται χωρίς την γυναίκα, ούτε η γυναίκα χωρίς τον άνδρα, σύμφωνα άλλωστε και με τους νόμους που έχει θέσει ο Κυριος. 12 Διότι όπως η γυναίκα προήλθεν από το άνδρα, πλασθείσα από την πλευράν του, έτσι έκτοτε και ο άνδρας γεννάται δια μέσου της γυναικός. Τα πάντα δε προέρχονται απ' αρχής και μέχρι τέλους από τον Θεόν. 13 Καμετε, λοιπόν, σεις οι ίδιοι δικαίαν κρίσιν· είναι σεμνόν και πρέπον να προσεύχεται η γυναίκα προς τον Θεόν μα ακάλυπτον την κεφαλήν της; 14 Η μήπως και αυτή η φύσις δεν σας διδάσκει ότι, εάν ο άνδρας τρέφη και περιποιήται κατά τρόπον θηλυπρεπή μακράν κόμην, είναι εξευτελισμός και εντροπή δι' αυτόν; 15 Η δε γυναίκα εξ αντιθέτου εάν τρέφη μακρυά μαλλιά, είναι τούτο τιμή και στόλισμά της, αφού και η ιδία η φύσις της έχει δώσει μια τέτοις δυνατότητα; Διότι η κόμη της έχει δοθή από τον Θεόν ως ένα ειδός σεμνής περιβολής. 16 Εάν δε κανείς έχη διάφορον γνώμην και θέλη να φιλονεική επάνω εις αυτά που είπα, ας μάθη ότι ημείς δεν έχομεν τέτοια συνήθεια, να είναι δηλαδή αι γυναίκες κατά την θείαν λατρείαν με την κεφαλήν ακάλυπτον, ούτε δε και αι άλλαι Εκκλησίαι του Θεού. 17 Και τώρα θα σας δώσω μίαν παραγγελίαν, η οποία κάθε άλλο παρά προς έπαινον σας είναι. Διότι συγκεντρώνεσθε κατά τας ώρας της λατρείας, όχι δια να οικοδομήτε ο ένας τον άλλον στο καλύτερον, αλλά δια να εξωθήτε και εξωθήσθε στο κατώτερον. 18 Διότι πρώτον μεν ακούω, ότι όταν συναθροίζεσθε εις συγκέντρωσιν προσευχής και λατρείας, υπάρχουν μεταξύ σας μερίδες και κόμματα· και ένα μέρος από αυτά που ακούω, τα πιστεύω, 19 διότι είναι επόμενον, ένεκα της ανθρωπίνης αδυναμίας, να αναπηδούν μεταξύ σας γνώμες διάφορες και προτιμήσεις και διαιρέσεις, δια να γίνουν έτσι φανεροί οι εκλεκτοί μεταξύ σας. 20 Οταν, λοιπόν, έτσι συγκεντρώνεσθε στον αυτόν τόπον της λατρείας και έχετε αυτάς τας διαιρέσεις, δεν είναι δυνατόν φυσικά να φάγετε προς οικοδομήν σας τον δείπνον, που ο Κυριος συνέστησε. 21 Διότι ο καθένας από σας σπεύδει και παίρνει το φάγητον του και τρώγει το ιδικόν του δείπνον μόνος του, χωρίς να περιμένη τους άλλους. Και έτσι συμβαίνει ο μεν ένας που είναι πτωχός να πεινά, ο δε άλλος που είναι πλούσιος να μεθά. (Και ταύτα κατά την ώραν του δείπνου της αγάπης. Που είναι, λοιπόν, η αγάπη σας;). 22 Διότι μήπως δεν έχετε επιτέλους σπίτια να τρώγετε και να πίνετε; Η περιφρονείτε τους πιστούς, που αποτελούν την Εκκλησίαν του Θεού και προσβάλλετε εκείνους που δεν έχουν; Τι να σας πω; Να σας επαινέσω δι' αυτό; Καθε άλλο παρά έπαινον σας αποδίδω. 23 Επειτα δε ως προς το Δείπνον του Κυρίου, ως προς το μυστήριον της Θείας Ευχαριστίας, έχω πάλιν να σας πω, ότι εγώ παρέλαβα από τον Κυριον αυτό, το οποίον και παρέδωκα εις σας, ότι δηλαδή ο Κυριος Ιησούς κατά την νύκτα που επρόκειτο να παραδοθή στους εχθρούς του, δια να σταυρωθή, επήρε άρτον και αφού ηυχαρίστησε με θερμήν προσευχήν τον Πατέρα, έκοψε εις τεμάχια τον άρτον και είπε· 24 “Λαβετε φάγετε· τούτο είναι το σώμά μου, το οποίον τεμαχίζεται δια σας, δια την σωτηρίαν σας· αυτό δε που εγώ τελώ τώρα, να το τελήτε και σεις πάντοτε, δια να ενθυμήσθε εμέ και την θυσίαν μου, που προσφέρω προς χάριν σας”. 25 Επίσης, αφού ετελείωσε το Δείπνον, επήρε το ποτήριον με τον οίνον και είπε· “τούτο το ποτήριον είναι η νέα διαθήκη, η οποία καθιερώνεται και επισφραγίζεται με το αίμα μου. Αυτό να κάνετε, δια να ενθυμήσθε εμέ και την θυσίαν μου. Καθε φοράν που θα πίνετε το αίμα μου, το οποίον περιέχεται στο ποτήριον της Ευχαριστίας, να το κάνετε εις ανάμνησίν μου”. 26 Λοιπόν, ω Κορίνθιοι, κάθε φοράν που τρώγετε τον αγιασμένον αυτόν άρτον και πίνετε το ευλογημένον τούτο ποτήριον της Θείας Ευχαριστίας, ομολογείτε και διαλαλείτε τον σταυρικόν λυτρωτικόν θάνατον του Κυρίου, συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρις ότου έλθη κατά την δευτέραν παρουσίαν. 27 Ωστε όποιος τρώγει τον άρτον αυτόν και πίνει το ποτήριον του Κυρίου αναξίως, θα είναι ένοχος και υπόδικος δια βαρείαν ασέβειαν και ύβριν εναντίον του σώματος και του αίματος του Κυρίου. 28 Ας εξετάζη δε κάθε άνθρωπος τον εαυτόν του με πολλήν προσοχήν, και έτσι προετοιμασμένος ας τρώγη από τον καθαγιασμένον άρτον και από το καθαγιασμένον ποτήριον.

Αρχαίο κείμενο
Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα




ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΙϚ´ 10 - 18


10 οὐδὲ τοὺς ἑπτὰ ἄρτους τῶν τετρακισχιλίων καὶ πόσας σπυρίδας ἐλάβετε; 11 πῶς οὐ νοεῖτε ὅτι οὐ περὶ ἄρτων εἶπον ὑμῖν προσέχειν ἀπὸ τῆς ζύμης τῶν Φαρισαίων καὶ Σαδδουκαίων; 12 τότε συνῆκαν ὅτι οὐκ εἶπε προσέχειν ἀπὸ τῆς ζύμης τοῦ ἄρτου, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς διδαχῆς τῶν Φαρισαίων καὶ Σαδδουκαίων. 13 Ἐλθὼν δὲ ὁ Ἰησοῦς εἰς τὰ μέρη Καισαρείας τῆς Φιλίππου ἠρώτα τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ λέγων· Τίνα με λέγουσιν οἱ ἄνθρωποι εἶναι τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου; 14 οἱ δὲ εἶπον· Οἱ μὲν Ἰωάννην τὸν βαπτιστήν, ἄλλοι δὲ Ἠλίαν, ἕτεροι δὲ Ἰερεμίαν ἢ ἕνα τῶν προφητῶν. 15 λέγει αὐτοῖς· Ὑμεῖς δὲ τίνα με λέγετε εἶναι; 16 ἀποκριθεὶς δὲ Σίμων Πέτρος εἶπε· Σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος. 17 καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· Μακάριος εἶ, Σίμων Βαριωνᾶ, ὅτι σὰρξ καὶ αἷμα οὐκ ἀπεκάλυψέ σοι, ἀλλ’ ὁ πατήρ μου ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς. 18 κἀγὼ δέ σοι λέγω ὅτι σὺ εἶ Πέτρος, καὶ ἐπὶ ταύτῃ τῇ πέτρᾳ οἰκοδομήσω μου τὴν ἐκκλησίαν, καὶ πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς.

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΙϚ´ 10 - 18


10 Δὲν ἐνθυμεῖσθε οὔτε τοὺς ἑπτὰ ἄρτους, μὲ τοὺς ὁποίους ἐχόρτασαν αἱ τέσσαρες χιλιάδες, καὶ πόσα μεγάλα κοφίνια ἐπήρατε ἀπὸ τὰ περισσεύματα; 11 Πῶς δὲν καταλαβαίνετε, ὅτι δὲν σᾶς εἶπα διὰ τὸν συνήθη ὑλικὸν ἄρτον, ὅταν σᾶς ἐσύστησα νὰ προσέχετε ἀπὸ τὸ προζύμι τῶν Φαρισαίων καὶ Σαδδουκαίων; 12 Τότε ἐκατάλαβαν, ὅτι δὲν εἶπε νὰ προσέχουν ἀπὸ τὸ προζύμι, μὲ τὸ ὁποῖον γίνεται ὁ ἄρτος, ἀλλ’ ἀπὸ τὴν διδασκαλίαν καὶ τὴν ὑποκρισίαν τῶν Φαρισαίων καὶ Σαδδουκαίων. 13 Ἀφοῦ δὲ ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς εἰς τὰ μέρη τῆς Καισαρείας, τὴν ὁποίαν εἶχε κτίσει ὁ Φίλιππος, ἠρώτα τοὺς μαθητάς του λέγων· Ποῖος νομίζουν οἱ ἄνθρωποι, ὅτι εἶμαι ἑγώ, ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου; 14 Αὐτοὶ δὲ εἶπαν· Ἄλλοι μὲν λέγουν, ὅτι εἶσαι Ἰωάννης ὁ βαπτιστής, ἄλλοι δὲ ὅτι εἶσαι ὁ Ἠλίας, ἄλλοι δὲ ὁ Ἱερεμίας ἢ ἕνας ἀπὸ τοὺς παλαιοὺς προφήτας, ποὺ ἀνεστήθη ἐκ νεκρῶν. 15 Λέγει εἰς αὐτούς· Σεῖς δὲ ποῖος λέγετε, ὅτι εἶμαι; 16 Ἀπεκρίθη δὲ ὁ Σίμων Πέτρος καὶ εἶπε· Σὺ εἶσαι ὁ Χριστός, ὁ φυσικὸς καὶ μονογενὴς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ποὺ δὲν εἶναι νεκρὸς σὰν τὰ εἴδωλα, ἀλλὰ ζῇ παντοτεινά. 17 Καὶ ἀπεκρίθη τότε ὁ Ἰησοῦς καὶ τοῦ εἶπε· Μακάριος εἶσαι, Σίμων, υἱὲ τοῦ Ἰωνᾶ, διότι δὲν σοῦ ἐφανέρωσε τὴν ἀλήθειαν τῆς ὀρθῆς πίστεως κανεὶς ἄνθρωπος, ἀλλ’ ὁ Πατήρ μου, ποὺ εἶναι εἰς τοὺς οὐρανούς. 18 Καὶ ἑγὼ δὲ σοῦ λέγω ὅτι σὺ εἶσαι Πέτρος καὶ ἐπάνω εἰς τὸν βράχον τῆς ἀληθινῆς πίστεως ποὺ ὠμολόγησες, γενόμενος μὲ τὴν ὁμολογίαν σου αὐτὴν ὁ πρῶτος λίθος τῆς πνευματικῆς μου οἰκοδομῆς, θὰ οἰκοδομήσω τὴν Ἐκκλησίαν μου, ὁ θάνατος δὲ καὶ αἱ ὠργανωμέναι δυνάμεις τοῦ κακοῦ δὲν θὰ ὑπερισχύσουν καὶ δὲν θὰ κατανικήσουν τὴν Ἐκκλησίαν, ἡ ὁποία θὰ εἶναι αἰώνιος καὶ ἀθάνατος.

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΙϚ´ 10 - 18


10 Ούτε τους επτά άρτους των τεσσάρων χιλιάδων και πόσα μεγάλα καλάθια με περίσσευμα επήρατε; 11 Πως δεν καταλαβαίνετε ότι δεν σας είπα να προσέχετε από το υλικό προζύμι και τα ψωμιά των Φαρισαίων και Σαδδουκαίων;” 12 Τοτε οι μαθηταί κατάλαβαν, ότι δεν τους είπε να προσέχουν από το προζύμι του ψωμιού, αλλά από την κακήν διδασκαλίαν των Φαρισαίων και Σαδδουκαίων, που ομοιάζει με χαλασμένο προζύμι. 13 Οταν δε ήλθεν ο Ιησούς εις τα μέρη της Καισαρείας, την οποίαν είχε επεκτείνει και εξωραΐσει ο Ηρώδης ο Φιλιππος, ερώτησε τους μαθητάς του λέγων· “τι λένε οι άνθρωποι, ότι είμαι εγώ, ο υιός του ανθρώπου;” 14 Εκείνοι δε είπαν· “άλλοι μεν λένε ότι είσαι ο Ιωάννης ο Βαπτιστής, άλλοι δε ο Ηλίας, και άλλοι ότι είσαι ο Ιερεμίας η ένας από τους προφήτας”. 15 Λεγει εις αυτούς· “σεις όμως οι μαθηταί μου ποίος λέτε, ότι είμαι;” 16 Απεκρίθη δε ο Σιμων ο Πετρος και είπε· “Συ είσαι ο Χριστός, ο υιός του Θεού του αιωνίου, που έχει ζωήν και δίδει ζωήν”. 17 Και ο Ιησούς απήντησε και του είπε· “μακάριος είσαι, Σιμων υιέ του Ιωνά, διότι την ομολογίαν, που έκαμες, δεν σου την εφανέρωσε αίμα και σαρξ, δηλαδή κάποιος άνθρωπος, αλλά ο Πατήρ μου ο επουράνιος. 18 Και εγώ δε σου λέγω τούτο· ότι συ είσαι Πετρος και επάνω εις αυτήν την πέτραν της ομολογίας σου θα οικοδομήσω ασάλευτον την Εκκλησίαν μου, και πύλαι Αδου (δηλαδή όλαι αι κακαί δυνάμστου πονηρού διαβόλου και των διεστραμμένων ανθρώπων), δεν θα υπερισχύσουν και δεν θα κατορθώσουν τίποτε εναντίον της.

Αρχαίο κείμενο
Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα