❌
Πέμπτη, 04 Σεπτεμβρίου 2025

Άγιος Βαβύλας ο Ιερομάρτυρας επίσκοπος Αντιοχείας και τα Τρία Παιδιά που μαρτύρησαν μαζί μ' αυτόν Αμμώνιος, Δονάτος και Φαύστος, Προφήτης Μωυσής ο Θεόπτης, Αγία Ερμιόνη κόρη του αποστόλου Φιλίππου, Όσιος Άνθιμος ο νέος ασκητής από την Κεφαλονιά
Βαβύλα ἱερομάρτυρος (†251), Μωυσέως προφήτου (1460 π.Χ.). Ἑρμιόνης (†117) θυγατρὸς τοῦ ἀποστόλου Φιλίππου· Ἰερουσαλὴμ καὶ τῶν υἱῶν αὐτῆς τῶν ἐν Βεροίᾳ μαρτύρων· Ἀνθίμου ὁσίου τοῦ ἐν Κεφαλληνίᾳ (†1781).
Ἀπόστολος
Εὐαγγέλιον


ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Β' Ι´ 7 - 18


7 Τὰ κατὰ πρόσωπον βλέπετε. εἴ τις πέποιθεν ἑαυτῷ Χριστοῦ εἶναι, τοῦτο λογιζέσθω πάλιν ἀφ’ ἑαυτοῦ, ὅτι καθὼς αὐτὸς Χριστοῦ οὕτω καὶ ἡμεῖς Χριστοῦ. 8 ἐάν τε γὰρ καὶ περισσότερόν τι καυχήσομαι περὶ τῆς ἐξουσίας ἡμῶν, ἧς ἔδωκεν ὁ Κύριος ἡμῖν εἰς οἰκοδομὴν καὶ οὐκ εἰς καθαίρεσιν ὑμῶν, οὐκ αἰσχυνθήσομαι, 9 ἵνα μὴ δόξω ὡς ἂν ἐκφοβεῖν ὑμᾶς διὰ τῶν ἐπιστολῶν. 10 ὅτι αἱ μὲν ἐπιστολαὶ, φησί, βαρεῖαι καὶ ἰσχυραί, ἡ δὲ παρουσία τοῦ σώματος ἀσθενὴς καὶ ὁ λόγος ἐξουθενημένος. 11 τοῦτο λογιζέσθω ὁ τοιοῦτος, ὅτι οἷοί ἐσμεν τῷ λόγῳ δι’ ἐπιστολῶν ἀπόντες, τοιοῦτοι καὶ παρόντες τῷ ἔργῳ. 12 Οὐ γὰρ τολμῶμεν ἐγκρῖναι ἢ συγκρῖναι ἑαυτούς τισιν τῶν ἑαυτοὺς συνιστανόντων· ἀλλὰ αὐτοὶ ἐν ἑαυτοῖς ἑαυτοὺς μετροῦντες καὶ συγκρίνοντες ἑαυτοὺς ἑαυτοῖς οὐ συνιοῦσιν. 13 ἡμεῖς δὲ οὐχὶ εἰς τὰ ἄμετρα καυχησόμεθα, ἀλλὰ κατὰ τὸ μέτρον τοῦ κανόνος οὗ ἐμέρισεν ἡμῖν ὁ Θεὸς μέτρου, ἐφικέσθαι ἄχρι καὶ ὑμῶν. 14 οὐ γὰρ ὡς μὴ ἐφικνούμενοι εἰς ὑμᾶς ὑπερεκτείνομεν ἑαυτούς· ἄχρι γὰρ καὶ ὑμῶν ἐφθάσαμεν ἐν τῷ εὐαγγελίῳ τοῦ Χριστοῦ, 15 οὐκ εἰς τὰ ἄμετρα καυχώμενοι ἐν ἀλλοτρίοις κόποις, ἐλπίδα δὲ ἔχοντες, αὐξανομένης τῆς πίστεως ὑμῶν, ἐν ὑμῖν μεγαλυνθῆναι κατὰ τὸν κανόνα ἡμῶν εἰς περισσείαν, 16 εἰς τὰ ὑπερέκεινα ὑμῶν εὐαγγελίσασθαι, οὐκ ἐν ἀλλοτρίῳ κανόνι εἰς τὰ ἕτοιμα καυχήσασθαι. 17 Ὁ δὲ καυχώμενος ἐν Κυρίῳ καυχάσθω· 18 οὐ γὰρ ὁ ἑαυτὸν συνιστῶν, ἐκεῖνός ἐστι δόκιμος, ἀλλ’ ὃν ὁ Κύριος συνίστησιν.

ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Β' Ι´ 7 - 18


7 Ναί· δὲν εἶναι ἀκόμη τελεία ἡ ὑπακοή σας. Δίδετε προσοχὴν εἰς τὴν ἐξωτερικὴν ὄψιν τῶν πραγμάτων καὶ δ’ αὐτὸ σᾶς ἑξαπατοῦν εὔκολα. Ἐὰν κανεὶς ἀπὸ αὐτούς, ποὺ σᾶς πλησιάζουν, ἔχῃ πεποίθησιν περὶ τοῦ ἑαυτοῦ του, ὅτι εἶναι δοῦλος καὶ διάκονος τοῦ Χριστοῦ, ἂς συλλογίζεται πάλιν μόνος του τοῦτο, ὅτι καθὼς αὐτὸς εἶναι διάκονος τοῦ Χριστοῦ, ἔτσι καὶ ἡμεῖς εἴμεθα διάκονοι τοῦ Χριστοῦ. 8 Διότι καὶ ἂν καυχηθῶ κάπως καὶ περισσότερον διὰ τὴν ἐξουσίαν μας, τὴν ὁποίαν μᾶς ἔδωκεν ὁ Κύριος διὰ νὰ σᾶς οἰκοδομοῦμεν καὶ ὄχι διὰ νὰ σᾶς σκανδαλίζωμεν καὶ σᾶς βλάπτωμεν, δὲν θὰ ἐντροπιασθῶ, ὅπως ἐντροπιάζονται οἱ καυχηματίαι. 9 Δὲν θὰ καυχηθῶ ὅμως περισσότερον, διὰ νὰ μὴ φανῶ σὰν νὰ σᾶς ἐκφοβίζω μὲ τὰς ἐπιστολάς. 10 Καὶ λέγω, ὅτι δὲν θέλω νὰ φανῶ, ὅτι σᾶς ἐκφοβίζω, διότι οἱ ψευδαπόστολοι, ποὺ μᾶς συκοφαντοῦν, λέγουν, ὅτι αἱ μὲν ἐπιστολαί (τοῦ Παύλου) εἶναι σοβαραὶ καὶ δυναταί, ἡ προσωπική του ὅμως ἐμφάνισις εἶναι ἀσθενὴς καὶ ὁ λόγος τοῦ τιποτένιος. 11 Αὐτὸς ὅμως, ποὺ λέγει αὐτὰς τὰς κατηγορίας, ἂς συλλογίζεται καλὰ τοῦτο, ὅτι ὅποιοι εἴμεθα μὲ τὸν λόγον, ὅταν ἀπουσιάζωμεν καὶ στέλλωμεν ἐπιστολάς, τέτοιοι εἴμεθα καὶ μὲ τὸ ἔργον, ὅταν εἴμεθα παρόντες. 12 Πράγματι εἶμαι ἀσθενής! Διότι δὲν τολμῶ νὰ κατατάξω ἢ νὰ συγκρίνω τὸν ἑαυτόν μου πρὸς μερικούς, ποὺ αὐτοσυσταίνονται. Ἀλλ’ ἐκεῖνοι μετροῦν τὸν ἑαυτόν τους πρὸς τὸν ἑαυτόν τους καὶ συγκρίνουν τὸν ἑαυτόν τους μὲ τὸν ἑαυτόν τους. Εἶναι δηλαδὴ ἄνθρωποι, ποὺ αὐτοθαυμάζονται καὶ ἐπαινοῦνται μεταξύ των. Φουσκώνει ὁ ἕνας τὸν ἄλλον καὶ δὲν καταλαβαίνουν πόσον εἶναι ἀνόητοι. 13 Ἡμεῖς ὅμως δὲν θὰ καυχηθῶμεν διὰ κόπους ἄλλων εἰς μέρη ἔξω ἀπὸ τὰ μέτρα τῆς δικαιοδοσίας μας, ἀλλὰ θὰ καυχηθῶμεν διὰ τὰ ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς δικαιοδοσίας, ποὺ μᾶς ἐξεχώρισεν ὁ Θεὸς ὡς μέτρον καὶ περιφέρειαν τῆς δράσεως μας. Τὸ μέτρον δὲ αὐτὸ περιλαμβάνει καὶ σᾶς. Ἡ ἀποστολική μας δικαιοδοσία δηλαδὴ εἶναι νὰ φθάσωμεν ἕως καὶ εἰς σᾶς κηρύττοντες τὸ εὐαγγέλιον. 14 Διότι δὲν παρατεντώνομεν τὸν ἑαυτόν μας μὲ καυχησιολογίας καὶ μὲ λόγους, ποὺ δὲν στηρίζονται εἰς τὰ πράγματα. Αὐτὸ θὰ συνέβαινεν, ἐὰν καμπτόμενοι ἀπὸ τοὺς κόπους δὲν ἔχομεν φθάσει ἕως σας. Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν συνέβη· διότι ἡμεῖς ἐφθάσαμεν καὶ μέχρι τῆς πόλεως σας κηρύττοντες τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ. 15 Καὶ δὲν καυχώμεθα ἔξω ἀπὸ τὴν σφαῖραν καὶ τὸ μέτρον τῆς δικαιοδοσίας μας διὰ κόπους, ποὺ κατέβαλαν ἄλλοι, διὰ νὰ διαδώσουν ἐκεῖ τὸ εὐαγγέλιον. Ἀλλ’ ἔχομεν ἐλπίδα, ὅτι ὅσον αὐξάνεται ἡ πίστις σας, θὰ ἀναδειχθῶμεν διὰ τῆς ἰδικῆς σας προόδου καὶ ἡμείς οἰ διδάσκαλοί σας ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς δικαιοδοσίας, ποὺ μᾶς ἐδόθη ἀπὸ τὸν Θεόν, θὰ ἐπεκταθῇ δὲ καὶ ἡ δρᾶσις μας μὲ τὸ παραπάνω, 16 ὥστε νὰ κηρύξωμεν τὸ εὐαγγέλιον εἰς τὰς χώρας, ποὺ εἶναι πολὺ πέραν ἀπὸ τὴν πατρίδα σας, χωρὶς νὰ καυχηθῶμεν εἰς ξένην δικαιοδοσίαν διὰ κατορθώματα, ποὺ ἔγιναν ἕτοιμα ἀπὸ ἄλλους. 17 Μὲ ἰδικούς μας δὲ κόπους, ποὺ θὰ εὐλογῇ ὁ Θεός, ἐπιτυγχάνοντες νέας κατακτήσεις διὰ τὸ εὐαγγέλιον, θὰ καυχώμεθα μὲ ταπείνωσιν ἀποδίδοντες τὸ πᾶν εἰς τὸν Κύριον, ὥστε νὰ ἐφαρμόζωμεν τὸν λόγον τῆς Γραφῆς· Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος καυχᾶται, ἂς καυχᾶται ὄχι ἀλαζονικῶς νομίζων, δὴ ἀπὸ τὸν ἑαυτόν του ἔγιναν ἐκεῖνα, διὰ τὰ ὁποῖα καυχᾶται, ἀλλ’ ἂς δοξάζῃ τὸν Κύριον, ὁ ὁποῖος δι’ αὐτοῦ εἰργάσθη τὰ κατορθώματα αὐτὰ καὶ ἔτσι ἂς καυχᾶται ἐν Κυρίῳ. 18 Διότι δὲν εἶναι δόκιμος καὶ ἀρεστὸς εἰς τὸν Θεόν ἐκεῖνος, ποὺ συσταίνει μόνος του τὸν ἑαυτόν του, ἀλλ’ ἐκεῖνος τοῦ ὁποίου εὐλογεῖ τὸ ἔργον ὁ Κύριος καὶ ἔτσι συσταίνεται καὶ αὐτὸς ἀπὸ τὸν Κύριον.

ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Β' Ι´ 7 - 18


7 Σεις όμως βλέπετε ακόμη την επιφάνειαν των πραγμάτων και όχι το βάθος. Εάν κανείς κολακεύεται να πιστεύη, ότι ανήκει στον Χριστόν, ας συλλογισθή πάλιν από τον εαυτόν του και τούτο, ότι, όπως αυτός είναι του Χριστού, έτσι και ημείς είμεθα του Χριστού. 8 Διότι και αν ακόμη καυχηθώ κάπως περισσότερον δια την εξουσίαν, που έχομεν ημείς οι Απόστολοι και την οποίαν μας έχει δώσει αυτός ο Κυριος, δια να σας οικοδομούμεν εις την πνευματικήν ζωήν και όχι να σας κατακρημνίζωμεν, δεν θα εντροπιασθώ, διότι την αλήθειαν θα είπω. 9 Δεν το πράττω όμως, δια να μη φανώ σαν να θέλω με τας επιστολάς μου να σας εκφοβίσω. 10 Διότι λέγουν και τούτο οι κατήγοροί μας, ότι αι μεν επιστολαί του είναι καταθλιπτικαί με το βάρος των και αυστηραί με την δύναμιν των ελέγχων· η σωματική του όμως εμφάνισις είναι ασθενής και ο λόγος του σαν ένα τίποτε. 11 Αυτός όμως που μας κατηγορεί, ας σκεφθή τούτο· ότι οποίοι είμεθα με όσα γράφομεν εις τας επιστολάς μας, όταν απουσιάζωμεν, τέτοιοι είμεθα και με τα έργα μας, όταν είμεθα παρόντες. 12 Πράγματι δεν έχομεν την τόλμην να συναριθμήσωμεν τους ευατούς μας η και να τους συγκρίνωμεν με μερικούς, που συσταίνουν τους εαυτούς των ως μεγάλους και ισχυρούς. Αυτοί όμως είναι άνθρωποι που αυτοθαυμάζονται μετρούντες τον εαυτόν των με τους εαυτούς των και συγκρίνοντες τον εαυτόν των προς εαυτούς και δεν καταλαβαίνουν ούτε τι είναι ούτε τι λέγουν. 13 Ημείς δε δεν θα καυχηθώμεν κατά τρόπον υπερβολικόν και έξω από την αλήθειαν, αλλά θα καυχηθώμεν σύμφωνα με το μέτρον της δικαιοδοσίας, που εξεχώρισεν εις ημάς ο Θεός σαν περιοχήν της αποστολικής μας δράσεως και που μας έχει αξιώσει να φθάσωμεν μέχρις εις σας. 14 Διότι δεν εξυψώνομεν με κενάς καυχησιολογίας τον ευατόν μας, σαν να μη είχαμεν φθάσει μέχρι και εις την χώραν σας κηρύττοντες το Ευαγγέλιον, διότι τότε θα εψεδόμεθα. Ενώ ημείς λέγομεν την αλήθειαν, διότι εφθάσαμεν πράγματι μέχρις υμών δια το έργον του Ευαγγελίου του Χριστού. 15 Οχι, δεν καυχώμεθα έξω από το μέτρον δι' εργασίας και κόπους, που άλλοι έχουν κάμει. Αλλ' έχομεν ελπίδα, καθ' όσον αυξάνει η χριστιανική σας πίστις και ζωη, ότι θα δοξασθώμεν με την ιδικήν σας πρόοδον και ημείς, έντος των ορίων πάντοτε της δικαιοδοσίας και της δράσεως, που μας έχει δοθή από τον Θεόν. Ετσι δε θα εκτείνωμεν την αποστολικήν δράσιν και ακόμη περισσότερον, 16 ώστε να κηρύξωμεν το Ευαγγέλιον και εις περιοχάς, που είναι πέραν από τα ιδικά σας σύνορα, εις ανθρώπους προς τους οποίους κανείς μέχρι σήμερα δεν έχει διδάξει τον Χριστόν, ώστε και πάλιν να μη καυχώμεθα εις ξένην δικαιοδοσίαν δι' έργα, που έχουν πραγματοποιήσει και ετοιμάσει άλλοι. 17 Ας εφαρμόζεται και εις ημάς ο λόγος της Γραφής· “εκείνος που καυχάται, ας καυχάται όχι αλαζωνικώς, αλλά με ταπείνωσιν αποδίδων στον Κυριον την δόξαν δια τα καλά έργα, που αυτός ο ίδιος ο Θεός του έχει δώσει δύναμιν και χάριν να τα κάμη”. 18 Διότι ενάρετος και ευάρεστος στον Θεόν δεν είναι εκείνος ο οποίος αυτοσυσταίνεται και αυτοεγκωμιάζεται, αλλ' εκείνος τον οποίον συσταίνει και εγκωμιάζει ο Θεός.

Αρχαίο κείμενο
Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα




ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ Γ´ 28 - 35


28 Ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι πάντα ἀφεθήσεται τοῖς υἱοῖς τῶν ἀνθρώπων τὰ ἁμαρτήματα καὶ αἱ βλασφημίαι ὅσας ἐὰν βλασφημήσωσιν· 29 ὃς δ’ ἂν βλασφημήσῃ εἰς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, οὐκ ἔχει ἄφεσιν εἰς τὸν αἰῶνα, ἀλλ’ ἔνοχός ἐστιν αἰωνίου κρίσεως· 30 ὅτι ἔλεγον, Πνεῦμα ἀκάθαρτον ἔχει. 31 ἔρχονται οὖν ἡ μήτηρ αὐτοῦ καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ, καὶ ἔξω ἑστῶτες ἀπέστειλαν πρὸς αὐτὸν φωνοῦντες αὐτόν. 32 καὶ ἐκάθητο περὶ αὐτὸν ὄχλος· εἶπον δὲ αὐτῷ· Ἰδοὺ ἡ μήτηρ σου καὶ οἱ ἀδελφοί σου ἔξω ζητοῦσί σε. 33 καὶ ἀπεκρίθη αὐτοῖς λέγων· Τίς ἐστιν ἡ μήτηρ μου ἢ οἱ ἀδελφοί μου; 34 καὶ περιβλεψάμενος κύκλῳ τοὺς περὶ αὐτὸν καθημένους λέγει· Ἴδε ἡ μήτηρ μου καὶ οἱ ἀδελφοί μου· 35 ὃς γὰρ ἂν ποιήσῃ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, οὗτος ἀδελφός μου καὶ ἀδελφή μου καὶ μήτηρ ἐστί.

ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ Γ´ 28 - 35


28 Ἀληθῶς σᾶς λέγω, ὅτι ὅλα τὰ ἁμαρτήματα θὰ συγχωρηθοῦν εἰς τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων, ἐφ’ ὅσον μετανοήσουν οὖτοι. Καὶ αἱ βλασφημίαι, ὅσας τυχὸν θὰ βλασφημήσουν, θὰ συγχωρηθοῦν. 29 Ἐκεῖνος ὅμως ποὺ θὰ ἀποδώσῃ τὰς φανερὰς ἐνεργείας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἰς τὸ πονηρὸν πνεῦμα καὶ ἀπὸ ἐσωτερικὴν πώρωσιν θὰ συκοφαντήσῃ τὰ ἔργα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ἔτσι θὰ βλασφημήσῃ εἰς τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, δὲν ἔχει συγχώρησιν οὗτος εἰς τὸν αἰῶνα, ἀλλ’ εἶναι ἔνοχος αἰωνίας κατακρίσεως καὶ τιμωρίας. 30 Εἶπε δὲ τοὺς λόγους αὐτοὺς ὁ Κύριος, διότι ἔλεγον ἐκεῖνοι, ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἔχει πνεῦμα ἀκάθαρτον καὶ ἐσυκοφάντουν ἀπὸ πώρωσιν καὶ θεληματικὴν τύφλωσιν τὰ ἔργα καὶ θαύματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐπειδὴ τὰ ἀπέδιδον εἰς τὸν διάβολον. 31 Ἔρχονται λοιπὸν ἡ μητέρα του καὶ αὐτοί, ποὺ ἐνομίζοντο ἀπὸ τοὺς πολλοὺς ἀδελφοί του, καὶ ἀφοῦ ἐστέκοντο ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι, ἔστειλαν εἰς αὐτὸν καὶ τὸν ἐφώναξαν. 32 Καὶ ἐκάθητο γύρω του πολὺς λαός. Εἶπον δὲ πρὸς αὐτόν· Ἰδού, ἡ μητέρα σου καὶ οἱ ἀδελφοί σου στέκονται ἀπ’ ἔξω καὶ σὲ ζητοῦν. 33 Καὶ ἀπεκρίθη εἰς αὐτοὺς καὶ εἶπε· Ποία εἶναι ἡ μητέρα μου ἢ ποῖοι εἶναι οἱ ἀδελφοί μου; 34 Καὶ ἀφοῦ ἔρριψεν ὁλόγυρα τὰ μάτια του εἰς ἐκείνους, ποὺ ἐκάθηντο τριγύρω ἀπὸ αὐτόν, λέγει· Ἰδοὺ ἡ μητέρα μου καὶ οἱ ἀδελφοί μου. 35 Εἶναι αὐτοί, καίτοι δὲν ἔχω σαρκικὴν συγγένειαν πρὸς τούτους· διότι ἐκεῖνος, ποὺ θὰ ποιήσῃ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, αὐτὸς εἶναι ἀδελφός μου καὶ ἀδελφή μου καὶ μητέρα μου. Καὶ ἡ μητέρα μου ἂν ἠξιώθη νὰ μὲ γεννήσῃ, προτήτερα ὑπῆρξε πιστὴ καὶ ἀφωσιωμενη δούλη τοῦ Θεοῦ καὶ δι’ αὐτὸ ὁ Θεὸς τὴν ἐξέλεξεν ὡς ὄργανόν του.

ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ Γ´ 28 - 35


28 Αληθινά σας λέγω ότι θα συγχωρηθούν στους υιούς των ανθρώπων όλα τα αμαρτήματα και όλαι αι βλασφημίαι, όσας τυχόν ήθελον εκστομίσει. 29 Εκείνος όμως που από κακότητα ψυχής θα βλασφημήση στο Αγιον Πνεύμα (δηλαδή θα αποδώση τας φανεράς και λυτρωτικάς ενεργείας του Αγίου Πνεύματος στον διάβολον) αυτός δεν έχει άφεσιν στους αιώνας των αιώνων, αλλά είναι ένοχος αιωνίας καταδίκης”. 30 Είπε δε αυτά ο Ιησούς, διότι εκείνοι τον συκοφαντούσαν ότι έχει ακάθαρτον πνεύμα. 31 Ερχονται τότε η μητέρα του και αυτοί που ενομίζοντο αδελφοί του και αφού εστάθησαν έξω από το σπίτι, έστειλαν προς αυτόν και τον εφώναξαν να βγη. 32 Εκάθητο δε γύρω του πολύς λαός· είπον δε εις αυτόν· “ιδού η μητέρα σου και οι αδελφοί σου σε ζητούν έξω”. 33 Και απάντησε εις αυτούς λέγων· “ποιά είναι η μητέρα μου η ποίοι είναι οι αδελφοί μου;” 34 Και αφού περιέφερε ολόγυρα τα μάτια του εις εκείνους που εκάθηντο γύρω του, είπε· “ιδού η μητέρα μου και οι αδελφοί μου. 35 Διότι εκείνος, ο οποίος θα εφαρμόση το θέλημα του Θεού, αυτός είναι αδελφός μου και αδελφή μου και μητέρα μου”.

Αρχαίο κείμενο
Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα