❌
Δευτέρα, 19 Ιανουαρίου 2026

Όσιοι Μακάριος ο Αιγύπτιος και Μακάριος ο Αλεξανδρεύς, Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, Άγιος Αρσένιος Αρχιεπίσκοπος Κερκύρας
Μακαρίου ὁσίου τοῦ Αἰγυπτίου. Ἀρσενίου Κερκύρας, Μάρκου ἀρχιεπ. ᾿Εφέσου τοῦ Εὑγενικοῦ († 23 Ἰουν. 1444), Μακαρίου ὁσ. ἱεροδιακὀνου τοῦ Πατμίου.
Ἀπόστολος
Εὐαγγέλιον


ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΑΚΩΒΟΥ Β´ 14 - 26


14 Τί τὸ ὄφελος, ἀδελφοί μου, ἐὰν πίστιν λέγῃ τις ἔχειν, ἔργα δὲ μὴ ἔχῃ; μὴ δύναται ἡ πίστις σῶσαι αὐτόν; 15 ἐὰν δὲ ἀδελφὸς ἢ ἀδελφὴ γυμνοὶ ὑπάρχωσι καὶ λειπόμενοι ὦσι τῆς ἐφημέρου τροφῆς, 16 εἴπῃ δέ τις αὐτοῖς ἐξ ὑμῶν, ὑπάγετε ἐν εἰρήνῃ, θερμαίνεσθε καὶ χορτάζεσθε, μὴ δῶτε δὲ αὐτοῖς τὰ ἐπιτήδεια τοῦ σώματος, τί τὸ ὄφελος; 17 οὕτω καὶ ἡ πίστις, ἐὰν μὴ ἔργα ἔχῃ, νεκρά ἐστι καθ’ ἑαυτήν. 18 ἀλλ’ ἐρεῖ τις· σὺ πίστιν ἔχεις, κἀγὼ ἔργα ἔχω· δεῖξόν μοι τὴν πίστιν σου ἐκ τῶν ἔργων σου, κἀγὼ δείξω σοι ἐκ τῶν ἔργων μου τὴν πίστιν μου. 19 σὺ πιστεύεις ὅτι ὁ Θεὸς εἷς ἐστι· καλῶς ποιεῖς· καὶ τὰ δαιμόνια πιστεύουσι καὶ φρίσσουσι. 20 θέλεις δὲ γνῶναι, ὦ ἄνθρωπε κενέ, ὅτι ἡ πίστις χωρὶς τῶν ἔργων νεκρά ἐστιν; 21 Ἀβραὰμ ὁ πατὴρ ἡμῶν οὐκ ἐξ ἔργων ἐδικαιώθη, ἀνενέγκας Ἰσαὰκ τὸν υἱὸν αὐτοῦ ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον; 22 βλέπεις ὅτι ἡ πίστις συνήργει τοῖς ἔργοις αὐτοῦ, καὶ ἐκ τῶν ἔργων ἡ πίστις ἐτελειώθη, 23 καὶ ἐπληρώθη ἡ γραφὴ ἡ λέγουσα· ἐπίστευσε δὲ Ἀβραὰμ τῷ Θεῷ, καὶ ἐλογίσθη αὐτῷ εἰς δικαιοσύνην, καὶ φίλος Θεοῦ ἐκλήθη. 24 ὁρᾶτε τοίνυν ὅτι ἐξ ἔργων δικαιοῦται ἄνθρωπος καὶ οὐκ ἐκ πίστεως μόνον. 25 ὁμοίως δὲ καὶ Ραὰβ ἡ πόρνη οὐκ ἐξ ἔργων ἐδικαιώθη, ὑποδεξαμένη τοὺς ἀγγέλους καὶ ἑτέρᾳ ὁδῷ ἐκβαλοῦσα; 26 ὥσπερ γὰρ τὸ σῶμα χωρὶς πνεύματος νεκρόν ἐστιν, οὕτω καὶ ἡ πίστις χωρὶς τῶν ἔργων νεκρά ἐστι.

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΑΚΩΒΟΥ Β´ 14 - 26


14 Τί ὠφελεῖ, ἀδελφοί μου, ἐὰν ἕνας λέγῃ, ὅτι ἔχει πίστιν, ἀλλὰ δὲν ἔχῃ τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα παράγει ἡ ἀληθὴς καὶ πραγματικὴ πίστις; Μήπως ἡ πίστις αὐτὴ ἡ θεωρητική, ποὺ δὲν συνοδεύεται ἀπὸ τὰ ἔργα τῆς ἀγάπης, ἔχει τὴν δύναμιν νὰ τὸν σώσῃ; 15 Διὰ νὰ πεισθῆτε δὲ περὶ τούτου, σᾶς φέρω ἐν παράδειγμα: Ἐὰν ἕνας ἀδελφὸς Χριστιανὸς ἡ μία ἀδελφὴ Χριστιανὴ εἶναι γυμνοὶ καὶ δὲν ἔχουν ἀρκετὰ ἐνδύματα, στεροῦνται δὲ καὶ τῆς ἀναγκαίας διὰ τὴν ἡμέραν τροφῆς, 16 τοὺς εἴπη δὲ ἕνας ἀπὸ σᾶς· Πηγαίνετε στὸ καλό, ζεσταθῆτε καὶ χορτασθῆτε καλά, δὲν τοὺς δώσετε ὅμως καὶ τὰ ἀναγκαῖα διὰ τὴν συντήρησιν τοῦ σώματος, τί ὠφελεῖ τοῦτο; 17 Ἔτσι καὶ ἡ πίστις, ἐὰν δὲν ἔχῃ ὡς καρπὸν ἔργα ἀρετῆς εἶναι ὅλως διόλου καὶ ἀπὸ αὐτὴν τὴν ρίζαν της νεκρά. 18 Ἀλλὰ θὰ εἴπῃ κάποιος πρὸς τρίτον τινά· Σὺ ἔχεις θεωρητικὴν πίστιν, καὶ ἑγὼ ἔχω ἔργα ἀρετῆς χωρὶς νὰ ἔχω πίστιν. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἀσύστατον καὶ ἀκατανόητον. Οὔτε πίστις ἀληθὴς δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἄνευ ἔργων ἀρετῆς, οὔτε ἀληθὴς καὶ τελεία ἀρετὴ δύναται νὰ κατορθωθῇ ἄνευ πίστεως. Ἡ πίστις εἶναι κάτι, ποὺ δὲν φαίνεται παρὰ μόνον εἰς τὰ ἀποτελέσματά της. Ἀπόδειξόν μου λοιπόν, ὅτι πιστεύεις ἀπὸ τὰ ἔργα σου. Καὶ ἑγὼ θὰ σοῦ δείξω ἀπὸ τὰ ἔργα τῆς ἀρετῆς μου, ὅτι ἔχω πίστιν· διότι ἐὰν δὲν εἶχα πίστιν, δὲν θὰ εἶχα οὔτε τὸν καρπὸν τῆς πίστεως, ἤτοι τὰ ἔργα τῆς ἀρετῆς. 19 Σὺ πιστεύεις, ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ἕνας· καλὰ κανεὶς καὶ πιστεύεις εἰς τὴν ἀλήθειαν αὐτήν. Μὴ ξεχάνῃς ὅμως, ὅτι καὶ τὰ δαιμόνια πιστεύουν εἰς τὴν ὕπαρξιν τοῦ Θεοῦ καὶ καταλαμβάνονται ὑπὸ τρόμου πρὸ τῆς δικαιοσύνης του καὶ τῆς δυνάμεώς του. 20 Θέλεις δὲ νὰ μάθῃς, ὦ ἄνθρωπε ἀνόητε, ὅτι ἡ πίστις, ὅταν δὲν συνοδεύεται καὶ ἀπὸ τὰ ἔργα τῆς ἀρετῆς, εἶναι νεκρὰ καὶ δὲν ἔχει τὴν δύναμιν νὰ σώσῃ; 21 Ὁ Ἀβραὰμ ὁ προπάτωρ μας δὲν ἔγινε δίκαιος ἀπὸ τὰ ἔργα τῆς ἀρετής του, ὅταν ἀνεβίβασεν ὡς θυσίαν ἐπάνω εἰς τὸ θυσιαστήριον τὸν Ἰσαὰκ τὸ παιδί του; 22 Βλέπεις, ὅτι ἡ πίστις συνειργάζετο μὲ τὰ ἔργα τοῦ Ἀβραὰμ καὶ ἀπὸ τὰ ἔργα ἡ πίστις ἐτελειοποιήθη. 23 Καὶ ἐπαλήθευσε τελείως ἡ Γραφή, ἡ ὁποία λέγει· Ἐπίστευσε δὲ ὁ Ἀβραὰμ ὡς τὸν Θεόν καὶ ἐλογαριάσθη εἰς αὐτὸν ἡ πίστις του αὕτη τόσον πολύ, ὥστε ὁ Θεὸς νὰ τὸν θεωρήσῃ δίκαιον καὶ ὠνομάσθη φίλος καὶ ἀγαπημένος τοῦ Θεοῦ. 24 Βλέπετε λοιπόν, ὅτι κάθε ἄνθρωπος ἀναδεικνύεται δίκαιος ἀπὸ τὰ ἔργα καὶ ὄχι μόνον ἀπὸ τὴν πίστιν. 25 Ὁμοίως δὲ καὶ αὐτὴ ἡ πόρνη ἡ Ραὰβ δὲν ἐδικαιώθη ἀπὸ τὰ ἔργα, ποὺ ἔκαμεν, ὅταν ὑπεδέχθη τοὺς ἀπεσταλμένους τῶν Ἰουδαίων καὶ τοὺς ἔβγαλεν ἀπὸ ἄλλον δρόμον ἔξω ἀπὸ τὴν Ἱεριχῶ; 26 Ναί· τὰ ἔργα ζωντανεύουν τὴν πίστιν. Διότι ὅπως τὸ σῶμα, χωρὶς τὴν ψυχήν, εἶναι νεκρόν, ἔτσι καὶ ἡ πίστις, χωρὶς τὰ ἔργα τῆς ἀρετῆς, δὲν εἶναι, πίστις ζωντανή, ἀλλὰ νεκρά.

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΑΚΩΒΟΥ Β´ 14 - 26


14 Τι ωφελεί, αδελφοί μου, εάν λέγη κανείς ότι έχει πίστιν, αλλά δεν έχει έργα, που επιβάλλει η πίστις; Μηπως αυτή η θεωρητική και γυμνή από καλά έργα πίστις ημπορεί να τον σώση; 15 Εάν ένας αδελφός Χριστιανός η μία αδελφή Χριστιανή δεν έχουν τα απαραίτητα ενδύματα, δια να προφυλαχθούν από το ψύχος του χειμώνος, και επί πλέον στερούνται από την αναγκαίαν τροφήν της ημέρας, 16 τους είπη δε ένας από σας, “πηγαίνετε στο καλό. Εύχομαι να ζεσταθήτε και να χορτασθήτε καλά”, δεν τους δώσετε όμως αυτά, που τους χρειάζονται δια την συντήρησιν του σώματος, τι ωφελούν τα καλά σας λόγια; 17 Ετσι και η πίστις, εάν δεν έχη έργα, είναι εξ ολοκλήρου νεκρά. 18 Αλλά θα πη κάποιος· “συ έχεις και κρατείς θεωρητικήν την πίστιν, ενώ εγώ έχω έργα αρετής”. Και οι δύο ευρίσκονται εις την πλάνην. Διότι εγώ θα τους είπω· Δείξε μου την πίστιν σου από τα έργα σου, διότι αυτά επιβεβαιούν την πίστιν, και εγώ από τα έργα μου, που είναι καρπός της πίστεως, θα σου αποδείξω την πίστιν μου. 19 Συ πιστεύεις, ότι ένας είναι ο αληθινός Θεός· και καλά κάμνεις. Αλλά και τα δαιμόνια πιστεύουν εις την ύπαρξιν του αληθινού Θεού, χωρίς όμως να ωφελούνται από αυτήν, την άνευ έργων πίστιν, αλλά τουναντίον καταλαμβάνονται από φόβον και τρόμον προ του δικαίου Θεού. 20 Θελεις δε να μάθης, ω κούφιε και ανόητε άνθρωπε, ότι η πίστις χωρίς τα έργα της αρετής είναι νεκρά, εντελώς ανωφελής, μάλλον δε και επιβλαβής, όπως το νεκρόν και αποσυντιθέμενον σώμα; 21 Ο πρόγονος μας Αβραάμ, δεν επήρε από τον Θεόν την δικαίωσιν και έγινε δίκαιος, δια τα έργα της αρετής του, και μάλιστα, όταν προσέφερε ως θυσίαν επάνω στο θυσιαστήριον το παιδί του, τον Ισαάκ; 22 Βλέπεις, ότι η ζωντανή πίστις ωδηγούσε και υποβοηθούσε εις τα έργα του, και από τα έργα η πίστις ετελειοποιήθη. 23 Και εξεπληρώθη έτσι η Γραφή, η οποία λέγει· “επίστευσεν ο Αβραάμ στον Θεόν με ζωντανήν και ενεργόν αυτήν πίστιν και ελογαριάσθη τούτο εκ μέρους του Θεού εις αυτόν ως δικαιοσύνη και ωνομάσθη εκλεκτός φίλος του Θεού”. 24 Βλέπετε, λοιπόν, ότι κάθε άνθρωπος γίνεται και αναδεικνύεται δίκαιος από τα έργα και όχι μόνον από την θεωρητικήν πίστιν. 25 Επίσης και η Ραάβ, η πόρνη, δεν εδικαιώθη ενώπιον του Θεού από τα έργα της, όταν με κίνδυνον της ζωής της υπεδέχθη τους απεσταλμένους των Ιουδαίων και τους έβγαλε από άλλον δρόμον, δια να φύγουν από την Ιεριχώ; 26 Τα έργα αξιοποιούν και ζωντανεύουν την πίστιν. Διότι, όπως το σώμα χωρίς την ψυχήν είναι νεκρόν και καταλήγει εις την αποσύνθεσιν, έτσι και η πίστις χωρίς τα ενάρετα έργα είναι νεκρά και ανωφελής.

Αρχαίο κείμενο
Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα




ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ Ϛ´ 54 - 56


54 καὶ ἐξελθόντων αὐτῶν ἐκ τοῦ πλοίου εὐθέως ἐπιγνόντες αὐτὸν 55 περιέδραμον ὅλην τὴν περίχωρον ἐκείνην καὶ ἤρξαντο ἐπὶ τοῖς κραβάττοις τοὺς κακῶς ἔχοντας περιφέρειν ὅπου ἤκουον ὅτι ἐκεῖ ἐστι· 56 καὶ ὅπου ἂν εἰσεπορεύετο εἰς κώμας ἢ πόλεις ἢ ἀγροὺς, ἐν ταῖς ἀγοραῖς ἐτίθεσαν τοὺς ἀσθενοῦντας καὶ παρεκάλουν αὐτὸν ἵνα κἂν τοῦ κρασπέδου τοῦ ἱματίου αὐτοῦ ἅψωνται· καὶ ὅσοι ἂν ἥπτοντο αὐτοῦ, ἐσῴζοντο.

ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ Ζ´ 1 - 8


1 Καὶ συνάγονται πρὸς αὐτὸν οἱ Φαρισαῖοι καί τινες τῶν γραμματέων ἐλθόντες ἀπὸ Ἱεροσολύμων· 2 καὶ ἰδόντες τινὰς τῶν μαθητῶν αὐτοῦ κοιναῖς χερσί, τοῦτ’ ἔστιν ἀνίπτοις, ἐσθίοντας ἄρτους, ἐμέμψαντο· 3 οἱ γὰρ Φαρισαῖοι καὶ πάντες οἱ Ἰουδαῖοι, ἐὰν μὴ πυγμῇ νίψωνται τὰς χεῖρας, οὐκ ἐσθίουσι, κρατοῦντες τὴν παράδοσιν τῶν πρεσβυτέρων· 4 καὶ ἀπὸ ἀγορᾶς, ἐὰν μὴ βαπτίσωνται, οὐκ ἐσθίουσι· καὶ ἄλλα πολλά ἐστιν ἃ παρέλαβον κρατεῖν, βαπτισμοὺς ποτηρίων καὶ ξεστῶν καὶ χαλκίων καὶ κλινῶν· 5 ἔπειτα ἐπερωτῶσιν αὐτὸν οἱ Φαρισαῖοι καὶ οἱ γραμματεῖς· Διατί οὐ περιπατοῦσιν οἱ μαθηταί σου κατὰ τὴν παράδοσιν τῶν πρεσβυτέρων, ἀλλ’ ἀνίπτοις χερσὶν ἐσθίουσι τὸν ἄρτον; 6 ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς ὅτι Καλῶς προεφήτευσεν Ἡσαΐας περὶ ὑμῶν τῶν ὑποκριτῶν, ὡς γέγραπται· οὗτος ὁ λαὸς τοῖς χείλεσί με τιμᾷ, ἡ δὲ καρδία αὐτῶν πόρρω ἀπέχει ἀπ’ ἐμοῦ· 7 μάτην δὲ σέβονταί με, διδάσκοντες διδασκαλίας ἐντάλματα ἀνθρώπων. 8 ἀφέντες γὰρ τὴν ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ κρατεῖτε τὴν παράδοσιν τῶν ἀνθρώπων, βαπτισμοὺς ξεστῶν καὶ ποτηρίων, καὶ ἄλλα παρόμοια τοιαῦτα πολλὰ ποιεῖτε.

ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ Ϛ´ 54 - 56


54 Καὶ ὅταν αὐτοὶ ἐβγῆκαν ἀπὸ τὸ πλοῖον, ἀμέσως οἱ κάτοικοι τῆς χώρας ἐκείνης τὸν ἀνεγνώρισαν, 55 καὶ ἔτρεξαν γύρω εἰς ὅλην ἐκείνην τὴν περιφέρειαν διαδιδόντες τὴν εἴδησιν, ὅτι ἦλθε, καὶ ἄρχισαν νὰ περιφέρουν ἐπάνω εἰς τὰ κρεββάτια τοὺς ἀρρώστους ἀπὸ τὸ ἐν μέρος εἰς τὸ ἄλλο, ὅπου ἤκουαν ὅτι ἦτο ἐκεῖ ὁ Ἰησοῦς. 56 Καὶ ὁπουδήποτε καὶ ἂν ἔμβαιναν εἰς χωρία ἢ εἰς πόλεις ἢ εἰς ἐξοχικοὺς συνοικισμούς, ἐτοποθέτουν εἰς τὰς ἀγορὰς τοὺς ἀσθενεῖς καὶ τὸν παρεκάλουν νὰ ἐγγίσουν ἔστω καὶ τὴν ἄκραν τοῦ ἐξωτερικοῦ του ἐνδύματος. Καὶ ὅσοι τὴν ἤγγιζον, ἐσώζοντο ἀπὸ τὴν ἀσθένειάν των.

ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ Ζ´ 1 - 8


1 Καὶ ἐμαζεύθησαν πλησίον του οἱ Φαρισαῖοι καὶ μερικοὶ ἀπὸ τοὺς γραμματεῖς, ποὺ ἦλθαν ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα. 2 Καὶ ὅταν εἶδαν μερικοὺς ἀπὸ τοὺς μαθητάς του νὰ τρώγουν ψωμὶ μὲ χέρια ἀκάθαρτα, τουτέστι μὲ χέρια ποὺ δὲν τὰ εἶχαν νίψει, κατέκριναν καὶ ἐμέμφθησαν τὴν πρᾶξιν. 3 Τὴν κατέκριναν δέ, διότι οἱ Φαρισαῖοι καὶ ὅλοι οἱ Ἰουδαῖοι, ἐὰν δὲν νίψουν τὰ χέρια των καὶ δὲν καθαρίσουν μὲ τὴν πυγμὴν τοῦ κάθε χεριοῦ τὴν παλάμην καὶ τὰ δάκτυλα τοῦ ἄλλου, δὲν τρώγουν. Καὶ τὸ κάνουν αὐτὸ φυλάττοντες τὴν παράδοσιν τῶν παλαιοτέρων διδασκάλων. 4 Καὶ ὅταν ἐπιστρέψουν ἀπὸ τὴν ἀγοράν, δὲν τρώγουν, ἐὰν δὲν βουτηχθοῦν ὁλόκληροι εἰς τὸ νερόν. Καὶ ἄλλα πολλὰ ὑπάρχουν, τὰ ὁποῖα ἐκ παραδόσεως παρέλαβον νὰ φυλάττουν, δηλαδὴ πλύσεις μέσα εἰς ἄφθονον νερὸν ποτηρίων καὶ μεγαλυτέρων ἀγγείων καὶ χαλκωμάτων καὶ καναπέδων τῆς τραπεζαρίας. 5 Ἔπειτα τὸν ἐρωτοῦν οἱ Φαρισαῖοι καὶ οἱ γραμματεῖς οἱ μαθηταί σου δὲν συμπεριφέρονται σύμφωνα μὲ τὴν παράδοσιν τῶν παλαιοτέρων διδασκάλων, ἀλλὰ τρώγουν τὸ ψωμὶ μὲ χέρια ἄνιπτα; 6 Αὐτὸς δὲ ἀπεκρίθη καὶ εἶπεν εἰς αὐτούς, ὅτι καλὰ ἐπροφήτευσεν ὁ Ἡσαΐας διὰ σᾶς τοὺς ὑποκριτάς, καθὼς ἔχει γραφῆ· Αὐτὸς ὁ λαὸς μὲ τὰ χείλη μὲ τιμᾷ, ἡ καρδία τους ὅμως ἀπέχει μακρυὰ ἀπὸ ἐμέ. 7 Ψεύτικα δὲ καὶ ἀνώφελα μὲ λατρεύουν, ἐπειδὴ διδάσκουν διδασκαλίας, ποὺ εἶναι παραγγέλματα καὶ ἐντολαὶ ἀνθρώπων καὶ ὄχι ἰδικαί μου. 8 Καὶ λέγω, ὅτι ὀρθῶς καὶ ἀληθῶς ἐπροφήτευσε ταῦτα ὁ Ἡσαΐας, διότι ἀφήσατε τὴν ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ καὶ κρατεῖτε τὴν παράδοσιν τῶν ἀνθρώπων, τουτέστι βουτᾶτε εἰς τὸ νερὸν τὰ ἀγγεῖα καὶ τὰ ποτήρια καὶ ἄλλα παρόμοια τέτοια κάνετε πολλά.

ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ Ϛ´ 54 - 56


54 Οταν δε εβγήκαν από το πλοίον, αμέσως τα πλήθη τον αντελήφθησαν. 55 Και περιέτρεξαν όλην την γύρω περιοχήν εκείνην διαδιδόντες την είδησιν και ήρχισαν να περιφέρουν επάνω εις τα κρεββάτια τους αρώστους των από ένα μέρος στο άλλο, όπου ήκουον ότι ήτο ο Ιησούς. 56 Και όπου αν εισήρχετο εις χωριά η πόλεις η εις εξοχικάς περιοχάς έθεταν τους ασθενείς εις τας αγοράς (εις κεντρικούς δηλαδή τόπους όπου υπήρχε μαγάλη πιθανότης να περάση ο Χριστός” και παρακαλούσαν αυτόν να επιτρέψη στους αρρώστους να εγγίσουν την άκρη από το ένδυμά του. Και όσοι τον ήγγιζαν εθεραπεύοντο. (Η με πίστιν προσέγγισις προς τον Κυριον γίνεται αιτία πολλών δωρεών, υλικών και πνευματικών).

ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ Ζ´ 1 - 8


1 Και συνεκεντρώθησαν γύρω από αυτόν οι Φαρισαίοι και μερικοί από τους γραμματείς, που είχαν έλθει από τα Ιεροσόλυμα. 2 Οταν δε είδαν μερικούς από τους μαθητάς του να τρώγουν ψωμί με άνιπτα χέρια, μολυσμένα όπως τα θεωρούσαν αυτοί, τους κατέκριναν. 3 Διότι οι Φαρισαίοι και όλοι οι Ιουδαίοι, εάν δεν νίψουν τα χέρια των, δεν τρώγουν. Και το κάνουν αυτό, δια να κρατήσουν την παράδοσιν των πρεσβυτέρων. 4 Και όταν γυρίσουν στο σπίτι από την αγοράν η από άλλους δημοσίους τόπους, δεν τρώγουν, εάν δεν πλυθούν ολόκληροι. Και άλλα πολλά είναι, που παρέλαβαν από την παράδοσίν των να τα φυλάττουν, όπως είναι το να πλύνουν μέσα σε άφθνο νερό ποτήρια, κανάτια χάλκινα δοχεία, και τα χαμηλά κρεββάτια της τραπεζαρίας επάνω εις τα οποία ξαπλωμένοι έτρωγαν. 5 Επειτα ερώτησαν τον Κυριον οι Φαρισαίοι και οι γραμματείς· “διατί οι μαθηταί σου δεν συμμορφώνονται με την παράδοσιν των πρεσβυτέρων, αλλά τρώγουν το ψωμί με άπλυτα χέρια;” 6 (Οι Φαρισαίοι επρόσεχαν τους τύπους και όχι την ουσίαν, την εξωτερικήν συμπεριφοράν και όχι την εσωτερικήν αγνότητα, επινοήσεις ανθρώπων και όχι τας εντολάς του Θεού). Αυτός δε απεκρίθη και τους είπε ότι “πολύ ορθά επροφύτευσε για σας τους υποκριτάς ο προφήτης Ησαΐας, όπως έχει γραφή· Αυτός ο λαός με τιμά μόνον, με τα χείλη, ενώ η καρδιά των απέχει πολύ από εμένα. 7 Ανώφελα δε και χαμένα με σέβονται, διδάσκοντες διδασκαλίες που είναι εντολαί ανθρώπων και όχι ιδικαί μου. 8 Διότι σεις αφήσατε την εντολήν του Θεού και κρατείτε την παράδοσιν των ανθρώπων, δηλαδή πλυσίματα κανατιών και ποτηριών και άλλα πολλά τέτοια και παρόμοια τηρείτε”.

Αρχαίο κείμενο
Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα