❌
Παρασκευή, 02 Ιανουαρίου 2026

Άγιος Σίλβεστρος Πάπας Ρώμης, Άγιος Θεαγένης ιερομάρτυρας , Όσιος Σεραφείμ του Σαρώφ
(Προεόρτια τῶν Φώτων). Σιλβέστρου ῾Ρώμης (†335). Κοσμᾶ (Α΄) Κωνσταντινουπόλεως, Σεραφεὶμ ἐν Σάρωφ (†1833).
Ἀπόστολος
Εὐαγγέλιον


ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ ΙΑ´ 8 - 16


8 Πίστει καλούμενος Ἀβραὰμ ὑπήκουσεν ἐξελθεῖν εἰς τὸν τόπον ὃν ἔμελλε λαμβάνειν εἰς κληρονομίαν, καὶ ἐξῆλθε μὴ ἐπιστάμενος ποῦ ἔρχεται. 9 Πίστει παρῴκησεν εἰς γῆν τῆς ἐπαγγελίας ὡς ἀλλοτρίαν, ἐν σκηναῖς κατοικήσας μετὰ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακὼβ τῶν συγκληρονόμων τῆς ἐπαγγελίας τῆς αὐτῆς· 10 ἐξεδέχετο γὰρ τὴν τοὺς θεμελίους ἔχουσαν πόλιν, ἧς τεχνίτης καὶ δημιουργὸς ὁ Θεός. 11 Πίστει καὶ αὐτὴ Σάρρα δύναμιν εἰς καταβολὴν σπέρματος ἔλαβεν καὶ παρὰ καιρὸν ἡλικίας ἔτεκεν, ἐπεὶ πιστὸν ἡγήσατο τὸν ἐπαγγειλάμενον· 12 διὸ καὶ ἀφ’ ἑνὸς ἐγεννήθησαν, καὶ ταῦτα νενεκρωμένου, καθὼς τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ τῷ πλήθει καὶ ὡς ἡ ἄμμος ἡ παρὰ τὸ χεῖλος τῆς θαλάσσης ἡ ἀναρίθμητος. 13 Κατὰ πίστιν ἀπέθανον οὗτοι πάντες, μὴ λαβόντες τὰς ἐπαγγελίας, ἀλλὰ πόρρωθεν αὐτὰς ἰδόντες καὶ ἀσπασάμενοι, καὶ ὁμολογήσαντες ὅτι ξένοι καὶ παρεπίδημοί εἰσιν ἐπὶ τῆς γῆς. 14 οἱ γὰρ τοιαῦτα λέγοντες ἐμφανίζουσιν ὅτι πατρίδα ἐπιζητοῦσι. 15 καὶ εἰ μὲν ἐκείνης μνημονεύουσιν, ἀφ’ ἧς ἐξῆλθον, εἶχον ἂν καιρὸν ἀνακάμψαι· 16 νῦν δὲ κρείττονος ὀρέγονται, τοῦτ’ ἔστιν ἐπουρανίου. διὸ οὐκ ἐπαισχύνεται αὐτοὺς ὁ Θεὸς Θεὸς ἐπικαλεῖσθαι αὐτῶν, ἡτοίμασε γὰρ αὐτοῖς πόλιν.

ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ ΙΑ´ 8 - 16


8 Ἐξ αἰτίας τῆς πίστεώς του ὁ Ἀβραὰμ ὑπήκουσεν, ὅταν ἐκαλεῖτο νὰ βγῇ ἀπὸ τὴν πατρίδα τοῦ καὶ νὰ ὑπάγῃ εἰς τὸν τόπον, τὸν ὁποῖον ἔμελλε νὰ λάβῃ κληρονομίαν. Καὶ ἐβγῆκε, χωρὶς νὰ ξεύρῃ ποῦ πηγαίνει. 9 Χάρις εἰς τὴν πίστιν του ὁ Ἀβραὰμ ἔμεινεν ὡς ξένος εἰς τὴν γῆν, ποὺ τοῦ ὑπεσχέθη ὁ Θεὸς καὶ ἐθεώρει αὐτὴν ὡς ξένην χώραν καὶ ὄχι ὡς ἰδικήν του. Καὶ ἑκατοίκησε μέσα εἰς σκηνὰς μαζὶ μὲ τὸν Ἰσαὰκ καὶ τὸν Ἰακώβ, ποὺ ἦσαν συγκληρονόμοι τῆς αὐτῆς ὑποσχέσεως τοῦ Θεοῦ 10 Ἑκατοικησε δὲ ὁ Ἀβραὰμ καὶ εἰς αὐτὴν τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας σὰν ξένος καὶ πάροικος, διότι ἐπερίμενε νὰ κατοικήσῃ εἰς τὴν ἐπουράνιον πόλιν, ἡ ὁποία ἔχει τὰ ἀληθινὰ καὶ ἀδιάσειστα θεμέλια καὶ τῆς ὁποίας τεχνίτης καὶ κτίστης εἶναι αὐτὸς ὁ Θεός. 11 Διὰ τὴν πίστιν της καὶ αὐτὴ ἡ στεῖρα καὶ προχωρημένη εἰς τὴν ἡλικίαν Σάρρα ἔλαβε δύναμιν, ὥστε νὰ καταβληθῇ σπέρμα εἰς αὐτήν, καὶ ἐνῷ πλέον εἶχε περάσει ἡ ἡλικία της, ἐγέννησεν, ἐπειδὴ ἐθεώρησεν ἀξιόπιστον ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ὑπεσχέθη, ὅτι θὰ ἀπέκτα υἱόν. 12 Διότι ἐπίστευσαν καὶ ὁ ’Ἀβραὰμ καὶ ἡ Σάρρα, διὰ τοῦτο ἀπὸ ἕνα ἄνθρωπον, τὸν Ἀβραάμ, καὶ μάλιστα νεκρωμένον ἕνεκα τοῦ γήρατος, ἐγεννήθησαν ἀπόγονοι, καθὼς τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ κατὰ τὸ πλῆθος, καὶ καθὼς ἡ ἄμμος ποὺ ὑπάρχει εἰς τὴν ἀκροθαλασσιὰν καὶ τῆς ὁποίας οἱ μικροὶ κόκκοι εἶναι σχεδὸν ἀμέτρητοι. 13 Αὐτοὶ ὅλοι ἀπέθανον μὲ τὴν πίστιν καὶ τὴν ἐλπίδα, χωρὶς νὰ λάβουν τὰς ἐπαγγελίας, ἀλλὰ τὰς εἶδαν ἀπὸ μακρὰν καὶ μὲ πόθον πολὺν καὶ ἀγαλλίασιν τὰς ἐνεκολπώθησαν καὶ ὡμολόγησαν, ὅτι εἶναι ξένοι καὶ παρεπίδημοι ἐπὶ τῆς γῆς. 14 Πράγματι δὲ μὲ τὴν πίστιν καὶ ἐλπίδα ἀπέθανον. Διότι αὐτοί, ποὺ ἔλεγαν τέτοια, ὅτι δηλαδὴ εἶναι ξένοι καὶ ταξιδιῶται εἰς τὴν γῆν, ἐφανέρωναν καὶ ἀπεδείκνυαν μὲ τὰ λόγια των αὐτά, ὅτι ἐζήτουν μὲ πόθον πατρίδα μόνιμον καὶ ἀληθινήν, καὶ τέτοια εἶναι ὁ οὐρανός, ὁ ὁποῖος μόνον διὰ τῆς πίστεως βλέπεται. 15 Ὅτι δὲ τὴν οὐράνιον πατρίδα ἐπόθουν, εἶναι φανερόν. Διότι, ἐὰν ἐνεθυμοῦντο ἐκείνην τὴν πατρίδα, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἔβγηκαν, θὰ εὔρισκαν εὐκαιρίαν νὰ ἐπιστρέψουν πάλιν εἷς αὐτήν. 16 Τώρα ὅμως ἐπιθυμοῦν καλυτέραν πατρίδα, τουτέστι πατρίδα ἐπουράνιον. Δι’ αὖτο καὶ ὃ Θεὸς δὲν τοὺς ἐντρέπεται νὰ ὃ νομάζεται Θεὸς τῶν. Ἀπόδειξις δὲ τῆς εὐνοίάς του αὐτῆς εἶναι, ὅτι τοὺς ἐτοιμασεν εἷς τοὺς οὐρανοὺς πόλιν ὣς πατρίδα τῶν παντοτινήν.

ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ ΙΑ´ 8 - 16


8 Ενεκα της πίστεώς του ο Αβραάμ, καλούμενος από τον Θεόν, υπήκουσε να εξέλθη και να φύγη από την πατρίδα του και νε μεταβή στον τόπον, τον οποίον επρόκειτο να λάβη ως κληρονομίαν του από τον Θεόν. Και πράγματι εξήλθε, χωρίς και να γνωρίζη που πηγαίνει. 9 Χαρις εις αυτήν την πίστιν του κατώκησεν εις την γην, που του είχε υποσχεθή ο Θεός, σαν εις ξένην περιοχήν και έζησε μέσα εις σκηνάς μαζή με τον Ισαάκ και τον Ιακώβ, που ήσαν συγκληρονόμοι της ιδίας υποσχέσεως του Θεού. 10 Και τούτο, διότι επερίμενε με πίστιν και ελπίδα ακλόνητον την επουράνιον πόλιν, με τα αδιάσειστα και αιώνια θεμέλια της, της οποίας τεχνίτης και δημιουργός είναι ο ίδιος ο Θεός. 11 Χαρις εις την πίστιν της και αυτή η στείρα και πολύ ηλικιωμένη Σαρρα, επήρε δύναμιν, ώστε να καταβληθή και ζωογονηθή εις αυτήν σπέρμα· και μολονότι είχε περάσει πλέον η ηλικία της, εγέννησε τέκνον, επειδή εθεώρησε κατά πάντα αξιόπιστον εκείνον, που της είχε υποσχεθή, ότι θα αποκτούσε υιόν. 12 Δια την πίστιν αυτήν της Σαρρας και του Αβραάμ εγεννήθησαν από έναν άνθρωπον, τον Αβραάμ, νεκρωμένον πλέον εξ αιτίας του γήρατος αναρίθμητοι απόγονοι σαν τα άστρα του ουρανού κατά το πλήθος και σαν την άμμον της σακροθαλασσιάς, που είναι αδύνατον να μετρηθή. 13 Ολοι αυτοί απέθαναν στερεωμένοι εις την πίστιν και εις την ελπίδα, που γεννά η πίστις, χωρίς εν τούτοις να λάβουν τας επαγγελίας. Αλλά τας είδαν από μακράν και τας εδέχθησαν με όλην των την ψυχήν και ωμολόγησαν με τα έργα των και με τα λόγια των, ότι είναι ξένοι και παρεπίδημοι επάνω εις την γην. 14 Διότι αυτοί που έλεγαν τέτοια λόγια, εφανέρωναν καθαρά, ότι δεν επανεπαύοντο εις την επίγειον πατρίδα, αλλ' εζητούσαν την μόνιμον και χαρμόσυνον πατρίδα, δηλαδή τον ουρανόν. 15 Και εάν ενεθυμούντο εκείνην, την επίγειον πατρίδα, από την οποίαν είχαν εξέλθει, είχαν και τον χρόνον και την ευκαιρίαν να επανέλθουν εις αυτήν. 16 Τωρα όμως επιθυμούν σφοδρώς καλυτέραν και τελειοτέραν πατρίδα, δηλαδή την επουράνιον. Δι' αυτό και ο Θεός δεν αισθάνεται εξ αιτίας των καμμίαν εντροπήν, να ονομάζεται Θεός των. Τουναντίον ευαρεστείται εις αυτούς, όπως μαρτυρείται από το γεγονός, ότι τους έχει ετοιμάσει επουράνιον και μακαρίαν πατρίδα.

Αρχαίο κείμενο
Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα




ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ Γ´ 1 - 15


1 Ἦν δὲ ἄνθρωπος ἐκ τῶν Φαρισαίων, Νικόδημος ὄνομα αὐτῷ, ἄρχων τῶν Ἰουδαίων· 2 οὗτος ἦλθε πρὸς αὐτὸν νυκτὸς καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ραββί, οἴδαμεν ὅτι ἀπὸ Θεοῦ ἐλήλυθας διδάσκαλος· οὐδεὶς γὰρ ταῦτα τὰ σημεῖα δύναται ποιεῖν ἃ σὺ ποιεῖς, ἐὰν μὴ ᾖ ὁ Θεὸς μετ’ αὐτοῦ. 3 ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι, ἐὰν μή τις γεννηθῇ ἄνωθεν, οὐ δύναται ἰδεῖν τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ. 4 λέγει πρὸς αὐτὸν ὁ Νικόδημος· Πῶς δύναται ἄνθρωπος γεννηθῆναι γέρων ὤν; μὴ δύναται εἰς τὴν κοιλίαν τῆς μητρὸς αὐτοῦ δεύτερον εἰσελθεῖν καὶ γεννηθῆναι; 5 ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· Ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι, ἐὰν μή τις γεννηθῇ ἐξ ὕδατος καὶ Πνεύματος, οὐ δύναται εἰσελθεῖν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ. 6 τὸ γεγεννημένον ἐκ τῆς σαρκὸς σάρξ ἐστιν, καὶ τὸ γεγεννημένον ἐκ τοῦ Πνεύματος πνεῦμά ἐστι. 7 μὴ θαυμάσῃς ὅτι εἶπόν σοι, δεῖ ὑμᾶς γεννηθῆναι ἄνωθεν. 8 τὸ πνεῦμα ὅπου θέλει πνεῖ, καὶ τὴν φωνὴν αὐτοῦ ἀκούεις, ἀλλ’ οὐκ οἶδας πόθεν ἔρχεται καὶ ποῦ ὑπάγει· οὕτως ἐστὶ πᾶς ὁ γεγεννημένος ἐκ τοῦ Πνεύματος. 9 ἀπεκρίθη Νικόδημος καὶ εἶπεν αὐτῷ· Πῶς δύναται ταῦτα γενέσθαι; 10 ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ· Σὺ εἶ ὁ διδάσκαλος τοῦ Ἰσραὴλ καὶ ταῦτα οὐ γινώσκεις; 11 ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι ὅτι ὃ οἴδαμεν λαλοῦμεν καὶ ὃ ἑωράκαμεν μαρτυροῦμεν, καὶ τὴν μαρτυρίαν ἡμῶν οὐ λαμβάνετε. 12 εἰ τὰ ἐπίγεια εἶπον ὑμῖν καὶ οὐ πιστεύετε, πῶς ἐὰν εἴπω ὑμῖν τὰ ἐπουράνια πιστεύσετε; 13 καὶ οὐδεὶς ἀναβέβηκεν εἰς τὸν οὐρανὸν εἰ μὴ ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς, ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ὁ ὤν ἐν τῷ οὐρανῷ. 14 καὶ καθὼς Μωϋσῆς ὕψωσε τὸν ὄφιν ἐν τῇ ἐρήμῳ, οὕτως ὑψωθῆναι δεῖ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου, 15 ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται ἀλλ’ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον.

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ Γ´ 1 - 15


1 Ήτο δὲ κάποιος ἄνθρωπος, ἀπὸ τὴν τάξιν τῶν Φαρισαίων, ποὺ ἐλέγετο Νικόδημος, μέλος τοῦ συνεδρίου καὶ ὡς ἐκ τούτου ἄρχων τῶν Ἰουδαίων. 2 Οὗτος διὰ νὰ ἀποφύγῃ τὰ σχόλια καὶ τὴν δυσμένειαν τῶν συναδέλφων του, ἦλθε νύκτα πρὸς τὸν Ἰησοῦν καὶ τοῦ εἶπε· Διδάσκαλε, καὶ ἐγὼ καὶ μερικοὶ ἄλλοι συνάδελφοί μου ἡξεύρομεν, ὅτι ἦλθες ἀπὸ τὸν Θεὸν ἀπεσταλμένος καὶ φωτισμένος διδάσκαλος. Τὸ καταλαβαίνομεν δὲ αὐτό, διότι κανεὶς δὲν ἡμπορεῖ νὰ κάμῃ τὰ θαύματα, ποὺ κάνεις σύ, ἐὰν δὲν εἶναι ὁ Θεὸς μαζί του. Δίδαξέ μας λοιπὸν περὶ τοῦ πῶς θὰ ἀπολαύσωμεν καὶ ἡμεῖς τὰ ἀγαθὰ τῆς βασιλείας. 3 Ἀπεκρίθη ὁ Ἰησοῦς καὶ τοῦ εἶπε· Ἐν πάσῃ ἀληθείᾳ σὲ διαβεβαιῶ, ὅτι ἐὰν κανεὶς δέν γεννηθῇ ἀπό ἐπάνω, δηλαδὴ ἀπὸ τὸν οὐρανόν, δὲν δύναται νὰ ἴδῃ τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ἀπολαύσῃ τὰ ἀγαθά της. 4 Λέγει πρὸς αὐτὸν ὁ Νικόδημος· Πῶς ἡμπορεῖ νὰ γεννηθῆ πάλιν ὁ ἄνθρωπος, ὅταν ἔχῃ πλέον γηράσει; Μήπως ἠμπορεῖ νὰ ἔμβῃ διὰ δευτέραν φορὰν εἰς τὴν κοιλίαν τῆς μητέρας του καὶ νὰ ξαναγεννηθῇ; 5 Ἀπεκρίθη ὁ Ἰησοῦς· ἀληθῶς, ἀληθῶς, σοῦ λέγω ὅτι, ἐὰν δὲν γεννηθῇ κανεὶς πνευματικῶς ἀπό τὸ νερὸν τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος, καὶ ἀπὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, τὸ ὁποῖον ἀοράτως διὰ τοῦ νεροῦ τούτου ἐνεργεῖ τὴν ἀναγέννησιν τοῦ ἀνθρώπου, δὲν ἡμπορεῖ νὰ ἔμβῃ εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ. 6 Κάθε τι ποὺ ἔχει γεννηθῆ μὲ φυσικὴν γέννησιν ἀπὸ τὴν σάρκα, εἶναι καὶ αὐτὸ σαρκικόν, καὶ δὲν ἡμπορεῖ νὰ εἰσέλθη εἰς τὴν πνευματικὴν ταύτην βασιλείαν. Καὶ ἐκεῖνο, ποὺ ἔχει γεννηθῆ ἀπὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, εἶναι ὕπαρξις καὶ προσωπικότης πνευματική, καὶ αὐτὴ θὰ ἀπολαύσῃ τὴν πνευματικὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ. 7 Μὴν ἀπορήσῃς, διότι σοῦ εἶπα· Πρέπει σεῖς ὅλοι νὰ γεννηθῆτε ἀπὸ τὴν χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ ὁποία καταβαίνει ἀπὸ τὸν οὐρανόν. 8 Ὁ ἄνεμος πνέει ὅπου θέλει, καὶ ἀκούεις τὴν βοήν του, ἀλλὰ δὲν ἡξεύρεις, ἀπὸ ποὺ ἀκριβῶς ἐξεκίνησε καὶ ποὺ θὰ σταματήσῃ. Ἔτσι γίνεται καὶ εἰς κάθε ἄνθρωπον, ποὺ ἀναγεννᾶται ἀπὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Ὁ τρόπος τῆς ἀναγεννήσεώς του μένει μυστηριώδης, ἡ ἐπενέργεια ὅμως τοῦ Πνεύματος εἶναι δραστικὴ καὶ τὸ ἀποτέλεσμα αὐτῆς γίνεται φανερόν. 9 Ἀπεκρίθη ὁ Νικόδημος καὶ εἶπε εἰς αὐτόν· Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνουν αὐτὰ καὶ νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ πνευματικὴ αὐτὴ καὶ οὐράνια ἀναγέννησις; 10 Ἀπεκρίθη ὁ Ἰησοῦς καὶ τοῦ εἶπε· Σὺ εἶσαι ἀνεγνωρισμένος διδάσκαλος τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ, καὶ δὲν γνωρίζεις αὐτά, διὰ τὰ ὁποῖα ἔκαμαν λόγον οἱ προφῆται; 11 Ἐν πάσῃ ἀληθείᾳ σοῦ λέγω, ὅτι ἐκεῖνο, ποῦ γνωρίζομεν καλά, αὐτὸ λέγομεν, καὶ περὶ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐξ ἀμέσου ἀντιλήψεως καὶ θεωρίας ἔχομεν ἴδει, περὶ αὐτοῦ μαρτυροῦμεν. Καὶ ὅμως δὲν δέχεσθε τὴν μαρτυρίαν μας. 12 Ἐὰν σᾶς εἶπα θείας μὲν ἀληθείας, ἀλλ’ αἱ ὁποῖαι ἀναφέρονται εἰς ἐκεῖνα, ποὺ συμβαίνουν ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ τῶν ὁποίων λαμβάνουν οἱ πιστοὶ πεῖραν ἐν τῇ ἐπιγείῳ ζωῇ των, καὶ ὅμως δὲν πιστεύετε εἰς αὐτάς, πῶς θὰ πιστεύσετε, ἐὰν σᾶς εἴπω ἀληθείας ὑψηλάς, ποὺ ἀναφέρονται εἰς οὐράνια μυστήρια; 13 Καὶ ὅμως μόνον ἀπὸ ἐμὲ θὰ μάθετε τὰ ἐπουράνια ταῦτα. Διότι κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους δὲν ἔχει ἀναβῇ εἰς τὸν οὐρανὸν διὰ νὰ μάθῃ τὰ ἐπουράνια καὶ νὰ σᾶς διδάξῃ περὶ αὐτῶν, παρὰ μόνον ἐκεῖνος, ποὺ κατέβη ἀπὸ τὸν οὐρανὸν καὶ ἔγινε διὰ τῆς ἐνανθρωπήσεως υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος, ἐνῷ τώρα εἶναι εἰς τὴν γῆν, ἐξακολουθεῖ ὡς πανταχοῦ παρὼν Θεός, νὰ εἶναι καὶ εἰς τὸν οὐρανόν. 14 Καὶ διὰ νὰ σοῦ ἀποκαλύψω καὶ ἄλλην ἄγνωστον καὶ ψυχοσωτήριον ἀλήθειαν, σοῦ λέγω· Ὅπως ἄλλοτε ὁ Μωϋσῆς ἐκρέμασεν ὑψηλὰ τὸ χάλκινο φίδι, διὰ νὰ σώζωνται δι’ αὐτοῦ οἱ Ἰσραηλῖται ἀπὸ τὰ θανατηφόρα δαγκώματα τῶν φιδιῶν τῆς ἐρήμου, ἔτσι σύμφωνα μὲ τὸ μυστηριῶδες σχέδιον τοῦ Θεοῦ πρέπει νὰ κρεμασθῇ ὑψηλὰ ἐπὶ τοῦ σταυροῦ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου προσλαμβάνων τὸ ὁμοίωμα τῆς ἁμαρτίας, ἀλλὰ μὴ ἔχων καμμίαν πραγματικὴν σχέσιν μὲ αὐτήν. 15 Καὶ θὰ ὑψωθῇ ἐπὶ τοῦ σταυροῦ, διὰ νὰ μὴ χαθῇ εἰς τὸν αἰώνιον θάνατον κανένας ἀπὸ ἐκείνους, ποὺ πιστεύουν εἰς αὐτόν, ἀλλὰ νὰ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον.

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ Γ´ 1 - 15


1 Υπήρχε δε εκεί εις την Ιερουσαλήμ, κάποιον άνθρωπος από την τάξιν των Φαρισαίων, ονόματι Νικόδημος, άρχων των Ιουδαίων, διότι ήτο μέλλος του συνεδρίου. 2 Αυτός ήλθε νύκτα προς τον Ιησούν και του είπε· “Διδάσκαλε, γνωρίζομεν ότι συ ήλθες από τον Θεόν ως ο μοναδικός διδάσκαλος των πλέον υψηλών αληθειών. Διότι κανένας δεν ημπορεί να κάνη τα καταπληκτικά αυτά θαύματα, τα οποία κάμνεις συ, εάν ο Θεός δεν είναι μαζή του. (Από σε λοιπόν περιμένομεν να ακούσωμεν καθαρά το θέλημα του Θεού και τον τρόπον, με τον οποίον θα ημπορέσωμεν να αποκτήσωμεν τα αγαθά της βασιλείας)”. 3 Απήντησε ο Ιησούς και είπε· “σε διαβεβαιώνω, ότι εάν δεν γεννηθή κανείς από τον ουρανόν, δεν ημπορεί να ίδη και να απολαύση την βασιλείαν του Θεού”. 4 Λεγει προς αυτόν ο Νικόδημος· “πως είναι δυνατόν να γεννηθή πάλιν ο άνθρωπος, και μάλιστα όταν είναι γέρων; Μηπως ημπορεί να εισέλθη δια δευτέραν φοράν εις την κοιλίαν της μητρός του και να γεννηθή πάλιν;” 5 Απήντησεν ο Ιησούς· “αληθώς σου λέγω, ότι εάν δεν αναγενηθή κανείς πνευματικώς από το νερό του βαπτίσματος και από την χάριν του Αγίου Πνεύματος, δεν ημπορεί να εισέλθη εις την βασιλείαν του Θεού. 6 Καθε τι που έχει γεννηθή κατά τρόπον φυσικόν από την σάρκα, είναι και αυτό σαρκικόν, δηλαδή γεμάτο ατελείας και αδυναμίας. Και εκείνο που έχει γεννηθή από το Αγιον Πνεύμα, είναι πνευματική ύπαρξις, που θα απολαύση την βασιλείαν του Θεού. 7 Μη απορείς, διότι σου είπα ότι πρέπει όλοι σας να αναγεννηθήτε από την χάριν του Αγίου Πνεύματος, που κατεβαίνει εκ των άνω. 8 Ο αέρας όπου θέλει φύσα και ακούεις την βοήν του, αλλά δεν γνωρίζεις από που έρχεται και που θα καταλήξη. Ετσι γίνεται και με κάθε ένα, ο οποίος αναγεννάται από το Αγιον Πνεύμα. Ο τρόπος αυτής της αναγεννήσεως είναι ακατάληπτος το αποτέλεσμα όμως φανερόν”. 9 Απήντησεν ο Νικόδημος και του είπε· “πως είναι δυνατόν να γίνουν αυτά;” 10 Απεκρίθη δε εις αυτόν ο Ιησούς· “συ είσαι ο επίσημος διδάσκαλος του Ισραήλ και δεν γνωρίζεις αυτά, δια τα οποία ομιλούν αι Γραφαί; 11 Αληθώς σου λέγω, ότι εκείνο που γνωρίζομεν καλά, λέγομεν· και αυτό που είδαμεν μαρτυρούμεν. Καθε τι που λέγομεν είναι η απόλυτος και καθαρά αλήθεια. Και όμως σεις δεν δέχεσθε την μαρτυρίαν μας. 12 Εάν σας είπα διδασκαλίας θείας, αι οποίαι σχετίζονται με όσα συμβαίνουν εις την γην και είναι επομένως εύκολον να τας εννοήσετε και όμως δεν τας πιστεύετε, πως, εάν σας είπω υψηλάς αληθείας, που αναφέρονται στον επουράνιον κόσμον, θα τας παραδεχθήτε και θα τας πιστέψετε; 13 Κανείς δε δεν ανέβηκε στον ουρανόν, δια να μάθη εκεί και διδάξη εις σας αυτάς τας αληθείας, παρά μόνον αυτός που κατέβηκε από τον ουρανόν και έγινε δια της ενανθρωπήσεως υιός του ανθρώπου και ο όποιος εξακολουθεί, καθ' ον χρόνον ζη εις την γην, να είναι και στον ουρανόν ως Θεός. 14 Οπως δε ο Μωϋσής εκρέμεσε υψηλά το χάλκινι φίδι εις την έρημον, δια να το αντικρύζουν με πίστιν οι Ισραηλίται και να σώζωνται από το θανατηφόρον δηλητήριον των φιδιών της ερήμου, έτσι, σύμφωνα με το πάνσοφον σχέδιον του Θεού, πρέπει να κρεμασθή και ο υιός του ανθρώπου επάνω στον σταυρόν. 15 Και τούτο, δια να μη καταδικασθή εις την αιωνίαν απώλειαν κανένας από εκείνους, που θα πιστεύσουν εις αυτόν, αλλά να κερδήση και να έχη την αιώνιον ζωήν.

Αρχαίο κείμενο
Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα